Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή ν. Κρις Ιακωβίδη, ως εκκαθαριστή της εταιρείας Y. LIASIDIS DEVELOPERS LTD, Αρ. Γενικής Αίτησης: 224/2023, 27/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 224/2023 I-Justice Αναφορικά με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 (Ν.112(Ι)/21) Μεταξύ: Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή Αιτητή και Κρις Ιακωβίδη, ως εκκαθαριστή της εταιρείας Y. LIASIDIS DEVELOPERS LTD (H.E. xxx) Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27.11.23 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Φρ. Σωτηρίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Καθ' ων η αίτηση: καμία εμφάνιση Καθ' ων η αίτηση: απόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε ηλεκτρονικά στις 31.08.23 υπό τη μορφή γενικής αίτησης από τον Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει του άρθρου 62 του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 (Ν.112(Ι)/21). Η νομοθεσία αυτή μαζί με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ουσιαστικά αποτελούν το δικαιοδοτικό υπόβαθρο επί του οποίου η υπόθεση αυτή προωθείται. Η παρούσα γενική αίτηση στρέφεται εναντίον της Καθ' ης η αίτησης εταιρείας, η οποία βρίσκεται υπό το καθεστώς εκκαθάρισης. Συγκεκριμένο πρόσωπο που ενεργεί ως εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας κατονομάζεται στην εν λόγω γενική αίτηση. Στην υπόθεση αυτή ο Αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που να διατάσσει την άμεση παύση και/ή μη τη μη επανάληψη χρήσης τους από τους Καθ' ων η αίτηση όρους σε συμφωνητικά έγγραφα που θεωρεί ότι συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες. Ο Αιτητής υποδεικνύει τέτοιους όρους μέσα από συγκεκριμένες συμβάσεις, το περιεχόμενο των οποίων θέτει εις γνώση του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον Αιτητή πρόκειται για συμβατικούς όρους που: (α) υποχρεώνουν τους καταναλωτές στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού οφειλής στους πωλητές πριν την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των καταναλωτών, χωρίς να καθορίζεται χρονικό διάστημα εντός του οποίου οι πωλητές να πρέπει να προβούν στη μεταβίβαση του ακινήτου και χωρίς να γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις των πωλητών έναντι των καταναλωτών σε περίπτωση που οι πωλητές δεν προβαίνουν σε μεταβίβαση, (β) προνοούν ότι οι καταναλωτές υποχρεούνται να αποπληρώσουν όλους τους φόρους και έξοδα χωρίς να γίνεται αναφορά στο είδος των φόρων και εξόδων και δίχως να προσδιορίζονται τα κριτήρια βάση των οποίων θα υπολογιστούν οι εν λόγω υποχρεώσεις και/ή το ύψος του χρηματικού ποσού που είναι πληρωτέο από τους καταναλωτές, (γ) προνοούν ότι σε περίπτωση που οι καταναλωτές παραλείψουν να πληρώσουν οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις τους θα ευθύνονται να καταβάλουν στους πωλητές τόκους υπερημερίας ετησίως μέχρι εξόφλησης του συμφωνηθέντος ποσού χωρίς οι πωλητές να αναλαμβάνουν αντίστοιχη υποχρέωση, (δ) επιτρέπουν στους πωλητές να τροποποιούν μονομερώς τις διαστάσεις του πωληθέντος ακινήτου και δεν καθορίζει με σαφή και κατανοητό τρόπο τις διαστάσεις του ακινήτου. Περαιτέρω ο Αιτητής επιδιώκει τη δημοσίευση από τους Καθ' ων η αίτηση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης σε εγχώρια εφημερίδα παγκύπριας εμβέλειας εντός χρόνου που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο. Η γενική αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Μαρίας Πιερίδου. Η οποία εργάζεται στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή. Η ένορκη δήλωση υποστηρίζεται από διάφορα τεκμήρια. Τόσο η ένορκη δήλωση όσο και τα τεκμήρια βρίσκονται καταχωρισμένα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Δικαστηρίου. Όλα τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση επιδόθηκαν στους Καθ' ων η αίτηση στις 12.09.23. Ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη ημερ. 13.09.23 είναι ηλεκτρονικά καταχωρισμένη στο αρχείο του ηλεκτρονικού λογισμικού I-Justice του Δικαστηρίου. Επειδή οι Καθ' ων η αίτηση δεν εκδήλωσαν πρόθεση να συμμετέχουν στη διαδικασία, η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη. Η απόδειξη της υπόθεσης έγινε στη βάση της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει και των εγγράφων που την υποστηρίζουν. Εκείνη τη ημέρα η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υπέβαλε γραπτή αγόρευση. Σε σχέση με το μαρτυρικό υλικό, η ευπαίδευτη συνήγορος παρέπεμψε στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και στα τεκμήρια που την υποστηρίζουν. Για τους λόγους που αναπτύσσει μέσα από την εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία της, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγείται ότι ικανοποιούνται όλες οι παράμετροι ώστε να δικαιολογείται η απόδοση των αιτουμένων θεραπειών. Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτή τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη της εκδοχής του Αιτητή. Έχω επίσης λάβει υπόψη μου τα νομικά επιχειρήματα που εκτίθενται στη γραπτή αγόρευση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα. Για σκοπούς απόδειξης της εκδοχής του ο Αιτητής επικαλείται τις πρόνοιες του Ν.112(Ι)/2021 (στο εξής η «νομοθεσία»). Θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση καλύπτεται από τις διατάξεις της εν λόγω νομοθεσίας. Η νομοθεσία αυτή θεσπίστηκε στις 12.05.21. Όπως γίνεται αντιληπτό, το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο συγκεκριμένοι όροι που απαριθμούνται και περιέχονται σε συμφωνητικά έγγραφα που επισημαίνονται συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες εις βάρος καταναλωτών. Πρόκειται για συμφωνητικά έγγραφα ημερ. 06.10.03 (Τεκμήριο 3), 22.12.03 (Τεκμήριο 18), 26.01.04 (Τεκμήριο 12) και 28.12.04 (Τεκμήριο 26) με συμβαλλόμενα μέρη σε όλα τους Καθ' ων η αίτηση και διάφορα φυσικά πρόσωπα που κατονομάζονται στα έγγραφα. Παρόλο ότι τα εν λόγω συμφωνητικά έγγραφα έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της νομοθεσίας αυτής, εντούτοις οι διατάξεις της φαίνεται να έχουν αναδρομική ισχύ και να εφαρμόζονται σε συμβάσεις που συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την ημερομηνία που αυτή θεσπίστηκε (άρθρο 75). Δυνάμει του άρθρου 62
(2)(α) του Ν.112(Ι)/2021 (στο εξής η «νομοθεσία») ο Αιτητής, υπό την ιδιότητα που φέρει, διαθέτει έννομο συμφέρον για να προσφύγει στο Δικαστήριο. Τα εδάφια
(1)και
(3)(α), (β) και (γ) του άρθρου 62 της νομοθεσίας επιτρέπουν στον Αιτητή να αξιώσει τις θεραπείες που καταγράφονται στο σώμα της υπό κρίση γενικής αίτησης. Η εξουσία του Αιτητή πηγάζει από τις πρόνοιες του άρθρου 57
(1)(δ) της νομοθεσίας. Στα συμφωνητικά έγγραφα που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της υπόθεσης οι Καθ' ων η αίτηση εμφανίζονται ως πωλητές ακίνητης ιδιοκτησίας σε φυσικά πρόσωπα. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν την έννοια του «εμπορευόμενου» δυνάμει του άρθρου 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας αφού είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών σύμφωνα με τον νόμο, η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη γης και ακινήτων. Η εν λόγω εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 15.03.12, στα πλαίσια του οποίου στις 12.04.13 διορίστηκε εκκαθαριστής της ο κύριος Κρις Ιακωβίδης (Τεκμήριο 1). Έχω υπόψη μου το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση προωθήθηκε κατόπιν προηγούμενης σχετικής άδειας από το Ε.Δ. Πάφου που εξασφαλίστηκε στις 17.09.21 (Τεκμήριο 2), η οποία ήταν απαραίτητη ένεκα του καθεστώτος εκκαθάρισης των Καθ' ων η αίτηση. Τα διάφορα φυσικά πρόσωπα ήταν αντισυμβαλλόμενα μέρη στα επισυνημμένα συμφωνητικά έγγραφα τα οποία υπεγράφησαν με τους Καθ' ων η αίτηση και παρουσιάζονται ως αγοραστές ακινήτων. Τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα έχουν την έννοια του «καταναλωτή» δυνάμει του ιδίου ερμηνευτικού πλαισίου της νομοθεσίας. Τα δε επίμαχα συμφωνητικά έγγραφα θεωρούνται «καταναλωτικές συμβάσεις» στην έννοια της νομοθεσίας που τους αποδίδεται από το άρθρο 2 αυτής. Με βάση το άρθρο 48 της νομοθεσίας ο χαρακτηρισμός της καταχρηστικής ρήτρας τυγχάνει εφαρμογής στα επίμαχα συμφωνητικά έγγραφα, ως καταναλωτικές συμβάσεις που θεωρούνται. Ο ορισμός της καταχρηστικής ρήτρας παρέχεται στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 50 της νομοθεσίας, τις πρόνοιες των οποίων καταγράφω αυτούσιες: «
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.» Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη οι παράγοντες που αναφέρονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 50 της νομοθεσίας, τους οποίους επίσης αναφέρω αυτούσια: «(α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή.» Μία ρήτρα που κριθεί καταχρηστική σε σύμβαση μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή (άρθρο 51
(1)). Ωστόσο η σύμβαση ως έγγραφο εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (άρθρο 51
(2)). Όταν υπάρχουν γραπτές συμφωνίες ο εμπορευόμενος διασφαλίζει ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο και σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία με την εφαρμογή του εν λόγω ερμηνευτικού κανόνα να υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί αναφέρονται στη νομοθεσία (άρθρο 52). Η εκδοχή του Αιτητή για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στις επίμαχες συμβάσεις καλύπτει τέσσερις πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αφορά τη θέση ότι ενώ οι Καθ' ων η αίτηση υποχρεώνουν τους καταναλωτές (φυσικά πρόσωπα με τα οποία έχουν συμβληθεί) να τους αποπληρώνουν το συνολικό ποσό οφειλής πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των καταναλωτών, δεν καθορίζεται χρονικό διάστημα εντός του οποίου οι Καθ' ων η αίτηση είναι υποχρεωμένοι να προβούν στη μεταβίβαση του ακινήτου καθώς επίσης δεν γίνεται αναφορά σε υποχρεώσεις των Καθ' ων η αίτηση έναντι των καταναλωτών σε περίπτωση που οι πρώτοι δεν προβαίνουν σε μεταβίβαση του ακινήτου εις το όνομα των δευτέρων που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης τους. Ο Αιτητής επικαλείται τους όρους 3 & 6 της σύμβασης ημερ. 06.10.03, τους όρους 2, 11, 18 & 20 της σύμβασης ημερ. 26.01.04, τους όρους 2(
- h)& 7 της σύμβασης ημερ. 22.12.03 και τους όρους 4.1, 9 & 14 της σύμβασης ημερ. 28.12.04. Σε ότι αφορά τη σύμβαση ημερ. 06.10.03 ο όρος 3(
- g)προνοεί πληρωμή συγκεκριμένου ποσού με τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου στα ονόματα των καταναλωτών. Ομοίως το ίδιο προνοείται στον όρο 4.1(
- d)της σύμβασης ημερ. 28.12.04. Επομένως το επιχείρημα ότι απαιτείται εξόφληση του τιμήματος πώλησης πριν από τη μεταβίβαση δεν ευσταθεί για τις δύο αυτές γραπτές συμφωνίες. Αντίθετα στις συμφωνίες ημερ. 26.01.04 και 22.12.03 δεν υπάρχει τέτοια αντίστοιχη πρόνοια. Ωστόσο δεν εντοπίζω πρόβλημα στους όρους πληρωμής εφόσον η μεταβίβαση του ακινήτου δεν κωλύεται εξ' υπαιτιότητας των Καθ' ων η αίτηση. Θα έλεγα ότι η ύπαρξη όρων πληρωμής μέσα από τις οποίες το τίμημα πώλησης εξοφλείται πριν από την μεταβίβαση συνάδει με την προϋπόθεση της αποπληρωμής του οφειλομένου ποσού που θέτει η νομοθεσία για εγκλωβισμένους αγοραστές προκειμένου να ενεργοποιηθεί προς όφελος του καταναλωτή. Σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να εισαχθεί στις εν λόγω συμβάσεις ειδικός όρος που να καθορίζει το χρονικό διάστημα που οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να προβούν σε μεταβίβαση του ακινήτου. Αυτό επειδή υπάρχουν κριτήρια πέραν του ελέγχου των Καθ' ων η αίτηση, τα οποία προηγουμένως θα πρέπει πρώτα να ικανοποιήσουν οι καταναλωτές για να είναι εφικτή τέτοια μεταβίβαση. Για παράδειγμα τέτοια κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι η εξασφάλιση άδειας για αγοράς ακινήτου από το Υπουργικό Συμβούλιο, εφόσον πραγματοποιούνται έγκαιρα και απρόσκοπτα οι πληρωμές των δόσεων, εφόσον οι καταναλωτές ανταποκρίνονται σε συμβατικές υποχρεώσεις τους απέναντι σε πιστωτικό οργανισμό στο οποίο αποτάθηκαν για εξασφάλιση δανείου για την αγορά του ακινήτου, εφόσον πληρωθούν όλοι οι φόροι και τέλη που αναλογούν στους καταναλωτές, συμπληρώσουν και υπογράψουν όλα τα αναγκαία έγγραφα και έντυπα, εφόσον οι αρμόδιες αρχές να διεκπεραιώσουν τις δέουσες διαδικασίες κ.λ.π. Βέβαια η σύμβαση ημερ. 22.12.03 περιέχει συγκεκριμένο όρο που προσδιορίζει ημερομηνία μέχρι την οποίαν αναμένεται να γίνει η μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου που πωλήθηκε στα ονόματα των καταναλωτών. Πρόκειται για τον όρο 7 της εν λόγω σύμβασης με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Επομένως η θέση του Αιτητή δεν καλύπτει τη συγκεκριμένη σύμβαση. Θα πρέπει να αποτελεί υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση το επίμαχο ακίνητο κατά το χρόνο μεταβίβασης του να είναι ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος και/ή επιβάρυνση. Οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να ευθύνονται στην περίπτωση που η μεταβίβαση δεν προχωρεί εξ' υπαιτιότητας τους και όχι λόγω πράξεων και/ή παραλείψεων των καταναλωτών. Μπροστά σε τέτοιο ενδεχόμενο οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να καταβάλουν όλα τα έξοδα και τις ζημιές των καταναλωτών που θα υποστούν κατά την περίοδο που ενώ θα έπρεπε να τους είχε μεταβιβαστεί το εν λόγω ακίνητο, αυτό δεν έγινε. Τα πιο πάνω διασφαλίζονται στη σύμβαση ημερ. 06.10.03 με τους όρους 6 και 17. Στη σύμβαση ημερ. 26.01.04 τα πιο πάνω στην ουσία προνοούνται από τους όρους 17 και 19. Κατ' ανάλογο τρόπο τα πιο πάνω ζητήματα καλύπτονται στην σύμβαση ημερ. 28.12.04 με τους όρους 6(b), 9(
- b)και 18. Σε ότι αφορά τη σύμβαση ημερ. 22.12.03, ο όρος 7 που συμβατικά προσδιορίζει ημερομηνία μέχρι την οποίαν αναμένεται να γίνει η μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου που πωλήθηκε στα ονόματα των καταναλωτών, καθορίζει συμβατικά την υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί να προβούν έγκαιρα σε μέτρα για την απαλλαγή της υποθήκης που αναφέρεται στον όρο 1, εκτός βέβαια αν αυτή η υποθήκη είναι προς όφελος των καταναλωτών οπότε οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα ευθύνονται. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, δεν θεωρώ τους επικαλούμενους όρους ως καταχρηστικές ρήτρες. Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τη θέση ότι οι καταναλωτές υποχρεώνονται να καταβάλουν όλους τους φόρους και έξοδα, πλην όμως δεν υπάρχει αναφορά στο είδος των φόρων και των εξόδων και ούτε προσδιορίζονται τα κριτήρια βάση των οποίων θα υπολογιστούν οι εν λόγω υποχρεώσεις και/ή το ύψος του χρηματικού ποσού που είναι πληρωτέο από τους καταναλωτές. Ο Αιτητής επικαλείται τους όρους 7, 8 & 10 της σύμβασης ημερ. 06.10.03, τους όρους 8(a), 10 & 16 της σύμβασης ημερ. 28.12.04. Σε σχέση με τη σύμβαση ημερ. 06.10.03, ο όρος 7 διασαφηνίζει τα είδη των εξόδων και τελών που θα κληθούν συγκεκριμένα οι καταναλωτές να καταβάλουν. Ο δε υπολογισμός τους καθορίζεται από το Τμήμα Κτηματολογίου. Αναφορικά με τους φόρους, δαπάνες και δασμούς, ο όρος 8 τα ξεχωρίζει σ' αυτά που αφορούν την ιδιοκτησία, κατοχή και χρήση, ο υπολογισμός των οποίων γίνεται από το αρμόδιο τμήμα. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν όλα τα είδη των υπολογισμών στο στάδιο συνομολόγησης της σύμβασης. Η πληρωμή τους γίνεται με την παρουσίαση σχετικού τιμολογίου που εκδίδεται από το συγκεκριμένο κυβερνητικό τμήμα. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν και για τη σύμβαση ημερ. 28.12.04. Οι όροι 10 και 16 διευκρινίζουν τα είδη των εξόδων, τελών, μεταβιβαστικών τελών και φόρων που σχετίζονται με την εγγραφή και μεταβίβαση του ακινήτου που οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν. Μάλιστα ρητά σημειώνεται ότι δεν καταβάλλεται τίμημα για Φ.Π.Α. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω στοιχεία, δεν θεωρώ τους επικαλούμενους όρους ως καταχρηστικές ρήτρες. Ο τρίτος πυλώνας αφορά τη θέση ότι ενώ οι καταναλωτές ευθύνονται να καταβάλουν στους Καθ' ων η αίτηση τόκους υπερημερίας σε περίπτωση που παραλείψουν να πληρώσουν έγκαιρα και/ή καθόλου οποιαδήποτε όση στο χρονικό στάδιο ή μέχρι την ημερομηνία που η σύμβαση προνοεί, οι Καθ' ων η αίτηση δεν αναλαμβάνουν αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση. Ο Αιτητής επικαλείται τον όρο 3 της σύμβασης ημερ. 26.01.04, τους όρους 2(
- i)& 3 της σύμβασης ημερ. 22.12.03 και του όρους 4.2, 6(
- c)& 14 της σύμβασης ημερ. 28.12.04. Ο όρος 3 της σύμβασης ημερ. 26.01.04 αναδεικνύει συμβατικό επιτόκιο ύψους 5% ετησίως επί οποιασδήποτε καθυστερημένης πληρωμής εις βάρος των καταναλωτών και προ όφελος των Καθ' ων η αίτηση. Κατ' ανάλογο τόπο υπάρχει ιδίας φύσεως πρόνοια στην προτελευταία παράγραφο του όρου 2 της σύμβασης ημερ. 22.12.03. Το ίδιο και την τελευταία παράγραφο του όρου 4 της σύμβασης ημερ. 28.12.04. Κατ' ανάλογο τρόπο υπάρχει τέτοια πρόνοια στις συμβάσεις ημερ. 09.01.04 (όρος 4.2) και 11.08.04 (όρος 4.2). Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει κάτι ανάλογο σε σχέση με τις υποχρεώσεις των Καθ' ων η αίτηση απέναντι στους συγκεκριμένους καταναλωτές, όπως αυτές υπάρχουν μέσα από τα επίμαχα συμφωνητικά έγγραφα. Σε όλες αυτές τις συμβάσεις θα έπρεπε να υπήρχε αντίστοιχη πρόνοια με την οποίαν να υπήρχε επιβάρυνση στους Καθ' ων η αίτηση σε περίπτωση που οι καταναλωτές υποστούν πραγματικά έξοδα ένεκα τυχόν παράβασης συμβατικής υποχρέωσης από μέρους των Καθ' ων η αίτηση, υπό την έννοια της χρέωσης ιδίου ύψους επιτόκιο. Η απουσία τέτοιας πρόνοιας από τις εν λόγω συμβάσεις δημιουργεί σε βάρος των καταναλωτών σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Προς τούτο λήφθηκε υπόψη το αντικείμενο των συμβάσεων και όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης των συμβάσεων περιστάσεις που τις περιβάλλουν καθώς και όλες οι υπόλοιποι όροι που περιέχονται τις εν λόγω συμβάσεις. Κάτω από αυτά τα δεδομένα ο όρος 3 της σύμβασης ημερ. 26.01.04, η προτελευταία παράγραφος του όρου 2 της σύμβασης ημερ. 22.12.03, η τελευταία παράγραφο του όρου 4 της σύμβασης ημερ. 28.12.04 και ο όρος 4.2 στις συμβάσεις ημερ. 09.01.04 και 11.08.04 κρίνονται ως καταχρηστικές ρήτρες. Με γνώμονα αυτήν την κατάληξη, το περιεχόμενο τους δεν δεσμεύει τους καταναλωτές και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα απαγόρευση της ισχύος και εφαρμογής τους. Ωστόσο το υπόλοιπο περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων παραμένει σε ισχύ και δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εκτός βέβαια αν λεχθεί οτιδήποτε περί του αντιθέτου στη συνέχεια. Ο τέταρτος και τελευταίος πυλώνας αφορά τη θέση ότι υπάρχει όρος στη σύμβαση που επιτρέπει στους Καθ' ων η αίτηση να τροποποιούν μονομερώς τις διαστάσεις του πωληθέντος ακινήτου ενώ θα έπρεπε να υπήρχε πρόνοια που να καθορίζει με σαφή και κατανοητό τρόπο τις διαστάσεις του ακινήτου. Ο Αιτητής επικαλείται τον όρο 6(
- a)της σύμβασης ημερ. 28.12.04. Πράγματι στον όρο 6(
- a)της σύμβασης ημερ. 28.12.04 δεν καθορίζονται με ακρίβεια και σαφήνεια οι διαστάσεις του ακινήτου. Συμβατικά οι Καθ' ων η αίτηση δεν δεσμεύονται για την έκταση του ακινήτου που πωλούν στους συγκεκριμένους καταναλωτές. Κατά τρόπο ρητό σημειώνεται ότι οι διαστάσεις που εμφανίζονται στα σχέδια που επισυνάπτονται του συμφωνητικού εγγράφου είναι κατά προσέγγιση και συνεπώς δεν αντιπροσωπεύουν τις διαστάσεις που πραγματικά θα υπάρξουν. Σε τελευταία ανάλυση οι εν λόγω καταναλωτές αγόρασαν ένα ακίνητο χωρίς να γνωρίζουν επ' ακριβώς τις διαστάσεις του και οι Καθ' ων η αίτηση ανέλαβαν να κατασκευάσουν ένα ακίνητο που τους πώλησαν χωρίς να δεσμεύονται για την έκταση του. Καταλήγω ότι θα έπρεπε να υπήρχε πρόνοια στο εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο η οποία να καθόριζε τις διαστάσεις του υπό πώληση ακινήτου ώστε οι καταναλωτές να γνώριζαν από την αρχή την έκταση του ακινήτου που αγόρασαν. Κατ' ανάλογο τρόπο θα έπρεπε να υπήρχε αντίστοιχη τέτοια πρόνοια στις συμβάσεις ημερ. 09.01.04 και 11.08.04. Η κατασκευή ενός ακινήτου με βάση τις καθορισμένη έκταση θα έπρεπε να είναι μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων των Καθ' ων η αίτηση απέναντι στους συγκεκριμένους καταναλωτές. Η απουσία τέτοιας πρόνοιας από τις εν λόγω συμβάσεις δημιουργεί σε βάρος των καταναλωτών σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Προς τούτο λήφθηκε υπόψη το αντικείμενο των συμβάσεων και όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης των συμβάσεων περιστάσεις που τις περιβάλλουν καθώς και όλες οι υπόλοιποι όροι που περιέχονται τις εν λόγω συμβάσεις. Αντίθετα θα πρέπει να λεχθεί ότι η δεύτερη και η τρίτη παράγραφος του όρου 6(
- a)των συμβάσεων ημερ. 28.12.04, 09.01.04 και 11.08.04 που συμβατικά επιτρέπει δυνατότητα τροποποίησης διαστάσεων σε περιορισμένο βαθμό δεν συνιστά καταχρηστική ρήτρα εφόσον απαιτεί τη συγκατάθεση των καταναλωτών. Η δε παραμονή τους δεν δημιουργεί πρόβλημα στην ισχύ των εν λόγω συμβάσεων με γνώμονα το ζήτημα που δημιουργήθηκε με το μέρος της πρώτης παραγράφου του όρου 6(a). Κάτω από αυτά τα δεδομένα το μέρος της πρώτης παραγράφου του όρου 6(
- a)των συμβάσεων ημερ. 28.12.04, 09.01.04 και 11.08.04 που αφορά κατά προσέγγιση διαστάσεις του πωληθέντος ακινήτου κρίνεται ως καταχρηστική ρήτρα. Με γνώμονα αυτήν την κατάληξη, το περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου δεν δεσμεύει τους καταναλωτές και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα απαγόρευση της ισχύος και εφαρμογής του. Ωστόσο το υπόλοιπο περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων παραμένει σε ισχύ και δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, με εξαίρεση βέβαια την προηγούμενη αναφορά στο τρίτο πυλώνα. Υπό το φως των πιο πάνω η γενική αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εγκρίνεται στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί. Ως αποτέλεσμα αυτού, εκδίδονται απαγορευτικά διατάγματα σε σχέση με τα σημεία (iii) και (
- iv)της παραγράφου Α της γενικής αίτησης. Το καταληκτικό της απόφασης σε σχέση με το μέρος της γενικής αίτησης που επιτυγχάνει, να δημοσιευτεί εντός 60 ημερών από σήμερα σε μία ελληνόφωνη καθημερινή εφημερίδα και σε μία αγγλόφωνη καθημερινή εφημερίδα, αμφότερες παγκύπριας κυκλοφορίας. Ενόψει του καθεστώτος εκκαθάρισης στο οποίο βρίσκεται η εταιρεία και του προδιαγραφόμενου αποτελέσματος στο οποίο αυτή οδηγείται, καθίσταται αχρείαστη η έκδοση προστακτικού διατάγματος εναντίον της εν λόγω εταιρείας αναφορικά με τη μη επανάληψη χρήσης τέτοιων όρων σε συμφωνητικά έγγραφα. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας γενικής αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο