ΒΑΣΩ ΗΣΑΪΑ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΘΥΜΟΥΔΗΣ, Αγωγή αρ. 667/2023, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 667/2023 (i-justice) ΒΑΣΩ ΗΣΑΪΑ Ενάγουσα ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΘΥΜΟΥΔΗΣ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 28.07.2023 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 01.08.2023 Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Κ. Δημητρίου, προσωπικά και για Γ. Μαυρέση, για την Ενάγουσα/Αιτήτρια Κ. Κασκάνης για G. Prodromou & Associates LLC, για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση Α Π Ο Φ Α Σ Η
- Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο ή σε εντεταλμένους του να επεμβαίνουν στην οικία που κατέχει δυνάμει σύμβασης ενοικίασης. Η οικία περιγράφεται στην αγωγή. Ζητά και αναγνωριστική απόφαση ότι είναι η νόμιμη κάτοχος της οικίας αυτής. Επίσης, αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση.
- Στο πλαίσιο της αγωγής της, καταχωρίστηκε μονομερώς αίτηση, μεταξύ άλλων, με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, με την οποία η Ενάγουσα αιτήθηκε προσωρινά διατάγματα που να απαγορεύουν στον Εναγόμενο και σε εντεταλμένους του να εισέρχονται ή να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στην οικία που κατέχει.
- Η αίτηση της Ενάγουσας υποστηρίζεται από μαρτυρία, στην οποία εκτίθενται τα εξής γεγονότα: Η Ενάγουσα, την 01.05.2015, συμφώνησε γραπτώς με τον Ν.Ν., ιδιοκτήτη της οικίας, μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, να τη μισθώσει. Ο Ν.Ν. διαμένει μόνιμα στην Αυστραλία και επισκέπτεται την Κύπρο ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η σύμβαση είχε ισχύ αρχικά μέχρι την 30.04.2016 και έπειτα ανανεώνεται από μήνα σε μήνα. Περί τον Μάιο του 2023, ο Εναγόμενος, άγνωστο στην Ενάγουσα πρόσωπο, της ζήτησε να του παραδώσει την κατοχή της οικίας γιατί, όπως ισχυρίστηκε, είναι ο νέος ιδιοκτήτης της. Όταν η Ενάγουσα αναζήτησε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, της απάντησε «εγώ δεν πάω με τον νόμο». Η Ενάγουσα αρνήθηκε να του παραδώσει την κατοχή της οικίας και συνέχισε την καταβολή των μισθωμάτων στον ιδιοκτήτη, ο οποίος εξακολουθεί να τα λαμβάνει. Έκτοτε, ο Εναγόμενος ενοχλεί τακτικά την Ενάγουσα, για να του παραδώσει την κατοχή της οικίας, χωρίς οποτεδήποτε να έχει αποδείξει πως είναι ο ιδιοκτήτης της και χωρίς να έχει τερματιστεί η σύμβαση. Η τελευταία προέβλεπε πως, σε περίπτωση πώλησης της οικίας από τον ιδιοκτήτη, θα ειδοποιούσε την Ενάγουσα έγκαιρα. Περί την 22.07.2023, ο Εναγόμενος θεάθηκε από γνωστό στην Ενάγουσα πρόσωπο έξωθεν της οικίας. Όταν ερωτήθηκε τι θέλει, απάντησε πως η οικία είναι δική του. Διαπιστώθηκε, στη συνέχεια, ότι άλλαξε και την κλειδαριά της οικίας. Έγινε καταγγελία στην Αστυνομία. Μέσω της Αστυνομίας, παραδόθηκε το κλειδί της οικίας στην Ενάγουσα, η οποία άλλαξε εκ νέου την κλειδαριά. Ο Εναγόμενος, ωστόσο, δεν σταμάτησε να ενοχλεί την Ενάγουσα, στην οποία προκαλεί φόβο, για την ίδια, τις θυγατέρες της και την περιουσία της εντός της οικίας.
- Την 01.08.2023, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης της Ενάγουσας, με άλλη σύνθεση, εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα.
- Ο Εναγόμενος εμφανίστηκε στη διαδικασία και ενίσταται στην εξακολούθηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος και ζητά την ακύρωσή του. Θέτει, υπό μορφή προδικαστικού σημείου, πως η αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, καθότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει φέρει ημερομηνία από την αίτηση και την αγωγή. Έπειτα, εγείρει πως το Δικαστήριο δεν είχε τη δικαιοδοσία να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα χωρίς ειδοποίησή του, καθότι δεν συνέτρεχε κατεπείγων λόγος ή άλλη εξαιρετική περίσταση. Εξάλλου, όπως είναι η θέση του, η Ενάγουσα, ενώ κινήθηκε μονομερώς, παράβηκε το καθήκον που είχε να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του. Ειδικότερα, παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ή μετέφερε εντελώς διαφορετική εικόνα από την αληθή, πως η Ενάγουσα γνώριζε για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της οικίας, τόσο από τον νυν όσο και από τον πρώην ιδιοκτήτη, ότι παραλείπει συστηματικά την καταβολή του ενοικίου και ότι υπήρξε συνεννόηση για την εκκένωση της οικίας και την παράδοση της κατοχής της στον Εναγόμενο. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση του Εναγόμενου πως δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση και εξακολούθηση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος, ούτε είναι δίκαιο να υφίσταται, εφόσον αποστερεί από τον Ενάγοντα το δικαίωμα να ανακτήσει την περιουσία του, ενώ η Ενάγουσα επιχειρεί να κατακρατεί την κατοχή χωρίς τη θέληση του ιδιοκτήτη και χωρίς αντίτιμο, ούσα παράνομη επεμβασίας. Διακρίνει, ο Εναγόμενος, στην αίτηση της Ενάγουσας, κακοπιστία και κατάχρηση της διαδικασίας.
- Με τη μαρτυρία του Εναγόμενου, που υποστηρίζει την ένστασή του, ο Εναγόμενος εξηγεί πως ο Ν.Ν. είχε τη νόμιμη κατοχή της οικίας γιατί την είχε αγοράσει από τρίτα πρόσωπα και είχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Ωστόσο, όταν είχε εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος για την οικία και έπονταν η μεταβίβαση, το 2019, ο Ν.Ν., που απουσίαζε στο εξωτερικό, δεν ανταποκρίθηκε. Υπήρχαν οφειλές του προς πιστωτικό ίδρυμα. Ανέλαβε ο Εναγόμενος να εξοφλήσει τις οφειλές του και ο Ν.Ν. εκχώρησε όλα τα δικαιώματά του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος, ως εκδοχέας των δικαιωμάτων του Ν.Ν. επί του ακινήτου, είναι και ο νόμιμος ιδιοκτήτης της οικίας. Η συμφωνία εκχώρησης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, ενώ για το γεγονός ήταν ενήμερη η Ενάγουσα. Ο ίδιος ο Εναγόμενος συνομίλησε με την Ενάγουσα. Από τα λεγόμενά της, διαπίστωσε πως δεν διαμένει στην οικία, αλλά την χρησιμοποιεί ως αποθήκη. Παρά την ενημέρωσή της για την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, η Ενάγουσα δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ενοίκιο. Ο Εναγόμενος ενημέρωσε την Ενάγουσα πως χρειάζεται την οικία. Μετά από αρκετές αναβολές, την 15.07.2023, όπως ήταν η συνεννόησή τους, θα του παρέδιδαν την κατοχή της οικίας. Την 22.07.2023, μετέβη στην οικία γιατί θεώρησε πως την εκκένωσαν, εφόσον αυτό συμφώνησαν. Είχαν προφασιστεί ότι έχασαν τα κλειδιά, οπότε αποτάθηκε σε κλειδαρά. Μόλις αντιλήφθηκε πράγματά της μέσα στην οικία, έκλεισε την πόρτα, διαπιστώνοντας πως, για ακόμα μία φορά, δεν τήρησε τον λόγο της. Μετέβη στην Αστυνομία, όπου παρέδωσε τα κλειδιά και έγγραφα που του ζητήθηκαν. Έκτοτε, τον αποφεύγουν, ενώ κατέχουν παράνομα την περιουσία του. Εδώ και μήνες αποφεύγει την επίδοση επιστολής τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης. Ο Εναγόμενος προσκομίζει στοιχεία για τους ισχυρισμούς του. Επιπλέον, επιχειρηματολογεί υπέρ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος.
- Η ένσταση του Εναγόμενου υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Ν.Ν., ο οποίος, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα του Εναγόμενου, αναφέρει πως πώλησε την οικία στον Εναγόμενο, γιατί δεν μπορούσε να αποπληρώσει το δάνειό του, έχοντας ήδη ενημερώσει την Ενάγουσα για το γεγονός αυτό. Στον ίδιο, η Ενάγουσα χρωστά άνω των €4.000,00 μισθώματα. Επίσης, ενημερώθηκε από γείτονες πως η Ενάγουσα χρησιμοποιεί την οικία ως αποθήκη, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας.
- Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς πρόσθετη μαρτυρία. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι προσκομίστηκε και αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά.
- Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδίδει προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση της Ενάγουσας έχει επαρκή νομική βάση, με την οποία μπορούσε και μπορεί δικονομικά να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα προσωρινής ισχύος.
- Όσον αφορά το ζήτημα της ημερομηνίας όρκισης της Ενάγουσας, από τη στιγμή της έγκρισης της ηλεκτρονικής καταχώρησης, το σύνολο των εγγράφων που την απαρτίζουν είναι ό,τι εξετάζει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, εάν κρίνει ότι χρειάζεται ένορκη επιβεβαίωση οποιουδήποτε εγγράφου, για να γεφυρώσει κάποια πραγματική απόκλιση των μαρτυρούμενων γεγονότων από την υπό εξέταση αίτηση, μπορεί να τη ζητήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν χρειάστηκε, όσον αφορά την αρχική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Η αίτηση καταχωρίστηκε μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, στο πλαίσιο του υφιστάμενου ηλεκτρονικού φακέλου της αγωγής. Δεν είναι αποσυνδεδεμένη η ένορκη δήλωση από την αίτηση απλώς και μόνον εκ της αναγκαστικής χρονικής διάστασης στην ημερομηνία όρκισης της Ενάγουσας, με φυσικό τρόπο, μέχρι την χρονική στιγμή ανάρτησης του εγγράφου στο ηλεκτρονικό σύστημα. Δεν είναι αποδεκτή η προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου.
- Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί[3]. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5].
- Έπειτα, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[6]. Το κατεπείγον ή η ιδιαίτερη περίσταση συχνά συναρτώνται με τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, οπότε να αρμόζει συνεξέταση των λόγων αυτών, που ούτως ή άλλως επιδρούν αμφότεροι δικαιοδοτικά.
- Είναι γεγονός πως η εικόνα που είχε το Δικαστήριο, κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, η οποία συνέθεσε και την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης, που ώθησε το Δικαστήριο να παρέμβει χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, ήταν ότι ο Εναγόμενος είναι ένα εντελώς άγνωστο πρόσωπο, που παρουσιάστηκε ξαφνικά και φέρεται παράνομα και επικίνδυνα, για να αποσπάσει τη νόμιμη κατοχή της οικία από την Ενάγουσα. Εφόσον ο ιδιοκτήτης της οικίας, με τον οποίο συμβλήθηκε η Ενάγουσα, όπως η ίδια παρουσίασε, δεν την ενημέρωσε για κάποια αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και εξακολουθεί μάλιστα να λαμβάνει μισθώματα που του πληρώνει η Ενάγουσα. Μεταφέρθηκαν λεγόμενα του Εναγόμενου στο Δικαστήριο, ότι δεν ακολουθηθεί τον νόμο, αναφέρθηκε εμπλοκή της Αστυνομίας στην υπόθεση, για να υπάρξει κάποιου είδους συμμόρφωση του Εναγόμενου και προστασία της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος, εν ολίγοις, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως άνθρωπος που επιχειρεί να βλάψει την Ενάγουσα, ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να παρέμβει και δη χωρίς ειδοποίησή του.
- Δεν αξιολογείται η μαρτυρία στο στάδιο αυτό, για να διαπιστωθεί ποια είναι η αληθής εκδοχή και ποια όχι, αλλά, εξ όψεως, αυτή η εικόνα ανατράπηκε εντελώς μετά την ακρόαση του Εναγόμενου. Εάν ήταν εξ αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου αυτά τα δεδομένα, δεν θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 01.08.
- Δεν αμφισβητήθηκε με δικονομικά αποδεκτό τρόπο η εκδοχή του Εναγόμενου και του Ν.Ν., ότι τα γεγονότα που αφορούν στην αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ήταν εξ αρχής γνωστά στην Ενάγουσα, συνεπώς ότι θα μπορούσε να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντ' αυτού, επέλεξε να παρουσιάσει πως ο Εναγόμενος είναι ένας άγνωστος, επικίνδυνος άνθρωπος, που δεν μπορεί να αποδείξει ιδιοκτησιακό καθεστώς, δεν ακολουθεί τον νόμο, και θέλει να παρανομήσει εις βάρος της.
- Η διαπίστωση αυτή επαρκεί για την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 01.08.2023, χωρίς περαιτέρω διαδικασία.
- Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 01.08.2023 ακυρώνεται.
- Όσον αφορά την αίτηση, με τα επί του παρόντος δεδομένα, ως πληρέστερα έχουν εκτεθεί μετά την ακρόαση του Εναγόμενου, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επανέκδοση του διατάγματος. Θα εξηγηθεί αμέσως ο λόγος.
- Σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν.14/1960, παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν σε πάγια νομολογία[7]. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[8]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[9]. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[10]. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια[11]. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[12]. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[13].
- Επίσης, υπό το άρθρο 32 Ν. 14/1960, προσαρμοσμένα, εξετάζονται και τα προληπτικά διατάγματα τύπου quia timet («επειδή φοβάται»), λόγω του «φόβου» διάπραξης αστικών αδικημάτων στο μέλλον. Τα διατάγματα quia timet ζητούνται συνήθως στο πλαίσιο αγωγής για ήδη τετελεσμένα αστικά αδικήματα, χωρίς να αποκλείεται η εξασφάλισή τους και σε περίπτωση που υπάρχει άλλη βάση αγωγής (λ.χ. παράβαση σύμβασης ή παράβαση νόμου που δημιουργεί αστική ευθύνη), και υπάρχει συναφής με τη βάση αγωγής επαπειλούμενη αδικοπραγία, περιλαμβανομένης της επέμβασης σε άτομο ή σε περιουσία χωρίς νομιμοποιητική βάση. Σε αυτού του είδους τα διατάγματα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από φόβος να υποστεί ο αιτών βλάβη στο μέλλον· ένας βάσιμος υπολογισμός πως ό,τι συμβαίνει θα πλήξει τα δικαιώματά του[14]. Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να αποδεικνύεται «δυνατή πιθανότητα» το αποτέλεσμα να είναι η βλάβη, και ότι, εάν επέλθει, θα είναι ουσιαστική[15]. Η βλάβη θα πρέπει να είναι επικείμενη (imminent)[16]. Όσο μικρότερος είναι ο βαθμός της βεβαιότητας ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου θα καταλήξει σε αδικοπραξία, τόσο πιο διστακτικό είναι το Δικαστήριο να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως την ευκολία με την οποία το άτομο που ενάγεται μπορεί να υλοποιήσει τον κίνδυνο[17] ή την προθυμία του να ενεργήσει κατά τρόπο μη βλαπτικό χωρίς να πρέπει να εξαναγκαστεί από κάποιο διάταγμα[18]. Η απλή άρνηση της διάπραξης ή της πρόθεσης διάπραξης του αστικού αδικήματος το οποίο φοβάται ο αιτών μπορεί να μην αρκεί, ωστόσο η θεραπεία μπορεί επίσης να μην δοθεί όταν δεν υπάρχει η συγκεκριμένη θετική πρόθεση, με σκοπό απλά η ύπαρξη του διατάγματος να διαμορφώσει μιαν αρνητική πρόθεση[19]. Το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μελλοντικές πράξεις, εάν αυτές δεν πρόκειται να είναι αδικοπρακτικές[20]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι ορατή η πιθανότητα διάπραξης του αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε απλή αναγνωριστική δήλωση, με δικαίωμα αίτησης για έκδοση τέτοιου διατάγματος, όταν θα καταστεί αναγκαίο[21]. Η έκδοση ή μη έκδοση διαταγμάτων quia timet δεν ακολουθεί τη λογική ότι, εφόσον απαγορεύουν κάτι ήδη απαγορευμένο από τον νόμο, είναι αυτονόητο να εκδίδονται ή ότι γι' αυτό δεν επηρεάζει έτσι κι αλλιώς η έκδοσή τους. Δεν εκδίδονται διατάγματα quia timet δικαιωματικά (as of right). Η έκδοση διαταγμάτων quia timet γενικά γίνεται με φειδώ, και πάντως δεν μπορεί να βασίζεται σε εικοτολογίες ή απροσδιόριστες ανησυχίες ότι θα διαπραχθεί αστικό αδίκημα· είναι εξαιρετική[22].
- Η Ενάγουσα δικογραφεί ένα δικάσιμο θέμα, στη βάση μιας γνωστής στο δίκαιο βάσης αγωγής, της γενόμενης αλλά και επαπειλούμενης παράνομης επέμβασης, και μπορεί να θεωρηθεί πως ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/
- Επίσης, εξ όψεως της μαρτυρίας και χωρίς αξιολόγησή της, έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών της, που δεν αμφισβητούνται, ότι ο Εναγόμενος άλλαξε την κλειδαριά της οικίας και επενέβη, χωρίς προηγουμένως να έχει τερματιστεί η συμφωνία ενοικίασης, για οποιονδήποτε λόγο κι αν δεν είχε τερματιστεί. Ο Εναγόμενος έχει τη δική του εκδοχή. Τι συνέβη στην πραγματικότητα, θα διαφανεί κατά την εκδίκαση της διαφοράς. Ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60, όσον αφορά τη θέση της Ενάγουσας για ήδη γενόμενη παράνομη επέμβαση. Ωστόσο, για το προληπτικό σκέλος της αγωγής της Ενάγουσας, δεν έχουν διαφανεί επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας. Ότι δηλαδή ο Εναγόμενος σκοπεύει να παρανομήσει εις βάρος της, να της αποσπάσει την κατοχή της οικίας που κατέχει βίαια, χωρίς τήρηση νόμιμης διαδικασίας. Οι απλές οχλήσεις δεν σκιαγραφούν συγκεκριμένο κίνδυνο. Τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος, ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης που επιχειρεί με νόμιμα μέσα να διεκδικήσει την περιουσία του, δεν αντικρούστηκαν στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, για να προβληθεί κίνδυνος παρανομίας, ενώ πέρα από το επεισόδιο με την αλλαγή της κλειδαριάς, που ο Εναγόμενος αποδίδει σε προηγούμενη συμφωνία, η Ενάγουσα δεν προσφέρει γεγονότα ικανά να στοιχειοθετήσουν τέτοιο άμεσο και επικείμενο κίνδυνο, για τον οποίο θα πρέπει να παρέμβει το Δικαστήριο με ενδιάμεση θεραπεία, προληπτικά. Έπειτα, όσον αφορά τη γενόμενη παράνομη επέμβαση, ως προς την οποία η εξέταση θα μπορούσε να συνεχιστεί, δεν τίθεται πως ο Εναγόμενος δεν μπορεί να αποζημιώσει την Ενάγουσα γι' αυτήν. Επειδή δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60 όσον αφορά το προληπτικό σκέλος της αγωγής της Ενάγουσας και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60, όσον αφορά την ήδη γενόμενη παράνομη επέμβαση, η εξέταση τελειώνει εδώ.
- Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, και η αίτηση απορρίπτεται.
- Τα έξοδα, ακολουθώντας αυτό το αποτέλεσμα, εφόσον δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από αυτόν, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203. [4] Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [7] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. [8] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [9] T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802. [10] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [11] Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253. [12] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. [13] C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. [14] A-G v. Rathmines and Pembroke Joint Hospital Board [1904] 1 IR 161 σελ. 171, από FitzGibbon LJ· A-G v. Manchester Corpn [1893] 2 Ch 87 σελ. 92, από Chitty J ('a strong case of probability')· A-G v. Nottingham Corpn [1904] 1 Ch 673 σελ. 677, από Farwell J. [15] Βλ. και Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [16] Earl of Ripon v. Hobart
(1834)3 My & K 169 σελ.176-7, από Brougham LC· Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688 σελ. 698, από Pearson J. [17] Fletcher v. Bealey
(1885)28 Ch D 688· Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J). [18] Bridlington Relay Ltd v. Yorkshire Electricity Board [1965] Ch 436 (Buckley J)· Elliott v. Islington LBC [2012] EWCA Civ 56. [19] Coffin v. Coffin
(1821)Jac 70· Dunn v. Bryan
(1872)IR 7 Eq 143. [20] Aldebert v. Leaf
(1864)3 New Rep 455. [21] Wilcox v. Steel [1904] 1 Ch 212, CA· Smith v. Baxter [1900] 2 Ch 138· Stollmeyer v. Trinidad Lake Petroleum Co [1918] AC 485, PC· Great Northern Rly Co v. Bradford Corpn
(1918)88 LJ Ch 101· Litchfield-Speer v. Queen Anne's Gate Syndicate (No 2) Ltd [1919] 1 Ch 407. [22] Shelfer v. City of London Electric Lighting Co, Meux's Brewery Co v. City of London Electric Lighting Co [1895] 1 Ch 287, CA· Pennington v. Brinsop Hall Coal Co
(1877)5 ChD 769· Morrow v. Stepney Corpn
(1920)18 LGR 458· Watson v. Croft Promo-Sport Ltd [2009] EWCA Civ 15· Colls v. Home and Colonial Stores Ltd [1904] AC 179, HL. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο