← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΟΥΣΛΙΔΗ κ.α., Αγωγή αρ. 901/2021, 4/12/2023

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΟΥΣΛΙΔΗ κ.α., Αγωγή αρ. 901/2021, 4/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 901/2021 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσα ν. 1. ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΟΥΣΛΙΔΗ 2. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΟΥΣΛΙΔΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 04 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Ε. Χαραλάμπους (κα) για Ε & Μ Κωνσταντινίδου ΔΕΠΕ, για την Ενάγουσα Α. Χαραλάμπους (κα) και Ε. Μιχαήλ (κα) για Argiro S. Charalambous LLC, για την Εναγόμενη Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Η Ενάγουσα, με αγωγή που καταχώρισε την 02.12.2021, αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων €55.391,57 πλέον τόκους, βάσει σύμβασης εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Α.Κ.. Είναι κοινός τόπος πως, αναφορικά με τον πρωτοφειλέτη Α.Κ., είχε εκδοθεί το προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής (ΠΣΑ) με αριθμό ΠΣΑ 69/2020, με βάση τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο 65(Ι)/2015, που περιλαμβάνει ως καθορισμένο χρέος το επίδικο χρέος, και που επιβλήθηκε την 13.04.2021. Η Ενάγουσα ήγειρε την αγωγή της, δικογραφώντας αυτό το γεγονός. Επίσης, συμφωνούν αμφότερες οι πλευρές και δήλωσαν στο Δικαστήριο πως το ΠΣΑ είναι μέχρι και σήμερα σε ισχύ και πληρώνεται κανονικά από τον πρωτοφειλέτη. 2. Το ζήτημα που απασχόλησε στο πλαίσιο της κλήσης της Ενάγουσας για οδηγίες, και από το οποίο εξαρτάται και η συνέχιση της αγωγής, είναι νομικό, και μπορεί να αποφασιστεί στη βάση αυτών των γεγονότων: κατά πόσο, όταν εκδίδεται ΠΣΑ για τον πρωτοφειλέτη χρέους με βάση τον Ν.65(Ι)/2015, το οποίο ισχύει και πληρώνεται κανονικά από τον πρωτοφειλέτη, μπορεί να προωθηθεί αγωγή για την ανάκτηση του ίδιου χρέους εναντίον των εγγυητών, ή εάν η νομική προστασία επεκτείνεται και στους εγγυητές. Σχετικές προδικαστικές ενστάσεις δικογραφούνται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγόμενων και απαντώνται με άρνηση στο απαντητικό δικόγραφο της Ενάγουσας. 3. Περαιτέρω αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι πως στο ΠΣΑ αναφέρθηκε ότι το χρέος που οφείλεται στην Ενάγουσα είναι ανεξασφάλιστο και στη λήξη του ΠΣΑ το υπόλοιπο θα διαγραφεί. Η Ενάγουσα είχε προχωρήσει σε επαλήθευση χρέους με ειδικότερη αναφορά στους εγγυητές. 4. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, ερμηνεύοντας διαφορετικά τις ρυθμίσεις του Ν.65(Ι)/2015, συνεπώς εκθέτοντας και αντίθετες νομικές απόψεις. 5. Η θέση της Ενάγουσας είναι η εξής: Στο άρθρο 67 § 2 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που καθορισμένος πιστωτής δεν υποβάλει ή επιδώσει την επαλήθευση χρέους εντός της καθορισμένης προθεσμίας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 43 § 1, δεν δικαιούται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση του εν λόγω χρέους. Από αυτό το άρθρο, εξάγεται, κατά την Ενάγουσα, σε συνάρτηση με τις αναφορές επί του ΠΣΑ για τον άλλο ανεξασφάλιστο πιστωτή που δεν προέβη σε επαλήθευση (ότι εκείνος δεν μπορεί να λάβει δικαστικά ή άλλα μέτρα), ότι η Ενάγουσα, που προέβη σε επαλήθευση, μπορεί λάβει τέτοια δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον των εγγυητών του χρέους. Επιπλέον, η Ενάγουσα επικαλείται το άρθρο 67 § 20, το οποίο προβλέπει πως, ανεξαρτήτως των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, πιστωτής δεν δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά μέτρα εναντίον εγγυητή σε περίπτωση που πληρούνται σωρευτικά συγκεκριμένες προϋποθέσεις (τοποθετώντας έμφαση στο σημείο). Συνάγεται πως, εάν δεν πληρούνται σωρευτικά οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που κατά τη θέση της δεν πληρούνται, υπάρχει η δυνατότητα λήψης δικαστικών ή νομικών ή άλλων μέτρων εναντίον των εγγυητών. Πρόσθετα, η Ενάγουσα επικαλείται και το άρθρο 61 § 3, που αναφέρεται στα αποτελέσματα του ΠΣΑ, και περιορίζει την αναφορά στο ότι δεν υπάρχει δικαίωμα έγερσης νομικών ή δικαστικών διαδικασιών εναντίον του χρεώστη (τοποθετώντας έμφαση στο σημείο). Στην προηγούμενη παράγραφο, § 2, υπάρχει επιφύλαξη υπέρ του άρθρου 67, που είναι ειδικότερο σε σχέση με τη μεταχείριση των εγγυητών. Το άρθρο 61, συνακόλουθα, εισηγείται, δεν αφορά σε εγγυητές, ενώ και στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, υπάρχει διακριτά η έννοια του «εγγυητή». Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως τυχόν πτώχευση ενός πρωτοφειλέτη, δεν εμποδίσει τον πιστωτή να προχωρήσει εναντίον των εγγυητών, επομένως το άρθρο 37Β του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5 θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 67 Ν.65(Ι)/2015 και να υπάρχει μια ανάλογη μεταξύ τους ερμηνεία. Το ίδιο το άρθρο 67 § 11 Ν.65(Ι)/2015, εισηγείται, θέτοντας προθεσμίας δύο ετών από την ημέρα που το ΠΣΑ τίθεται σε ισχύ, για τη λήψη μέτρων εναντίον εγγυητή, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία, που θα το μετέτρεπε απλώς σε κείμενο χωρίς ρυθμιστικό περιεχόμενο. 6. Η θέση των Εναγόμενων για το ίδιο ζήτημα είναι η εξής: Κατόπιν επαλήθευσης του χρέους στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, καθορίστηκε το χρέος στο ποσό των €50.248,48 πλέον τόκοι από την 01.07.2020 και ΠΣΑ ισχύει και εφαρμόζεται κανονικά. Το άρθρο 61 § 3(γ) Ν.65(Ι)/2015, προβλέπει πως ενόσω το ΠΣΑ βρίσκεται σε ισχύ, καθορισμένος πιστωτής που δεσμεύεται από αυτό δεν δικαιούται, σε σχέση με το καθορισμένο χρέος, να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να εξασφαλίσει ή να ανακτήσει αποπληρωμή του χρέους. Το άρθρο 67, όπως προβλέπεται στην § 1 αυτού, ρυθμίζει σε σχέση με τις εγγυήσεις για χρέη που καλύπτονται από ΠΣΑ και στην § 11 αυτού προβλέπει ότι καμία αγωγή που αφορά εγγύηση σε σχέση με καθορισμένο χρέος εγείρεται από καθορισμένο πιστωτή εναντίον εγγυητή μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα κατά την οποία τίθεται σε ισχύ το ΠΣΑ. Διαβάζεται, όμως, σε συνάρτηση με την § 15, του ιδίου άρθρου, που προβλέπει πως σε περίπτωση που χρεώστης παραλείπει να προβεί σε πληρωμές δυνάμει του ΠΣΑ ή σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού του, καθορισμένος πιστωτής δεν δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του εγγυητή, στον βαθμό που το χρέος είναι εξασφαλισμένο. Και με την § 16 αυτού, που προβλέπει ότι, σε περίπτωση που χρεώστης παραλείπει να προβεί σε πληρωμές δυνάμει ΠΣΑ ή πρόωρου τερματισμού, ο εγγυητής θα είναι υπεύθυνος για το ποσό της διαφοράς μεταξύ της αγοραίας αξίας της περιουσίας η οποία υπόκειται σε εξασφάλιση και του ποσού του οφειλόμενου χρέους. Το σύνολο των διατάξεων, κατά τους Εναγόμενους, ορίζει πως ο εγγυητής, εάν πρόκειται για ανεξασφάλιστο πιστωτή, είναι υπεύθυνος μόνο για το χρέος που προκύπτει για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας έκδοσης του ΠΣΑ και του πρόωρου τερματισμού, μη συμπεριλαμβανομένου του τόκου υπερημερίας και ποσών που πληρώθηκαν, συνεπώς, ενόσω πληρώνεται κανονικά το ΠΣΑ, αδρανοποιείται η εγγυητική του ευθύνη. Η περίοδος των δύο ετών από την θέση σε ισχύ του ΠΣΑ είναι το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να παύει η ισχύ του ΠΣΑ, για να δυνηθεί ο καθορισμένος πιστωτής να κινηθεί εναντίον του εγγυητή. Εάν δεν συμβεί αυτό, δηλαδή εάν ο πρωτοφειλέτης δεν παύσει να πληρώνει και ισχύει κανονικά το ΠΣΑ και παρέλθουν τα δύο χρόνια, ο καθορισμένος πιστωτής δεν δικαιούται να κινηθεί εναντίον των εγγυητών σε μεταγενέστερο χρόνο. Αυτή η ερμηνεία, κατά τους Εναγόμενους, είναι λογικά αναγκαία, εφόσον μόνο με την παύση της ισχύος του ΠΣΑ μπορεί να γίνει και ο λογισμός για το ύψος του οφειλόμενου ποσού. 7. Έχω υπόψη μου τις τοποθετήσεις των συνηγόρων της Ενάγουσας και των Εναγόμενων στην πλήρη τους μορφή. Καταρχάς, να λεχθεί πως, εκ των σκοπών του Ν.65(Ι)/2015, όπως αναφέρεται στο προοίμιό του, ήταν η θέσπιση ειδικών προνοιών για τη μεταχείριση των εγγυητών, οι οποίοι παρείχαν εγγυήσεις σε σχέση με δάνεια τα οποία δύνανται να αναδιαρθρωθούν στα πλαίσια του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με τις οποίες θα προστατεύονται τα δικαιώματα των χρεωστών, των πιστωτών και των εγγυητών, με στόχο να εξασφαλίζεται ισορροπία μεταξύ τους, με τρόπο που να προστατεύεται ο πυρήνας των δικαιωμάτων τους. Σε αυτό το σκοπούμενο πλαίσιο, δεν μπορεί να λεχθεί πως υπάρχει, σε κάθε περίπτωση, απόλυτη προστασία των εγγυητών, εις βάρος των δικαιωμάτων των πιστωτών. Ζητούμενο, μέσα από τις διατάξεις του νόμου, είναι πάντοτε η προαναφερόμενη ισορροπία. 8. Είναι σχετικό να λεχθεί, έχοντας υπόψη τον τρόπο που προσεγγίστηκαν οι ερμηνείες από τις δύο πλευρές, πως, στο κείμενο του Ν.65(Ι)/15, η εξασφάλιση είναι έννοια διακριτή από την εγγύηση. Σημαίνει την εξασφάλιση επί περιουσίας του χρεώστη, εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/96 ή οποιαδήποτε επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης ή άλλη εξασφάλιση (επί περιουσίας). Το χρέος που εξασφαλίζεται με προσωπικές εγγυήσεις, για τους σκοπούς του Ν.9/65, είναι ανεξασφάλιστο χρέος. 9. Ενώ η επίδραση ενός Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών (ΔΑΟ) με βάση τον Ν.65(Ι)/15 είναι ξεκάθαρα και επί των εγγυητών, όπως ορίζουν τα άρθρα 19 και 22, στο Κεφάλαιο 2, στα Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής (ΠΣΑ), δεν μπορεί να λεχθεί πως υπάρχει απόλυτη νομική προστασία των εγγυητών, μετά τη θέση σε ισχύ του ΠΣΑ. 10. Εάν υπάρχουν εγγυητές του χρέους ή όχι, είναι στοιχείο που απασχολεί εξ αρχής τη διαδικασία. Από την αίτηση για την έκδοση προστατευτικού διατάγματος, με βάση το άρθρο 37. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει επί αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας καταβάλλει εύλογες προσπάθειες να εντοπίσει τους εγγυητές και να τους να ενημερώσει, με βάση το άρθρο 39 § 12, και μετά την έκδοση προστατευτικού διατάγματος, τους ειδοποιεί με βάση το άρθρο 42, κατά τον ίδιο χρόνο που καλεί τον καθορισμένο πιστωτή να επαληθεύσει το χρέος του. Σύμφωνα με το άρθρο 40 § 1, υπό την επιφύλαξη των §§ 3, 4 και 5, δεν είναι εφικτό, ενόσω είναι σε ισχύ προστατευτικό διάταγμα, σε σχέση με καθορισμένο χρέος, ο πιστωτής να κινήσει οποιεσδήποτε νομικές ή δικαστικές διαδικασίες ή να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να προωθήσει οποιεσδήποτε νομικές ή δικαστικές διαδικασίες εκκρεμούν ή να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να εξασφαλίσει ή να ανακτήσει το χρέος. Όπως ορίζουν οι §§ 3 και 4, ενόσω το προστατευτικό διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ, καμία άλλη διαδικασία και κανένα μέτρο εκτέλεσης ή άλλη νομική δικαστική διαδικασία σε σχέση με καθορισμένο χρέος δύναται να αρχίσει ή να συνεχιστεί από καθορισμένο πιστωτή, εκτός εάν δοθεί άδεια από το Δικαστήριο και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε διατάγματος του δικαστηρίου για αναστολή τέτοιων διαδικασιών, λήψη μέτρων εκτέλεσης ή άλλων μέτρων επιβολής, για τέτοια περίοδο όπως καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, εκκρεμούσης της διαδικασίας έγκρισης ΠΣΑ. Ενόσω βρίσκεται σε ισχύ προστατευτικό διάταγμα, καμία ενέργεια από τις προαναφερόμενες δύναται να ληφθεί από καθορισμένο πιστωτή και σε σχέση με πρόσωπο το οποίο είναι συνοφειλέτης του χρεώστη, αναφορικά με χρέος προς τον καθορισμένο πιστωτή. Σύμφωνα με την § 7, προστατευτικό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40 εφαρμόζεται και σε σχέση με κάθε εγγυητή οποιουδήποτε καθορισμένου χρέους του χρεώστη. Αυτή η προστασία υπάρχει ενόσω υπάρχει το προστατευτικό διάταγμα. Η αναφορά στο Δικαστήριο, για σκοπούς λήψης άδειας συνέχισης της διαδικασίας ενόσω εκκρεμεί προστατευτικό διάταγμα, είναι η αναφορά στο Επαρχιακό Δικαστήριο, με τη δικαιοδοσία της αφερεγγυότητας, που ήδη επιλαμβάνεται ζητημάτων αναφορικά με το ΠΣΑ. 11. Οι εγγυητές, όπου υπάρχουν, πρέπει να αναφέρονται και στην επαλήθευση χρέους. Μάλιστα, δυνατόν να διαφωνήσει και ο εγγυητής με την επαλήθευση χρέους στην οποία προβαίνει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας και να αποταθεί ο ίδιος στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 43 § 9, για να αποφασιστεί το ζήτημα. Λόγο, ο εγγυητής, έχει και στη διαδικασία της εκτίμησης της αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, με βάση το άρθρο 44. Ο εγγυητής που αναφέρεται στην επαλήθευση ενημερώνεται όταν ο σύμβουλος αφερεγγυότητας υποβάλλει προς του πιστωτές πρόταση για ΠΣΑ, κατά τη διάρκεια ισχύος του προστατευτικού διατάγματος. Το ΠΣΑ δύναται να περιλαμβάνει και πληρωμές από εγγυητές, με βάση το άρθρο 47 § 5. Όταν το ΠΣΑ εγκρίνεται από τη συνέλευση πιστωτών, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας αποστέλλει ειδοποίηση σε κάθε καθορισμένο πιστωτή καθώς και σε κάθε εγγυητή που αναφέρεται στην επαλήθευση και δικαίωμα υποβολής ένστασης στο να τεθεί σε ισχύ το ΠΣΑ έχει και ο εγγυητής, με βάση το άρθρο 57, όπως και ο καθορισμένος πιστωτής. Εάν δεν καταχωριστεί ένσταση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα επικυρώσει το ΠΣΑ. Εφόσον επικυρωθεί το ΠΣΑ από το Δικαστήριο, έχει τα αποτελέσματα που προβλέπει το άρθρο 61. 12. Όπως προκύπτει από το άρθρο 61, τα μέρη στο ΠΣΑ είναι ο χρεώστης και ο καθορισμένος πιστωτής, επομένως, οι δεσμεύσεις είναι αναμεταξύ τους. Τα αποτελέσματα του ΠΣΑ αναφέρονται καταρχήν στον χρεώστη, ότι, ενόσω το ΠΣΑ βρίσκεται σε ισχύ, καθορισμένος πιστωτής που δεσμεύεται από αυτό δεν δικαιούται σε σχέση με καθορισμένο χρέος να ξεκινήσει οποιεσδήποτε νομικές ή δικαστικές διαδικασίες εναντίον του χρεώστη· να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για τη συνέχιση νομικών ή διαδικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν εναντίον του χρεώστη· να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να εξασφαλίσει ή να ανακτήσει αποπληρωμή του χρέους· να προβεί στη λήψη μέτρων εκτέλεσης ή άλλως πως επιβολής δικαστικής απόφασης ή δικαστικού διατάγματος εναντίον του χρεώστη· κ.λπ.. Ωστόσο, με βάση την § 6, τα αποτελέσματα αυτά εμποδίζουν οποιοδήποτε πιστωτή από του να προβαίνει στις ίδιες ενέργειες και αναφορικά με οποιονδήποτε συνοφειλέτη του χρεώστη σε σχέση με καθορισμένο χρέος. Στο σημείο αυτό, η αναφορά σε «συνοφειλέτη», που δεν δίδεται ξεχωριστά ως έννοια, έχοντας υπόψη τη συγκεκριμένη έννοια του «εγγυητή» και την ειδικότερη ρύθμιση για τον «εγγυητή» στο άρθρο 67, αποδίδεται στον πρωτοφειλέτη χρέους μαζί με τον χρεώστη. 13. Το άρθρο 67 προβλέπει για τη μεταχείριση του εγγυητή στο πλαίσιο της διαδικασίας και εφαρμογής του ΠΣΑ και, όπως αμφότερες οι πλευρές ανέφεραν, θεωρείται το άρθρο που θεσπίζει σχετικά με τα δικαιώματα των εγγυητών και των πιστωτών αναφορικά με τους εγγυητές, όπως άλλωστε αναφέρεται ο σχετικός σκοπός στο προοίμιο του νόμου. Πρόκειται για ρύθμιση που ισχύει ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 και από τις διατάξεις του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/2003. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως, εάν οι νόμοι εκείνοι προβλέπουν ότι, για παράδειγμα, σε περίπτωση σύναψης συμφωνίας με τον πρωτοφειλέτη για να αποπληρωμή του χρέους απαλλάσσεται ο εγγυητής, αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση του ΠΣΑ, γιατί υπάρχει η ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 67, που ισχύει ανεξάρτητα από εκείνους τους νόμους, καλύπτοντας το όλο ζήτημα. Ειδικότερα, το άρθρο 67 ρυθμίζει την έκταση των περιορισμών που υφίσταται το δικαίωμα του πιστωτή να διεκδικήσει εναντίον του εγγυητή, που δεν το εξουδετερώνουν. 14. Σε περίπτωση που καθορισμένος πιστωτής δεν υποβάλει ή επιδώσει την επαλήθευση χρέους εντός της καθορισμένης προθεσμίας, δεν δικαιούται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση του εν λόγω χρέους. Συνάγεται πως προϋπόθεση, για να μπορεί ο καθορισμένος πιστωτής να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση του εν λόγω χρέους, είναι να έχει υποβάλει επαλήθευση χρέους εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Σε τέτοια επαλήθευση, θα αναφέρει τα σχετικά με τους εγγυητές, με ενημέρωσή τους, όπως τέτοια ενημέρωση δίδεται στους εγγυητές από τον καθορισμένο πιστωτή και για την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας, άνευ βλάβης του δικαιώματος κάθε εγγυητή να προσφύγει στο Δικαστήριο, εάν διαφωνεί με την επαλήθευση. 15. Σε περίπτωση που η αγοραία αξία της περιουσίας η οποία υπόκειται σε εξασφάλιση, εάν υφίσταται, σύμφωνα με την επαλήθευση χρέους, ισούται ή ξεπερνά την αξία του οφειλόμενου χρέους του χρεώστη προς το συγκεκριμένο εξασφαλισμένο πιστωτή κατά την ημερομηνία της επαλήθευσης χρέους (οφειλόμενο χρέος), τότε είναι που ο εξασφαλισμένος πιστωτής δεν δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση του εν λόγω χρέους, όταν τεθεί σε ισχύ ΠΣΑ σύμφωνα με το άρθρο 60 ή το άρθρο 73, ανάλογα με την περίπτωση. Συνάγεται ότι, όταν δεν υπάρχει εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη, ο καθορισμένος πιστωτής διατηρεί το δικαίωμα να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση του εν λόγω χρέους. Σε περίπτωση που υπάρχει εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρέωση και η αγοραία αξία της, σύμφωνα με την επαλήθευση χρέους, είναι χαμηλότερη της αξίας του οφειλόμενου χρέους, ο εξασφαλισμένος πιστωτής δεν δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση χρέους, για ποσό μεγαλύτερο από το ποσό της διαφοράς μεταξύ της αγοραίας αξίας της περιουσίας η οποία υπόκειται σε εξασφάλιση και του ποσού του οφειλόμενου χρέους του χρεώστη. Συνάγεται πως μπορεί να λάβει τέτοια μέτρα εναντίον του για το ποσό της διαφοράς. Αυτός είναι και ο λόγος που δίδεται φωνή στην εγγυητή κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διαδικασίες εκτίμησης και επαλήθευσης, εφόσον τα αποτελέσματά τους, καθορίζουν εάν θα υπάρχει υπόλοιπο για το οποίο θα παραμένει υπόλογος. 16. Το ποσό της διαφοράς κατατάσσεται ως ανεξασφάλιστο χρέος για σκοπούς του ΠΣΑ και ο σχετικός πιστωτής λαμβάνει τυχόν πληρωμές ως ανεξασφάλιστος πιστωτής κατ' αναλογία (pari passu) με άλλους ανεξασφάλιστους πιστωτές. Σε περίπτωση που περιουσιακό στοιχείο του χρεώστη που υπόκειται σε εξασφάλιση διατεθεί στο πλαίσιο του ΠΣΑ και το καθαρό ποσό της διάθεσης τέτοιας περιουσίας είναι μεγαλύτερο από το ποσό της αγοραίας αξίας της, τότε ο εξασφαλισμένος πιστωτής δικαιούται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον εγγυητή, μόνο αναφορικά με το ποσό της διαφοράς μεταξύ του καθαρού ποσού που προέκυψε από τη διάθεση της εν λόγω περιουσίας και του οφειλόμενου χρέους. Το ποσό της διαφοράς επίσης κατατάσσεται ως ανεξασφάλιστο χρέος για σκοπούς του ΠΣΑ και ο εξασφαλισμένος πιστωτής λαμβάνει αναφορικά με το εν λόγω ποσό τυχόν πληρωμές ως ανεξασφάλιστος πιστωτής κατ' αναλογία (pari passu) με άλλους ανεξασφάλιστους πιστωτές. Σε περίπτωση που ο εγγυητής κατέβαλε οποιεσδήποτε πληρωμές, για το ποσό της διαφοράς, πριν τη διάθεση του σχετικού περιουσιακού στοιχείου στο πλαίσιο του ΠΣΑ και το καθαρό ποσό που προέκυψε τελικά από τέτοια διάθεση, είναι μεγαλύτερο από την αγοραία αξία της περιουσίας όπως αυτή έχει εκτιμηθεί, τότε ο εξασφαλισμένος πιστωτής οφείλει να επιστρέψει στον εγγυητή οποιοδήποτε ποσό που αυτός κατέβαλε, το οποίο υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που προκύπτει τελικά από το καθαρό ποσό της διάθεσης της περιουσίας και του οφειλόμενου χρέους. 17. Εάν ο πιστωτής καταμερίσει τις υποχρεώσεις των εγγυητών που περιλαμβάνονται στην επαλήθευση χρέους, εφαρμόζει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της επιείκειας. Οι εγγυητές είναι δυνατόν να καταβάλλουν ποσά μηνιαίως σε σχέση με την ευθύνη τους που απορρέει από την εγγύηση. Απλώς, κανένας εγγυητής δεν καταβάλλει ποσό που ξεπερνά το ποσό που απομένει μετά από την αφαίρεση από το μηνιαίο εισόδημα τους, του συνόλου των λογικών εξόδων διαβίωσης σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του άρθρου 8, και το σύνολο των μηνιαίων δόσεων που ο ίδιος ο εγγυητής υποχρεούται να καταβάλλει σε σχέση με τις δικές του υποχρεώσεις κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ΠΣΑ. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εγγυητές καταβάλλουν ποσά μηνιαίως σε σχέση με την ευθύνη τους, η συνολική χρονική διάρκεια των μηνιαίων δόσεων, θα είναι η ίδια όπως καθορίστηκε στην αρχική σύμβαση μεταξύ καθορισμένου χρεώστη και πιστωτή, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά και το επιτόκιο δε θα είναι μεγαλύτερο από αυτό που καθορίζεται στην εν λόγω αρχική σύμβαση. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο πιστωτής δεν εκποιεί την κύρια κατοικία εγγυητή για σκοπούς ικανοποίησης της αξίωσης του εναντίον εγγυητή σε σχέση με την ευθύνη του εγγυητή που προκύπτει από τις υποχρεώσεις του χρεώστη, εκτός εάν ο λόγος είναι για υποθήκη επί της κύριας κατοικίας του εγγυητή υπέρ του πιστωτή σε σχέση με το καθορισμένο χρέος, που τότε υπόκειται σε εκποίηση. Επίσης, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση εξασφάλισης που δημιουργήθηκε με την εγγραφή δικαστικών αποφάσεων (ΜΕΜΟ), οι οποίες εκδόθηκαν σε σχέση με ευθύνη του εγγυητή που προκύπτει από τις υποχρεώσεις του χρεώστη, ο πιστωτής δεν δύναται να προχωρήσει σε σχέση με τη ρευστοποίηση της εξασφάλισης αυτής. Αυτά ισχύουν μόνο σε σχέση με ΠΣΑ που καταρτίζονται για σκοπούς αναδιάρθρωσης χρεών για τα οποία συνάφθηκαν συμβάσεις εγγύησης μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου 85(Ι)/2018 και εφαρμόζονται καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου καταβολής των καθορισμένων μηνιαίων δόσεων η οποία άρχισε κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νόμου. 18. Το σύνολο των οποιωνδήποτε εφάπαξ ποσών και της καθαρής παρούσας αξίας σειράς πληρωμών που καταβάλλονται από εγγυητή, καθώς και τυχόν πληρωμών που καταβάλλονται από τον καθορισμένο χρεώστη, για ανεξασφάλιστα χρέη προς συγκεκριμένο καθορισμένο πιστωτή στα πλαίσια του ΠΣΑ, δεν μπορεί να ξεπερνά το ποσό της διαφοράς, που αναφέρθηκε προηγουμένως, ή, εάν πρόκειται για ανεξασφάλιστο χρέος, το συνολικό χρέος που προκύπτει από την επαλήθευση χρέους. Στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό των €50.248,48 πλέον τόκους από την 01.07.2020. Σε περίπτωση καταβολής από τον εγγυητή εφάπαξ ποσού, λαμβάνονται υπόψη οι οποιεσδήποτε πληρωμές καταβλήθηκαν από το χρεώστη προς τον πιστωτή δυνάμει του ΠΣΑ. 19. Πρόσθετα της προστασίας του εγγυητή στην προαναφερόμενη έκταση, και ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, καμία αγωγή που αφορά εγγύηση σε σχέση με καθορισμένο χρέος δεν εγείρεται από καθορισμένο πιστωτή εναντίον εγγυητή, μετά την περίοδο δύο ετών από την ημέρα κατά την οποία τίθεται σε ισχύ το ΠΣΑ. Συνάγεται ότι, είναι δυνατόν να εγερθεί αγωγή σε σχέση με την εγγύηση που αφορά σε καθορισμένο χρέος από καθορισμένο πιστωτή πριν από την πάροδο της περιόδου του δύο ετών. Αυτή η πρόνοια, περί παραγραφής στα δύο χρόνια, είναι για την ενίσχυση της προστασίας του εγγυητή, παράλληλα με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, που περιορίζουν την έκταση της ευθύνης του, είτε στο ποσό της διαφοράς, όπου υπάρχει εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη, είτε στο ποσό της επαλήθευσης, εάν δεν υπάρχει εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη. 20. Σε περίπτωση που εγγυητής καταβάλει ολόκληρο το ποσό του χρέους, καθίσταται ο ίδιος ανεξασφάλιστος πιστωτής ως προς το ποσό που αντιστοιχεί στην εν λόγω πληρωμή, και έχει όλα τα δικαιώματα ανεξασφάλιστου πιστωτή έναντι του χρεώστη, και οι απαιτήσεις του έχουν την ίδια προτεραιότητα με αυτές των άλλων ανεξασφάλιστων πιστωτών. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, καμία αγωγή από εγγυητή εναντίον χρεώστη ή οποιουδήποτε άλλου συνεγγυητή σε σχέση με καθορισμένο χρέος δεν εγείρεται μετά την περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία καταβολής πληρωμής από τον εγγυητή στον πιστωτή αναφορικά με χρέος του πιστωτή. Με αυτή την ειδική παραγραφή και επί του δικαιώματος του εγγυητή να προσφύγει εναντίον του χρεώστη και του συνεγγυητή, υποκαθιστώντας τον ανεξασφάλιστο πιστωτή, ενισχύεται η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων που σκοπεί ο νόμος. 21. Συναφώς προς τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, κάθε εγγυητής που περιλαμβάνεται στην επαλήθευση χρέους, τηρείται ενήμερος από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας αναφορικά με τη δυνατότητα του χρεώστη να αποπληρώνει τα χρέη του. Για τους ίδιους λόγους που προαναφέρθηκαν. Σε περίπτωση που χρεώστης παραλείπει να προβεί σε πληρωμές δυνάμει ΠΣΑ ή σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού του ΠΣΑ, καθορισμένος πιστωτής δεν δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση του εν λόγω χρέους, στον βαθμό που το εν λόγω χρέος αποτελεί εξασφαλισμένο χρέος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος άρθρου. Συνάγεται πως, σε περίπτωση που χρεώστης παραλείπει να προβεί σε πληρωμές δυνάμει ΠΣΑ ή σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού του ΠΣΑ, καθορισμένος πιστωτής δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση του εν λόγω χρέους για ανεξασφάλιστο χρέος ή για το ποσό της διαφοράς. Εάν ισχύει τότε και η διετία, όπως ερμηνεύει η συνήγορος των Εναγόμενων, ή όχι, δεν είναι θέμα που αφορά στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα παύσης πληρωμών ή πρόωρου τερματισμού του ΠΣΑ και σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα κινήθηκε εντός της διετίας από την θέση σε ισχύ του ΠΣΑ. 22. Σε περίπτωση που είτε το προστατευτικό διάταγμα του άρθρου 39 έληξε χωρίς να τεθεί σε ισχύ ΠΣΑ ή ανανεώθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 75, αλλά το Δικαστήριο δεν εξέδωσε διάταγμα επιβολής ΠΣΑ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 72, παύει να ισχύει και η περιορισμένη προστασία του εγγυητή δυνάμει του άρθρου 67. 23. Για τους ίδιους λόγους που προαναφέρθηκαν, κάθε εγγυητής καθορισμένου χρέους καλείται να παρίσταται σε οποιεσδήποτε συγκαλούμενες συνελεύσεις πιστωτών, με τον ίδιο τρόπο που καλούνται οι πιστωτές και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σε σχέση με πρόταση ΠΣΑ που ετοιμάζεται από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας. 24. Ο νόμος προχωρά και ένα βήμα ακόμα, στην § 20, και προβλέπει πως, ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του άρθρου 67, πιστωτής δεν δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά μέτρα εναντίον εγγυητή, σε περίπτωση που πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: το ισοζύγιο μεταξύ του ενεργητικού και παθητικού της προσωπικής και επαγγελματικής περιουσίας του εν λόγω εγγυητή, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας αυτού, σύμφωνα με την κεφαλαιουχική του κατάσταση δυνάμει του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Νόμου, δεν υπερβαίνει τις €750.000,00· και ο εν λόγω εγγυητής: (
  2. i)κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης, εν προκειμένω το 2007, είχε ή ανέλαβε ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους σύμβασης εγγύησης, για ποσό χρέους το οποίο καλύπτεται από ΠΣΑ που έχει τεθεί σε ισχύ και που δεν υπερβαίνει τις €250.000,00 και για το οποίο υπόκειται σε εξασφάλιση η κύρια κατοικία του καθορισμένου χρεώστη· ή (
  3. ii)κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.65(Ι)/2015, έχει ευθύνη σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εγγύησης για υπόλοιπο χρέους, το οποίο καλύπτεται από ΠΣΑ που έχει τεθεί σε ισχύ και που δεν υπερβαίνει τις €250.000,00 και για το οποίο υπόκειται σε εξασφάλιση η κύρια κατοικία του καθορισμένου χρεώστη. Η πρόνοια αυτή ισχύει μόνο για χρέη τα οποία καλύπτονται από ΠΣΑ και τα οποία, μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.65(Ι)/2015, αποτελούσαν δάνεια που θεωρούνται μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις δυνάμει της εκάστοτε σε ισχύ Οδηγίας περί του Ορισμού των Μη Εξυπηρετούμενων και των Ρυθμισμένων Χορηγήσεων που εκδίδει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει του άρθρου 41 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/1997 και δεν ισχύει για χρέη τα οποία καλύπτονται από ΠΣΑ για τα οποία συνάφθηκαν συμβάσεις εγγύησης μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.65(Ι)/2015. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η συμφωνία εγγύησης συνάφθηκε το 2007, το χρέος δεν υπόκειται σε εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του καθορισμένου χρεώστη, ώστε να απασχολεί αυτή η ρύθμιση, γενικότερα. 25. Προβλέπεται περαιτέρω πως, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου και τηρουμένων των προαναφερόμενων, ο πιστωτής δεν δύναται να εκποιήσει την κύρια κατοικία εγγυητή για σκοπούς ικανοποίησης της αξίωσής του εναντίον του εγγυητή, σε σχέση με την ευθύνη του εγγυητή που προκύπτει από τις υποχρεώσεις του χρεώστη. 26. Συνοψίζοντας, η απόλυτη προστασία του εγγυητή υφίσταται μόνο ενόσω ισχύει το προστατευτικό διάταγμα για σκοπούς υποβολής πρότασης για ΠΣΑ ή επιβολής ΠΣΑ, διαδικασία στην οποία μετέχει και ο εγγυητής και έχει λόγο. Από το σύνολο του άρθρου 67 Ν.65(Ι)/2015, που ρυθμίζει ειδικά τη μεταχείριση του εγγυητή στο πλαίσιο ΠΣΑ, και την εξισορρόπηση που σκοπεί μεταξύ των δικαιωμάτων του χρεώστη, του εγγυητή και του καθορισμένου πιστωτή, και από τη συνανάγνωσή του με όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει πως: ο καθορισμένος πιστωτής που υποβάλλει επαλήθευση χρέους εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας μπορεί, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο ετών από την έναρξη ισχύος του ΠΣΑ, να προσφύγει δικαστικά εναντίον του εγγυητή του καθορισμένου χρέους. Μπορεί να το πράξει εφόσον δεν συνάφθηκε κάποια διαφορετική συμφωνία για την αποπληρωμή του καθορισμένου χρέους από τον εγγυητή, εφόσον το καθορισμένο χρέος είναι ανεξασφάλιστο ή, σε περίπτωση που υπάρχει εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη, μόνον για τυχόν ποσό διαφοράς, και περιορισμένα, μέχρι την έκταση του χρέους που επαληθεύτηκε, και εφόσον δεν αποκλείεται αυτή η δυνατότητα με κάποιον ειδικότερο τρόπο, περιλαμβανομένης της § 20. Από το ποσό που οφείλει να πληρώσει στον καθορισμένο πιστωτή, κατά τον χρόνο της πληρωμής εφάπαξ, αφαιρούνται οι πληρωμές που έγιναν ήδη έναντι από τον χρεώστη στο πλαίσιο του ΠΣΑ. Ισχύουν περιορισμοί όσον αφορά την εκτέλεση επί της περιουσίας του εγγυητή που δεν συνιστά εξασφάλιση του ιδίου χρέους. 27. Καταληκτικά αυτής της σύνοψης, οι σχετικές προδικαστικές ενστάσεις των Εναγόμενων, με τα επί του παρόντος δεδομένα, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, εφόσον η Ενάγουσα, η οποία επαλήθευσε το χρέος της με αναφορές προς τους εγγυητές με τους οποίους δεν υπάρχει διαφορετική συμφωνία, κινήθηκε δικαστικά εναντίον τους εντός δύο ετών από την έναρξη της ισχύς του ΠΣΑ. Όσον αφορά το ποσό του χρέους που αξιώνει η Ενάγουσα, που υπερβαίνει το ποσό του καθορισμένου χρέους που επαληθεύτηκε, δεν αποβαίνει μοιραία για την αγωγή της, εφόσον οποιοσδήποτε σχετικός περιορισμός μπορεί να εφαρμοστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής και δεν υποδηλώνεται κατάχρηση εξ αυτού και μόνον. Δεν προκύπτουν οποιοιδήποτε λόγοι, εκ του νόμου, που να αποτρέπουν την Ενάγουσα από το να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των Εναγόμενων. Οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγόμενων, υπό την παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγόμενων, απορρίπτονται. 28. Συνακόλουθα, η αγωγή παραμένει για Οδηγίες την 19.12.2023 ώρα 08:30. Η εμφάνιση να γίνει με φυσική παρουσία. 29. Όσον αφορά τα έξοδα των εμφανίσεων που σχετίζονται με την εκδίκαση αυτού του προδικαστικού σημείου, κρίνω δικαιότερο, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, αλλά και τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε σε αυτό, σε αυτό το στάδιο, με τα επί του παρόντος δεδομένα, να είναι στην πορεία της αγωγής της Ενάγουσας, αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.) ......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.