← Κύπρος

SKY CAC LIMITED ν. A. PAPASAVVAS TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1117/2014, 8/12/2023

SKY CAC LIMITED ν. A. PAPASAVVAS TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1117/2014, 8/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1117/2014 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD, από την Λευκωσία Ενάγουσας και 1. A. PAPASAVVAS TRADING LIMITED, από την Πάφο 2. ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΒΒΑ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ, από την Πάφο 3. ΣΑΒΒΑ ΑΝΔΡΕΟΥ, από την Πάφο Εναγομένων Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερομηνίας 19.12.22 Μεταξύ: SKY CAC LIMITED Ενάγουσας και 1. A. PAPASAVVAS TRADING LIMITED, από την Πάφο 2. ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΒΒΑ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ, από την Πάφο 3. ΣΑΒΒΑ ΑΝΔΡΕΟΥ, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 08.12.23 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Ε. Κορακίδης μαζί με κ. Ε.Κορακίδη για κ.κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους 1 & 2: κος Σ. Ζαννούπας Για Εναγόμενο 3: κος Γ. Λεοντίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού που σύμφωνα με την Ενάγουσα της οφείλεται στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1 με εξασφαλίσεις των Εναγομένων 2 και 3. Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης, ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής και συνάμα ενυπόθηκος οφειλέτης και ο Εναγόμενος 3 ως εγγυητής. Ειδικότερα η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την επιδίκαση ποσού ύψους €104.059,01 που θεωρούν ότι αντιστοιχεί στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό πλέον τόκους. Επίσης η Ενάγουσα ζητεί εκποίηση ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας που ισχυρίζεται ότι δόθηκε ως εξασφάλιση της παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία: Η ακίνητη περιουσία που είναι υποθηκευμένη προς όφελος της Ενάγουσας και ζητείται εκποίηση της, ως μέρος των θεραπειών που επιδιώκονται, αφορά μερίδιο που είναι εγγεγραμμένο στον Εναγόμενο 2. Πρόκειται για τα τρία ακίνητα που περιγράφονται υπό τα σημεία Α & Β της §6 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Δεν χρειάζεται να εκθέσω την περιγραφή των εν λόγω ακινήτων. Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων: Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η Alpha Bank Cyprus Limited (στο εξής η «Alpha Bank» ή η «Τράπεζα») παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 υπό τη μορφή λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 17.07.03 που συνομολογήθηκε και υπογράφηκε στην Πάφο μεταξύ της εν λόγω Τράπεζας και της Εναγομένης 1 ως συμβαλλόμενα μέρη. Το όριο υπερανάληψης στην πορεία διαφοροποιήθηκε με βάση τροποποιητικές συμφωνίες. Με βάση δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 2 & 3, δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερ. 21.07.10, εγγυήθηκαν προσωπικά από κοινού και/ή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις παρούσες ή μελλοντικές της Εναγομένης 1 που πηγάζουν από τη σύμβαση λειτουργίας λογαριασμού με όριο υπερανάληψης μέχρι ποσού €75.500 πλέον τόκους και έξοδα. Ως περαιτέρω εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, εγγράφηκαν προς όφελος της Alpha Bank στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου οι υποθήκες αρ. Υ8540/06 μέχρι ποσού €13.668,81 (ισότιμο σε Λ.Κ.£8.000) πλέον τόκους που αφορά μερίδιο επί ενός ακινήτου και Υ12511/08 μέχρι ποσού €60.000 πλέον τόκους που αφορά μερίδια επί δύο ακινήτων. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των μεριδίων επί των τριών υποθηκευμένων ακινήτων είναι ο Εναγόμενος 2. Τα χαρακτηριστικά των εν λόγω υποθηκευμένων ακινήτων εκτίθενται στην §6 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Όπως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, στην πορεία επειδή ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση η Alpha Bank απέστειλε στην Εναγόμενη 1 με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2 & 3 συστημένες επιστολές ημερ. 18.12.12 & 29.05.13 με τις οποίες τους πληροφόρησε για την υπέρβαση που δημιουργήθηκε και παράλληλα τους κάλεσε να επανορθώσουν την παράβαση εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος που η κάθε μία επιστολή υποδείκνυε. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών, με νέα συστημένη επιστολή της ημερ. 04.07.13 που απέστειλε στους Εναγομένους 1, 2 & 3 η Alpha Bank τερμάτισε τη λειτουργία του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού και κατέστησε όλο το χρεωστικό υπόλοιπο του απαιτητό και πληρωτέο. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, κατά τον τερματισμό της σύμβασης και κατ' επέκταση της λειτουργίας του λογαριασμού το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στα €104.059,01 πλέον τόκους. Αντίθετα οι Εναγόμενοι 1 & 2 στην έκθεση υπεράσπισης τους επικαλούνται χρεώσεις που είναι παράνομες επειδή έγιναν κατά παράβαση σχετικής νομοθεσίας και περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες εις βάρος τους καθώς επίσης χρεώσεις που είναι αντισυμβατικές επειδή έγιναν καθ' υπέρβαση και σε αντίθεση με πρόνοιες της συμφωνίας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης είναι παράνομες αφού συνομολογήθηκαν κατά παράβαση του Ν.39(Ι)/2001 και ως εκ τούτου θεωρούνται άκυρες. Επίσης επικαλούνται ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης επειδή οι συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άκυρες, επειδή οι πρόνοιες των εγγράφων εγγύησης παραβιάζουν τον περί Προστασίας Εγγυητών Νόμο και επειδή η Ενάγουσα, δια της Alpha Bank, παρέλειψε πριν την υπογραφή τους να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες στον Εναγόμενο 2 και να τον ενημερώσει για τη νομική ισχύ των εγγράφων εγγύησης. Είναι ακόμη η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων 1 & 2 ότι ο τερματισμός των συμφωνιών είναι παράνομος και κατ' επέκταση άκυρος. Σύμφωνα με τους εν λόγω Εναγομένους, του επικαλούμενου τερματισμού δεν προηγήθηκε επιστολή επανόρθωσης της παράβασης σύμφωνα με τον Ν.39(Ι)/2001. Παράλληλα αρνιούνται ότι έλαβαν τις επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού που αναφέρονται από την Ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση αρνιούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό αλλά αν ήθελε αποδειχτεί κάτι τέτοιο αυτό που οφείλεται είναι μικρότερο από αυτό που αξιώνεται. Ο δε Εναγόμενος 3 στην τροποποιημένη υπεράσπιση του αρνείται ότι υπέγραψε έγγραφο εγγύησης υπό την προσωπική του ιδιότητα. Διαζευκτικά ισχυρίζεται πως αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει η υπογραφή του, αυτή είναι άκυρη επικαλούμενος ότι στην προκειμένη περίπτωση ισχύει η νομική αρχή non est factum. Είναι η δικογραφημένη θέση του ότι νομιζόμενος ότι τα έγγραφα που του υποδείχτηκαν αφορούσαν την Εναγόμενη 1 εταιρεία στην οποίαν είναι διευθυντής και ότι θα τα υπέγραφε ως διοικητικός σύμβουλος της και χωρίς να του εξηγηθεί από υπάλληλο των Εναγόντων ότι έπρεπε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για τη νομική φύση των εγγράφων και επειδή ο υπάλληλος της Alpha Bank τον παραπλάνησε λέγοντας του ότι ήταν τυπικά έγγραφα της Εναγομένης 1, ο ίδιος προχώρησε στην υπογραφή τους ως διευθυντής της Εναγομένης 1 χωρίς να γνωρίζει ότι υπέγραφε έγγραφο εγγύησης προσωπικά και δίχως να φορά τα γυαλιά πρεσβυωπίας του. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3, ο ίδιος δεν εγγυήθηκε τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Επικαλείται ότι υπέστη θύμα εξαπάτησης, δόλου και ψευδών παραστάσεων από λειτουργό της Ενάγουσας στη βάση λεπτομερειών που αναφέρονται υπό τα σημεία (
  2. i)μέχρι (
  3. vi)της §10 του δικογράφου του, οι οπαίες ουσιαστικά είναι τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που αναφέρθηκαν προηγουμένως και συνθέτουν την εκδοχή του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε το επίμαχο έγγραφο. Ανταπαιτώντας ο Εναγόμενος 3 ζητεί δήλωση του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση που διαπιστωθεί η υπογραφή του σε έγγραφο εγγύησης, αυτό είναι άκυρο λόγω δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και/ή της νομικής αρχής non est factum. Επιπλέον ανταξιώνει τιμωρητικές, παραδειγματικές και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις για τη συμπεριφορά που επέδειξαν οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι των Εναγόντων απέναντι του. Για όλα τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι 2 και 3 ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. Παράλληλα ο Εναγόμενος 3 επιδιώκει τις αιτούμενες θεραπείες μέσω της ανταπαίτησης του με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους η Ενάγουσα παρουσίασε τρεις μάρτυρες. Προς υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι δεν κάλεσαν κανένα μάρτυρα. Επίσης ούτε για σκοπούς προώθησης της ανταπαίτησης του ο Εναγόμενος 3 παρουσίασε οποιαδήποτε προφορική ή άλλης μορφής μαρτυρία. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 31 τεκμήρια. Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. ΜΕ1 ήταν ο Ανδρέας Χαραλάμπους, ο οποίος εργάζεται σε υποκατάστημα της Alpha Bank στην Πάφο και είναι υπεύθυνος του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Η κυρίως εξέταση του ουσιαστικά αποτελείται από γραπτή δήλωση του, η οποία παρουσιάστηκε ως Ένδειξη 'Α', κατά τη διάρκεια της οποίας κατέθεσε διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη του περιεχομένου της (Τεκμήρια 1 μέχρι 28). Ακολούθησε η αντεξέταση του από τους συνηγόρους των Εναγομένων. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη φύση των δραστηριοτήτων που διεξάγει η Alpha Bank και στην επαγγελματική σχέση που είχε με τους Εναγομένους. Ακόμη εξήγησε την πρακτική που η εν λόγω Τράπεζα εφάρμοζε, τα κριτήρια επιλογής που χρησιμοποιούσε καθώς και τις διαδικασίες που ακολουθούσε σε περιπτώσεις όπως της παρούσα. Όπως είπε, στις 30.06.03 η Εναγόμενη 1, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην Πάφο, αποτάθηκε στην Alpha Bank αιτούμενη τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων με την εν λόγω Τράπεζα να ανταποκρίνεται θετικά στο αίτημα της. Προς ικανοποίηση του αιτήματος της Εναγομένης 1, στις 17.07.03 λειτούργησε τρεχούμενος λογαριασμός με όριο υπερανάληψης με αρ. [ ] ο οποίος αργότερα έλαβε τον αρ. [ ]. Το όριο υπερανάληψης ανερχόταν σε Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543). Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 31.10.03 που συνομολογήθηκε και υπογράφηκε στην Πάφο μεταξύ της Alpha Bank και της Εναγομένης 1, η εν λόγω Τράπεζα ανέλαβε τη συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι Εναγόμενοι 2 & 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, της οποίας είναι μέτοχοι και διευθυντές, δυνάμει εγγράφου εγγύησης. Επίσης, ως επιπλέον εξασφάλιση, στις 20.06.06 ο Εναγόμενος 2 ενέγραψε προς όφελος της Alpha Bank την υποθήκη αρ. Υ8540/06 που αφορά συγκεκριμένο μερίδιο επί του ακινήτου μέχρι ποσού Λ.Κ.8.000 (ισότιμο σε €13.668,81) πλέον τόκους, τα χαρακτηριστικά του οποίου περιγράφονται στην §6Α της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Με βάση τις αναφορές του μάρτυρα, στις 02.09.08 υπήρξε τροποποιητική συμφωνία αναφορικά με το όριο υπερανάληψης. Για την κάλυψη της αύξησης του ορίου υπερανάληψης, ο Εναγόμενος 2 την ίδια ημέρα ενέγραψε προς όφελος της Alpha Bank την υποθήκη αρ. Υ12511/08 που αφορά δύο συγκεκριμένα μερίδια επί δύο ακινήτων μέχρι ποσού €60.000 πλέον τόκους, τα χαρακτηριστικά του οποίου περιγράφονται στην §6Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Ακολούθησαν νέες τροποποιητικές συμφωνίες ημερ.30.06.10 και 28.03.11 πάλι σε σχέση με το όριο υπερανάληψης, το οποίο τελικά ανήλθε σε €75.500. Εις εξασφάλιση της αύξησης του ορίου υπερανάληψης, οι Εναγόμενοι 2 & 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 δυνάμει εγγράφου εγγύησης μέχρι ποσού €75.500 πλέον τόκους και έξοδα. Παράλληλα με δηλώσεις του ημερ. 30.06.10 και 28.03.11, ο Εναγόμενος 2 δήλωσε πως οι προαναφερόμενες υποθήκες εξασφαλίζουν την εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1. Σύμφωνα με τον μάρτυρα επειδή παρατηρήθηκε υπέρβαση στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό, η Alpha Bank με συστημένη επιστολή της ημερ. 18.12.12 που απέστειλε στους Εναγομένους τους ενημέρωσε για το γεγονός αυτό καλώντας τους να διευθετήσουν σύντομα το πρόβλημα. Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση, η Alpha Bank απέστειλε νέα συστημένη επιστολή της ημερ. 29.05.13 στους Εναγομένους καλώντας τους να τακτοποιήσουν την υπέρβαση. Επειδή παρά την αποστολή δύο προειδοποιητικών επιστολών δεν υπήρξε συμμόρφωση, η Alpha Bank με συστημένη επιστολή της ημερ. 04.07.13 που απέστειλε στην Εναγόμενη 1 προχώρησε σε τερματισμό της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού καθιστώντας όλο το χρεωστικό υπόλοιπο απαιτητό και πληρωτέο. Παράλληλα κάλεσε την Εναγόμενη 1 να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους εντός 15 ημερών. Με βάση την μαρτυρία του ΜΕ1, συστημένη επιστολή ημερ. 04.07.13 αποστάληκε τόσο στον Εναγόμενο 2 ως εγγυητή αλλά και ενυπόθηκο οφειλέτη όσο και στον Εναγόμενο 3 ως εγγυητή, οι οποίοι αφού ενημερώθηκαν για τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού κλήθηκαν να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους εντός 15 ημερών, εκπληρώνοντας έτσι τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις συμβάσεις που κατ' ισχυρισμό τους δεσμεύουν. Όπως ο μάρτυρας είπε, καμία από τις πιο πάνω επιστολές επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά το χρόνο του τερματισμού το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στα €104.059,01 πλέον τόκους. Ωστόσο δημιουργήθηκε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από την οποίαν αφαιρέθηκαν χρεώσεις λόγω καθυστερήσεων αλλά και άλλες χρεώσεις. Με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 04.07.13 (ημερομηνία τερματισμού) ανέρχεται σε €89.721,25 πλέον συσσωρευμένους τόκους €87,23 από 01.07.13 μέχρι 04.07.13 πλέον τόκο προς 11,25% ετησίως επί ποσού €89.721,25 από 05.07.13 μέχρι 24.11.13 πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως από 25.11.13 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Ο ΜΕ1 απέρριψε τη θέση των Εναγομένων 1 & 2 ότι οι ενέργειες της Τράπεζας για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων σ' αυτούς ήταν εικονικές. Περαιτέρω απέρριψε τη θέση του Εναγομένου 3 ότι δεν υπέγραψε έγγραφο εγγύησης, ότι δεν ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του και ότι δεν παρέλαβε τις προαναφερόμενες επιστολές της Τράπεζας. ΜΕ2 ήταν η Κυριακή Παπαμιχαήλ, λειτουργός στο Τμήμα Γενικών Αιτήσεων και Εταιρειών στο Ε.Δ. Λευκωσίας από 15.06.22. Στην ένορκη μαρτυρία της κατέθεσε πιστό αντίγραφο διατάγματος ημερ. 07.12.22 του Ε.Δ. Λευκωσίας που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 655/22 I-Justice (εταιρική αίτηση) και αφορά επικύρωση του σχεδίου διακανονισμού μεταξύ της Alpha Bank και της Ενάγουσας (SKY CAC LIMITED). Το εν λόγω διάταγμα παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 29. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 30 σχετική σελίδα Παραρτήματος στην οποίαν περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη περίπτωση πιστωτικής διευκόλυνσης. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων. ΜΕ3 ήταν ο Αντώνης Αντωνίου, ο οποίος επίσης εργάζεται σε υποκατάστημα της Alpha Bank στην Πάφο. Η γραπτή του δήλωση που παρουσιάστηκε ως Ένδειξη 'Β' αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του. Μέσα από αυτήν κατατέθηκε η σελίδα 7690 από την Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Τεκμήριο 31. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 1 & 2 με το περιεχόμενο της να υιοθετείται από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου 3. Σύμφωνα με την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η παρούσα αγωγή που αφορά την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση με αρ. 2200052736 μαζί με τις εξασφαλίσεις της έχουν εξαγοραστεί από την Ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Όπως είπε, η επίμαχη εξαγορά γνωστοποιήθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας και προς τούτο παρέπεμψε στο Τεκμήριο 31. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επέμεινε ότι η αγωγή αυτή μαζί με τον συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό ανήκαν αρχικά Alpha Bank και ακολούθως εξαγοράστηκαν από την Ενάγουσα. Τελικές Αγορεύσεις: Όλες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε νομοθεσίες και παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Παραδεκτά γεγονότα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:

(1)Η Alpha Bank ήταν κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
(2)Η Alpha Bank ήταν και είναι τραπεζικός οργανισμός και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ασκούσε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ασκεί νόμιμα τραπεζικές εργασίες / εργασίες πιστωτικού ιδρύματος κατόπιν σχετικής σε ισχύ άδειας που διαθέτει, ανάμεσα στις οποίες επαγγελματικές δραστηριότητες της είναι να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις έναντι εγγυήσεων και άλλων εξασφαλίσεων σε φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα.
(3)Στην πορεία η Alpha Bank άλλαξε επωνυμία από Alpha Bank Limited σε Alpha Bank Cyprus Limited, επωνυμία που συνεχίζει να διατηρεί μέχρι σήμερα.
(4)Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην επαρχία Πάφου.
(5)Οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι μέτοχοι και ταυτόχρονα διευθυντές της Εναγομένης 1 εταιρείας.
(6)Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται επαγγελματικά με την εξαγορά πιστώσεων.
(7)Με βάση Σχέδιο Διακανονισμού που επικυρώθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 07.12.22 από το Ε.Δ. Λευκωσίας, τέθηκε σε εφαρμογή στις 09.12.22 και ακολούθως δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας με αρ. 6998, έχουν μεταβιβαστεί από την Alpha Bank στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, περιπτώσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφείς μ' αυτές εξασφαλίσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Σχεδίου.
(8)Στις 30.06.03 η Εναγόμενη 1 αποτάθηκε στην Alpha Bank αιτούμενη τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων.
(9)Η Alpha Bank ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα της Εναγομένης 1 και προς ικανοποίηση του αιτήματος στις 17.07.03 λειτούργησε τρεχούμενο λογαριασμό αρ. [ ] ο οποίος αργότερα έλαβε τον αρ. [ ] με όριο υπερανάληψης μέχρι ποσού Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543).
(10)Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 31.10.03 που συνομολογήθηκε και υπογράφηκε στην Πάφο μεταξύ της Alpha Bank και της Εναγομένης 1, η εν λόγω Τράπεζα ανέλαβε τη συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1.
(11)Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, της οποίας είναι μέτοχος και διευθυντής, δυνάμει εγγράφου εγγύησης.
(12)Ως επιπλέον εξασφάλιση, στις 20.06.06 ο Εναγόμενος 2 ενέγραψε προς όφελος της Alpha Bank την υποθήκη αρ. Υ8540/06 που αφορά συγκεκριμένο μερίδιο επί του ακινήτου μέχρι ποσού Λ.Κ.8.000 (ισότιμο σε €13.668,81) πλέον τόκους, τα χαρακτηριστικά του οποίου περιγράφονται στην §6Α της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
(13)Στις 02.09.08 υπήρξε τροποποιητική συμφωνία αναφορικά με το όριο υπερανάληψης.
(14)Για την κάλυψη της αύξησης του ορίου υπερανάληψης, ο Εναγόμενος 2 την ίδια ημέρα ενέγραψε προς όφελος της Alpha Bank την υποθήκη αρ. Υ12511/08 που αφορά δύο συγκεκριμένα μερίδια επί δύο ακινήτων μέχρι ποσού €60.000 πλέον τόκους, τα χαρακτηριστικά του οποίου περιγράφονται στην §6Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
(15)Ακολούθησαν νέες τροποποιητικές συμφωνίες ημερ.30.06.10 και 28.03.11 πάλι σε σχέση με το όριο υπερανάληψης, το οποίο τελικά ανήλθε σε €75.500.
(16)Εις εξασφάλιση της αύξησης του ορίου υπερανάληψης, ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 δυνάμει εγγράφου εγγύησης μέχρι ποσού €75.500 πλέον τόκους και έξοδα.
(17)Ο Εναγόμενος 2 στις 30.06.10 και 28.03.11 προέβηκε σε γραπτές δηλώσεις μέσα από τις οποίες ανάφερε ότι οι προαναφερόμενες υποθήκες εξασφαλίζουν την εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1.
(18)Η Alpha Bank ετοίμασε συστημένη επιστολή ημερ. 18.12.12 που απευθύνεται στους Εναγομένους 1, 2 & 3 με την οποίαν τους καλεί να διευθετήσουν σύντομα το πρόβλημα της υπέρβασης που έχουν παρατηρήσει.
(19)Ακολούθως η Alpha Bank ετοίμασε νέα συστημένη επιστολή ημερ. 29.05.13 που απευθύνεται στους Εναγομένους 1, 2 & 3 με την οποίαν τους καλεί εκ νέου να διευθετήσουν σύντομα το πρόβλημα της υπέρβασης που έχουν παρατηρήσει.
(20)Έπειτα η Alpha Bank ετοίμασε συστημένη επιστολή ημερ. 04.07.13 απευθυνόμενη στην Εναγόμενη 1 με την οποίαν προχωρεί σε τερματισμό της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού καθιστώντας όλο το χρεωστικό υπόλοιπο απαιτητό και πληρωτέο.
(21)Παράλληλα στην επιστολή τερματισμού η Alpha Bank καλεί την Εναγόμενη 1 να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους εντός 15 ημερών.
(22)Επίσης η επιστολή τερματισμού επρόκειτο να κοινοποιηθεί τόσο στον Εναγόμενο 2 ως εγγυητή αλλά και ενυπόθηκο οφειλέτη όσο και στον Εναγόμενο 3 ως εγγυητή ώστε αφού ενημερωθούν για τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού να κληθούν να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους εντός 15 ημερών. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Πρόκειται για τους άμεσα εμπλεκόμενους και πρωταγωνιστές της υπόθεσης αυτής. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του. Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς και τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Πρόκειται για έμπειρο λειτουργό της Ενάγουσας που φαίνεται να βρίσκεται στην υπηρεσία της εδώ και 8 (οκτώ) περίπου χρόνια. Από την αρχή προσδιόρισε τον ρόλο που ο ίδιος διαδραμάτισε στην υπόθεση. Η εμπλοκή του στην υπόθεση είναι συγκεκριμένη και περιορισμένη. Η ανάθεση σ' αυτόν της παρακολούθησης του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγομένης 1 και η ευθύνη της κατοχής, του ελέγχου και της φύλαξης των εγγράφων που σχετίζονται με τον λογαριασμό αυτό, έδωσε την ευκαιρία στον εν λόγω μάρτυρα να έχει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα και γενικότερα στο περιεχόμενο του υπηρεσιακού φακέλου που αφορά την παρούσα αγωγή. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να ενημερωθεί για τα περιστατικά που περιβάλλουν την περίπτωση πιστωτικής διευκόλυνσης στην Εναγόμενη
  1. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο και εξιστόρησε μόνο αυτά που βρίσκονταν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Χωρίς περιστροφές ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη των συμφωνιών για χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη
  2. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε άμεσα και επί της ουσίας τους δίχως να φλυαρεί και να προσπαθεί να παραπλανήσει. Η εντύπωση που αποκόμισα από την όλη στάση και συμπεριφορά του είναι ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα που πρόθεση του ήταν απλά να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Η μαρτυρία του δύναται να διαχωριστεί σε δύο μέρη. Η πρώτη πτυχή της μαρτυρίας του παραπέμπει σε παραδεκτά γεγονότα, σε γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων και σε γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Χωρίς αμφιβολία τα αποδέχομαι. Τέτοια γεγονότα είναι το καθεστώς υπό το οποίο ασκεί επαγγελματικές δραστηριότητες η Alpha Bank, η επαγγελματική σύνδεση που χαρακτηρίζει την Εναγόμενη 1 με τους Εναγομένους 2 και 3, η επαγγελματική σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 που αφορούσε πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω της λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης, το πλαίσιο εμπλοκής της Εναγομένης 2 στην παρούσα υπόθεση δηλαδή συμφωνητικό έγγραφο εγγύησης των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από την πιο πάνω περίπτωση πιστωτικών διευκολύνσεων στον πρωτοφειλέτη (Εναγόμενη 1) και η εγγραφή των δύο προαναφερόμενων υποθηκών προς όφελος της Alpha Bank που αφορούν την υποθήκευση εγγεγραμμένων μεριδίων του Εναγομένου 2 επί τριών ακινήτων. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν τα γεγονότα που αφορούν την ετοιμασία προειδοποιητικών επιστολών και επιστολής τερματισμού των συμβάσεων και της λειτουργίας του σχετικού λογαριασμού, οι οποίες απευθύνονται τόσο στην Εναγόμενο 1 όσο και στους Εναγομένους 2 και
  3. Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του ασχολείται με αναφορές που παρουσιάζουν γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται ότι διαδραματίστηκαν από πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Στην απουσία άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας που να τα αντικρούει, δεν έχω κανένα λόγο να μην αποδεχτώ το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ
  4. Ουδέποτε ο μάρτυρας αυτός μου έδωσε την εντύπωση ότι απέκρυψε γεγονότα που γνωρίζει ή ότι προέβηκε σε αναφορές που εν γνώσει του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το γεγονός της επιβεβαίωσης της από άλλο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και της μη αντίκρουσης της από άλλη μαρτυρία, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα έπληττε την αξιοπιστία του, είναι παράγοντες που της προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα και πειστικότητα (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Για καλύτερη αντίληψη του σκεπτικού του Δικαστηρίου τα πιο κάτω είναι σχετικά. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες επί διαφόρων τροποποιητικών συμφωνιών αύξησης του ορίου υπερανάληψης στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό. Όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 8, πρώτη τέτοια τροποποιητική συμφωνία φέρει ημερομηνία 02.09.08 και έχει ως αντικείμενο τη συμφωνηθείσα αύξηση του ορίου από €18.795 που ήταν μέχρι τότε σε €70.
  1. Συμβαλλόμενα μέρη η Εναγόμενη 1 και η Τράπεζα, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Το εν λόγω έγγραφο φέρει υπογραφή εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1 εταιρείας καθώς και τη σφραγίδα της εν λόγω εταιρείας. Να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και/ή εγκυρότητα του εγγράφου αυτού καθώς επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι η υπογραφή που υπάρχει στο έγγραφο δεσμεύει την εν λόγω εταιρεία όπως και το ότι η σφραγίδα που απεικονίζεται ανήκει στην Εναγόμενη
  2. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1, δια των διοικητικών συμβούλων της, Εναγομένους 2 & 3, είναι αυτή που είχε ζητήσει γραπτώς την αύξηση του ορίου στο ύψος που σημειώνεται στο συμφωνητικό έγγραφο, αίτημα που φαίνεται ότι εγκρίθηκε από την Τράπεζα με τη συνομολόγηση της γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 8). Αυτό τεκμηριώνεται από το Τεκμήριο 9 που είναι απόσπασμα από τα πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ημερ. 01.09.
  3. Οι υπογραφές των αρμοδίων αξιωματούχων της εν λόγω εταιρείας που υπάρχουν στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Κατ' ανάλογο τρόπο στις 30.06.10 συνομολογήθηκε νέα τροποποιητική συμφωνία με αντικείμενο νέα αύξηση του ορίου από €70.595 που ήταν μέχρι τότε σε €75.
  4. Συμβαλλόμενα μέρη η Εναγόμενη 1 και η Τράπεζα, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  5. Το εν λόγω έγγραφο φέρει υπογραφή εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1 εταιρείας καθώς και τη σφραγίδα της εν λόγω εταιρείας. Να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και/ή εγκυρότητα του εγγράφου αυτού καθώς επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι η υπογραφή που υπάρχει στο έγγραφο δεσμεύει την εν λόγω εταιρεία όπως και το ότι η σφραγίδα που απεικονίζεται ανήκει στην Εναγόμενη
  6. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1, δια των διοικητικών συμβούλων της, Εναγομένους 2 & 3, είναι αυτή που είχε ζητήσει γραπτώς την αύξηση του ορίου στο ύψος που σημειώνεται στο συμφωνητικό έγγραφο, αίτημα που φαίνεται ότι εγκρίθηκε από την Τράπεζα με τη συνομολόγηση της γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 13). Αυτό τεκμηριώνεται από το Τεκμήριο 14 που είναι απόσπασμα από τα πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ημερ. 30.06.
  7. Οι υπογραφές των αρμοδίων αξιωματούχων της εν λόγω εταιρείας που υπάρχουν στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Ομοίως στις 28.03.11 συνομολογήθηκε μία άλλη τροποποιητική συμφωνία με αντικείμενο εκ νέου αύξηση του ορίου από €75.500 που ήταν μέχρι τότε σε €83.300, αυτή τη φορά όμως με ισχύ για περιορισμένο χρονικό διάστημα που έχει καθοριστεί. Ειδικότερα η προσωρινή αύξηση του ορίου θα ισχύει μέχρι τις 02.07.11, οπότε από τις 03.07.11 το όριο θα μειωνόταν και θα επανερχόταν στο επίπεδο των €75.
  8. Συμβαλλόμενα μέρη η Εναγόμενη 1 και η Τράπεζα, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  9. Το εν λόγω έγγραφο φέρει υπογραφή εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1 εταιρείας. Να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και/ή εγκυρότητα του εγγράφου αυτού καθώς επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι η υπογραφή που υπάρχει στο έγγραφο δεσμεύει την εν λόγω εταιρεία. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1, δια των διοικητικών συμβούλων της, Εναγομένους 2 & 3, είναι αυτή που είχε ζητήσει γραπτώς την προσωρινή αύξηση του ορίου στο ύψος που σημειώνεται στο συμφωνητικό έγγραφο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που είχε προσδιορίσει, αίτημα που φαίνεται ότι εγκρίθηκε από την Τράπεζα με τη συνομολόγηση της γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 16). Αυτό τεκμηριώνεται από το Τεκμήριο 17 που είναι απόσπασμα από τα πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ημερ. 28.03.
  10. Οι υπογραφές των αρμοδίων αξιωματούχων της εν λόγω εταιρείας που υπάρχουν στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Όλα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Περαιτέρω ο ΜΕ1 επικαλέστηκε γραπτές δηλώσεις του Εναγομένου 2 αναφορικά με τις δύο επίμαχες υποθήκες (Υ8540/06 και Υ12511/08). Πράγματι το Τεκμήριο 18 περιλαμβάνει γραπτές υπογραμμένες δηλώσεις του Εναγομένου 2 ημερ. 20.06.06, 02.09.08 και 30.06.10 με τις οποίες αναγνωρίζει ότι τα ενυπόθηκα εγγεγραμμένα μερίδια του επί των τριών ακινήτων που περιέχονται στις πιο πάνω δύο υποθήκες εξασφαλίζουν μέχρι ποσό €83.300 πλέον τόκους. Το ότι η υπογραφή που εμφανίζεται πάνω από το ολογράφως ονοματεπώνυμο του Εναγομένου 2 ανήκει στον ίδιο, δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. Συνεπώς το γεγονός αυτό αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ένα θέμα που εγέρθηκε μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ1 είναι η εγγύηση που αποδίδεται στον Εναγόμενο 2 ότι έδωσε προς εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης
  11. Το Τεκμήριο 15 αναφέρεται σε προσωπικές εγγυήσεις των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω της λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης, τότε στα €75.500 πλέον τόκους και έξοδα. Στο έντυπο υπάρχουν δύο ονόματα και δύο υπογραφές και δύο είδη μονογραφών. Αυτό του Εναγομένου 2, το οποίο δεν αμφισβητείται ότι το μονόγραψε και το υπέγραψε στις 30.06.
  12. Επίσης ολογράφως υπάρχει το ονοματεπώνυμο του Εναγομένου
  13. Αυτό δεν αμφισβητείται, όπως δεν αμφισβητείται ότι δίπλα από το ονοματεπώνυμο του σημειώνεται ο αριθμός ταυτότητας του. Σε ότι αφορά την υπογραφή και κατ' επέκταση την μονογραφή που υπάρχουν στο έγγραφο, Ο Εναγόμενος 2 δεν έχει προωθήσει ισχυρισμό ότι τόσο η μονογραφή όσο και η υπογραφή δεν είναι δικές του. Ούτε έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Αντίθετα η μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία παρουσιάζει υπογραφή και μονογραφή δίπλα από το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό ταυτότητας του Εναγομένου 2 συνοδευόμενο από τη θέση ότι ανήκουν στον Εναγόμενο 2, όπως αυτά παρουσιάζονται με την κατάθεση του Τεκμηρίου 15, παρέμεινε αναντίλεκτη. Μάλιστα στο δικόγραφο της υπεράσπισης & ανταπαίτησης του ο Εναγόμενος 2 δεν απορρίπτει ενδεχόμενο υπογραφής αλλά αντίθετα αφήνει ορατή τέτοια πιθανότητα επικαλούμενος διαζευκτικά ότι δυνατό να ισχύει η νομική αρχή non est factum (§5(i)). Θα ασχοληθώ στη συνέχεια με την εν λόγω νομική αρχή αλλά και με όλες τις λεπτομέρειες αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο του εν λόγω δικογράφου, αλλά αυτό που έχει τώρα σημασία είναι ότι όχι μόνο ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί από μέρους του Εναγομένου 3 για να αντικρούσει την πραγματική μαρτυρία που έχει προσκομίσει ο ΜΕ1, εις υποστήριξη της δικής του μαρτυρίας, αλλά ούτε έχει προωθηθεί τέτοιος ισχυρισμός με αντίστοιχη υποβολή στον μάρτυρα από τον συνήγορο του Εναγομένου 3 κατά την αντεξέταση του. Παράλειψη αντεξέτασης του συνιστά αποδοχή της θέσης του ΜΕ1 (Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαΐδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Συνεπώς αυτό που έχει αποδειχτεί είναι ότι το Τεκμήριο 15 φέρει την μονογραφή και υπογραφή του Εναγομένου 3, εκτός από αυτές του Εναγομένου
  1. Το γεγονός αυτό αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Με βάση την διαπίστωση αυτή και με γνώμονα ότι το έγγραφο αυτό (Τεκμήριο 15) αφορά παροχή εγγύησης από μέρους του Εναγομένου 3 υπό την προσωπική του ιδιότητα στις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 για ποσό μέχρι €75.500 πλέον τόκους και έξοδα, η οποία σχετίζεται με το τότε κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο των €73.627,17 πλέον τόκους και έξοδα, το ζήτημα της σύνδεσης ή όχι του Εναγομένου 3 με το έγγραφο εγγύησης ημερ. 11.07.03 (Τεκμήριο 5) που επίσης εγέρθηκε κατά την μαρτυρία του ΜΕ1 και αφορά σαφώς μικρότερο ποσό, καθίσταται άνευ σημασίας και σχολιασμού. Ένα άλλο ζήτημα που ο μάρτυρας πραγματεύτηκε μέσα από την μαρτυρία του είναι η δυνατότητα χρήσης χρημάτων της Τράπεζας από την Εναγόμενη
  2. Κατά την αντεξέταση του επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί η εικόνα ότι δεν υπήρχαν εκταμιεύσεις χρημάτων από την Τράπεζα προς όφελος της συγκεκριμένης εταιρείας. Ο ΜΕ1 παρουσίασε το Τεκμήριο 25 που είναι η κατάσταση του επίμαχου τρεχούμενου λογαριασμού. Παρουσιάζει την κίνηση των συναλλαγών που έγιναν την περίοδο από την έναρξη του, ήτοι 17.07.03, μέχρι και τον τερματισμό του, ήτοι 04.07.
  3. Η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού διεξαγόταν στη βάση ορίου υπερανάληψης (overdraft), το ύψος του οποίου στην πορεία διαφοροποιείτο αναλόγως των οικονομικών της Εναγομένης 1, η οποία και προέβαινε σε ανάλογα αιτήματα προς την Τράπεζα. Αν κάποιος μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25, θα παρατηρήσει ότι καθ' όλη τη λειτουργία του ο λογαριασμός διέθετε χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο στην πορεία αυξανόταν αναλόγως του ορίου που αντίστοιχα αυξανόταν μετά από σχετικό αίτημα της Εναγομένης 1 που εγκρινόταν. Η αύξηση του ορίου γινόταν ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού. Συνέχιση της λειτουργίας του λογαριασμού επέφερε αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου του. Η διάθεση χρημάτων γινόταν με αντίστοιχες χρεώσεις του λογαριασμού, πάντοτε εντός του εγκριμένου ορίου. Αυτό χωρίς αμφιβολία καταδεικνύει παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς όφελος της Εναγομένης 1 από μέρους της Τράπεζας. Τα χρηματικά κεφάλαια προέρχονταν από την Τράπεζα και μέσω του εν λόγω λογαριασμού διατίθονταν προς όφελος της Εναγομένης 1 υπό τη μορφή αντίστοιχων χρεώσεων. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 γίνεται αντιληπτό ότι μέσω της λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού, η Εναγόμενη 1 χρησιμοποίησε προ όφελος της τέτοια χρήματα που είχαν ως πηγή προέλευσης την Τράπεζα, τα οποία έχουν την μορφή πιστωτικών διευκολύνσεων. Η κίνηση του λογαριασμού μέσα από την περίοδο λειτουργίας του καταδεικνύει την είσπραξη και χρησιμοποίηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εναγόμενη 1 προς όφελος της. Επομένως αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη 1 έτυχαν πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα. Επιπλέον ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε αποστολή δύο προειδοποιητικών επιστολών. Η αναφορά του υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 19Α - 19Γ & 21Α - 21Γ. Τα Τεκμήρια 19Α - 19Γ είναι επιστολή ημερ. 18.12.12 που απευθύνεται ξεχωριστά στους Εναγομένους 1, 2 &
  4. Τα ονόματα είναι ορθά, όπως ορθές είναι και οι διευθύνσεις που αναγράφονται για κάθε ένα από αυτούς. Η ορθότητα τους αποδεικνύεται μέσα από πραγματική μαρτυρία που ο μάρτυρας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για τις διευθύνσεις που οι ίδιοι έχουν δηλώσει σε δικά τους έγγραφα όπως πρακτικά συνεδριάσεων Διοικητικού Συμβουλίου Εναγομένης 1 (Τεκμήρια 4, 9, 14, 17), στα συμφωνητικά έγγραφα (Τεκμήρια 6, 8, 13, 15, 16), που βρίσκονται στο μητρώο δημοσίων οργανισμών όπως Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τεκμήρια 3, 7, 10). Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3 ότι διέμενε σε διαφορετική διεύθυνση από το έτος 2004 στερείται τεκμηρίωσης και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί από μέρους του που να αποδεικνύει την εν λόγω τοποθέτηση του. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, ο όρος 11 του Τεκμηρίου 15 που αφορά τον Εναγόμενο 3 (έγγραφο εγγύησης ημερ. 21.07.10) προνοεί ειδοποίηση με επιστολή που θα σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στο συγκεκριμένο έγγραφο, η οποία για τον Εναγόμενο 3 είναι ακριβώς η ίδια μ' αυτήν που σημειώνεται στην επίμαχη επιστολή. Εδώ η επιστολή αποστάληκε μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου σε όλους τους Εναγομένους στις ορθές διευθύνσεις τους. Οι επιστολές παραδόθηκαν στις υπηρεσίες του ταχυδρομείου στις 20.12.
  5. Σχετικό έγγραφο που το επιβεβαιώνει είναι το Τεκμήριο 20 που είναι απόδειξη για κατάθεση συστημένων αντικειμένων με υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου και σφραγίδα του ταχυδρομείου. Με βάση την μαρτυρία του ΜΕ1 που παρέμεινε αναντίλεκτη, ουδεμία τέτοια επιστολή επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα. Την ίδια στιγμή καμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να καταρρίπτει την εν λόγω αναφορά του ΜΕ
  6. Με την επιστολή αυτή η Τράπεζα, μεταξύ άλλων, ενημερώνει τους Εναγομένους για παρατηρούμενη υπέρβαση του λογαριασμού και καλεί την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτης που είναι να την εξοφλήσει το συντομότερο. Τα όσα ανάφερα πιο πάνω ισχύουν ακριβώς σε σχέση με την δεύτερη επιστολή ημερ. 29.05.13 που επίσης απευθύνεται ξεχωριστά στους Εναγομένους 1, 2 & 3 (Τεκμήρια 21Α - 21Γ). Τα ονόματα είναι ορθά, όπως ορθές είναι και οι διευθύνσεις που αναγράφονται για κάθε ένα από αυτούς. Είναι τα ίδια, όπως και με την πρώτη επιστολή. Η επιστολή αποστάληκε μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου σε όλους τους Εναγομένους στις ορθές διευθύνσεις τους. Οι επιστολές παραδόθηκαν στις υπηρεσίες του ταχυδρομείου στις 03.06.
  7. Σχετικό έγγραφο που το επιβεβαιώνει είναι το Τεκμήριο 22 που είναι απόδειξη για κατάθεση συστημένων αντικειμένων με υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου και σφραγίδα του ταχυδρομείου. Με βάση την μαρτυρία του ΜΕ1 που παρέμεινε αναντίλεκτη, ουδεμία τέτοια επιστολή επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα. Την ίδια στιγμή καμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να καταρρίπτει την εν λόγω αναφορά του ΜΕ
  8. Με την επιστολή αυτή η Τράπεζα, μεταξύ άλλων, ενημερώνει τους Εναγομένους ότι η παρατηρούμενη υπέρβαση συνεχίζεται παρά την προηγούμενη ειδοποίηση και παράλληλα καλεί την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτης που είναι να την εξοφλήσει εντός 7 ημερών. Τα όσα ανάφερα πιο πάνω ισχύουν ακριβώς σε σχέση με την τρίτη επιστολή ημερ. 04.07.13 που επίσης απευθύνεται ξεχωριστά στους Εναγομένους 1, 2 & 3 (Τεκμήρια 23Α - 23Γ). Τα ονόματα είναι ορθά, όπως ορθές είναι και οι διευθύνσεις που αναγράφονται για κάθε ένα από αυτούς. Είναι τα ίδια, όπως και με τις δύο πιο πάνω επιστολές. Η επιστολή αποστάληκε μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου στους Εναγομένους 1 και 2 στις ορθές διευθύνσεις τους. Οι επιστολές που απευθύνονται στους Εναγομένους 1 και 2 παραδόθηκαν στις υπηρεσίες του ταχυδρομείου στις 09.07.
  9. Σχετικό έγγραφο που το επιβεβαιώνει είναι το Τεκμήριο 24 που είναι απόδειξη για κατάθεση συστημένων αντικειμένων με υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου και σφραγίδα του ταχυδρομείου. Με βάση την μαρτυρία του ΜΕ1 που παρέμεινε αναντίλεκτη, ουδεμία τέτοια επιστολή επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα. Την ίδια στιγμή καμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να καταρρίπτει την εν λόγω αναφορά του ΜΕ
  10. Με την επιστολή αυτή η Τράπεζα, μεταξύ άλλων, προχωρεί σε τερματισμό της λειτουργίας του επίμαχου τρεχούμενου λογαριασμού και αφού ειδοποιεί τους Εναγομένους 1 και 2 για την ενέργεια της αυτή, τους καλεί να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που τους ενημερώνει το ύψος του πλέον τόκους που τους αναφέρει, το οποίο σημειώνουν ότι κατέστη αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Ωστόσο, σε ότι αφορά την τελευταία επιστολή, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τον Εναγόμενο
  11. Το όνομα του Εναγομένου 3 δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
  12. Επομένως, σε αντίθεση με την περίπτωση των Εναγομένων 1 και 2 που είναι διαφορετική, δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση του μάρτυρα ότι αποστάληκε επιστολή μέσω της συστημένης οδού στον Εναγόμενο
  13. Σημειώνω ότι το γεγονός αυτό δεν πλήττει το επίπεδο αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα, το οποίο διατηρήθηκε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η χρήση της συστημένης οδού του ταχυδρομείου, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω δεδομένα που έχω καταγράψει, δεν μπορεί παρά να αποτελέσουν τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι υπήρξε παράδοση των πιο πάνω επιστολών στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, δηλαδή στους Εναγομένους 1, 2 και 3 (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και άλλοι
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479, Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 και Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895), με εξαίρεση την τελευταία επιστολή ημερ. 29.05.13 για τον Εναγόμενο 3. Σε κάθε περίπτωση η καταχώρηση της αγωγής εναντίον του Εναγομένου 3 από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της Ενάγουσας τερματισμού των επίδικων συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, λειτουργίας του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη του κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού (Έλληνας και άλλης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013 ημερ. 03.12.19, Καραολή κ.α. v. Λαούρη και άλλου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 225). Επιπροσθέτως ο μάρτυρας ήταν αυτός που προσωπικά έλεγξε την αναδομημένη κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού που είχε ετοιμαστεί. Όπως εξήγησε, ο ίδιος εκτύπωσε την κατάσταση λογαριασμού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας. Στον εν λόγω ηλεκτρονικό υπολογιστή τηρείτο ο τρεχούμενος λογαριασμός. Είναι μέρος του αρχείου της Τράπεζας που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή κατά τη συνήθη διεξαγωγή των επαγγελματικών εργασιών της. Οι καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο πραγματοποιήθηκαν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της οποίας βρισκόταν ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Ο ΜΕ1 έχει συγκρίνει τα στοιχεία στην εκτυπωμένη κατάσταση λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε προσωπικά ότι είναι ορθά αφού, όπως εξήγησε, τα στοιχεία στην κατάσταση λογαριασμού ήταν τα ίδια με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για καταχωρίσεις τραπεζικού βιβλίου στην έννοια του άρθρου 22 του Κεφ.9, για τις οποίες τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 της ίδιας νομοθεσίας με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση του περιεχομένου τους, τα οποία από την αρχή μέχρι σήμερα βρίσκονται εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της Ενάγουσας υπό τον έλεγχο αρμοδίων λειτουργών της. Με σαφή τρόπο ο μάρτυρας σκιαγράφησε τη βάση πάνω στην οποίαν ετοιμάστηκε η αναδομημένη/αναθεωρημένη κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1, την οποίαν παρουσίασε ως Τεκμήριο
  1. Η πλευρά της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε ότι η εν λόγω αναδομημένη κατάσταση ετοιμάστηκε στη βάση που ο μάρτυρας εξήγησε. Όπως ο ΜΕ1 ανάφερε και παρέμεινε αναντίλεκτο, η Ενάγουσα περιόρισε την οικονομική της αξίωση στην βάση των πιο κάτω επιστημονικών δεδομένων: · αφαιρώντας χρεώσεις λόγω καθυστέρησης καθώς και άλλων χρεώσεων πλην των συναλλαγών της Εναγομένης 1, · μειώνοντας τον τόκο υπερημερίας από 2,5% σε 1,75% από 25.11.
  2. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ1, χρησιμοποιώντας τα πιο πάνω δεδομένα που δεν αμφισβητήθηκαν ότι χρησιμοποιήθηκαν σε συνάρτηση με τις χρεώσεις και πιστώσεις που έγιναν στη βάση των καταχωρήσεων και πράξεων που διενεργήθηκαν με την υπεράσπιση να μην αμφισβητεί ότι είναι αυτά που περιέχονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τα οποία εν πάση περιπτώσει συγκρίθηκαν και ελέγχτηκαν από τον ΜΕ1 με τον τρόπο που αυτός εξήγησε και διαπίστωσε ότι είναι ορθά, ο επίμαχος λογαριασμός παρουσιάζει κατά το χρόνο ετοιμασίας του το προαναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €89.721,25 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους €87,23 από 01.07.13 μέχρι 04.07.13 πλέον χρησιμοποιώντας τόκο 11,5% επί ποσού €89.721,25 από 05.07.13 μέχρι 24.11.13 πλέον τόκος 10,5% από 25.11.13 μέχρι εξόφλησης πλέον του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Στο ποσό αυτό περιορίζεται η οικονομική αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα υπολογισμού αυτών των χρεώσεων, πιστώσεων, καταχωρήσεων και πράξεων που περιέχονται στην αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Αυτά βέβαια που αμφισβητούνται και εξετάζονται στη συνέχεια είναι η νομιμότητα χρεώσεων σε σχέση με τη μονομερή αύξηση επιτοκίου, τη μονομερή χρέωση τόκου υπερημερίας, τη χρέωση επιτοκίου πέραν του νόμιμου, την μεταβολή όρων και επιτοκίου μετά τον τερματισμό της σύμβασης και κατά πόσο χρεώσεις συνάδουν με τις πρόνοιες των συμφωνητικών εγγράφων υπό την έννοια ότι υπάρχουν χρεώσεις επιτοκίου πέραν του συμφωνημένου. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 ως αληθή και αξιόπιστη και ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων, περιλαμβανομένων της Ένδειξης 'Α' και των Τεκμηρίων 1-28 που αποτελούν μέρος της, εκτός βέβαια από το σημείο που έχει σχολιαστεί πιο πάνω (Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σε ότι αφορά την ΜΕ2, εφόσον δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης, η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία της συνίσταται αποκλειστικά στην κατάθεση εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων δεν τελεί υπό αμφισβήτηση (Τεκμήρια 29 & 30). Δεν έχω κανένα λόγο να διαφωνήσω με το περιεχόμενο των εγγράφων που η μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο, το οποίο και αποδέχομαι ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Στη βάση αυτών των δεδομένων αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας εκπονήθηκε Σχέδιο Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 07.12.
  1. Το σχέδιο αυτό που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικαστικού διατάγματος περιέχει 225 σελίδες με το οποίο μεταφέρονται/μεταβιβάζονται από την Τράπεζα στην Ενάγουσα διάφορες περιπτώσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων σε νομικά και φυσικά πρόσωπα μαζί με τα έγγραφα εξασφάλισης τους με την Ενάγουσα να συνεχίζει τις νομικές διαδικασίες υποκαθιστώντας / αντικαθιστώντας την Τράπεζα. Όπως παρατηρείται στη σελίδα 95 του εν λόγω σχεδίου και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, μία από τις περιπτώσεις όπου μεταφέρθηκε / μεταβιβάστηκε στην και/ή εξαγοράστηκε από την Ενάγουσα για τη συνέχιση των νομικών διαδικασιών δυνάμει του δικαστικού διατάγματος είναι η παρούσα υπόθεση. Πρόκειται για την περίπτωση με εσωτερικό κωδικό
  2. Ο ΜΕ3 προσήλθε στο Δικαστήριο για πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην αναφορά ότι η παρούσα περίπτωση πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με τις εξασφαλίσεις τους έχουν μεταφερθεί / μεταβιβαστεί από την Τράπεζα στην Ενάγουσα, η οποία έχει εξαγοράσει την εν λόγω περίπτωση. Πρόκειται για αναφορά η οποία υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία. Πέραν των Τεκμηρίων 29 και 30, το περιεχόμενο των οποίων έχω σχολιάσει αμέσως προηγουμένως, η ορθότητα και αλήθεια της εν λόγω αναφοράς ενισχύεται από το Τεκμήριο 31 που είναι δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας υπ' αρ. 6998 της γνωστοποίησης ότι το Σχέδιο Διακανονισμού που επιτεύχθηκε μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας και του μετόχου αυτών και επικυρώθηκε δυνάμει δικαστικού διατάγματος, τέθηκε σε εφαρμογή στις 09.12.
  3. Σε τελευταία ανάλυση η μαρτυρία τους συγκεκριμένου μάρτυρα δεν έχει αντικρουστεί από άλλη περί του αντιθέτου μαρτυρία. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ3 ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 31 που αποτελεί μέρος της. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα εκείνα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά. Περαιτέρω καταλήγω στα πιο κάτω επιπλέον ευρήματα: Στα πλαίσια παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων το όριο υπερανάληψης στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό αυξανόταν στην πορεία. Με αυτόν τον τρόπο η Εναγόμενη 1 είχε πρόσβαση σε περισσότερα χρήματα που προήλθαν από την Τράπεζα, τα οποία χρησιμοποίησε προς όφελος της. Αυτό γινόταν κατόπιν γραπτών αιτημάτων της Εναγομένης 1 τα οποία εγκρίθηκαν από την Τράπεζα και αφού προηγουμένως η συμφωνία τροποποιείτο. Συμβαλλόμενα μέρη κάθε φορά η Τράπεζα και η Εναγόμενη
  4. Πρώτη τέτοια τροποποιητική συμφωνία φέρει ημερομηνία 02.09.08 και έχει ως αντικείμενο τη συμφωνηθείσα αύξηση του ορίου από €18.795 που ήταν μέχρι τότε σε €70.
  5. Ακολούθως στις 30.06.10 συνομολογήθηκε νέα τροποποιητική συμφωνία με αντικείμενο νέα αύξηση του ορίου από €70.595 που ήταν μέχρι τότε σε €75.
  6. Στη συνέχεια στις 28.03.11 συνομολογήθηκε μία άλλη τροποποιητική συμφωνία με αντικείμενο εκ νέου αύξηση του ορίου από €75.500 που ήταν μέχρι τότε σε €83.300, αυτή τη φορά όμως με ισχύ για περιορισμένο χρονικό διάστημα που έχει καθοριστεί. Ειδικότερα η προσωρινή αύξηση του ορίου θα ισχύει μέχρι τις 02.07.11, οπότε από τις 03.07.11 το όριο θα μειωνόταν και θα επανερχόταν στο επίπεδο των €75.500, πράγμα που έγινε. Μέσω της κίνησης και λειτουργίας του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού και κάνοντας χρήση του ταβανιού του ορίου, η Εναγόμενη 1 χρησιμοποίησε προς όφελος της χρήματα που είχαν ως πηγή προέλευσης την Τράπεζα, τα οποία έχουν την μορφή πιστωτικών διευκολύνσεων. Με έγγραφο εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν έκαστος ξεχωριστά τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 που πηγάζουν μέσα από τις συμφωνίες παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι ποσού €75.500 πλέον τόκους και έξοδα. Με γραπτές δηλώσεις του ημερ. 20.06.06, 02.09.08 και 30.06.10 ο Εναγόμενος 2 αναγνωρίζει ότι τα ενυπόθηκα εγγεγραμμένα μερίδια του επί των τριών ακινήτων που περιέχονται στις προαναφερόμενες δύο υποθήκες εξασφαλίζουν μέχρι ποσό €83.300 πλέον τόκους. Επειδή στην πορεία δημιουργήθηκε υπέρβαση στη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 18.12.12 που απέστειλε σε κάθε ένα Εναγόμενο ξεχωριστά μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου, προς τους οποίους και απευθύνεται, τους ενημερώνει για την παρατηρούμενη υπέρβαση του λογαριασμού και καλεί την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτης που είναι να την εξοφλήσει το συντομότερο. Οι επιστολές παραδόθηκαν στις υπηρεσίες του ταχυδρομείου στις 20.12.12 και εφόσον ουδεμία από αυτές επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα, εκλαμβάνεται ότι παραδόθηκαν στους παραλήπτες της, δηλαδή στους Εναγομένους. Επειδή η παρατηρούμενη υπέρβαση συνέχισε να υπάρχει, η Ενάγουσα με νέα επιστολή της ημερ. 29.05.13 που απέστειλε σε κάθε ένα Εναγόμενο ξεχωριστά μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου, προς τους οποίους και απευθύνεται, τους ενημερώνει τους Εναγομένους για το γεγονός αυτό παρά την προηγούμενη ειδοποίηση και παράλληλα καλεί την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτης που είναι να την εξοφλήσει εντός 7 ημερών. Οι επιστολές παραδόθηκαν στις υπηρεσίες του ταχυδρομείου στις 03.06.13 και εφόσον ουδεμία από αυτές επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα, εκλαμβάνεται ότι παραδόθηκαν στους παραλήπτες της, δηλαδή στους Εναγομένους. Επειδή η υπέρβαση στο λογαριασμό συνέχισε να υπάρχει παρά την αποστολή των πιο πάνω δύο επιστολών, η Ενάγουσα με τρίτη επιστολή της ημερ. 04.07.13 που επίσης απευθύνεται ξεχωριστά στους Εναγομένους, προχωρεί σε τερματισμό της λειτουργίας του επίμαχου τρεχούμενου λογαριασμού και αφού ειδοποιεί τους Εναγομένους 1 και 2 για την ενέργεια της αυτή, τους καλεί να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που τους ενημερώνει το ύψος του πλέον τόκους που τους αναφέρει, το οποίο σημειώνουν ότι κατέστη αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Οι επιστολές παραδόθηκαν στις υπηρεσίες του ταχυδρομείου στις 09.07.13 και εφόσον ουδεμία από αυτές επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα, εκλαμβάνεται ότι παραδόθηκαν στους παραλήπτες της, δηλαδή στους Εναγομένους 1 και
  7. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 3, με την επίδοση σ' αυτόν της αγωγής που καταχωρίστηκε ενημερώθηκε για τον τερματισμό των επίδικων συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, λειτουργίας του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και ενεργοποίησης των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών. Αρμόδιος λειτουργός της Τράπεζας έλεγξε την αναδομημένη κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού που είχε ετοιμαστεί. Ο εν λόγω υπάλληλος εκτύπωσε την κατάσταση λογαριασμού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας. Στον εν λόγω ηλεκτρονικό υπολογιστή τηρείτο ο τρεχούμενος λογαριασμός. Είναι μέρος του αρχείου της Τράπεζας που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή κατά τη συνήθη διεξαγωγή των επαγγελματικών εργασιών της. Οι καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο πραγματοποιήθηκαν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της οποίας βρισκόταν ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Ο λειτουργός αυτός σύγκρινε τα στοιχεία στην εκτυπωμένη κατάσταση λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε προσωπικά ότι είναι ορθά αφού τα στοιχεία στην κατάσταση λογαριασμού ήταν τα ίδια με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Με την αναδομημένη κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού η Ενάγουσα περιόρισε την οικονομική της αξίωση στην βάση επιστημονικών δεδομένων που αφορούσαν αφαίρεση χρεώσεων λόγω καθυστέρησης καθώς και άλλων χρεώσεων πλην των συναλλαγών της Εναγομένης 1 και παράλληλα μείωση του τόκου υπερημερίας από 2,5% σε 1,75% από 25.11.
  8. Χρησιμοποιώντας αυτά τα επιστημονικά δεδομένα σε συνάρτηση με τις χρεώσεις και πιστώσεις που έγιναν στη βάση των καταχωρήσεων και πράξεων που διενεργήθηκαν τα οποία συγκρίθηκαν και ελέγχτηκαν από αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθά, ο επίμαχος λογαριασμός παρουσιάζει κατά το χρόνο ετοιμασίας του το προαναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €89.721,25 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους €87,23 από 01.07.13 μέχρι 04.07.13 πλέον χρησιμοποιώντας τόκο 11,5% επί ποσού €89.721,25 από 05.07.13 μέχρι 24.11.13 πλέον τόκος 10,5% από 25.11.13 μέχρι εξόφλησης πλέον του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Στο ποσό αυτό περιορίζεται η οικονομική αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων. Εξέταση επιδίκων θεμάτων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. Συνομολόγηση Σύμβασης Παροχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων: Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 17.07.03 η Τράπεζα, προς ικανοποίηση αιτήματος της Εναγομένης 1 που εγκρίθηκε για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, λειτούργησε στην Πάφο τον επίμαχο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο υπερανάληψης μέχρι ποσού Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543) επισφραγίζοντας έτσι μεταξύ τους συμφωνία. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 31.10.03 που συνομολογήθηκε και υπογράφηκε στην Πάφο μεταξύ της Alpha Bank και της Εναγομένης 1, η εν λόγω Τράπεζα ανέλαβε τη συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη
  9. Ακόμη αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην πορεία η σύμβαση τροποποιήθηκε στην Πάφο αφού στις 02.09.08 το όριο υπερανάληψης αυξήθηκε από €18.795 που ήταν μέχρι τότε σε €70.595, στις 30.06.10 το όριο υπερανάληψης αυξήθηκε εκ νέου από €70.595 που ήταν μέχρι τότε σε €75.500, στις 28.03.11 το όριο υπερανάληψης αυξήθηκε εκ νέου από €75.500 που ήταν μέχρι τότε σε €83.300 και από τις 03.
  10. το όριο υπερανάληψης μειώθηκε από €83.300 σε €75.
  11. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, όπως είναι εύρημα του Δικαστηρίου, συμβαλλόμενα μέρη είναι η Τράπεζα και η Εναγόμενη
  12. Το γεγονός ότι τόσο στην κυρίως σύμβαση (Τεκμήριο 6) όσο και στις γραπτές τροποποιητικές συμφωνίες (Τεκμήρια 8, 13 & 16) υπάρχουν υπογραφές από λειτουργούς της Τράπεζας εκ μέρους και για λογαριασμό της και από αξιωματούχους της Εναγομένης 1 εταιρείας, δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο. Επομένως αποτελεί ασφαλές συμπέρασμα ότι η επίμαχη σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 μαζί με τις μεταγενέστερες τροποποιητικές συμφωνίες σε σχέση μ' αυτήν συνομολογήθηκαν στην Πάφο, όλες οι οποίες υπογράφηκαν από τους εν λόγω διαδίκους ως συμβαλλόμενα μέρη. Συνομολόγηση Σύμβασης & Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου και Εγγράφων Υποθήκης: Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ως μέρος των εξασφαλίσεων για την παροχή και συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1, ο Εναγόμενος 2 ενέγραψε προς όφελος της Τράπεζας την υποθήκη αρ. Υ8540/06 που αφορά συγκεκριμένο μερίδιο επί του ακινήτου μέχρι ποσού Λ.Κ.8.000 (ισότιμο σε €13.668,81) πλέον τόκους, τα χαρακτηριστικά του οποίου περιγράφονται στην §6Α της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και την υποθήκη αρ. Υ12511/08 που αφορά δύο συγκεκριμένα μερίδια επί δύο ακινήτων μέχρι ποσού €60.000 πλέον τόκους, τα χαρακτηριστικά του οποίου περιγράφονται στην §6Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Η υποθήκευση των εγγεγραμμένων μεριδίων του Εναγομένου 2 επί των επίμαχων ακινήτων έγινε με την υπογραφή σχετικών εγγράφων σύμβασης & δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτων και εγγράφων υποθήκης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου (Τεκμήρια 7 & 10). Στα εν λόγω έγγραφα υπέγραψε ως ενυπόθηκος δανειστής αρμόδιος υπάλληλος της Τράπεζας και ως ενυπόθηκος οφειλέτης ο Εναγόμενος
  13. Το ότι συμβαλλόμενα μέρη στα συμφωνητικά έγγραφα είναι η Τράπεζα και ο Εναγόμενος 2 δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο. Το ότι οι υπογραφές στα εν λόγω συμφωνητικά έγγραφα ανήκουν σε λειτουργό της Τράπεζας και στον Εναγόμενο 2 και σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 26.08.08, ως συμβαλλόμενα μέρη που είναι, επίσης δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο. Ακόμη δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι οι δηλώσεις υποθήκευσης των ακινήτων σε ότι αφορά τις δύο υποθήκες έγιναν ενώπιον αρμοδίου λειτουργού του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου στις 20.06.06 και 02.09.
  14. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 20.06.06, 02.09.08 και 30.06.10 στην Πάφο ο Εναγόμενος 2 δήλωσε γραπτώς και υπογράφοντας προς τούτο ότι τα ενυπόθηκα εγγεγραμμένα μερίδια του επί των τριών ακινήτων που περιέχονται στις πιο πάνω δύο υποθήκες εξασφαλίζουν μέχρι ποσό €83.300 πλέον τόκους (Τεκμήριο 18). Το γεγονός ότι οι υπογραφές στα σχετικά έγγραφα ανήκουν στον Εναγόμενο δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Συναφώς καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η υποθήκευση εγγεγραμμένων μεριδίων επί των τριών επίμαχων ακινήτων έγινε στη βάση σχετικών εγγράφων υποθήκης που συνομολογήθηκαν στην Πάφο και φέρουν την υπογραφή του Εναγομένου 2, ο οποίος με γραπτές μεταγενέστερες υπογραμμένες δηλώσεις του δεσμεύτηκε ότι αυτές οι υποθηκεύσεις μεριδίων εξασφαλίζουν συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, οι οποίες πηγάζουν από τις συμφωνίες παροχής και συνέχισης παροχής σ' αυτήν πιστωτικών διευκολύνσεων, μέχρι ποσό €83.300 πλέον τόκους. Συνομολόγηση Εγγράφων Εγγύησης: Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ως περαιτέρω κάλυψη στην Τράπεζα, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τα Τεκμήρια 5 & 15 με τα οποία εγγυήθηκε μέχρι ποσού €75.500 πλέον τόκους και έξοδα όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 που πηγάζουν από τις συμφωνίες παροχής και συνέχισης παροχής σ' αυτήν πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή λειτουργίας και χρήσης τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης. Το ότι υπάρχουν υπογραφές του Εναγομένου 2 στα εν λόγω έγγραφα δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 3, κατά την ακρόαση της αγωγής αμφισβητήθηκε ότι η υπογραφή που του απέδιδαν ότι του ανήκε και υπήρχε επί του Τεκμηρίου 5 ήταν δική του. Το Τεκμήριο 5 είναι έγγραφο εγγύησης ημερ. 11.07.
  15. Προς τούτο αντεξέτασε εκτεταμένα τον ΜΕ1 υποβάλλοντας του ερωτήσεις μέσα από υπόδειξη του συγκεκριμένου εγγράφου. Ωστόσο η πλευρά του Εναγομένου 3 δεν επέδειξε ανάλογη στάση σχετικά με το Τεκμήριο
  16. Το Τεκμήριο 15 είναι επίσης έγγραφο εγγύησης αλλά μεταγενέστερο του Τεκμηρίου
  17. Εδώ ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε από μέρους του Εναγομένου 3 επί της μονογραφής και υπογραφής του που υπάρχει στο εν λόγω έγγραφο και του αποδίδουν ότι είναι δική του. Το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε χωρίς ένσταση και το περιεχόμενο του ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης στον ΜΕ
  18. Η πλευρά του Εναγομένου 3 δεν υπέδειξε το έγγραφο αυτό στον ΜΕ1 και ουδεμία ερώτηση του υπέβαλε σε σχέση μ' αυτό κατά την αντεξέταση του. Καμία ερώτηση υπεβλήθηκε στον ΜΕ1 σε σχέση με τους διάφορους δικογραφημένους ισχυρισμούς που περιέχονται στην υπεράσπιση & ανταπαίτηση του Εναγομένου
  19. Περαιτέρω από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 και το λεκτικό που χρησιμοποιείται σ' αυτό προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 όχι μόνο εγγυήθηκαν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από τη συμφωνία λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης και γενικότερα της σύμβασης συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων υπό αυτή τη μορφή (Τεκμήρια 6, 8, 13 & 16) αλλά η δέσμευση τους επεκτάθηκε σε κάλυψη της ζημιάς που τυχόν υποστεί η Ενάγουσα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Εναγομένης 1 με τις υποχρεώσεις της και κατ' επέκταση παραβίασης της επίδικης σύμβασης από μέρους της Εναγομένης 1 (άρθρα 82-86 Κεφ.149). Ενδεικτικά παραπέμπω στους όρους 2 & 3 του Τεκμηρίου
  20. Σημειώνεται ότι η δέσμευση για κάλυψη ζημιάς αφορά συγκεκριμένο ποσό που καθορίζεται μέσα από τη σύμβαση εγγύησης. Με βάση τον όρο 3 του Τεκμηρίου 15, η κάλυψη της ζημιάς, η οποία ουσιαστικά έχει την σημασία της αποζημίωσης, δεν θα υπερβαίνει το ποσό των €75.500 πλέον τόκους και έξοδα. Η ευθύνη ενός εγγυητή προσδιορίζεται στο άρθρο 86 του Κεφ.
  21. Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Αργύρη v. Χλόης Χρυσοσοτόμου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Χρύσανθου Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι, όπως προβλέπεται και στο άρθρο 86 του Κεφ. 149, η ευθύνη του εγγυητή συνυπάρχει με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη εκτός εάν υπάρχει αντίθετη πρόνοια. Επομένως η ευθύνη που έχει ο εφεσείων στην προκείμενη περίπτωση συνυπάρχει με εκείνη του ενοικιαστή και δεν ήταν απαραίτητο στο λεκτικό της εγγύησης να περιλαμβάνεται και το επίρρημα «κεχωρισμένως» δίπλα από το επίρρημα «αλληλεγγύως».» Συνεπώς εδώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 ευθύνονται εξίσου με την Εναγόμενη 1 απέναντι στην Ενάγουσα, πάντοτε βέβαια για το πλαίσιο των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που αυτοί εγγυήθηκανε / παρέχουν κάλυψη. Περαιτέρω δυνάμει του όρου 4 του Τεκμηρίου 15, οι εγγυήσεις / καλύψεις των Εναγομένων 2 και 3 απέναντι στην Ενάγουσα για την τήρηση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 στην εν λόγω σύμβαση είναι συνεχείς (άρθρο 87 Κεφ.149). Πρόθεση των συμβαλλομένων μερών, όπως αυτή αποτυπώνεται από το λεκτικό του συγκεκριμένου όρου, ήταν να μην περιορίζεται σε συγκεκριμένη υποχρέωση αλλά να συνεχίζεται και να μπορεί να τερματιστεί υπό τις προϋποθέσεις που περιέχονται στον εν λόγω όρο (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180, Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 862). Δεν καλύπτουν μία συγκεκριμένη ή μεμονωμένη πράξη αλλά εξακολουθούν να καλύπτουν υποχρεώσεις για διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που συνεχίζουν να παρέχονται και εντάσσονται κάτω από το ίδιο κεφάλαιο, αναλόγως είτε στα πλαίσια λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης (Τεκμήρια 6, 8, 13 & 16). Είναι γι' αυτό που στην παρούσα αγωγή οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι εγγυητές - παροχείς κάλυψης και παράλληλα ο Εναγόμενος 2 ενυπόθηκος οφειλέτης αναφορικά με τη σύμβαση λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης με τον τρόπο που έχει εξηγηθεί. Νομιμότητα και Εγκυρότητα Συμβάσεων Παροχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων, Εγγράφων Εγγύησης, Σύμβασης & Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου και Εγγράφων Υποθήκης: Στις εκθέσεις υπεράσπισης εγείρεται θέμα ακυρότητας των συμφωνιών για τους εξής λόγους: (α) Σε ότι αφορά το έγγραφο εγγύησης για τον Εναγόμενο 3 επειδή δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του επί διαφόρων σημείων που δικογραφούνται. (β) Η λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και των εγγυήσεων έγιναν κατά παράβαση του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 (Ν.39(Ι)/2001) και κατά παράβαση του άρθρου 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003). (γ) Τα έγγραφα περιέχουν επαχθείς όρους και/ή καταχρηστικούς όρους και/ή ρήτρες που επενεργούν εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 αφού υπάρχει δικαίωμα για μονομερή αύξηση του επιτοκίου και υπάρχει δικαίωμα για μονομερή χρέωση τόκου υπερημερίας. Θα ξεκινήσω από το τελευταίο σημείο όπου οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ακυρότητα των συμβάσεων επικαλούμενοι την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εν λόγω δικογραφημένος ισχυρισμός τους δεν έχει προωθηθεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Κατά την ταπεινή μου γνώμη ορθά δεν έχει προωθηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 επειδή η νομοθεσία που πραγματεύεται τις καταχρηστικές ρήτρες αφορά μόνο φυσικά πρόσωπα και όχι νομικά πρόσωπα, όπως είναι η Εναγόμενη 1 εταιρεία (έννοια καταναλωτή από το ερμηνευτικό πλαίσιο - άρθρο 2 του Ν.112(Ι)/2021 και έννοια της «καταχρηστικής ρήτρας» άρθρο 50 του Ν.112(Ι)/2021). Περαιτέρω τέθηκε ζήτημα ακυρότητας της σύμβασης πιστωτικών διευκολύνσεων και του εγγράφου εγγύησης επειδή ο καταρτισμός τους έγινε κατά παράβαση του Ν.39(Ι)/
  1. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν και εδώ σε σχέση με τη συγκεκριμένη νομοθεσία. Παράλληλα η συγκεκριμένη νομοθεσία δεν αφορά κατηγορία εγγυητών, όπως είναι οι Εναγόμενοι 2 και
  2. Επιπλέον ζητείται ακυρότητα των συμφωνητικών εγγράφων επειδή συνομολογήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν.197(Ι)/
  3. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το είδος της πιστωτικής διευκόλυνσης που δόθηκε στην Εναγόμενη 1, τις συμβατικές υποχρεώσεις της οποίας εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες της συγκεκριμένης νομοθεσίας. Ειδικότερα το άρθρο 3 της εν λόγω νομοθεσίας καθιστά αντιληπτό ότι το πεδίο εφαρμογής της κυμαίνεται σε περιπτώσεις χορήγησης δανείου. Ακολούθως ερμηνεία του ορισμού «συμφωνία δανείου» από το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας που είναι το άρθρο 2 αυτής, καθιστά σαφές ότι αφορά γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας παραχωρείται δάνειο, και περιλαμβάνει συμφωνία ενοικιαγοράς, συναλλαγματική και γραμμάτιο. Εφόσον η παρούσα περίπτωση είναι πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης, προκύπτει ότι οι πρόνοιες της πιο πάνω νομοθεσίας δεν βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής. Επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 3 στη γραπτή τελική του αγόρευση επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149). Ωστόσο η αναφορά του αυτή παρέμεινε σε γενικό, αόριστο και ασαφές επίπεδο. Καμία νομική εξήγηση δόθηκε ως προς γιατί και με ποιο τρόπο οι επικαλούμενες πρόνοιες τυγχάνουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Απλά αυτό που υπάρχει είναι μία ασύνδετη επίκληση των διατάξεων του συγκεκριμένου άρθρου χωρίς να γίνεται σχολιασμός και νομική ανάλυση επί του ζητήματος. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η εν λόγω θέση του Εναγομένου 3 είναι έκθετη σε απόρριψη. Επιπροσθέτως ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ακύρωση του εγγράφου εγγύησης (Τεκμήριο 15) επικαλούμενος ότι η συνομολόγηση του δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του. Η ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι ένα από τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία μιας νόμιμης και έγκυρης σύμβασης (άρθρο 10 περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ.149). Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν υφίσταται μία από τις περιπτώσεις που σημειώνονται στο άρθρο 14 του Κεφ.149, δηλαδή δεν προκαλείται με εξαναγκασμό (άρθρο 15 Κεφ.149) ή με ψυχική πίεση (άρθρο 16 του Κεφ.149) ή με απάτη (άρθρο 17 του Κεφ.149) ή με ψευδή παράσταση (άρθρο 18 του Κεφ.149) ή με πλάνη (άρθρα 20, 21 & 22 του Κεφ.149). Μέσα από το δικόγραφο του ο Εναγόμενος 3 προέβαλε σωρεία διαζευκτικών ισχυρισμών που σύμφωνα με τον ίδιο δικαιολογούν ακυρότητα του εγγράφου εγγύησης. Για παράδειγμα το ότι δεν υπέγραψε έγγραφο εγγύησης, ότι αν υπέγραψε τότε αυτή δεν είναι υπογραφή του αφού ισχύει η νομική αρχή non est factum που επικαλέστηκε, ότι όταν υπέγραψε το έγγραφο δεν φορούσε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας του, ότι ουδείς από την Τράπεζα τον ενημέρωσε ότι μπορούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και ότι εξαπατήθηκε από λειτουργό της Τράπεζας που του είπε ότι το έγγραφο αυτό ήταν τυπικό και το υπέγραφε ως διευθυντής της Εναγομένης 1 που την αφορούσε. Παρά τη δικογράφηση σωρεία θέσεων, η πλευρά του Εναγομένου 3 ουδεμία μαρτυρία παρουσίασε για να τους προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Συνεπώς όλοι αυτοί οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί και οι λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης που ο Εναγόμενος 3 επικαλέστηκε στο δικόγραφο του και υπέβαλε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του παρέμειναν μετέωροι και κατ' επέκταση στερούνται θεμελίωσης. Την ίδια στιγμή η θέση της Ενάγουσας, όπως αυτή προωθήθηκε με την προφορική μαρτυρία του ΜΕ1 και την κατάθεση του Τεκμηρίου 5 παρέμεινε αναντίλεκτη. Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, ουδεμία καταγγελία υπεβλήθηκε στην αστυνομία από τον Εναγόμενο 3 εναντίον οποιουδήποτε λειτουργού της Τράπεζας για πλαστογραφία της υπογραφής του και απάτη εις βάρος του, εφόσον η θέση του είναι ότι ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο έγγραφο. Αν τώρα υιοθετηθεί η διαζευκτική θέση του Εναγομένου 3 ότι υπέγραψε έγγραφο, ο εν λόγω Εναγόμενος θα μπορούσε να ζητήσει χρόνο να μελετήσει το Τεκμήριο 15 και να αποφασίσει αν θα το υπέγραφε σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Δεν το έπραξε. Θα μπορούσε να ζητήσει λίγο χρόνο για να προμηθευτεί τα γυαλιά της πρεσβυωπίας που όπως λέει εκείνη τη στιγμή δεν είχε. Ούτε αυτό έπραξε. Εφόσον δεν έβλεπε θα μπορούσε να ζητήσει από τον λειτουργό της Τράπεζας να του διαβάσει το περιεχόμενο του εγγράφου. Ούτε αυτό έπραξε. Θα μπορούσε εναλλακτικά να υποβάλει συγκεκριμένες ερωτήσεις για να αντιληφθεί το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ούτε αυτό έπραξε. Χωρίς απορία ή αναστολή ή επιφύλαξη, ο ίδιος προχώρησε σε υπογραφή του Τεκμηρίου
  4. Θα μπορούσε να ζητήσει αντίγραφο του εγγράφου που υπέγραψε αλλά δεν το έπραξε. Δεν επέδειξε ενδιαφέρον για το έγγραφο που υπέγραψε, το ακριβές περιεχόμενο και για τη σημασία της υπογραφής του έστω για την λανθασμένη αντίληψη που επικαλέστηκε ότι είχε. Την ίδια στιγμή δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι ήταν εις γνώση του Εναγομένου 3, ως ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1 εταιρείας, ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να προτείνει στην Τράπεζα σαν μέρος των εξασφαλίσεων που θα δοθούν σε περίπτωση που το αίτημα της για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων εγκριθεί θα είναι «Προσωπικές, αλληλέγγυες και κεχωρισμένες εγγυήσεις απεριόριστου ποσού των Ανδρέα Παπασάββα και Σάββα Ανδρέου προς όφελος της Τράπεζας» [ονόματα Εναγομένων 2 & 3]. Επί του σημείου ατού παραπέμπω σε έγγραφο της Εναγομένης 1 που περιέχει, μεταξύ άλλων, το πιο πάνω απόσπασμα. Πρόκειται για απόσπασμα από τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ημερ. 30.06.03 υπογραμμένο από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα της Εναγομένης
  5. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Συνεπώς ο Εναγόμενος 3 δεν μπορεί εκ των υστέρων να επικαλείται άγνοια στην συνομολόγηση και υπογραφή από μέρους του Τεκμηρίου
  7. Κάτω από τις συνθήκες που έχω εξηγήσει και τα δεδομένα που έχω αναλύσει, το περιεχόμενο του εγγράφου δεν μπορεί παρά μόνο να έχει καταρτιστεί με την ελεύθερη βούληση και συναίνεση των μερών, δηλαδή των Εναγομένων 2 και
  8. Συνεπώς το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου κρίνεται δεσμευτικό για τον Εναγόμενο 3, όπως βέβαια και για τον Εναγόμενο
  9. Ο όρος 21 του Τεκμηρίου 15 είναι σαφής. Επειδή έχει χρησιμότητα τον καταγράφω αυτούσια: «Δηλώνω ότι μου εξηγήθηκε και κατανοώ πλήρως το δικαίωμα μου όπως συμβουλευτώ δικηγόρο της επιλογής μου, για τις πρόνοιες του παρόντος εγγράφου και ότι είχα την ευκαιρία να τον συμβουλευτώ. Περαιτέρω δηλώνω ότι μελέτησα και κατανόησα πλήρως τις πρόνοιες αυτές και ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω το παρόν έγγραφο εν γνώσει των όσων προνοεί.» Σε τελευταία ανάλυση ο Εναγόμενος 3 είχε το χρόνο να μελετήσει το έγγραφο που του δόθηκε για υπογραφή, μπορούσε να ρωτήσει διευκρινίσεις επί του περιεχομένου του και είχε τη δυνατότητα να συζητήσει αν επιθυμούσε οποιοδήποτε όρο οποιουδήποτε εγγράφου, ανεξάρτητα αν αυτά ήταν τυποποιημένα και είχαν ετοιμαστεί από την Ενάγουσα. Τα έγγραφα ήταν συνταγμένα στη μητρική γλώσσα του Εναγομένου 3, δηλαδή στην ελληνική γλώσσα. Παράλληλα κάθε φορά είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο για να αντιληφθεί τους όρους του κάθε εγγράφου που χρειαζόταν την υπογραφή του. Όλα αυτά προτού υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Σε κάθε περίπτωση αν δεν αισθανόταν ικανοποιημένος από τις εξηγήσεις και συμβουλές που θα λάμβανε, μπορούσε να αποχωρήσει χωρίς να υπογράψει το έγγραφο που του δόθηκε. Έχοντας αυτά υπόψη του, ο Εναγόμενος 3 προχώρησε σε υπογραφή του εγγράφου δηλώνοντας μάλιστα ότι δεν υπήρξε οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους της Ενάγουσας, ότι άσκησε δικαίωμα του λαμβάνοντας συμβουλές από δικηγόρο και ότι αντιλήφθηκε πλήρως το νόημα, τη σημασία και τις πρόνοιες του εγγράφου που θα υπέγραφε. Ουδείς υποχρέωσε τον Εναγόμενο 3 να υπογράψει το έγγραφο εγγύησης, αλλά ο ίδιος το έπραξε με την ελεύθερη του βούληση, ενσυνείδητα και με πλήρη αντίληψη των συμβατικών υποχρεώσεων του και συνάμα επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονούσαν από αυτήν την επαγγελματική συνεργασία. Την ίδια στιγμή η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε μορφή παρότρυνσης και/ή εξαπάτησης και/ή παροχής ψευδών παραστάσεων προς τον Εναγόμενο 3 προκειμένου αυτός να συμφωνήσει και να υπογράψει το επίμαχο έγγραφο. Συνεπώς καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι όλες οι συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγράφων υποθήκης και εγγράφων εγγύησης / παροχής κάλυψης υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων 1, 2 και 3 αντίστοιχα (Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238). Όπως ήδη λέχθηκε, ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου, η οποία ανατρέπει το σκηνικό αυτό. Ανάμεσα στην Ενάγουσα και την Εναγόμενη 1 δημιουργήθηκε επαγγελματική σχέση. Πρόκειται για νομική σχέση πιστωτή-χρεώστη με αντικείμενο την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε τη μορφή λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης. Η εν λόγω νομική σχέση έχει τη μορφή της συμβατικής σχέσης. Το νομικό πλαίσιο αυτής της συμβατικής σχέσης καθορίζεται μέσα από τους όρους του συμφωνητικού εγγράφου (Τεκμήρια 6, 8, 13 & 16). Το περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών δείχνει τη σαφή πρόθεση των διαδίκων να συμβληθούν και να δεσμεύονται από αυτά. Η κίνηση που παρατηρήθηκε στον επίμαχο τρεχούμενο λογαριασμό αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 1 χρησιμοποίησε προς όφελος της τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν εγκριθεί. Η Εναγόμενη 1 έλαβε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν συμφωνηθεί, τις οποίες χρησιμοποίησε προς όφελος της. Την ίδια στιγμή τέθηκε σε ισχύ για τους Εναγομένους 2 και 3 το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης. Οι εν λόγω Εναγόμενοι ενέργησαν ως εγγυητές / παροχείς κάλυψης υπό το καθεστώς συνεχόμενης μορφής. Κατά συνέπεια καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι πληρούνται όλα τα απαιτούμενα συστατικά στοιχεία, περιλαμβανομένων της ελεύθερης βούλησης των μερών, για τη νόμιμη και έγκυρη συνομολόγηση όλων των συμφωνητικών εγγράφων που εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση. Το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων είναι δεσμευτικό και εκτελεστό για την Ενάγουσα και τους Εναγομένους 1, 2 και 3, ως συμβαλλόμενα μέρη που είναι. Παράβαση επίδικων συμβάσεων: Η παράλειψη πληρωμής οφειλομένου ποσού από μέρους της Εναγομένης 1 συνιστά μη συμμόρφωση με τις συμβατικές οικονομικές υποχρεώσεις της. Η δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου, το οποίο παρέμεινε χωρίς εξόφληση παρά τις προειδοποιητικές επιστολές, αποτελεί ουσιώδη παράλειψη ουσιώδη όρου της επίμαχης σύμβασης από μέρους της Εναγομένης
  1. Την ίδια στιγμή υπάρχει παραβίαση όρων των εγγράφων εγγύησης / κάλυψης και συμβάσεων υποθήκευσης ακινήτων από μέρους των Εναγομένων 2 και
  2. Σε αντίθεση με τους Εναγομένους, η Ενάγουσα τήρησε και τίμησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της. Ουδεμία θετική μαρτυρία περί του αντιθέτου έχει τεθεί ενώπιον μου. Τερματισμός επίδικων συμφωνητικών εγγράφων: Με βάση τις εκθέσεις υπεράσπισης οι Εναγόμενοι 1, 2 & 3 αρνιούνται ότι έλαβαν τις επικαλούμενες επιστολές τερματισμού της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού. Μάλιστα ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι από το έτος 2004 είναι κάτοικος Λευκωσίας. Εγείρουν δε θέμα νομιμότητας και εγκυρότητας του τερματισμού ισχυριζόμενοι ότι δεν προηγήθηκε επιστολή για επανόρθωση της επικαλούμενης παράβασης σύμφωνα με τον Ν.39(Ι)/
  3. Αυτά βασικά αποτελούν το πλαίσιο των δικογραφημένων θέσεων των Εναγομένων. Η επίκληση του Ν.39(Ι)/2001 δεν έχει έρεισμα για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Δεν χρειάζεται να τους επαναλάβω. Να επαναλάβω ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγομένου 3 ως προς τον τόπο διαμονής του παρέμεινε ατεκμηρίωτος αφού καμία θετική μαρτυρία έχει παρουσιαστεί σε σχέση με το ζήτημα αυτό κατά την ακρόαση της αγωγής. Ως εκ τούτου η θέση αυτή του Εναγομένου 3 δεν προωθήθηκε και στερείται θεμελίωσης. Σε όλα τα έγγραφα περιέχεται δικαίωμα της Ενάγουσας για απαίτηση άμεσης πληρωμής όλων των ποσών που οφείλονται. Μόλις ζητηθεί από την Ενάγουσα ποσό που οφείλεται, τότε ολόκληρο το ποσό καθίσταται αμέσως απαιτητό και πληρωτέο για εξόφληση. Σχετικός είναι ο όρος 4 επί του Τεκμηρίου 6 (σύμβαση παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων), οι όροι 5 και 19 επί του Τεκμηρίου 15 (έγγραφο εγγύησης) και ο όρος 5 επί των Τεκμηρίων 7 και 10 (έγγραφα υποθήκης αρ. Υ8540/06 και Υ12511/08). Θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 & 2 παρέλαβαν ξεχωριστά μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου επιστολή ημερ. 04.07.13 με την οποίαν ενημερώνονται ότι η λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού τερματίζεται και παράλληλα καλούνται να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο για το ύψος του οποίου γίνεται αναφορά, το οποίο σημειώνεται ότι κατέστη αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 3 πληροφορήθηκε για τα πιο πάνω όταν του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Η δημιουργία υπέρβασης και η συνέχιση ύπαρξης της παρά την προειδοποίηση όπως αυτή αποκατασταθεί εντός χρονικού διαστήματος που έχει καθοριστεί, συνιστά ουσιώδη παράβαση της σύμβασης. Με τον καθορισμό εύλογου χρονικού διαστήματος, ο χρόνος αποπληρωμής της παράβασης κατέστη ουσιώδης όρος της σύμβασης. Η αποτυχία συμμόρφωσης εντός καθορισμένης περιόδου που συνιστά εύλογο χρόνο, αποτελεί παράβαση ουσιώδη όρου (Chitty on Contracts 27η έκδοση, παράγραφος 21-013). Με βάση την νομολογία παράβαση ουσιώδη όρου στη σύμβαση δίδει δικαίωμα στον αθώο συμβαλλόμενο μέρος να τερματίσει τη σύμβαση (Παπαργυρού v. Μιχαηλίδης Πολιτική Έφεση Αρ. 215/2010 ημερ. 27.09.16). Ο όρος 14 του Τεκμηρίου 6 (σύμβαση παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων) προνοεί ότι κάθε ειδοποίηση θα δίδεται στην Εναγόμενη 1 δια συνήθους ταχυδρομείου ή ιδιοχείρως στη διεύθυνση που δηλώνεται μέσα από το έγγραφο αυτό ή στη νέα διεύθυνση που ο Χρεώστης δώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή προς την Τράπεζα διεύθυνση του Χρεώστη. Σε ότι αφορά το έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 15) σχετικός είναι όρος 11, σύμφωνα με τον οποίον η επιστολή θα αποστέλλεται με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο και θα θεωρείται ότι έχει παραληφθεί 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα απέστειλε σε κάθε ένα Εναγόμενο ξεχωριστά προς τους οποίους και απευθυνόταν επιστολή ημερ. 18.12.12 μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου. Με την επιστολή αυτή τους ενημέρωσε για την παρατηρούμενη υπέρβαση του λογαριασμού και κάλεσε την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτης που είναι να την εξοφλήσει το συντομότερο δυνατό. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση με την πιο πάνω επιστολή, η Ενάγουσα απέστειλε μέσω της συστημένης οδού του ταχυδρομείου δεύτερη προειδοποιητική επιστολή ημερ. 29.05.13 πάλι σε κάθε ένα Εναγόμενο ξεχωριστά προς τους οποίους και απευθυνόταν. Με την νέα αυτή επιστολή καθορίστηκε περίοδος 7 ημερών, εντός της οποίας κλήθηκε η Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτης που είναι να την εξοφλήσει. Ο χρόνος αυτός θεωρείται, υπό τις περιστάσεις, εύλογος για σκοπούς συμμόρφωσης. Από τα πιο πάνω καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι υπήρξε συμμόρφωση από μέρους της Τράπεζας με τις πρόνοιες των πιο πάνω όρων. Η Τράπεζα ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείτο από τις πρόνοιες των εγγράφων. Με βάση τους όρους αυτούς η Ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό των συμφωνητικών εγγράφων. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλήγω στο επίσης ασφαλές συμπέρασμα ότι τα συμφωνητικά έγγραφα έχουν ορθά, δεόντως, δικαιολογημένα και νόμιμα τερματιστεί στις 04.07.
  4. Χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει την νομιμότητα και εγκυρότητα των εν λόγω επιστολών τερματισμού υπό αμφισβήτηση, το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ζημιές και/ή απώλειες που προκλήθηκαν: Η πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων 1, 2 & 3 προκάλεσε ζημιές και απώλειες στην Τράπεζα. Το ύψος των ζημιών και των απωλειών της είναι το σύνολο του χρεωστικού υπολοίπου στον επίμαχο τρεχούμενο λογαριασμό. Ύπαρξη τραπεζικού χρέους: Σε υπόθεση κατ' ισχυρισμό τραπεζικού χρέους, όπως είναι η παρούσα αγωγή, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση της Τράπεζας για ύπαρξη τραπεζικού χρέους είναι η σύναψη της σύμβασης δανείου μαζί με τους όρους της, η παράβαση όρου της σύμβασης και ο τερματισμός της σύμβασης μαζί με το οφειλόμενο υπόλοιπο (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Η θεμελίωση τους εδράζεται μέσα από το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα χορήγησε στην Εναγόμενη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις σε διάφορες περιπτώσεις. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν / παρείχαν κάλυψη, δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων, των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης
  1. Όπως ακόμη λέχθηκε πιο πάνω και συνιστά συμπέρασμα του Δικαστηρίου, η παράλειψη πληρωμής οφειλομένων ποσών από μέρους του Εναγομένου 1 συνιστά μη συμμόρφωση με τις συμβατικές οικονομικές υποχρεώσεις του Εναγομένου
  2. Η δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου και η παράλειψη πληρωμής του εντός εύλογου χρόνου που καθορίστηκε, παρά τις προειδοποιητικές επιστολές, αποτελεί παραβίαση ουσιώδη όρου της σύμβασης παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης
  3. Την ίδια στιγμή υπάρχει παραβίαση των εγγράφων εγγύησης / κάλυψης και συμβάσεων υποθήκευσης ακινήτου εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων 2 και 3 αντίστοιχα. Η Εναγόμενη 1, ως πρωτοφειλέτης που είναι ευθύνεται για την πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα. Συνυπεύθυνοι στη πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα και συνάμα στην παραμονή χρεωστικού υπολοίπου (τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπερανάληψης) είναι και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές / παροχείς κάλυψης που είναι. Συνεπεία της παράβασης συμφωνητικών εγγράφων από τους Εναγομένους 1, 2 και 3, η Ενάγουσα προχώρησε με τερματισμό τους. Ο εν λόγω τερματισμός κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος. Το δε ολόκληρο υπόλοιπο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Αυτό καθορίζει την ύπαρξη τραπεζικού χρέους. Χρεώσεις: Πέραν του πιο πάνω σχολιασμού, θεωρώ ορθό να επαναλάβω ότι ουδεμία συγκεκριμένη πράξη και καταχώρηση στον επίμαχο τρεχούμενο λογαριασμό έχουν αμφισβητηθεί για οποιοδήποτε συγκεκριμένο λόγο. Επιπλέον δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα καμίας μαθηματικής πράξης και κανένας αριθμητικός υπολογισμός που περιέχεται στον εν λόγω λογαριασμό (Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Προσδιορισμός ύψους τραπεζικού χρέους: Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να διευκρινίσω ότι έχω αποδεχτεί τα επιστημονικά δεδομένα βάση των οποίων έχουν ετοιμαστεί η νέα αναθεωρημένη / αναδομημένη κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 28). Ουδεμία περί του αντιθέτου μαρτυρία που να καταρρίπτει την ορθότητα της κατάστασης αυτής έχει τεθεί ενώπιον μου. Αυτό σημαίνει ότι το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου που αναλύεται και παρουσιάζεται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού γίνεται αποδεχτή. Επομένως το Δικαστήριο αποδέχεται και αποτελεί συμπέρασμα του ότι κατά την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι 04.07.13, το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο από τον επίμαχο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο υπερανάληψης ανέρχεται σε €89.721,25 πλέον συσσωρευμένους τόκους €87,23 από 01.07.13 μέχρι 04.07.13 πλέον τόκο προς 11,25% ετησίως επί ποσού €89.721,25 από 05.07.13 μέχρι 24.11.13 πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως από 25.11.13 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Εναγόμενοι 2 & 3 - Συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης - Έγγραφα υποθήκης: Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 παρείχαν εξασφαλίσεις για την κάλυψη των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης
  4. Όπως ήδη λέχθηκε, οι εγγυήσεις ήταν συνεχόμενης μορφής μέχρι την εξόφληση του υπολοίπου της σύμβασης. Ως περαιτέρω εξασφάλιση ο Εναγόμενος 2 ενέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας τις υποθήκες αρ. Υ8540/06 και Υ12511/
  5. Ο τερματισμός της σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγομένης 1 λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της και η ύπαρξη τραπεζικού χρέους που παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με την γραπτή ειδοποίηση για το γεγονός αυτό στους Εναγομένους 2 και 3, ενεργοποιεί τις δεσμεύσεις των τελευταίων απέναντι στην Ενάγουσα, όπως αυτές πηγάζουν από τα πιο πάνω συμφωνητικά έγγραφα, με ότι αυτό συνεπάγεται. Συνεπώς η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για ποσό ίσο προς το ύψος του τραπεζικού χρέους εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 στη βάση των εγγράφων εγγύησης και αποζημίωσης που αυτοί υπέγραψαν. Σε ότι αφορά την εκποίηση των υποθηκών που αφορά εγγεγραμμένα μερίδια του Εναγομένου 2 επί τριών ακινήτων και αποτελεί μέρος των εξασφαλίσεων για τη χορήγηση και συνέχιση χορήγησης πιστωτικών στην Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση σχετικών διαταγμάτων για πώληση των ενυπόθηκων μεριδίων προς πληρωμή του τραπεζικού χρέους. Ανταπαίτηση Εναγομένου 3: Η παράλειψη του Εναγομένου 3 να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία για σκοπούς προώθησης και τεκμηρίωσης της ανταπαίτησης του, μοιραία την καταδικάζει σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, η ανταπαίτηση του Εναγομένου 3 στερείται θεμελίωσης και γι' αυτό είναι έκθετη σε απόρριψη. Ιδιοκτήτης χρημάτων που δόθηκαν ως πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1: Οι Εναγόμενοι 1 και 2 προέβαλαν κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 τη θέση ότι η Τράπεζα δεν είναι ιδιοκτήτης των χρημάτων αυτών και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να τα διεκδικεί. Θα πρέπει να λεχθεί ότι πρόκειται για ένα ισχυρισμό που δεν δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης τους. Είναι αναγνωρισμένο μέσα από την νομολογία ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση τέτοιων μόνο θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία (Inter - Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή και άλλου
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Εφόσον το συγκεκριμένο ζήτημα δεν δικογραφείται, δεν δύναται να εξεταστεί. Ανεξαρτήτως του πιο πάνω, η Τράπεζα χωρίς αμφιβολία είναι ο ιδιοκτήτης των χρημάτων αυτών. Προς επίρρωση αυτής της αναφοράς παραπέμπω στο σκεπτικό που εξηγήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
  1. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι η παρούσα υπόθεση πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με τις σχετικές εξασφαλίσεις είναι ανάμεσα σ' αυτές που δόθηκαν στην Ενάγουσα ως εταιρεία εξαγοράς πιστωτών που είναι, η οποία κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) και δυνάμει του Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας, το οποίο εγκρίθηκε και επικυρώθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας δυνάμει σχετικού διατάγματος ημερ. 07.12.22 στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 655/2022 I-Justice (Τεκμήριο 29). Με βάση την εν λόγω νομοθεσία και το υπ' αναφορά Σχέδιο Διακανονισμού, η Ενάγουσα η οποία υποκατέστησε και/ή αντικατέστησε την Τράπεζα, μεταξύ άλλων, στα δικαιώματα της που απορρέουν από επισυνημμένες πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς και από τις συναφείς μ' αυτές εγγυήσεις, ενυπόθηκες εγγυήσεις ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εξασφάλισης, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας αγωγής. Έπεται ότι η Ενάγουσα δύναται να διεκδικήσει την πληρωμή χρημάτων που συνιστούν χρεωστικό υπόλοιπο και προέκυψε μέσα από την παροχή τους στην Εναγόμενη 1 με εξασφαλίσεις (εγγυήσεις / παροχή κάλυψης και αποζημίωσης) από τους Εναγομένους 2 και
  2. Αγορά πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα: Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 οι Εναγόμενοι 1 και 2 προέβαλαν θέση που στην ουσία αμφισβητούν το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας, το οποίο, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας δυνάμει σχετικού διατάγματος ημερ. 07.12.22 στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 655/2022 I-Justice (Τεκμήριο 29). Εφόσον οι Εναγόμενοι 1 και 2 αμφισβητούν το Σχέδιο Διακανονισμού, βάση του οποίου αναγνωρίζεται ο ρόλος της Ενάγουσας, θα έπρεπε να είχαν προβεί σε δικονομικά διαβήματα με σκοπό την ακύρωση του διατάγματος. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Αυτό σημαίνει ότι το διάταγμα που εκδόθηκε παραμένει έκτοτε σε ισχύ μέχρι σήμερα με το περιεχόμενο του να είναι δεσμευτικό. Συνεπώς οποιαδήποτε ενασχόληση και/ή κρίση του παρόντος Δικαστηρίου με ζήτημα που καλύπτεται από το εν λόγω διάταγμα θα ισοδυναμούσε με λειτουργία ως Εφετείου επί ομοβάθμιου του Δικαστηρίου, πράγμα που θα ήταν ανεπίτρεπτο και εκτός νομιμότητας. Κατάληξη: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €89.721,25 πλέον συσσωρευμένους τόκους €87,23 από 01.07.13 μέχρι 04.07.13 πλέον τόκο προς 11,25% ετησίως επί ποσού €89.721,25 από 05.07.13 μέχρι 24.11.13 πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως από 25.11.13 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα ως τα σημεία (Β) (α) μέχρι (ι) της §15 του τροποποιημένου ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η Ανταπαίτηση του Εναγομένου 3 απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη. Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής (απαίτησης και ανταπαίτησης), δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, Ιωάννου και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Δεν υπάρχει αποχρών λόγος που να δικαιολογεί αποστέρηση των εξόδων από τον επιτυχών διάδικο και να μην τα επωμιστεί ο αποτυχών διάδικος που ευθύνεται για την γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της απαίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
  1. Σε σχέση με τα έξοδα της ανταπαίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου
  2. Ενόψει της παράλληλης εκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............................................ Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.