Δέσποινα Αλφρέδου ν. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΖΙΑΤΙΤ κ.α., Αρ. Αγωγής: 435/15, 20/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 435/15 Μεταξύ: Δέσποινα Αλφρέδου, από την Πάφο Ενάγουσα Και
- ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΖΙΑΤΙΤ από την Πάφο
- ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ Εναγόμενων Ημερομηνία: 20/11/23 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κυριάκος Δημητρίου Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Λεωνίδας Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε το τροχαίο δυστύχημα που επεσυνέβη την 24/08/14 στην Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου στην Πάφο, από τώρα και στο εξής «ο δρόμος», μεταξύ της Ενάγουσας και του οχήματος που οδηγείτο από τον Εναγόμενο
- Σημειώνεται ότι η Εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστική εταιρεία, η οποία κατά το τον ουσιώδη χρόνο κάλυπτε την αστική ευθύνη του Εναγόμενου 1 δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ενώ διασταύρωνε πεζή από τα δεξιά προς τα αριστερά την Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου στην Πάφο, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου 1 ο οποίος οδηγούσε ακολουθώντας δυτική κατεύθυνση, σε κάποιο σημείο του δρόμου λόγω της αμέλειας που επέδειξε ο Εναγόμενος 1 χτυπήθηκε από το όχημα του. Συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος ήταν η πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών στην Ενάγουσα η οποία αξιώνει πέραν των γενικών αποζημιώσεων και ειδικές αποζημιώσεις ύψους 8,509,00 ευρώ. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Υπεράσπιση τους αρνούνται τις λεπτομέρειες της αμέλειας που τους αποδίδει η Ενάγουσα και ισχυρίζονται ότι υπήρξε αμέλεια και ή συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους της ιδίας. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται τόσο τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών όσο και τις λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών. Από την άλλη η Ενάγουσα με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση απορρίπτει το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που έχει θέσει με την Έκθεση Απαίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν μόνο δύο μάρτυρες για την υπόθεση της Ενάγουσας ενώ για τους Εναγόμενους 1 και 2 δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα κατέθεσε ο Αστ. 4290 Κ. Παύλου (ΜΕ1) εξεταστής του δυστυχήματος καθώς και η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ2). Σημειώνεται ότι με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης καθώς και τα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν τις σωματικές βλάβες που υπέστη η ΜΕ2 κατά το δυστύχημα. Πιο συγκεκριμένα, έχει δηλωθεί ότι το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης είναι το ποσό των 2,235 ευρώ, το περιεχόμενο των δύο ιατρικών πιστοποιητικών σε σχέση με τους τραυματισμούς που υπέστη η Ενάγουσα, ημερ. 01/09/14 (Τεκμήριο 1) και 01/03/16 (Τεκμήριο 2) του Δρ. Χαράλαμπου Καμπούρη, όπως και δέσμη εγγράφων τα οποία αποτελούνται από ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ. Γεώργιου Λεοντή τα οποία αφορούν τον τραυματισμό της Ενάγουσας στην μύτη καθώς και το εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου (Τεκμήριο 4). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται ούτε ότι η πρόκληση των τραυματισμών επήλθε στην ΜΕ2 συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος αλλά ούτε και ότι η ταλαιπωρία που υπέστη μέχρι και την αποκατάσταση της ήταν εξαιτίας του δυστυχήματος αυτού. Δεν αμφισβητείται επίσης, ότι η ΜΕ2 υποβλήθηκε σε 2 χειρουργικές επεμβάσεις αναφορικά με τον τραυματισμό της στην κνήμη και περόνη καθώς επίσης και σε χειρουργική επέμβαση αναφορικά με τον τραυματισμό της στην μύτη. Αμφισβητήθηκε βέβαια από πλευράς της Υπεράσπισης ο ισχυρισμός της ΜΕ2 ότι μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να υποφέρει εξαιτίας του τραυματισμού που υπέστη στην μύτης της συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος από συχνούς πονοκεφάλους και δυσκολία στην αναπνοή με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να ταλαιπωρείται και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι στο μέλλον η ΜΕ2 θα υποβληθεί σε αφαίρεση του ήλου από την κνήμη της (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το τροχαίο δυστύχημα, μέσα από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το σημείο που εντοπίστηκε το σημείο σύγκρουσης X καθώς και ότι αυτό βρίσκεται σε δρόμο ο οποίος είναι ευθύς με απεριόριστη ορατότητα και φωτίζεται από οδικό φωτισμό αφού μάλιστα πλησίον του σημείου σύγκρουσης υπάρχει και τοποθετημένος πάσσαλος της ΑΗΚ ο οποίος σημειώθηκε με το γράμμα Φ επί του Τεκμηρίου
- Επίσης δεν υπάρχει αμφισβήτηση για το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε με δυτική κατεύθυνση ενώ τα φώτα του οχήματος του ήταν αναμμένα λόγω του ότι το δυστύχημα επεσυνέβη κατά την διάρκεια της νύχτας καθώς και ότι στον συγκεκριμένο δρόμο κατά την δεδομένη χρονική στιγμή δεν υπήρχε οποιαδήποτε τροχαία κίνηση. Όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, ο συγκεκριμένος δρόμος σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον επίδικο χρόνο είχε απεριόριστη ορατότητα αφού άλλωστε και η Υπεράσπιση μέσα από τις ερωτήσεις που έθεσε προς την ΜΕ2 κατά την αντεξέταση της δεν αμφισβήτησε το πιο πάνω δεδομένο. Αποτέλεσε θέση μάλιστα του κ. Γεωργίου ότι επειδή ο δρόμος ήταν ευθύς με απεριόριστη ορατότητα, η ΜΕ1 έπρεπε να είχε αντιληφθεί τα φώτα του οχήματος του Εναγόμενου 1 πριν να αρχίσει να διασταυρώνει, ενόσω δηλαδή βρισκόταν επί του δεξιού πεζοδρομίου του δρόμου. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι κατά την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα, η ΜΕ2 φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα. Τέλος δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι το όχημα του Εναγόμενου 1 ήταν ασφαλισμένο δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου καλύπτοντας την αστική του ευθύνη, από την Εναγόμενη
- Τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις προβάλλουν την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη των θέσεων τους. Τόσο οι αγορεύσεις όσο και η Νομολογία η οποία καταγράφεται σε αυτές έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναφορά θα γίνει όπου και όποτε κριθεί από το Δικαστήριο απαραίτητο Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους [Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμττάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820], Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγάμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa ν. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35], Ξεκινώ επομένως με την παράθεση της μαρτυρίας του ΜΕ1 ο οποίος ήταν και ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 3). Αναφέρθηκε στο σημείο σύγκρουσης X το οποίο και τοποθέτησε επί του σχεδίου, αναφέροντας ότι αυτό βρίσκεται μετά την μέση του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που διένυσε η πεζή, καθώς και ότι το σημείο Φ αφορά στον ηλεκτρικό πάσσαλο της ΑΗΚ που βρισκόταν τοποθετημένος παρέχοντας φωτισμό στον εν λόγω δρόμο. Ο ίδιος ο ΜΕ1 δεν θυμόταν βεβαίως να αναφέρει κατά πόσο ο συγκεκριμένος πάσσαλος φώτιζε επαρκώς το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Σημειώνεται βέβαια ότι παρόλο που ο ΜΕ1 δεν θυμόταν αν υπήρχε επαρκής φωτισμός από τον συγκεκριμένο πάσσαλο, εντούτοις ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε από την Υπεράσπιση ότι ο δρόμος δεν είχε επαρκή φωτισμό. Ο ΜΕ1 υπέδειξε όμως ότι η ορατότητα που υπήρχε στον συγκεκριμένο δρόμο ήταν απεριόριστη και ότι όταν ο ίδιος έφτασε στο σημείο της σύγκρουσης, δεν υπήρχε οποιαδήποτε τροχαία κίνηση λόγω του προχωρημένου της ώρας υποστηρίζοντας μάλιστα ότι με βάση τα όσα είχε αντιληφθεί δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμπόδιζε την ορατότητα του Εναγόμενου
- Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 εξήγησε ότι στην σκηνή του δυστυχήματος μετέβηκε 5 λεπτά μετά από την σύγκρουση, χωρίς να μπορεί να διευκρινίσει κατά πόσο την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα εμποδιζόταν η ορατότητα του Εναγόμενου 1 από οποιοδήποτε άλλο αυτοκίνητο που πιθανόν να κινείτο εντός του δρόμου, αφού ο ίδιος δεν ήταν παρών. Την ώρα όπως που ήταν στην σκηνή ανέφερε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός χωρίς τροχαία κίνηση. Συμφώνησε επίσης, ότι η ΜΕ2 φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα ενώ σε ότι αφορά την τελική θέση του οχήματος του Εναγόμενου 1, ο ΜΕ1 υπέδειξε ότι αυτή δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί και να σημειωθεί επί του σχεδίου που ετοίμασε, καθότι το όχημα του είχε μετακινηθεί. Επίσης ο μάρτυρας συμφώνησε ότι λόγω του συστήματος ABS που υπήρχε στο όχημα του Εναγόμενου 1, στον δρόμο δεν αφέθηκαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Ο ΜΕ1 θεωρώ ότι κατέθεσε με αντικειμενικότητα για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, μεταφέροντας στο Δικαστήριο τα ευρήματα του με αμεροληψία. Περαπέρω, παρακολουθώντας τον κατά τη μαρτυρία που έδινε δια ζώσης, δεν διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειες του, ούτε άλλωστε τέθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων ο οποίος περιορίστηκε μόνο στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων. Αφής στιγμής ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε και άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή και κρίνεται αξιόπιστος. Η ουσιαστικότερη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστήριού είναι χωρίς αμφιβολία αυτή της ΜΕ
- Η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε την γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α) μέσα από την οποία αναφέρεται συνοπτικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το τροχαίο δυστύχημα το οποίο είχε ως συνεπακόλουθο τον τραυματισμό και συνεπακόλουθα την πρόκληση στην ίδια πόνου, ταλαιπωρίας, μόνιμης ανικανότητας ζημιών απώλεια και έξοδα. Αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος σύμφωνα με την ΜΕ2 είναι ο Εναγόμενος 1 ο οποίος οδηγούσε αμελώς το όχημα του με δυτική κατεύθυνση στην Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου ενώ η ίδια επιχειρούσε να διασταυρώσει από τα δεξιά προς τα αριστερά του δρόμου βαδίζοντας, σύμφωνα με την πορεία του. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ2 από την Υπεράσπιση εξήγησε την πορεία αλλά και την απόσταση που διένυσε εντός του δρόμου καθώς διασταύρωνε για να περάσει στην απέναντι πλευρά, επεξηγώντας μάλιστα ότι ενώ αρχικά στεκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο και ακόμη πριν εισέλθει εντός του δρόμου έλεγξε επαρκώς και βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός για να μπορέσει να τον διασταυρώσει. Σύμφωνα με την ίδια, αφού πρώτα διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός άρχισε να βαδίζει με κανονικό βηματισμό από τα από τα δεξιά προς τα αριστερά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου 1, υποστηρίζοντας ότι όταν διένυσε την μισή απόσταση του δρόμου και βρισκόταν δηλαδή περί το μέσο του, έλεγξε ξανά για να βεβαιωθεί κατά πόσο μπορούσε να συνεχίσει την πορεία της. Κατά την στιγμή εκείνη αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τα φώτα του οχήματος του Εναγόμενου 1 το κατά την θέση της, βρισκόταν σε πολύ μακρινή απόσταση από την ίδια. Ένεκα τούτου η μάρτυρας ανέφερε ότι θεώρησε ότι υπήρχε αρκετός χρόνος στην διάθεση της για να συνεχίσει την πορεία της και να περάσει προς την απέναντι πλευρά του δρόμου, αλλά ξαφνικά επειδή προφανώς ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα την χτύπησε, αφού έφτασε προς το σημείο που βρισκόταν η ίδια εντός του δρόμου σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να την τραυματίσει. Σε σχέση με την θέση που της τέθηκε από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της, για το ότι αν η ίδια πράγματι είχε προβεί σε επαρκή κατόπτευση του δρόμου θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί το όχημα του Εναγόμενου 1 προηγουμένως, όταν δηλαδή βρισκόταν ακόμη πάνω στο πεζοδρόμιο και όχι κατά την στιγμή που βρισκόταν εντός του δρόμου αφού ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε με αναμμένα τα φώτα πορείας του, η ΜΕ2 απαντώντας υπέδειξε ότι τα φώτα του οχήματος του Εναγόμενου 1 δεν τα είχε αντιληφθεί από προηγουμένως γιατί προφανώς ο τελευταίος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Η Υπεράσπιση στην συνέχεια υπέβαλε στην μάρτυρα την θέση ότι το δυστύχημα επεσυνέβη εξ' υπαιτιότητας της ίδιας, ότι δηλαδή η ίδια δεν προέβηκε σε επαρκή κατόπτευση του δρόμου και συνεπώς ήταν αμελής. Η ΜΕ1 επέμεινε κατηγορηματικά στην θέση της ότι αντιλήφθηκε το όχημα του Εναγόμενου 1 ενώ αυτή βρισκόταν ήδη εντός του δρόμου και διασταύρωνε χωρίς να μπορεί να διευκρινίσει ακριβώς το σημείο που βρισκόταν το όχημα του όταν τον είδε για πρώτη φορά. Ήταν κατηγορηματική όμως στην θέση της, ότι το όχημα βρισκόταν μακριά σε σχέση με το σημείο που βρισκόταν η ίδια. Σε ότι αφορά τον τρόπο που η ΜΕ2 διασταύρωσε τον δρόμο, η Υπεράσπιση υπέβαλε στην μάρτυρα την θέση, ότι εισήλθε εντός του δρόμου τρέχοντας με αποτέλεσμα το δυστύχημα να είναι αναπόφευκτο αφού ο Εναγόμενος 1 δεν είχε επαρκή χρόνο για να αντιδράσει. Η ΜΕ2 αρνήθηκε την πιο πάνω θέση υποστηρίζοντας ότι περπατούσε με κανονικό βηματισμό και σε καμία περίπτωση δεν είχε εισέλθει εντός του δρόμου τρέχοντας. Σε ότι αφορά την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Εναγόμενος, η ΜΕ1 επέμεινε στον ισχυρισμό της ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγείτο το συγκεκριμένο όχημα ήταν αυξημένη στηρίζοντας την θέση της στο γεγονός ότι ενώ είδε για πρώτη φορά τα φώτα του οχήματος του Εναγόμενου 1 να βρίσκονται σε μακρινή απόσταση από την ίδια ταυτόχρονα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το όχημα του βρέθηκε κοντά της και την χτύπησε. Η Υπεράσπιση διαφώνησε με την πιο πάνω θέση, υποβάλλοντας στην μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος 1 σε καμία περίπτωση δεν οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα αλλά την χτύπησε καθότι η ίδια ήταν αμελής αφού είχε εισέλθει εντός του δρόμου ενώ φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα και εντελώς απότομα με αποτέλεσμα το δυστύχημα να είναι αναπόφευκτο. Η ΜΕ2 απαντώντας υπέδειξε ότι ακόμη και αν ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα ως ήταν και η θέση της Υπεράσπισης μπορούσε και έπρεπε να αντιληφθεί ένα πεζό ο οποίος βρισκόταν εντός του δρόμου και όχι να τον χτυπήσει. Αναφορικά με τον τραυματισμό που υπέστη στην μύτη, η ΜΕ2 αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι υποβλήθηκε πριν ένα χρόνο σε χειρουργική επέμβαση ως ήταν οι οδηγίες του Δρ. Γεώργιου Λεοντή, αλλά η ίδια εξακολουθεί να αντιμετωπίζει θέματα με την αναπνοή της καθώς και συχνούς πονοκεφάλους με αποτέλεσμα να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την μάρτυρα ως προς την πιο πάνω θέση της, υποβάλλοντας της μάλιστα την θέση ότι τα οποία προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει σήμερα σε καμία περίπτωση δεν συνδέονται με το δυστύχημα. Αξιολογώντας την ΜΕ2 οφείλω να αναφέρω ότι άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η ΜΕ2 απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με αμεσότητα, ευθύτητα, ειλικρίνεια και χωρίς κανένα δισταγμό. Η ειλικρίνεια της μάλιστα προκύπτει και από το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο διασταύρωσε τον δρόμο ενώ φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα. Εξετάζοντας επίσης την μαρτυρία της ΜΕ2, διαπίστωσα ότι δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδης αντιφάσεις ικανές για να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Τουναντίον ήταν σταθερή στην βασική της θέση ότι, ενώ η ίδια βρισκόταν αρχικά στο πεζοδρόμιο και προτού ξεκινήσει να διασταυρώνει τον δρόμο έλεγξε επαρκώς κατά πόσο μπορούσε να το πράξει ενώ εφόσον βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να διασταυρώσει άρχισε να περπατά με κανονικό βηματισμό φτάνοντας στην μέση του δρόμου. Στην συνέχεια όπως υποστήριξε χωρίς να διαφοροποιηθεί τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της, προέβηκε σε δεύτερο έλεγχο για να δει κατά πόσο μπορούσε να συνεχίσει την πορεία που ακολουθούσε πεζή και να περάσει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τότε σύμφωνα με την ίδια αντιλήφθηκε ότι τα φώτα του οχήματος του Εναγόμενου 1 βρισκόντουσαν σε πολύ μακρινή απόσταση από την ίδια με αποτέλεσμα η ίδια να εκτιμήσει ότι είχε στην διάθεση της αρκετό χρόνο για να διασταυρώσει. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία της σε σχέση με το ότι είχε ήδη περάσει την μισή απόσταση του δρόμου επιβεβαιώνεται και από το σημείο σύγκρουσης X που τέθηκε επί του Τεκμηρίου 3 και δεν αμφισβητήθηκε. Πιο συγκεκριμένα η ΜΕ1 διάνυσε σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 απόσταση 6,80 μέτρα ενώ ο δρόμος κοντά στο σημείο σύγκρουσης έχει πλάτος 9,30 ενώ ανατολικότερα 9,60 μέτρα. Σε ότι αφορά το ζήτημα της ταχύτητας του οχήματος του Εναγόμενου 1 το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία εμπειρογνώμονα που να υποστηρίζει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Ούτε και έχει δοθεί οποιουδήποτε είδους μαρτυρία, ότι κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος είχαν εντοπιστεί στην σκηνή οποιαδήποτε ευρήματα που να συνηγορούν με κάτι τέτοιο. Πέραν από τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη η ΜΕ2 από το όχημα του Εναγόμενου 1, στην σκηνή δεν εντοπίστηκε ούτε η τελική θέση του οχήματος του Εναγόμενου 1 αλλά ούτε και οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης αφού το όχημα αυτό διέθετε σύστημα πέδησης, τύπου ABS. Περαιτέρω καμία αναφορά έχει γίνει ούτε για τις ζημιές του αυτοκινήτου του Εναγόμενου 1 αλλά ούτε και για το κατά πόσο η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Τουναντίον η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αυτή της ΜΕ2 η οποία υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα και αυτό γιατί το υπολόγισε λόγω του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος που βρέθηκε κοντά της και την χτύπησε από την στιγμή που είχε δει τα φώτα του οχήματος του για πρώτη φορά ενώ αυτό βρισκόταν σε πολύ μακρινή απόσταση από την ίδια. Αποτελεί γενική αρχή ότι οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο για τα γεγονότα που έχουν περιέλθει στην αντίληψη τους και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν γνώμη για τα συμπεράσματα τους, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων που εν προκειμένω δεν συντρέχουν (βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ. Ηλιάδη και Σάντη σελ. 605 επ.) Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν χρειάζεται να δοθεί μαρτυρία αποκλειστικά από εμπειρογνώμονα αναφορικά με την αυξημένη ταχύτητα αλλά το γεγονός αυτό μπορεί να προκύψει ως ζήτημα κοινής λογικής με βάση πάντοτε τις περιστάσεις, τα γεγονότα και τα στοιχεία που υπάρχουν στην κάθε υπόθεση. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ΠΑΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. ANDREW JOSEPH CAMERON Πολ. Έφεση 71/2008 ημερ. 21/12/10 το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκτιμήσει ως θέμα κοινής λογικής ότι ο Εφεσείων οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα ένεκα της σφοδρότητας της σύγκρουσης και της συνεπακόλουθης συμπεριφοράς του αυτοκινήτου του, καθότι, δεν μπορούσε να ελέγξει την οδήγηση του και αντί να σταματήσει μετά την σύγκρουση επιχείρησε να προσπεράσει τον εφεσίβλητο ενώ αυτός είχε ήδη σταματήσει και δείξει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση μη συμμεριζόμενο την θέση του Εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο μετέτρεψε τον εαυτό του σε εμπειρογνώμονα επί της ταχύτητας, αναφέροντας μάλιστα ότι δεν χρειαζόταν περισσή κοινή λογική για να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο. Περαιτέρω υποδείχθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε στην βάση της κοινής λογικής για να αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος ότι ο Εφεσείων οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ώστε να μην μπορέσει να σταματήσει εγκαίρως όταν είδε σταματημένο το όχημα του Εφεσίβλητου ή όταν το είδε να σταματά διαγωνίως στο κέντρο του δρόμου χωρίς να ολοκληρώνει την στροφή Εν προκειμένω όμως εν τη απουσία οποιοσδήποτε άλλης μαρτυρίας που να συνηγορεί ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα πέραν της μαρτυρίας της ίδιας της ΜΕ2 θεωρώ ότι δεν θα ήταν καθόλου ασφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο εύρημα. Συνεπώς και η μαρτυρία της επί του ζητήματος τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Ούτε και την μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με την θέση της ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας εξαιτίας των τραυματισμών της μύτης της μπορώ να αποδεχτώ. Και αυτό διότι η μαρτυρία της επί του σημείου τούτου δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία και συνεπώς ουδέ μία σύνδεση των συμπτωμάτων που εξήγησε ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με το τροχαίο δυστύχημα που επεσυνέβηκε, δεν έχει τεκμηριωθεί πέραν της γνώμης που έχει παραθέσει η συγκεκριμένη μάρτυρας. Υπό το φως των πιο πάνω, με εξαίρεση τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας της αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αληθινή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί εξάλλου νομολογιακά όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο Shahin Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266 Τέλος κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι όλες οι θέσεις που έχουν υποβληθεί από την Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2 προς αμφισβήτηση των ισχυρισμών της ΜΕ2 δεν έχουν τεκμηριωθεί. Η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου τίθεται με αποδεχτή μαρτυρία και όχι με υποβολές κατά την αντεξέταση. Οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και, περαιτέρω, να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Όμως χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες (βλ. RABIUL HOSSAIN ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση ημερ. 17.12.15 Ποιν. Έφεση 71/15). Στην προκειμένη περίπτωση, η Υπεράσπιση δεν υποστήριξε τις υποβολές που έθεσε στην ΜΕ2 με αποδεχτή μαρτυρία που να αποδεικνύεται και του λόγου το αληθές. Ούτε και κάλεσε στο Δικαστήριο, ως ήταν δικαίωμα της βέβαια, τον Εναγόμενο 1 ο οποίος ήταν ουσιαστικός μάρτυρας για να υποστηρίξει την εκδοχή που υπεβλήθη από πλευράς της προς την ΜΕ2 αναφορικά με το ότι η ίδια έτρεξε εντός του δρόμου με αποτέλεσμα το δυστύχημα να καταστεί εκ των πραγμάτων αναπόφευκτο. Στην γραπτή αγόρευση της Υπεράσπισης έγινε αναφορά στην Π.Ε 10485, Σώζος Οδυσσέως ν. Νιόβης Χατζηλούκα
(2000)1 ΑΑΔ 185 την οποία και επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος με σκοπό το Δικαστήριο να αντλήσει καθοδήγηση συσχετίζοντας την με την υπό κρίση περίπτωση καθότι η ΜΕ2 κατά την μαρτυρία της δεν ήταν σε θέση να αναφέρει έστω και κατά προσέγγιση την απόσταση που θα μπορούσε να την αντιληφθεί ο Εναγόμενος 1 εντός του δρόμου. Σύμφωνα με την θέση της Υπεράσπισης αφής στιγμής η ΜΕ2 απέτυχε να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, καμία απολύτως αμέλεια δεν υπάρχει εκ μέρους του Εναγόμενου
- Με όλο τον σεβασμό προς την Υπεράσπιση δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση, και αυτό γιατί στην υπό κρίση περίπτωση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν ουσιωδώς από την Οδυσσέως όπου η πεζή ενώ διασταύρωνε δεν είχε αντιληφθεί καθόλου την παρουσία του οχήματος του Εναγόμενου στον δρόμο σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση όπου η ΜΕ2 ενώ βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και έλεγξε τον δρόμο στον οποίο δεν υπήρχε ούτε τροχαία κίνηση - υπήρχε απεριόριστη ορατότητα και ο δρόμος ήταν καθαρός - σε αντίθεση με την Οδυσσέως όπου υπήρχε τροχαία κίνηση πριν η πεζή εισέλθει εντός του δρόμου - και ενώ είχε ήδη διανύσει την μισή απόσταση του δρόμου αφού είχε φτάσει ήδη στην μέση του, σταμάτησε ξανά και αφού έλεγξε για δεύτερη φορά αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα του Εναγόμενου 1 να βρίσκεται σε μακρινή απόσταση από την ίδια εκτιμώντας έτσι κατά την κρίση της ότι μπορούσε να διασταυρώσει πράγμα που τελικά δεν κατόρθωσε το όχημα την κτύπησε. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Οδυσσέως έκρινε ότι δεν υπήρχε αμέλεια εκ μέρους του οδηγού αφού από την μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί διαφάνηκε ότι το ατύχημα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της παράλειψης της εφεσίβλητης να αντιληφθεί την παρουσία του Εφεσείοντος στο δρόμο σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση όπου από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Τουναντίον από την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί διαπιστώνεται ότι η ΜΕ2 αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος του Εναγόμενου να κατευθύνεται με δυτική πορεία στον δρόμο ενώ η ίδια μάλιστα είχε κατέβει από το πεζοδρόμιο και είχε διανύσει την μισή απόσταση του δρόμου. Επίσης ανέφερε ότι το όχημα το είχε αντιληφθεί να βρίσκεται σε μακρινή απόσταση από την ίδια. Ευρήματα Στην βάση της πιο πάνω αποδεχθείσας μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων που έχουν δηλωθεί και εγκριθεί από το Δικαστήριο, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα : Στις 24/08/14 το βράδυ ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του στην Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου με δυτική κατεύθυνση προς την συμβολή με την οδό Χανιών έχοντας τα φώτα του οχήματος του αναμμένα καθότι ήταν νύχτα. Ο συγκεκριμένος δρόμος είναι ευθύς με απεριόριστη ορατότητα και φωτίζεται από ηλεκτρικούς πασσάλους της ΑΗΚ Πλησίον του σημείου σύγκρουσης X υπήρχε ηλεκτρικός πάσσαλος τοποθετημένος στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου
- Ο συγκεκριμένος δρόμος σε κάποιο σημείο του έχει πλάτος 9,60 μέτρα ενώ κοντά στο σημείο σύγκρουσης έχει πλάτος 9,30 μέτρα. Η Εναγόμενη 2 είναι δημόσια εταιρεία και κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον Εναγόμενο 1 δυνάμει σχετικού ασφαλιστηρίου εγγράφου που προνοούσε την υποχρεωτική ασφάλιση για ευθύνη έναντι τρίτου Η ΜΕ2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 18 ετών και πλήρως υγιείς Κατά τον επίδικο χρόνο η ΜΕ2 ενώ βρισκόταν αρχικά πάνω στο πεζοδρόμιο του δρόμου και φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα, έχοντας πρόθεση να διασταυρώσει από τα δεξιά προς τα αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου 1, και αφού πρώτα έλεγξε ότι ο δρόμος ήταν πράγματι καθαρός και μπορούσε να διασταυρώσει αφού δεν υπήρχε οποιαδήποτε τροχαία κίνηση εντός του δρόμου, άρχισε να περπατά με κανονικό βηματισμό για να τον διασχίσει. Έτσι αφού περπάτησε την μισή απόσταση του δρόμου φτάνοντας δηλαδή περί το μέσο του, έλεγξε ξανά κατά πόσο ο δρόμος ήταν καθαρός για να συνεχίσει την πορεία που ακολουθούσε. Τότε διαπίστωσε ότι σε μακρινή απόσταση από την ίδια υπήρχε ένα όχημα το οποίο κινητό με δυτική κατεύθυνση εντός του συγκεκριμένου δρόμου έχοντας τα φώτα του αναμμένα. Λόγω του ότι η ΜΕ2 θεώρησε ότι το όχημα του Εναγόμενου 1 ήταν ακόμη μακριά από το σημείο που βρισκόταν η ίδια και άρα ότι υπήρχε αρκετός χρόνος για να συνεχίσει την πορεία της και να διασταυρώνει, συνέχισε να περπατά εντός του δρόμου με κανονικό βηματισμό. Τότε όμως το όχημα του Εναγόμενου 1 συγκρούστηκε με την ΜΕ2 στο σημείο σύγκρουσης X και ενώ η τελευταία είχε ήδη διανύσει την απόσταση των 6,80 μέτρων εντός του δρόμου. Σημειώνεται ότι το σημείο σύγκρουσης X βρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- Από την σύγκρουση η ΜΕ2 τραυματίστηκε σοβαρά και διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Στην σκηνή μετά από πάροδο 5 λεπτών αφίχθηκε ο ΜΕ1 ο οποίος εργαζόταν στην Τροχαία Πάφου με σκοπό να διερευνήσει το δυστύχημα. Η τελική θέση του οχήματος του Εναγόμενου 1 δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί καθότι το όχημα του είχε μετακινηθεί. Εντοπίστηκε όμως το σημείο σύγκρουσης X καθώς και η πορεία του οχήματος του Εναγόμενου 1 αλλά και της ΜΕ2, σημεία τα οποία τέθηκαν επί του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος, δηλαδή επί του Τεκμηρίου
- Επίσης πλησίον του σημείου σύγκρουσης X υπήρχε τοποθετημένος ηλεκτρικός πάσσαλος της ΑΗΚ επί του σημείου Φ. Κατά την στιγμή της άφιξης του ΜΕ1 στο σημείο δεν υπήρχε τροχαία κίνηση καθότι ήταν περασμένα μεσάνυκτα. Το σημείο σύγκρουσης X βρίσκεται επίσης στην λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε το όχημα του ο Εναγόμενος 1 και είναι σε απόσταση 6,80 μέτρων από το δεξιό πεζοδρόμιο του δρόμου. Κατά την διακομιδή της ΜΕ2 στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου, διαπιστώθηκε από τον Δρ. Χαράλαμπο Καμπούρη, χειρούργο ορθοπεδικό, ότι η τελευταία υπέστη συντριπτικό κάταγμα αριστερής κνήμης και περόνης. Την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 25/08/14 οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου διενεργήθηκε κλειστή ενδομυελική ήλωση. Η ΜΕ2 παρέμεινε στο Νοσοκομείο κλινήρης για περίοδο 11 ημερών ήτοι από την 24/08/14 μέχρι και την 04/09/14 όπου στην συνέχεια όταν εξήλθε από το Νοσοκομείο εξακολούθησε να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Στα πλαίσια της αποθεραπείας, τοποθετήθηκε στην ΜΕ2 νάρθηκας στο πόδι της για συνεχή περίοδο 5 μηνών ήτοι μέχρι τα τέλη του μηνός Ιανουάριου του 2015 ενώ τελικά ο νάρθηκας της αφαιρέθηκε σταδιακά μέχρι και το τέλος του μηνός Μαρτίου του
- Μετά από την χειρουργική επέμβαση η ΜΕ2 λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για περίοδο 1 μηνός και επί καθημερινής βάσης της χορηγούνταν και αντιθρομβωτικές ενέσεις. Επίσης για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα υποβαλλόταν σε φυσικοθεραπεία σύμφωνα με τις οδηγίες του Δρ. Χαράλαμπου Καμπούρη. Κατά την παραμονή της ΜΕ2 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και πιο συγκεκριμένα την 02/09/14 παραπέμφθηκε από το ορθοπεδικό τμήμα στην ωτορινολαρυγκολογική κλινική όπου ο Δρ. Γ Λεοντής, ωτορινολαρυγγολός διαπίστωσε ότι είχε υποστεί οίδημα ράχης ρινός και σκολίωση ρινικού διαφράγματος. Την 26/03/15 η ΜΕ2 υποβλήθηκε σε επέμβαση για αφαίρεση της κεντρικής βίδας από τον ενδομυελικό ήλο με σκοπό την δυναμοποίηση του ήλου και ως εκ τούτου την βελτίωση του πόρου ενώ μελλοντικά θα πρέπει να προβεί σε νέα επέμβαση για αφαίρεση του ήλου από την κνήμη. Την 26/11/20 μέχρι και την 28/11/20 η ΜΕ2 νοσηλεύτηκε ξανά στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και υποβλήθηκε σε προγραμματισμένη επέμβαση πλαστικής του ρινικού διαφράγματος, καυστηρίασης κάτω ρινικών κογχών, οπίσθια κογχοτομή και πλαστική ρινός λόγω παραμόρφωσης ρινός και σκολίωση ρινικού διαφράγματος συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη την 24/08/14 με εμπλεκόμενο το όχημα του Εναγόμενου
- Η ΜΕ2 σήμερα εργάζεται σε καφετέρια στην Λεμεσό αλλά επειδή έχει γεννήσει βρίσκεται με άδεια μητρότητας. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι οι ειδικές αποζημιώσεις έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των 2,235 ευρώ επί πλήρους ευθύνης. Νομική Πτυχή Το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει το ζήτημα της αμέλειας, της συντρέχουσας αμέλειας και του καταμερισμού της ευθύνης περιέχεται στα άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ.1013 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald ν. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R. 672,677, είναι: To Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει υποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα......» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 178 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τον καταμερισμό ευθύνης: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous ν. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou ν. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. » Η έννοια της αμέλειας είναι κοινή στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue ν, Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό, τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως επίσης προκύπτει από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou ν. Katsouris a.o
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378).Ειδικότερα όσον αφορά το καθήκον επιμέλειας έναντι πεζού σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 217 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφεαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα.» Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μοδέστου Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/2016, ημερομηνίας 11.5.2017 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της Λεωφόρου Αμαθούντος στην Λεμεσό, κατευθυνόμενος δυτικά προς Λεμεσό. Η τροχαία κίνηση στο δρόμο κατά την συγκεκριμένη ώρα ήταν αραιή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ενώ ο Κατηγορούμενος διερχόταν έξω από νυχτερινό κέντρο κανονικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, συγκρούστηκε με το θύμα με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος του και παρέσυρε την πεζή τραυματίζοντας την θανάσιμα. Το θύμα τη στιγμή της σύγκρουσης διασταύρωνε την Λεωφ. Αμαθούντος από τα βόρεια προς νότια (δηλαδή από τα δεξιά προς τα αριστερά) σύμφωνα με την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Από τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε πάνω στο ανεμοθώρακα του οχήματος του κατηγορούμενου και στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο. Το Ανώτατο Δικαστήριο αντικαθιστώντας την χρηματική ποινή που επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο με ποινή φυλάκισης 3 μηνών, ανέφερε τα εξής (απόφαση πλειοψηφίας): "Σε ένα δρόμο ευθύ, χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο, ο εφεσίβλητος οδηγούσε, αδιαφορώντας, όπως αποδείχθηκε, για τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, Η συμπεριφορά αυτή ανάγεται σε επικίνδυνη οδήγηση, που δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ότι υποβαθμίστηκε πρωτοδίκως και διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής από το δικαστήριο. Στην προκειμένη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το θύμα διασταύρωνε μια πλατιά λεωφόρο από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του εφεσίβλητου, δεν είχε αντιληφθεί το θύμα το οποίο είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση, η αμέλεια που υπέδειξε, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο...» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Συμπεράσματα Ευθύνη Στρεφόμενος στις συνθήκες τέλεσης του δυστυχήματος, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, η ορατότητα του Εναγόμενου 1 εντός του συγκεκριμένου δρόμου ήταν απεριόριστη αφού ο δρόμος ήταν ευθύς και μεγάλος ενώ κατά την στιγμή που οδηγούσε με δυτική κατεύθυνση εντός του δρόμου δεν υπήρχε καθόλου τροχαία κίνηση με αποτέλεσμα να μην παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο μπροστά του. Παρόλο που μάλιστα ήταν βράδυ και άρα επικρατούσε σκοτάδι, ο συγκεκριμένος δρόμος φωτιζόταν με ηλεκτρικούς πασσάλους της ΑΗΚ αφού εξάλλου ένας εξ' αυτών βρισκόταν τοποθετημένος στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου 1 και πλησίον του σημείου σύγκρουσης X. Σημειώνεται επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 ενώ οδηγούσε είχε και τα φώτα του οχήματος του αναμμένα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η ΜΕ2 ενώ αρχικά βρισκόταν αρχικά πάνω στο δεξιό πεζοδρόμιο του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου 1, στην συνέχεια εισήλθε εντός του δρόμου αφού προηγουμένως είχε ελέγξει και διαπιστώσει ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Τότε άρχισε να διασχίζει τον συγκεκριμένο δρόμο με κανονικό βηματισμό φορώντας σκούρου χρώματος ρούχα, με σκοπό να τον διασχίσει και να φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Όταν η ΜΕ2 έφτασε στην μέση του δρόμου, ενώ δηλαδή είχε ήδη διανύσει την μισή του απόσταση προέβηκε για δεύτερη φορά σε έλεγχο για να διαπιστώσει κατά πόσο μπορούσε να συνεχίσει να διασταυρώσει και το υπόλοιπο μισό του δρόμου. Δηλαδή η μάρτυρας σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου είχε διανύσει μέχρι το σημείο σύγκρουσης την απόσταση των 6,80 μέτρων από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου 1. Προκύπτει λοιπόν ότι τελικά η ΜΕ2 είχε διανύσει πέραν του μισής απόστασης από το συνολικό πλάτος του δρόμου μέχρι και την σύγκρουση της, καθότι πλησίον του σημείου σύγκρουσης ο δρόμος έχει πλάτος 9,30 μέτρα. Επομένως κατά την στιγμή της σύγκρουσης η ΜΕ2 βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 ακολουθώντας δυτική κατεύθυνση. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα συνηγορούν με το συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν σε θέση και έπρεπε να αντιληφθεί την παρουσία της ΜΕ2 - πεζής η οποία κατά την στιγμή εκείνη βρισκόταν εντός του δρόμου και είχε σχεδόν μάλιστα ολοκληρώσει την πορεία της αφού βρισκόταν και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο, παρά το γεγονός ότι η ΜΕ2 φορούσε και σκούρου χρώματος ρούχα. Η επάρκεια του φωτισμού και η απεριόριστη ορατότητα που είχε ο Εναγόμενος 1 σε ένα δρόμο ευθύ, σε συνδυασμό και με την μεγάλη απόσταση που είχε ήδη καλυφθεί από την ΜΕ2 εντός του δρόμου δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμπέρασμα αντίθετο. Συνεπώς ο Εναγόμενος 1 όφειλε και έπρεπε να λάβει μέτρα αποφυγής του δυστυχήματος. Εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι δεν πρόκειται για περίπτωση ξαφνικής και απροσδόκητης κάθετης διασταύρωσης δρόμου από πεζό. Τουναντίον αυτό που προκύπτει είναι ότι ο Εναγόμενος 1 δεν εξάσκησε το καθήκον της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την ΜΕ2 πριν τη σύγκρουση και έτσι να την χτυπήσει. Έπεται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη προσοχή και επιμέλεια με συνέπεια να μην προσέξει έγκαιρα την ΜΕ2 και να συγκρουστεί μαζί της. Τονίζεται επίσης ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε ενώ επικρατούσε σκοτάδι και ήταν νύχτα εξυπακούεται ότι θα έπρεπε να ήταν ακόμη πιο προσεκτικός. Συνεπώς και υπέχει ευθύνη για το δυστύχημα. Το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο και η Ενάγουσα φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Στην αγγλική υπόθεση Jones ν. Lrvox Quarries Ltd
(1952)2 Q.B. 608 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foresseability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless. " Στην υπόθεση Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1Α Α.Α.Δ 50, το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στον εφεσείοντα - εναγόμενο, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα ως προς τη χρήση του δρόμου από πεζό: «Θα θυμίσουμε ότι το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκίνητου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον ενάγοντα συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του ενάγοντα είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης.» Επίσης στην υπόθεση Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ 815 ειπώθηκαν τα εξής σε σχέση με τις γενικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας: "Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι καλά καθορισμένες. Αυτή δεν στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιο του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και έτσι συνέβαλε με την έλλειψη φροντίδας στη ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εαν ώφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεως να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις." Από τη μαρτυρία της ΜΕ2 προκύπτει ότι η τελευταία έλεγξε τον δρόμο προτού ξεκινήσει για να τον διασταυρώσει. Στην συνέχεια και αφού έφτασε στην μέση του δρόμου τον οποίο και διέσχισε περπατώντας με κανονικό βηματισμό έλεγξε για δεύτερη φορά και αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τα φώτα του οχήματος του Εναγόμενου 1 το οποίο και βρισκόταν σε μακρινή απόσταση από την ίδια. Η ΜΕ2, όμως, όφειλε, κατά την κρίση μου, να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να συνεχίσει την πορεία της πράγμα που δεν έπραξε. Δυστυχώς κατά την κρίση μου δεν εκτίμησε σωστά τις συνθήκες που επικρατούσαν την δεδομένη στιγμή σταθμίζοντας έτσι τα δεδομένα που υπήρχαν λανθασμένα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ΜΕ2 παρόλο του ότι αντιλήφθηκε την ύπαρξη του οχήματος στον δρόμο, να συνεχίσει κανονικά την πορεία της με αποτέλεσμα να μην επιδείξει ούτε η ίδια την ανάλογη λογική φροντίδα που όφειλε για να λάβει για την δική της ασφάλεια με αποτέλεσμα να συμβάλει και η ίδια σε κάποιο βαθμό στη ζημιά που υπέστη. Στην υπόθεση Omer ν. Pavlides and another
(1971)1 C.LR 404, o ενάγοντας στάθμευσε το αυτοκίνητο του σε ευθύ μέρος λεωφόρου πλάτους 26 ποδιών στη Λάρνακα και προσπαθούσε να διασταυρώσει πεζός βιαστικά από δεξιά προς αριστερά. Ο εναγόμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο του, τον κτύπησε τραυματίζοντας τον σοβαρά. Κατόπιν διαφωνίας μεταξύ των Δικαστών, ο εναγόμενος βρέθηκε 30% υπεύθυνος και ο ενάγοντας 70%. Το Εφετείο τροποποίησε τον καταμερισμό σε 60% για τον εναγόμενο και 40% για τον πεζό, συμφωνώντας με τη γνώμη του πρωτόδικου Δικαστή (Προέδρου) που δεν είχε επικρατήσει κατά τη διαφωνία. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αντωνίου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1098, όχημα χτύπησε πεζή η οποία με γοργό βηματισμό άρχισε να διασταυρώνει κάθετα πολυσύχναστη λεωφόρο στη Λευκωσία. Οδηγός του οχήματος και πεζή δεν είδαν ο ένας τον άλλο παρά μόνο λίγα μέτρα ή λίγο χρόνο πριν να επισυμβεί το ατύχημα. Η πεζή είχε ήδη διασταυρώσει την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου και είχε διανύσει και το μισό πλάτος της δεύτερης. Ο επιμερισμός ευθύνης σε ποσοστό 70% σε βάρος του οδηγού του οχήματος και 30% σε βάρος της πεζής επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως επίσης και τη συμπεριφορά ενός εκάστου των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα και καθοδηγούμενος από την προαναφερόμενη νομολογία κρίνω ορθό και δίκαιο να επιμερίσω την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος σε ποσοστό 70% σε βάρος του Εναγόμενου 1 και 30% σε βάρος της ΜΕ2. Σωματικές βλάβες - Γενικές Αποζημιώσεις Οι γενικές αποζημιώσεις συναρτώνται άμεσα με τον φυσικό πόνο, την ταλαιπωρία, την απώλεια των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων είναι, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο το οποίο διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (Μαυροττετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ 66). Στην υπόθεση Lankuttis ν Νικόλα,
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1128, αναφέρονται και τα ακόλουθα για την σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που ως υποδείχθηκε και στην Μαυροπετρή (ανωτέρω), αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες ενός ανθρώπου: «Η πρόσφατη σταθερή νομολογία μας θέλει τις αποζημιώσεις για σωματική αναπηρία, φυσικό και ψυχικό πόνο να αυξάνονται εξελικτικά. Η τάση αυτή της νομολογίας δεν οφείλεται σε συναισθηματική απόκλιση προς τα θύματα. Βασίζεται στις πραγματικότητες της ζωής. Τα Δικαστήρια έχουν επίγνωση της υψηλής αξίας που συνεχώς αποδίδεται από πολιτισμένες κοινωνίες στη σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του ατόμου μέλους της. Η πνευματική και σωματική υγεία συναποτελούν το προαπαιτούμενο στοιχείο για την καλή ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις, που εκφράζονται σε χρήμα αποσκοπούν όσο είναι δυνατό με το υλικό τους στοιχείο να προσφέρουν κάποια ποιότητα ζωής στο θύμα, επαναφέροντας την, όσο είναι δυνατό, στην προ του δυστυχήματος κατάσταση. Γι' αυτό και οι αποζημιώσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αγοραστική αξία του χρήματος ώστε να προσεγγίζεται η εύλογη αποκατάσταση ζημιάς.» Αποτελεί εμπεδωμένη αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν το ποσό των αποζημιώσεων μόνο ενδεικτική σημασία μπορεί να έχουν, αφού κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Δεν αποτελούν δηλαδή προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεσμευτικό προηγούμενο, αλλά παρέχουν απλά καθοδήγηση. Στην προκειμένη περίπτωση για σκοπούς καθοδήγησης αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που η ΜΕ2 έχει υποστεί, έχω ανατρέξει στις υποθέσεις που αναφέρονται αμέσως πιο κάτω. Στην υπόθεση Θέκλα Κωνσταντίνου ν. Στέλλας Τριβιζαδάκη Π.Ε 183/11 ημερ. 19/07/16 η εφεσίβλητη ηλικίας 44 ετών υπέστη κάκωση αριστερής κνήμης, μετώπου και οδόντων, έγινε γενική νάρκωση για να γίνει ανάταξη της κνήμης και ενδομυελική ήλωση αριστερής κνήμης, νοσηλεύτηκε μόνο για δύο ημέρες και έγινε συρραφή του τραύματος του μετώπου. Σε ότι αφορά το κάταγμα που είχε υποστεί επιτεύχθηκε η πλήρης πώρωση του 3 μήνες μετά την επέμβαση ως επίσης και του τραύματος στο μέτωπο. Ως μόνιμο κατάλοιπο παρέμεινε οίδημα στην περιοχή του κατάγματος μετά από κόπωση και υποτροπιάζον άλγος στην ποδοκνημική και στην κνήμη. Έγινε επίσης αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης 18 μήνες μετά την επέμβαση με γενική αναισθησία. Επικυρώθηκε κατ' έφεση το ποσό των 25000 ευρώ ως γενικές αποζημιώσεις. Στην υπόθεση ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΓΙΑΠΑΤΟΣ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΙΝΑΣ ΠΥΡΓΟΥ ημερ. 16/10/10 1 ΑΑΔ 1324 το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε τις γενικές αποζημιώσεις που είχαν επιδικαστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο από Λ.Κ 18 000 σε 40.000 Ευρώ λόγω του ότι ο Εφεσείοντας ηλικίας 33 ετών είχε υποστεί κάταγμα του σκαφοειδούς του αριστερού καρπού και συντριπτικό κάταγμα του κάτω τριμορίου της δεξιάς κνήμης και περόνης με γραμμοειδή επέκταση στην ποδοκνιμική άρθρωση. Έτυχε της ενδεδειγμένης χειρουργικής θεραπείας και υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση οκτώ μήνες αργότερα για αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης και καθαρισμό περιοχής. Παρέμειναν ως μόνιμα κατάλοιπα η μυϊκή ατροφία η οποία οφείλετο μόνο μερικώς στον τραυματισμό αφού προϋπήρχε και ιστορικό καθώς και πιθανότητα μελλοντικής αρθρίτιδας. Περαιτέρω, στην υπόθεση ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΕΦΡΑΙΜΗ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ημερ. 22/09/1998, το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε γενικές αποζημιώσει για σωματικές βλάβες σε μαθητή ηλικίας δεκαέξι ετών κατά το ατύχημα ο οποίος υπέστη επιπεπλεγμένο συντριπτικό κάταγμα της αριστερής κνήμης και περόνης και αναγκάστηκε να υποστεί δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Παρέμεναν στον μαθητή ως μόνιμα κατάλοιπα η λεπτότητα του δέρματος στην περιοχή του τραύματος με αποτέλεσμα να τραυματίζεται εύκολα, ο περιορισμός των κινήσεων της αριστερός ποδοκνημικής άρθρωσης, ουλές, βράχυνση 1 εκ. του αριστερού κάτω άκρου η οποία όμως δεν θα έχει λειτουργικές επιπτώσεις Επίσης ο κίνδυνος μόλυνσης και οστεομυελίτιδας. Επιδικάσθηκαν Λ.Κ 10.000 γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης και κατ' έφεση αυξήθηκαν σε Λ.Κ 15.000. Σε ότι αφορά τώρα τους τραυματισμούς που υπέστη στην μύτη η ΜΕ2 έχω ανατρέξει για σκοπούς καθοδήγησης μου στην υπόθεση Γ εώργιος Ταμπούρας ν. Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε ως γενικές αποζημιώσεις αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες στον Εφεσείοντα ηλικίας 38 ετών ο οποίος είχε υποστεί, μεταξύ άλλων, εκδορές και εκχυμώσεις στο μέτωπο και κάταγμα στη μύτη με εξωτερική ανεπαίσθητη παρεκτόπιση ράχεως ρινός, ελαφριά δυσμορφία της ρινός και σκολίωση ρινικού διαφράγματος. Υπήρχε μάλιστα η ανάγκη για υποβολή σε διορθωτική επέμβαση της μύτης. Επιδικάστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο γενικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ 4000 οι οποίες κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν σε €11.000 κατ' έφεση. Σε όλες τις υποθέσεις που έχουν παρατεθεί ανωτέρω προκύπτει ότι κάποιοι από τους τραυματισμούς που είχαν υποστεί τα πρόσωπα που τραυματίστηκαν ήταν πανομοιότυπα με αυτά της ΜΕ2 χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι είχαν απομείνει στα πρόσωπα αυτά κάποια μόνιμα κατάλοιπα, κάτι που εν προκειμένω δεν ισχύει. Από την άλλη όμως δεν παραβλέπω ότι η ΜΕ2, ηλικίας τότε 18 ετών, έχει εισαχθεί εντός του χειρουργείου εξαιτίας των τραυματισμών που υπέστη ένεκα του δυστυχήματος 2 φορές σε ότι φορά τον τραυματισμό στην κνήμη και περόνη (το κάταγμα ήταν συντριπτικό), καθώς επίσης ακόμη μια φορά μεταγενέστερα σε ότι αφορά τον τραυματισμό που υπέστη στην μύτη της. Συνολικά δε, έχει παραμείνει κλινήρης εντός του Νοσοκομείου για περίοδο 11 ημερών αμέσως μετά το δυστύχημα ενώ επιπρόσθετα νοσηλεύτηκε για ακόμη 2 ημέρες αναφορικά με την χειρουργική επέμβαση που υποβλήθηκε στην μύτη. Πέραν τούτου η ΜΕ2 από τον τραυματισμό που υπέστη στην κνήμη και περόνη έφερε στο πόδι της νάρθηκα για περίοδο περίπου 5 μηνών ενώ η ολική του αφαίρεση διήρκησε συνολικά για 7 μήνες, αφού αφαιρέθηκε οριστικά περί τον Μάρτιο του 2015. Επίσης η ΜΕ2 λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για περίοδο 1 μηνός μετά από την πρώτη χειρουργική επέμβαση που υποβλήθηκε ενώ επί καθημερινής βάσης της χορηγούνταν αντιθρομβωτικές ενέσεις. Επίσης υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ ταυτόχρονα παρακολουθείτο αφού εξήλθε από το Νοσοκομείο και στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Σε ότι αφορά την χειρουργική επέμβαση που υπέστη στην μύτη, αφορά σε επέμβαση πλαστικής του ρινικού διαφράγματος, καυτηρίασης κάτω ρινικών κόγχων, οπίσθια κογχοτομή και πλαστική ρινός λόγω παραμόρφωσης ρινός και σκολίωση ρινικού διαφράγματος. Σύμφωνα μάλιστα με το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. X. Καμπούρη (Τεκμήριο 2) το οποίο είναι παραδεκτό, στο μέλλον θα πρέπει να γίνει επέμβαση για αφαίρεση του ήλου από την κνήμη της ΜΕ2, δηλαδή θα υποστεί και άλλη επέμβαση. Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων θεωρώ ότι από τις πιο πάνω αναφερθείσες υποθέσεις μπορεί το Δικαστήριο μπορεί άνετα να αντλήσει καθοδήγηση, αφού προβεί στις αναγκαίες προσαρμογές. Σημειώνω επίσης ότι δεν παραβλέπω ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα από τις προαναφερόμενες υποθέσεις μέχρι και σήμερα, γεγονός το οποίο θα προσμετρηθεί στον υπολογισμό της αγοραστικής αξίας του χρήματος. Στον υπολογισμό των αποζημιώσεων δεν παραγνωρίζω καθόλου ότι η ΜΕ2 σήμερα εργάζεται ως υπεύθυνη καφετέριας στην Λεμεσό χωρίς να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω, θεωρώ ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη η ΜΕ2 - Ενάγουσα το ποσό των €30.000 επί πλήρους ευθύνης. Ειδικές αποζημιώσεις Είναι καλά γνωστό ότι η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται δε στον Ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφό του. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Όπως αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Bonham - Carter ν. Hyde Park Hotel
(1948)64 T.L.R. 177 από το Λόρδο Goddard: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages is for them to proof their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages" They have to prove it.» Αποτελεί επίσης καθιερωμένη νομολογιακή αρχή ότι το θύμα της αμέλειας μπορεί να ανακτήσει όλα τα έξοδα που λογικά υπέστη για την αποθεραπεία του, νοουμένου ότι ενεργεί κατόπιν ιατρικής συμβουλής (Μιχαηλίδης ν. Κακουλλή κ.α
(1992)1Α Α.Α.Δ 674). Εν προκειμένω οι ειδικές αποζημιώσεις έχουν συμφωνηθεί επί πλήρους ευθύνης για το ποσό των 2,235 ευρώ με νόμιμο τόσο από την ημερομηνία του ατυχήματος. Τόκος Η Ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης διεκδικεί νόμιμο τόκο από την ημερομηνία επέλευσης του επίδικου δυστυχήματος, ήτοι από τις 24 08.14 και ή από την καταχώρηση της αγωγής δηλαδή την 20.03.15. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κωνσταντινίδης, ανέφερε, ότι όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκου υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί, ότι ο ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο ενάγων στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, που δεν θα κατέτασσαν μια υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Επισημαίνεται, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε μια αγωγή προς εκδίκαση και ότι στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Ο λόγος είναι ότι για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο διάδικος στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα (βλ. Birkett ν. Hayes and Another
(1982)2 All E.R. 710 (C.A.)). Εν προκειμένω το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα στις 24.08.14, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.03.15 ενώ η Έκθεση Απαίτησης στις 16 05.16. Υπήρξε επομένως καθυστέρηση 14 περίπου μηνών από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της έκθεση απαίτησης για τον οποίο χρόνο δεν μου δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από μέρους της πλευράς Ενάγουσας. Συνεπώς θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επιδικαστεί από τις 16.05.16, ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης της. Τα προαναφερόμενα ισχύουν για τις γενικές αποζημιώσεις, καθώς για τις ειδικές αποζημιώσεις. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου ότι και η Ενάγουσα φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα, η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 30%, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα ως ακολούθως : Για το ποσό των €21.000 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον το εκάστοτε νόμιμο επιτόκιο επί του εν λόγω ποσού από τις 16.05.16 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €1,546,50 ευρώ ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την 16.05.16 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............. Σ. Συμεού , Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο