ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑ Ν. ΚΥΠΡΗ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αγωγή αρ. 1677/2015, 29/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος
απαλλοτρίωσης, η προσφυγή αναστέλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Σε περίπτωση οποιουδήποτε περιορισμού, κατ' εφαρμογή της τρίτης παραγράφου του εν λόγω άρθρου, το Δικαστήριο δύναται να διατάσσει αναστολή οποιασδήποτε σχετικής διαδικασίας. Κάθε απόφαση Δικαστηρίου που εκδίδεται κατ' εφαρμογή της § 11 υπόκειται σε έφεση. Ο λόγος στην § 11 είναι για προσφυγή «στο Δικαστήριο», χωρίς αναφορά «στο πολιτικό Δικαστήριο» για καθορισμό αποζημίωσης, όπως προηγουμένως, και αφήνεται να νοηθεί ότι η αναφορά είναι για Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της νομιμότητα της αρχής που στερεί ή περιορίζει την ιδιοκτησία, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο του άρθρου 146 Σ. Ωστόσο, στη Holy See of Kitium of Limassol v. The Municipal Council of Limassol [15]
(1961)March 2, στην οποία παραπέμπει και η Ramadan v. The Electricity Authority of Cyprus 1 R.S.C.C. 49 με παρόμοια γεγονότα με την υπό εξέταση υπόθεση, διατυπώθηκε ακριβώς η αντίθετη άποψη, ότι η αναφορά «στο Δικαστήριο» στην § 11 εμπερικλείει και το πολιτικό Δικαστήριο, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, αλλά και το Δικαστήριο που ασκεί δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 146 Σ, αναλόγως της δικαιοδοσίας του καθενός, την οποία δεν είναι σκοπός του μέρους του Συντάγματος που αφορά τα ατομικά δικαιώματα να καθορίσει. Κατ' επέκταση, η ανάγνωση της § 11 είναι και με το σύνολο του άρθρου 23 Σ αλλά και με το σύνολο του Συντάγματος. Ακολουθώντας την ίδια ροή σκέψης, με δεδομένο πως η καταβολή αποζημίωσης όταν υπάρχει ουσιώδης μείωση της αξίας του ακινήτου είναι ζήτημα σε σχέση με διάταξη του άρθρου 23 Σ και κατ' εφαρμογή της (της διάταξης της § 3), αλλά και ξεκάθαρα συνιστά ιδιωτικό δίκαιο, το «Δικαστήριο», στο κείμενο της § 11, διαβάζεται για την περίπτωση ως το πολιτικό Δικαστήριο. Εξάλλου, ακόμα κι αν μπορεί να μην είναι κοινά αποδεκτή η μεθοδολογία της Holy See of Kitium of Limassol v. The Municipal Council of Limassol (ανωτέρω)[3], ή απλώς με πιο σύγχρονη προσέγγιση, εάν υπάρχει παράβαση οποιουδήποτε ατομικού δικαιώματος, περιλαμβανομένου του άρθρου 23 Σ, συνεπεία της οποίας υπάρχει ζημιά, δεν χρειάζεται ειδική διάταξη στο κείμενο της συνταγματικής ρύθμισης, για να μπορεί να αχθεί ενώπιον του πολιτικού Δικαστηρίου διαφορά που σχετίζεται με τη διάγνωση αστικού δικαιώματος. Η διαφορά, στην υπόθεση της Ενάγουσας, συνίσταται στην παράλειψη της Εναγόμενης, ενώ επέβαλε περιορισμό στην ιδιοκτησία της με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170, να προσφέρει οποιαδήποτε αποζημίωση, που η πλευρά της Ενάγουσας θεωρεί ότι χρειάζεται, γιατί υπάρχει ουσιώδης μείωση της αξίας του ακινήτου της. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως, ταυτόχρονα, η μη καταβολή αποζημίωσης στην περίπτωσή της συνιστά ή απολήγει σε παράβαση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 23 § 3 Σ, που προβλέπει αυτήν την υποχρέωση. Η διαφορά αυτή μπορεί να επιλυθεί μόνο από ιδιωτικό δικαστήριο, που θα αποφασίσει, με βάση τη μαρτυρία, εάν υπάρχει ή όχι ουσιώδης μείωση στο ακίνητο της Ενάγουσας, αιτιωδώς συνδεδεμένη με τον περιορισμό που επιβλήθηκε, για την οποία θα πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση, ώστε, η μη πληρωμή της, να συνιστά παράβαση του άρθρου 23 § 3 Σ. Υπάρχει βάση αγωγής επί της οποίας μπορεί να προχωρήσει το Δικαστήριο με την εξέτασή της. Η Ενάγουσα χρησιμοποίησε επικουρικά και άλλες βάσεις γιατί ενδεχομένως θεώρησε πως θα μπορούσαν να σχετίζονται (παράνομη επέμβαση, οχληρία). Οι αναφορές της σε παράνομη επέμβαση δεν προωθήθηκαν εφόσον η δια νόμου αναγκαστική δίοδος με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170 νομιμοποιεί ό,τι υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να συνιστά παράνομη επέμβαση. Όσον αφορά τις αναφορές της σε ιδιωτική οχληρία, η ιδιωτική οχληρία δεν έχει να κάνει με τη νομιμότητα της εγκατάστασης της ηλεκτρικής γραμμής, αλλά με τον τρόπο που η Εναγόμενη, ενεργώντας ή χρησιμοποιώντας την έκταση που καταλαμβάνει η ηλεκτρική γραμμή, εμποδίζει την απόλαυση της έκτασης της ακίνητης περιουσίας που κατέχει η Ενάγουσα. Συναφώς αναφέρεται πως, με βάση το άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ιδιωτική oχληρία συvίσταται στo ότι πρόσωπo επιδεικvύει συμπεριφoρά ή διεξάγει τις εργασίες τoυ ή χρησιμoπoιεί ακίvητη ιδιoκτησία πoυ αvήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, με τρόπo ώστε κατά συvήθεια vα παρεμβαίvει στηv εύλoγη χρήση και απόλαυση, αφoύ ληφθoύv υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίvητης ιδιoκτησίας oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ. Ο ενάγων δεv τυγχάvει απoζημίωσης σε σχέση με ιδιωτική oχληρία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά. Συνιστά υπεράσπιση, με βάση το άρθρο 47 Κεφ.148, ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή τελέστηκε βάσει τωv όρωv oπoιoυδήπoτε συμφώvoυ ή σύμβασης δεσμευτικής για τov εvάγovτα, πoυ επεvεργεί για όφελoς τoυ εvαγόμεvoυ. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτή η βάση αγωγής δεν σχετίζεται με τα γεγονότα, επειδή τα γεγονότα που εισφέρει η Ενάγουσα στη διαδικασία δεν αναφέρονται στον τρόπο που η ΑΗΚ χρησιμοποιεί την έκταση που καταλαμβάνει η ηλεκτρική γραμμή (που δεν θεωρείται ακριβώς πως κατέχεται από την ΑΗΚ), ως εάν θα μπορούσε να την χρησιμοποιεί και με άλλον τρόπο που δεν θα προκαλεί οχληρία. Συνακόλουθα, η αναφορά της Ενάγουσας σε «οχληρία» εκλαμβάνεται πως είναι στο πλαίσιο της θέσης της πως μειώνεται ουσιωδώς η αξία του ακινήτου της (γιατί η ύπαρξη μιας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρισμού υψηλής τάσης είναι φύσει οχληρή ανάπτυξη, ασχέτως της νομιμότητας της εγκατάστασης ή της χρήσης της) και θέμα υπολογισμού της ζημιάς της Ενάγουσας, εάν αφορά ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου της, και όχι για να καταλογίσει στην Εναγόμενη ευθύνη για αδικοπραγία. Αγωγές αποζημίωσης για εγκατάσταση πυλώνων και εναέριων γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος παρουσιάζονται και σε άλλες δικαιοδοσίες (π.χ. σύμφωνα με την αγγλική Electricity Act 1989). Συχνότερα, ασκούνται μεν σε βάση ως αυτήν που επιχειρεί να εξηγήσει η Εναγόμενη, της απαίτησης για νόμιμη (εκ του νόμου) αποζημίωση (statutory compensation) και εφόσον ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις· αλλά όπου υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία και δεδομένο νόμιμο πλαίσιο ή σχήμα παροχής αποζημιώσεων εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί η όλη διαφορά. Αναλογία δικαίου όσον αφορά τον ίδιο τον περιορισμό δεν μπορεί να γίνει με το δίκαιο της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (παρόλο που εκεί μπορεί να γίνονται παραπομπές, και σε άλλες δικαιοδοσίες, όσον αφορά την αποζημίωση ή τον τρόπο υπολογισμού της). Τέτοια αναλογία θα μπορούσε να γίνει με τυχόν άλλους νόμους που ρυθμίζουν διαδικασίες (μακράς και αόριστης διάρκειας) αναγκαστικής διόδου για τη διέλευση εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας χωρίς απόκτηση δικαιώματος επί της γης[4], τύπου "compulsory wayleave", που ασφαλώς διαφέρουν και από τη δουλεία (easement) και από μορφές στέρησης της ιδιοκτησίας ή άλλες νομικές σχέσεις. Σύμφωνα με το Κεφ.170, η ΑΗΚ είναι ανάδοχος, και έχει μεταξύ άλλων την ευθύνη για τη λειτουργία, συντήρηση και, εάν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη συστήματος διανομής σε μια περιοχή και κατά περίπτωση τη διασυνδέσεών του με άλλα συστήματα και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του συστήματος να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Παρεμβάλλεται πως, πριν από τη θέσπιση του Κεφ.170 (το 1952), υπήρχε σε ισχύ ο Law to Regulate the Supply of Electricity for Lighting and Other Purposes 26/40 (Electricity Law 1940) [βλ. και Cap.82]. Το άρθρο 10 Κεφ.170, που υπήρχε εξ αρχής με όμοια αρίθμηση (όπως και το άρθρο 31 Κεφ.170) εξουσιοδοτεί την έκδοση Κανονισμών για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου. Το Κεφ.170 εξουσιοδοτεί το Υπουργικό Συμβούλιο να εκδίδει κανονισμούς, κατόπιν εισήγησης του Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων, οι οποίοι στη συνέχεια εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύονται. Εκδόθηκαν κανονισμοί με βάση το άρθρο 10 του προϊσχύσαντος νόμου, που συνέχισαν να ισχύουν και μετά τη θέση σε ισχύ του Κεφ.170. Εκδόθηκαν διάφοροι τροποποιητικοί κανονισμοί και με βάση το άρθρο 10 Κεφ.170. Από το 1941 μέχρι το 2015, που κινήθηκε η υπό εξέταση αγωγή, δεν έχει εντοπιστεί κανονισμός που να εξειδικεύει την εφαρμογή του άρθρου άρθρο 31, το λεκτικό του οποίου παρέμεινε αναλλοίωτο. Το Δικαστήριο επίσης δεν παραπέμπεται σε τέτοιο κανονισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 31 § 1 Κεφ.170, που τιτλοφορείται «άδειες διόδου σε γη» (wayleaves over land), οι ανάδοχοι (AHK) μπορούν να τοποθετήσουν οποιαδήποτε ηλεκτρική γραμμή, είτε πάνω, είτε κάτω από το έδαφος, διαμέσου οποιασδήποτε γης που δεν είναι καλυμμένη με οικοδομές. Πριν από την τοποθέτηση τέτοιας γραμμής, επιδίδουν στον ιδιοκτήτη και κάτοχο της γης, ή αν ο ιδιοκτήτης και κάτοχος δεν είναι γνωστοί, αναρτούν στη γη μέσω πίνακα ειδοποιήσεων, ειδοποίηση σχετικά με την πρόθεσή τους αυτή, μαζί με περιγραφή των γραμμών που υπάρχει πρόθεση να τοποθετηθούν. Εάν, εντός 14 ημερών μετά την επίδοση ή ανάρτηση, ο ιδιοκτήτης και κάτοχος παραλείψουν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους, ή αν επισυνάψουν στη συγκατάθεσή τους οποιουσδήποτε όρους ή προϋποθέσεις στους οποίους οι ανάδοχοι ενίστανται, ο Έπαρχος, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με την αρμόδια αρχή τοπικής διοίκησης, δύναται να δώσει τη συγκατάθεσή του για την τοποθέτηση τέτοιων γραμμών, είτε άνευ όρων, ή υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις όπως θεωρεί δίκαιο. Το ίδιο το άρθρο 31 § 1 Κεφ.170, η εφαρμογή του οποίου όπως λέχθηκε προηγουμένως δεν διευκολύνεται με χρήση Κανονισμού με βάση το άρθρο 10 Κεφ.170, δεν ορίζει κάποια προθεσμία ή διαδικασία για υποβολή απαίτησης αποζημίωσης.
§ 1
, η αρχική επίδοση της ειδοποίησης της ΑΗΚ προς τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο για λήψη συγκατάθεσης, εάν ο ιδιοκτήτης είναι άγνωστος, μπορεί να γίνει και με ανάρτηση στη γη. Η προθεσμία για εξασφάλιση τυχόν έγκρισης είναι σύντομη. Εντός 14 ημερών από την επίδοση ή ανάρτηση, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος μπορούν να συγκατατεθούν. Εάν συγκατατεθούν στην πρόθεση της ΑΗΚ, που μπορεί να περιλαμβάνει ή να μην περιλαμβάνει προσφορά ή μηχανισμό απαίτησης αποζημίωσης, το θέμα τελειώνει εκεί, η ΑΗΚ μπορεί να παρέμβει με νομική βάση τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή κατόχου και τη μεταξύ τους συμφωνία (contractual/voluntary wayleave), η οποία αποτελεί και τη βάση τυχόν διαφορών τους. Εάν με το έντυπο συγκατάθεσης ο ιδιοκτήτης ενστεί σε συγκεκριμένους όρους ή θέσει όρους και προϋποθέσεις (π.χ. πληρωμή αποζημίωσης) και δεν επέλθει συμφωνία σε σχέση με αυτούς, ή εάν παραλείψει να συγκατατεθεί γενικότερα, άρα δεν έχει επέλθει συμφωνία (γιατί δεν υπήρξε ανταπόκριση για συγκατάθεση ή διαβούλευση, κατ' επέκταση υπάρχει διαφωνία), κατά κανόνα, δεν παρεμβαίνει η ΑΗΚ, η οποία φυσικά έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να επιδιώκει τη σύναψη κάποιας συμφωνίας. Στον βαθμό που η εγκατάσταση είναι αναγκαίο να γίνει, για τους σκοπούς της δημόσιας ωφέλειας, και δεν υπάρχει συμφωνία, αποτείνεται στον Έπαρχο. Ούτε η διαδικασία με την οποία η ΑΗΚ υποβάλλει στον Έπαρχο αίτημα για τη συγκατάθεσή του είναι ρυθμισμένη. Ο Έπαρχος διαβουλεύεται με την αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, και μπορεί να δώσει τη συγκατάθεσή του, με ή χωρίς όρους ή προϋποθέσεις, αν κρίνει δίκαιο. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο λόγος είναι για αναγκαστική δίοδο (compulsory wayleave). Δεν προβλέπεται διαδικασία υποχρεωτικής ακρόασης του ιδιοκτήτη ή κατόχου γης από τον Έπαρχο. Αυτή η έλλειψη είναι πιο αισθητή
§ 2
. Η απόφαση αναγκαστικής επιβολής, που περατώνεται με τη λήψη της συγκατάθεσης του Έπαρχου, είναι της ΑΗΚ (που εκείνη είναι και η εκτελεστή διοικητική πράξη)[5]. Το να μην προσβληθεί με προσφυγή, και να αφεθεί να επιβληθεί ο περιορισμός, δεν επηρεάζει το δικαίωμα αποζημίωσης, εάν ο περιορισμός, που πλέον επιβάλλεται και δεν συμφωνείται, μειώνει ουσιωδώς την αξία του ακινήτου. Σύμφωνα με την § 2, όταν η ανάγκη είναι να τοποθετηθεί όχι απλώς γραμμή σε γη χωρίς οικοδομές (§ 1), αλλά γραμμή ή άλλη εγκατάσταση σε οικοδομή ή σε γη με οικοδομές, χρειάζεται οπωσδήποτε η συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή του κατόχου. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συγκατάθεση, δεν υπάρχει δυνατότητα επέμβασης, ούτε η συγκατάθεση του Έπαρχου μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία της. Όταν, όμως, πρόκειται για επίτονο ή στήριγμα υπέργειας γραμμής ή υποστήριγμα ή ορθοστάτης για τον αποκλειστικό σκοπό της εξασφάλισης της υποστήριξης υπέργειας γραμμής, σε γη ή σε οικοδομή (on any land or building), τότε, ο Έπαρχος, μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, εάν ο ιδιοκτήτης και ο κάτοχος παράλογα αρνούνται τη συγκατάθεσή τους, να παρέχει τη δική του συγκατάθεση, και τότε (εφόσον πρόκειται περισσότερο για δέσμευση με στοιχεία τύπου "easement") καθορίζει υποχρεωτικά (shall fix) ποσό αποζημίωσης ή ετήσιου ενοικίου ή και τα δύο, που πληρώνονται από τους ανάδοχους στον ιδιοκτήτη ή και κάτοχο, αναλόγως. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, εδώ είναι πιο αισθητή η απουσία ακρόασης του ιδιοκτήτη ή κατόχου, γιατί, ενώ ο Έπαρχος μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη συγκατάθεσης εάν υπάρχει από μέρους του ιδιοκτήτη ή κατόχου «παραλογισμός» ως προς την μη συγκατάθεσή του, δεν προβλέπεται υποχρεωτική διαδικασία ακρόασης του ιδιοκτήτη ή κατόχου από τον Έπαρχο, όπως, για παράδειγμα, προβλέπεται σχετική διαδικασία ακρόασης στους αγγλικούς The Electricity (Compulsory Wayleaves) (Hearings Procedure) Rules 1967.
§ 2
, υποχρεωτικά ο Έπαρχος, όταν παρέχει τη συγκατάθεσή του για την εγκατάσταση, σε ιδιωτική γη ή σε οικοδομή, αναγκαίου επίτονου ή στηρίγματος υπέργειας γραμμής ή υποστηρίγματος ή ορθοστάτη, για τον αποκλειστικό σκοπό της εξασφάλισης της υποστήριξης υπέργειας γραμμής, καθορίζει ο ίδιος την αποζημίωση, που πρέπει να καταβάλει η ΑΗΚ.
§ 1
, και ως εκ της δυνατότητάς του
§ 2
, δεν αποκλείεται (δυνητικά) να καθορίζει αποζημίωση στο πλαίσιο της συγκατάθεσής του υπό μορφή όρου ή προϋπόθεσης. Ωστόσο, δεν είναι υποχρεωμένος να μπει σε τέτοια διαδικασία. Στους αγγλικούς Κανονισμούς, που διέπουν το ίδιο θέμα, η αποζημίωση καθορίζεται πάντοτε από το Land Tribunal, εάν δεν επέλθει συμφωνία γι' αυτήν, την οποία μπορεί να επιδιώξει οποιοδήποτε μέρος[6], και δεν υπάρχει δυνατότητα διοικητικού οργάνου να μπει στη διαδικασία να καθορίσει αποζημίωση. Από την ίδια παράγραφο § 2, στην εγχώρια νομοθεσία, που εκείνη προβλέπει υποχρέωση του Έπαρχου να καθορίζει αποζημίωση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, προκύπτει και ο τρόπος αποζημίωσης που μπορεί να δοθεί για την επιβολή περιορισμού που μειώνει ουσιωδώς την αξία του ακινήτου. Μπορεί να αφορά ένα ποσό εφάπαξ, ετήσιο ενοίκιο, ή και τα δύο. Στο στάδιο που ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος λαμβάνει έντυπο συγκατάθεσης για επιβολή περιορισμού με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170, εάν παραλείψει να συγκατατεθεί πλήρως ή να ανταποκριθεί, δεν μπορεί να τεκμαίρεται είτε (σιωπηρή) συμφωνία του είτε μη αξίωση για αποζημίωση. Δεν επέρχεται συμφωνία. Υπάρχει διαφωνία. Εάν η ΑΗΚ επιλέξει να μην εστιάσει στην επίλυσή της, αλλά να αποταθεί στον Έπαρχο για να εξαναγκαστεί η δίοδος, και ούτε σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας επέλθει κάποια συμφωνία για το θέμα της αποζημίωσης, για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. γιατί δεν υπήρξε ακρόαση του ιδιοκτήτη ή κατόχου ή γιατί δεν απασχόλησε τον Έπαρχο το ζήτημα), μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο, εάν υπάρχει ουσιαστικό δικαίωμα σ' αυτήν, με πηγή και βάση του ουσιαστικού δικαιώματος να είναι το άρθρο 23 § 3 Σ. Εάν, σε οποιαδήποτε διαδικασία των §§ 1, 2, ο Έπαρχος καθορίσει συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση που θα πρέπει να καταβάλει η ΑΗΚ και το ύψος της αποζημίωσης δεν είναι αποδεκτό, υπάρχει διαφωνία ως προς το ύψος του ποσού, για την οποία μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο. Εάν, σε οποιαδήποτε διαδικασία των §§ 1, 2, ο Έπαρχος δεν καθορίσει συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση που θα πρέπει να καταβάλει η ΑΗΚ, και υπάρχει διαφωνία ως προς το εάν υπάρχει ουσιώδης μείωση της αξίας του ακινήτου για την οποία να οφείλεται αποζημίωση, και πάλι, μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο. Η έγκριση του Έπαρχου που δόθηκε στην προκειμένη περίπτωση (Τεκμήριο 4β) αναφέρεται σε διέλευση γραμμών υψηλής τάσης 66 XB και στην εγκατάσταση πυλώνα. Τι υλοποιήθηκε τελικά, θα εξηγηθεί και στη συνέχεια. Ο Έπαρχος δεν έθεσε όρους ή προϋποθέσεις σχετικές με κάποια αποζημίωση ούτε το θέμα τυχόν αναγκαίας αποζημίωσης φαίνεται να απασχόλησε σε οποιοδήποτε στάδιο και να επήλθε κάποια συμφωνία. Αναφέρθηκε μεν η ενημέρωση της Ενάγουσας για την εξασφάλιση της έγκρισης του Έπαρχου, αλλά δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε επιστολή της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, με την οποία να πληροφορείται για τα προαναφερόμενα, αλλά και για κάποιο δικαίωμα ή διαδικασία αποζημίωσης. Όπως προαναφέρθηκε, όταν η εγκατάσταση της γραμμής δεν έχει χρονικά καθορισμένη διάρκεια, κατά πόσο υπάρχει επηρεασμός ή όχι, μπορεί να διαπιστωθεί μετά από την υλοποίηση της επιβολής του περιορισμού, η οποία μπορεί να απέχει χρονικά από την κοινοποίηση της πρόθεσης της ΑΗΚ να εγκαταστήσει γραμμή στην περιοχή ή από τη συγκατάθεση του Έπαρχου. Το ζήτημα, εάν θα πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση ή όχι, είναι συνεχώς συναρτώμενο με την ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου, που μπορεί να μην προκαλεί η γραμμή σε μια χρονική στιγμή, αλλά να προκαλεί σε κάποιαν άλλη χρονική στιγμή, όταν, για παράδειγμα, θα χρειαστεί να αναπτυχθεί το ακίνητο. Συναφώς, με βάση τις §§ 3, 4, μπορεί, μετά την τοποθέτηση της γραμμής, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος να επιθυμεί να αφαιρεθεί, ενώ έχει λάβει ήδη αποζημίωση για την εγκατάστασή της (είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε κατόπιν καθορισμού όπου δεν υπήρξε συμφωνία). Σε τέτοια περίπτωση, ενδεχομένως να πρέπει να καταβάλει τα έξοδα μετακίνησης, εάν τελικά αποφασιστεί, και εκεί αποκλείεται κάποια περαιτέρω αποζημίωση. Εξ αντιδιαστολής, δεν αποκλείεται, εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα μετακίνησης, να πρέπει να καταβληθεί τότε αποζημίωση. Ούτε για κάποια διαδικασία υποβολής αιτήματος μετακίνησης ή υποβολής αιτήματος αποζημίωσης λόγω μη μετακίνησης υπάρχουν ειδικότερες ρυθμίσεις. Εάν το θέμα της αποζημίωσης συμφωνήθηκε κατά την αρχική εγκατάσταση, ευλόγως, μόνο δια αιτήματος μετακίνησης μπορεί να απασχολήσει ξανά. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση της Ενάγουσας είναι για αποζημίωσή της για την αρχική εγκατάσταση, ως προς την οποία δεν αιτήθηκε και δεν αιτείται μετακίνηση, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, κατόπιν αίτησης της ΑΗΚ με αριθμό ΠΑΦ/0375/93 που λήφθηκε από την πολεοδομική αρχή την 02.06.1993, την 18.10.1994 χορηγήθηκε πολεοδομική άδεια για την εγκατάσταση γραμμής μεταφοράς διπλού κυκλώματος 66 kV. Η πολεοδομική άδεια δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα, ωστόσο δεν φαίνεται να συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στην έκδοσή της ή να της κοινοποιήθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 68 Ν.90/72, εάν με οποιονδήποτε τρόπο προκύψει ουσιώδης ζημία εις βάρος ιδιοκτησίας, συνεπεία της εφαρμογής των προνοιών του Ν.90/72, δέον να καταβάλλεται δίκαιη αποζημίωση. Αποζημίωση καταβάλλεται δυνάμει και τηρουμένων των διατάξεων του Όγδοου Μέρους του Ν.90/72, μόνον εφόσον αποδειχθεί από αυτόν που την απαιτεί ότι, συνεπεία πολεοδομικής απόφασης επηρεάζουσας την ακίνητη ιδιοκτησία σε σχέση προς την οποία υποβάλλεται η απαίτηση, επήλθε ουσιώδης μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας ταύτης (η έμφαση με πλάγια γράμματα πρόσθετη). Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης για ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας ακίνητης ιδιοκτησίας που επηρεάστηκε από πολεοδομική απόφαση, λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες που εκτίθενται στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου 15/62, στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί είναι εφαρμόσιμοι, όπως και όλα τα άλλα κατά περίπτωση περιστατικά. Οι διατάξεις του ίδιου νόμου εφαρμόζονται επίσης σε ό,τι αφορά την καταβολή της αποζημίωσης, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του Ν.90/
- Το άρθρο 68 Ν.90/72 εφαρμόζεται εάν με οποιονδήποτε τρόπο προκύψει ουσιώδης ζημιά σε βάρος ιδιοκτησίας συνεπεία της εφαρμογής του Ν.90/
- Η μεσολάβηση στην προκειμένη περίπτωση πολεοδομικής απόφασης με βάση τον Ν.90/72 για την εγκατάσταση της γραμμής σε ακίνητη ιδιοκτησία, προς την ΑΗΚ και για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 31 Κεφ.170, ως νόμιμου περιορισμού με βάση το άρθρο 23 § 3 Σ, δεν μετατρέπει τον περιορισμό στο δικαίωμα της Ενάγουσας από την ΑΗΚ σε πολεοδομικό περιορισμό έναντι στην Ενάγουσα. Έναντι στην Ενάγουσα, η ΑΗΚ έχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης που τυχόν συμφωνείται ή καθορίζεται από τον Έπαρχο στη συγκατάθεσή του με βάση το άρθρο 31 Κεφ.
- Όπως ρητά αναφέρεται στην § 2 του άρθρο 31 Κεφ.170, τα ποσά που καθορίζει ο Έπαρχος ως αποζημίωση πληρώνονται από τον ανάδοχο στον ιδιοκτήτη. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν έχει απαιτήσει από την πολεοδομική αρχή αποζημίωση για την πολεοδομική της απόφαση με βάση το άρθρο 68 Ν.90/72 και δεν έχει καθοριστεί αποζημίωση πληρωτέα από την πολεοδομική αρχή προς την Ενάγουσα για την πολεοδομική της απόφαση, δεν επηρεάζει την υποχρέωση της ΑΗΚ. Δεν μπορεί να εκληφθεί, από οτιδήποτε, πως εφαρμόζεται το άρθρο 68 Ν.70/92 ή άλλο άρθρο του Όγδοου Μέρους του Ν.90/72 ως η νομοθετική διάταξη που έπρεπε να εφαρμόσει η Ενάγουσα για να αποζημιωθεί από την ΑΗΚ, για τον περιορισμό του άρθρου 31 Κεφ.
- Ακόμα και εάν με διαφορετική νομική θεώρηση η κατάληξη ήταν πως η ΑΗΚ είχε τη δυνατότητα να καθορίσει η ίδια και καθόρισε στην Ενάγουσα τη διαδικασία του άρθρου 68 Ν.90/72 ως εφαρμοστέα και για την περίπτωση του περιορισμού με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170, και τότε, μόνον αναλογική εφαρμογή mutatis mutandis θα μπορούσε να λογίζεται η θέση της πολεοδομικής νομοθετικής διάταξης (με τις ανάλογες αλλαγές που χρειάζονται). Τέτοια είναι και η εφαρμογή του άρθρου 10 Ν.15/62 σε σχέση με τους κανόνες υπολογισμού της αποζημίωσης σε περίπτωση ουσιώδους μείωσης της αξίας του ακινήτου. Γιατί και το άρθρο 10 Ν.15/62 δεν θέτει κανόνες υπολογισμού της ουσιώδους μείωσης της αξίας του ακινήτου, ούτε και στην περίπτωση (δ) αυτού, ούτε και στην περίπτωση (η) αυτού, που η τελευταία μάλιστα παραπέμπει πίσω, στη βάση, στο άρθρο 23 Σ. Ουδεμία αναλογία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, εάν δεν το βοηθά να καθορίσει την καταβλητέα αποζημίωση για μείωση της αξίας του ακινήτου. Επιπλέον, τέτοια αναλογία του άρθρου 68 Ν. Ν.90/72 θα ήταν (αχρείαστα) μόνον ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης στη βάση της απόδειξης ουσιώδους μείωσης, όχι ως προς οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Όγδοου Μέρους του Ν.90/72, περιλαμβανομένης της (μη αναφερθείσας οπουδήποτε) διαδικασίας και της προθεσμίας για πληρωμή αποζημίωσης από την πολεοδομική αρχή βάσει του άρθρου 67 Ν.90/72, ή των περιορισμών των επόμενων άρθρων. Η ειδοποίηση που εστάλη στην Ενάγουσα για λήψη συγκατάθεσης, την 25.10.1994 (Τεκμήριο 3), ήταν με βάση το άρθρο 31 Κεφ.
- Σ' αυτήν, που δεν συνοδεύονταν από την πολεοδομική απόφαση παρά μόνον (ως τουλάχιστον αναγράφεται σε αυτήν) από το σχέδιο της εγκατάστασης, δεν αναφέρονταν κάποιο δικαίωμα για απαίτηση αποζημίωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 68 και 43 § 1 Ν.90/72, που όμως δεν προβλέπουν διαδικασία και προθεσμία υποβολής απαίτησης για αποζημίωση. Εξάλλου, σε περίπτωση μη συγκατάθεσης (άρα διαφωνίας), θα εφαρμόζονταν η διαδικασία του άρθρου 31 Κεφ.170, δηλαδή η υπόθεση θα παραπέμπονταν στον Έπαρχο που θα αποφάσιζε εάν μπορεί να δοθεί η δική του συγκατάθεση ή όχι, και θα καθόριζε εάν πρέπει η ΑΗΚ να καταβάλει αποζημίωση ή όχι, κατόπιν διαβούλευσής του με την πολεοδομική αρχή. Θα έπονταν η απόφαση της ΑΗΚ να επιβάλει τον περιορισμό με βάση τη συγκατάθεση του Έπαρχου ή όχι ή να τον υλοποιήσει. Η επιστολή που εστάλη στην Ενάγουσα δεν αναφέρονταν ούτε στο άρθρο 31 Κεφ.
- Το άρθρο 31 Κεφ.170 δεν παραπέμπει το ίδιο στην πολεοδομική νομοθεσία. Δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο, πώς θα μπορούσε να γνωρίζει η Ενάγουσα εάν και πότε θα επιβληθεί τυχόν περιορισμός στο ακίνητό της προς εκτέλεση κάποιας αναγκαστικής διόδου για την οποία συγκατατέθηκε ο Έπαρχος, και εάν και πότε θα προσφερθεί ή θα καταβληθεί τυχόν αποζημίωση σε αυτήν. Πώς θα μπορούσε να γνωρίζει εάν, σε άγνωστο χρόνο, μειώνεται ουσιωδώς η αξία του ακινήτου της. Με βάση αυτά τα δεδομένα, και εφόσον τέτοια διαδικασία και προθεσμία δεν προβλέπονται στον νόμο που διέπει την αναγκαστική διέλευση γραμμών μεταφοράς ηλεκτρισμού (Κεφ.170) ή σε οποιονδήποτε κανονισμό που να έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του σχετικού νόμου· και εφόσον η συνταγματική επιταγή του άρθρου 23 § 3 Σ είναι, στην περίπτωση επιβολής περιορισμού στην ιδιοκτησία που προκαλεί ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου, να καταβάλλεται αποζημίωση, και δεν υπάρχει απόκλιση από αυτήν· και εφόσον η θέση της Ενάγουσας είναι πως, ενώ επιβλήθηκε περιορισμός στην ιδιοκτησία της που προκαλεί ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου της, δεν καταβλήθηκε αποζημίωση· και εφόσον υπάρχει προφανής διαφωνία ως προς το εάν θα πρέπει να καταβληθεί ή όχι αποζημίωση στην περίπτωση, η διαδικασία της αγωγής που ακολούθησε η Ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί είτε λανθασμένη είτε εκπρόθεσμη. Παρεμπιπτόντως, όσον αφορά την αναφορά σε «απαίτηση αποζημίωσης», στη διαδικασία με βάση το άρθρο 67 Ν.90/72, να μη λησμονείται ότι υπάρχει και στο άρθρο 61 Ν.90/72 που αφορά σε αποζημίωση απορρέουσα από αναγκαστική απαλλοτρίωση, χωρίς να σημαίνει πως εκείνο το άρθρο καθιστά αναγκαία την υποβολή «απαίτησης για αποζημίωση» προς την απαλλοτριούσα αρχή, που, εάν δεν υποβληθεί, αναιρεί τη συνταγματική πρόνοια ή ειδικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις περί υποχρέωσης καταβολής της. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση για πολεοδομικούς σκοπούς δεν θεωρείται πολεοδομικός περιορισμός. Όπως ούτε η εκ του νόμου αναγκαστική δίοδος για τους σκοπούς της ΑΗΚ για την οποία δυνατόν να μεσολαβήσει πολεοδομική ενέργεια. Το γεγονός ότι στην αναγκαστική δίοδο με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170, ως περιορισμός με βάση το άρθρο 23 § 3 Σ, δεν χρειάζεται προκαταβολή της αποζημίωσης, και η υποχρέωση είναι για καταβολή τέτοιας αποζημίωσης το ταχύτερο δυνατόν, δεν επιτρέπει μετάθεση της υποχρέωσης (που αφορά την καταβολή αποζημίωσης εάν υπάρχει ουσιώδης μείωση) στον επηρεαζόμενο ιδιοκτήτη, ως υποχρέωση δική του να υποβάλει απαίτηση, που εάν δεν υποβάλει, να αναιρεί τη συνταγματική υποχρέωση καταβολής της, ώστε, ακόμα κι αν υπάρχει ουσιώδης μείωση, να μην καταβάλλεται οποιαδήποτε αποζημίωση. Ως προς το είδος του ένδικου μέσου, ακόμα κι αν εκλαμβάνονταν, με κάποια διαφορετική θεώρηση, πως, παρόλο που δεν υπάρχουν ειδικότεροι κανονισμοί, η Ενάγουσα θα έπρεπε να προσφύγει στο Δικαστήριο με παραπομπή μαζί με έκθεση εκτίμησης, ως στους Κανονισμούς που διέπουν την απαλλοτρίωση ή την επίταξη ή άλλες διαδικασίες, και πάλι, το ζήτημα θα ήταν διαδικαστικό. Το Δικαστήριο δεν θα απέρριπτε την απαίτηση λόγω λανθασμένου ένδικου μέσου και δεν θα προέβαινε σε χειρισμό που, στο σύνολό του (λαμβανομένης υπόψη της ασάφειας του νομικού πλαισίου της απόκτησης αναγκαστικής διόδου, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε οποιαδήποτε αποζημίωση, αλλά επηρεάζεται ουσιωδώς από τον περιορισμό, και δεν φαίνεται να τηρήθηκε σε άλλο επίπεδο μια δίκαιη ισορροπία), δεν θα απέκλειε ξεκάθαρα ενδεχόμενη παράβαση, μεμονωμένα ή σε συνεφαρμογή, του άρθρου 23 § 3 Σ, ακόμα και σε αυτό το στάδιο. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το Δικαστήριο θεωρεί πως θα πρέπει να εξετάσει την απαίτηση της Ενάγουσας βάσει του ισχυρισμού της για ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου της λόγω της εφαρμογής του άρθρου 31 Κεφ.170 από την Εναγόμενη, που ενώ κατά τη θέση της Ενάγουσας υπάρχει, δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε αποζημίωση. Δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Ο χρόνος που έχει παρέλθει, όπως και το γεγονός μη αναζήτησης από την Ενάγουσα μετακίνησης της γραμμής μετά από την πάροδο της πενταετίας εάν υφίσταται δυσανάλογη ταλαιπωρία ή παρεμποδίζεται αναγκαία ανάπτυξη του ακινήτου, ή οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά, υπολογίζονται στο πλαίσιο εξέτασης τυχόν αναγκαίας αποζημίωσης. Προωρότητα, όμως, με την έννοια της παράλειψης ακολούθησης υποχρεωτικής προβλεπόμενης διαδικασίας πριν από την αγωγή, δεν υφίσταται. Ούτε από μόνα τους τα δεδομένα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου υποδηλούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η προϋπόθεση της παρέμβασης του Δικαστηρίου για καθορισμό της αποζημίωσης μόνο σε περίπτωση ύπαρξης διαφωνίας πληρείται, εκ του γεγονότος ότι ουδέποτε υπήρξε συγκατάθεση και δεν προσφέρθηκε αποζημίωση από την Ενάγουσα για την υποχρεωτική εγκατάσταση της ηλεκτρικής γραμμής, και η Ενάγουσα θεωρεί πως υπάρχει ουσιώδης μείωση της αξίας του ακινήτου της, συνεπεία της εγκατάστασης αυτής, για την οποία θα έπρεπε να προσφερθεί (για να συμφωνηθεί ή όχι) και να καταβληθεί αποζημίωση, βάσει των όσων αναφέρει στην αγωγή της. Παρά την απαίτηση δια αγωγής, και στο μεταξύ τη συζήτηση της υπόθεσης καθ' όλο τον χρόνο που εκκρεμούσε, η διαφωνία επιβίωσε για χρόνια και οδήγησε και σε εκδίκαση της αγωγής. Μαρτυρία - Αποζημιώσεις Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί, να βρει εάν και ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποία να μπορεί να βασιστεί και όπου χρειάζεται να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[7], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[8]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Για ορισμένα ζητήματα, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται να χρειάζεται μαρτυρία ειδικής γνώμης, εάν αυτά βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας, και εμπειρογνώμονας, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα, μπορεί να εκφέρει γνώμη γι' αυτά, ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο ως προς την κρίση του. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[9]. Ως προς τις αποζημιώσεις, υπάρχει η μαρτυρία των εκτιμητών των δύο πλευρών (ΜΕ2, ΜΥ1) και η μαρτυρία του συζύγου της Ενάγουσας (ΜΕ1). Αμφότεροι οι εκτιμητές (ΜΕ2, ΜΥ1) έχουν τυπικά προσόντα και δυνατότητα πρόσβασης σε στοιχεία των πωλήσεων που παρέχει το Κτηματολόγιο και γνώση στη στάθμιση παραγόντων που δυνατόν να επηρεάζουν την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες σε σχέση με το αντικείμενό τους. Αν και ο ΜΥ1 έχει μεγαλύτερη εργασιακή πείρα ως εκτιμητής ακινήτων από τον ΜΕ2, αμφότεροι έχουν εκπαίδευση που τους δίδει εύρος γνώσεων. Το γεγονός ότι ο ΜΕ2 είναι λιγότερο έμπειρος από τον ΜΥ1 στον επιμέρους επαγγελματικό τομέα της εκτίμησης ακινήτων δεν τον εμποδίζει να εκφέρει τη γνώμη του για το συγκεκριμένο αντικείμενο, που είναι στο πεδίο της σπουδής και της εργασίας του, προς αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Αμφότεροι οι εμπειρογνώμονες διατύπωσαν τη γνώμη τους στις εκθέσεις που κατάρτισαν (Τεκμήρια 8, 11 και 19), και αυτές θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, στον βαθμό που χρειάζεται, σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Όπως εξηγήθηκε και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν σε υποθέσεις ίδιας φύσης, ό,τι εξετάζεται πρώτα, είναι κατά πόσον υπάρχει μείωση της αξίας του ακινήτου, και σε τι ποσοστό. Έπειτα, αξιολογείται εάν είναι ουσιώδης, κατ' επέκταση ικανή να ενεργοποιήσει το πεδίο της ρυθμιστικής εμβέλειας του άρθρου 23 § 3 Σ. Η έννοια «ουσιώδης» είναι αφηρημένη νομική έννοια, η οποία συγκεκριμενοποιείται με αναφορά στα δεδομένα της κάθε υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη, μη εξαντλητικά, της χωρικής έκτασης του περιορισμού, του είδους και της χρονικής του διάρκειας, και άλλων παραγόντων που πλαισιώνουν τον επηρεασμό στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Υπάρχει αφενός το μέρος του ακινήτου που υπόκειται στον περιορισμό και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ελεύθερα, η «λωρίδα γης» (περιορισμός - Π). Αφετέρου, υπάρχει το υπόλοιπο μέρους του ακίνητου, που, σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, επηρεάζεται εμμέσως, ή κατά την συνηθέστερη ορολογία, υπόκειται σε επιζήμια επίδραση (injurious affection) (ελεύθερο - Ε). Η μεθοδολογία που ακολουθεί το Δικαστήριο, για να καταλήξει ως προς το εάν υπάρχει μείωση της αξίας του ακινήτου, δεν είναι αυτή της σύγκρισης της αγοραίας αξίας του πριν και μετά τον περιορισμό, βάσει των πωλήσεων. Το ζητούμενο δεν είναι η μείωση της αγοραστικής ή οικονομικής αξίας που προκύπτει με τέτοιον τρόπο. Εκείνη μπορεί και να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Το ζητούμενο είναι η μείωση της αξίας του ακινήτου συνεπεία του περιορισμού στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Αυτή περιλαμβάνει την αξία που έχει το ακίνητο για την Ενάγουσα (value to the owner)[10] και γενικότερα τις συνέπειες του περιορισμού στη χρήση του ακινήτου και στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας από την Ενάγουσα, συγκριτικά με την ελεύθερη (απεριόριστη) χρήση του από την ίδια. Δηλαδή, το αντικείμενο της σύγκρισης είναι η περιορισμένη χρήση από την Ενάγουσα σε σχέση με την ελεύθερη χρήση από την Ενάγουσα. Η μείωση της αξίας αποδίδεται απλουστευμένα σ' ένα ποσοστό, που συντίθεται από: (α) το ποσοστό επηρεασμού στο ακίνητο από τη «λωρίδα γης», δηλαδή από καθαυτό τον περιορισμό (Π%), και (β) από το ποσοστό επηρεασμού του περιορισμού στο υπόλοιπο (ελεύθερο) ακίνητο (Ε%), εάν και στον βαθμό που υπάρχει, ώστε, τηρουμένης της αρχής της ισοδυναμίας (principle of equivalence), στην οποία θεμελιώνεται συνήθως η αποζημίωση του είδους της εκ του νόμου απορρέουσας αποζημίωσης, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος να λάβει όσο δυνατόν εγγύτερα ή καλύτερα αυτό που χάνει[11]. Στις υποθέσεις της αναγκαστικής διόδου, σε αντίθεση με τις υποθέσεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, υπάρχει μεγαλύτερη φειδώ ως προς την επέκταση της αποζημίωσης και στην επιζήμια επίδραση στο υπόλοιπο ακίνητο. Το ζήτημα δυνατόν να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας ή διαφοροποίησης ανά δικαιοδοσία[12]. Στη βάση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 23 § 3 Σ, φαίνεται στο Δικαστήριο καταλληλότερη η προσέγγιση με βάση την οποία μπορεί να περιληφθεί τέτοιου είδους αποζημίωση (επιζήμια επίδραση) και
αναγκαστικής διόδου, ωστόσο, μόνον στις περιπτώσεις όπου επηρεάζεται ουσιωδώς η χρήση του εναπομείναντος ακινήτου. Το σύνολο των ποσοστών επηρεασμού, άμεσου και έμμεσου (Π% + Ε% = Σ%), που ουσιαστικά ταυτίζεται εννοιολογικά με το ποσοστό μείωσης της αξίας του ακινήτου (ακίνητο πριν τον περιορισμό = 100%, και ακίνητο μετά τον περιορισμό = 100%-Σ%), θα δείξει εάν είναι ένα ποσοστό σημαντικό, μη ανεκτό και αμελητέο, που ενεργοποιεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 23 § 3 Σ. Έπειτα, η αναγωγή των ποσοστών (Π% και Ε%) στην αγοραία αξία του όλου ακινήτου, η οποία προσδιορίζεται με δεδομένα κατά τον χρόνο επιβολής του περιορισμού, είναι μόνον για τη μετατροπή του κάθε ποσοστού σε συγκεκριμένο ποσό. Για τίποτε άλλο. Η αναγωγή γίνεται ξεχωριστά για κάθε ποσοστό, καθότι είναι δυνατόν η αποζημίωση για τον περιορισμό (Π%) καθαυτό να είναι ένα ποσό εφάπαξ και η αποζημίωση για την επιζήμια επίδραση (Ε%), όπου υπάρχει, να είναι ένα ποσό πληρωτέο περιοδικά από την τοποθέτηση της γραμμής και για όσο χρόνο διαρκεί ο περιορισμός. Όπως είναι κατανοητό, δεν τίθεται θέμα τοποθέτησης της ηλεκτρικής γραμμής σε απόσταση που παραβιάζει κάποιον κανονισμό. Ως προς τη θέση της γραμμής, στα σχέδια, που ως είναι κοινά αποδεκτό πως δείχνουν τη γραμμή, ως τελικά τοποθετήθηκε, υπάρχει η ηλεκτρική γραμμή που διαμερίζει το ακίνητο, αλλά ο πυλώνας είναι εκτός της έκτασης του τεμαχίου. Ο ΜΥ1 αναφέρει, στη σελίδα 7 της εκτίμησής του, πως η «λωρίδα γης», 15.5 μ. εκατέρωθεν του κέντρου διέλευσης του ηλεκτρικού δικτύου υψηλής τάσης, καταλαμβάνει «1.653 τ.μ.», αλλά λαμβάνει υπόψη του επιπλέον 15 μ., έκτασης 3.126 μ., για να υποστηρίξει πως υπάρχει «έμμεσος επηρεασμός». Η εμπλοκή, στην ανάλυσή του, του έμμεσου επηρεασμού, με αναφορά σε «επιπλέον» 15 μ., δημιούργησε σύγχυση, αλλά δεν εξηγήθηκε και επαρκώς. Ο ΜΥ1 ήταν πιο ξεκάθαρος και σαφής ότι η γραμμή καταλαμβάνει έκταση 65 x 25 μ., που δίδει σύνολο 1.625 τ.μ., και αυτή η θέση του ΜΥ1 είναι αποδεκτή. Το όλο εμβαδόν του τεμαχίου είναι 9.365 τ.μ., ως είναι κοινά αποδεκτό. Τα 1.625 τ.μ., που «δεσμεύονται» από τη γραμμή (γη άμεσης δέσμευσης), συνιστούν το 17,35% του όλου ακινήτου. Η άμεση δέσμευση έκτασης 17,35% έχει ιδιαιτερότητες: Δεν αφαιρείται από την ιδιοκτησία της Ενάγουσας, δεν περιλαμβάνει οικοδομή, ούτε έχει στοιχεία δουλείας, και περιορίζεται στην αναγκαστική άδεια διόδου των υπέργειων γραμμών. Είναι τοποθετημένες κατά τρόπο που διαμερίζουν το ακίνητο αλλά σε ύψος που επιτρέπει τον αέρα, σε εύλογο ύψος πάνω από την επιφάνεια της γης, και την επιφάνεια της γης και τα λοιπά στοιχεία της, να είναι προσιτά από την Ενάγουσα και τον σύζυγό της, και καθημερινές χρήσεις τους δεν απαγορεύονται σε νομικό επίπεδο, περιλαμβανομένης της καλλιέργειας. Παρά τη διατήρηση του τίτλου, της δυνατότητας χρήσης του, και της δυνατότητας φυσικής πρόσβασης στο σημείο που καταλαμβάνουν οι γραμμές, πρόκειται για γραμμές τοποθετημένες εντός της έκτασης του τεμαχίου της Ενάγουσας και όχι απλώς πολύ κοντά[13], που μεταφέρουν ηλεκτρικό ρεύμα τάσης που, ως συνομολογείται, είναι σε επίπεδο υψηλής τάσης και, σε κάθε περίπτωση, η χρήση της γης άμεσης δέσμευσης δεν είναι ελεύθερη για οποιαδήποτε χρήση από την Ενάγουσα, ως εάν να μην υπήρχαν καθόλου οι γραμμές, ενώ μπορεί να επιτευχθεί και είσοδος εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου της Εναγόμενης στο σημείο της γραμμής για σχετικές εργασίες. Παρόλο που ένα εξυπακουόμενο συμφέρον (deemed interest) της Εναγόμενης στη λωρίδα γης της Ενάγουσας διαφέρει από το πραγματικό συμφέρον επί της γης (actual interest), υπάρχουν νόμιμοι περιορισμοί για την Ενάγουσα, που απορρέουν από το γεγονός της τοποθέτησης της ηλεκτρικής γραμμής. Δεν επιτρέπεται η οικοδόμηση στη γη άμεσης δέσμευσης, αλλά και οποιαδήποτε χρήση της επιφάνειας ή του αέρα που εκτείνεται στη συγκεκριμένη επιφάνεια σε ύψος που προσεγγίζει τις γραμμές δημιουργεί αναστολή εκ του ενδεχόμενου επηρεασμού είτε της λειτουργίας των γραμμών είτε από τη λειτουργία των γραμμών, που είναι φύσει οχληρή επέμβαση. Η ποιοτική αναπροσαρμογή του 17,35%, προς αποφυγή εξομοίωσης με οριστική στέρηση ιδιοκτησίας, αλλά λαμβάνοντας υπόψη και όλες τις υπόλοιπες ιδιαιτερότητες, δεν θα μπορούσε να μειώσει το ποσοστό αυτό κάτω από το 17% (Π=17%). Η επιζήμια επίδραση ως προς το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου, δηλαδή τα υπόλοιπα 7.740 τ.μ., εάν υπάρχει ή όχι, και σε ποια έκταση, δεν έχει όμοια στέρεα βάση. Είναι ζήτημα πραγματικό που κρίνεται ελεύθερα από το Δικαστήριο, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα. Έπειτα, αποδίδεται επίσης σε ένα ποσοστό που εμπερικλείει το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη. Κάποιοι από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του ποσοστού άμεσου επηρεασμού, δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη και στον καθορισμό του έμμεσου επηρεασμού. Το ακίνητο είναι εντός των πολεοδομικών ζωνών Γ3 (γεωργική ζώνη) και Ζ3 (ζώνη προστασίας) που έχει κύρια χρήση τη γεωργική και περιορισμένες δυνατότητες οικοδομικής ανάπτυξης υποκείμενες σε επιμέρους προϋποθέσεις λόγω της πολεοδομικής ζώνης και της δήλωσης πολιτικής. Το ακίνητο είναι χωράφι έχει δεντροκαλλιέργειες και φρουτόδεντρα. Ο ΜΕ1 ανέφερε, και η αναφορά του αυτή δεν αμφισβητήθηκε, πως το ακίνητο το φροντίζει ο ίδιος. Όπως το φρόντιζε πριν από την τοποθέτηση των γραμμών, το φροντίζει και σήμερα, ασχέτως εάν ο ίδιος έτυχε και ασθένησε με καρκίνο του θυροειδούς αδένα, ωστόσο δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι συνδέεται με την ενασχόλησή του με το τεμάχιο της συζύγου του, εξ ου και συνεχίζει να το φροντίζει. Τα καλώδια διαμερίζουν το ακίνητο, ενώ υπάρχει και πυλώνας κοντά στα σύνορα, ορατός, αλλά εκτός της έκτασης του τεμαχίου της Ενάγουσας. Δεν θεωρεί πως θα υπάρχει οποιοσδήποτε που θα επιθυμούσε να αγοράσει το ακίνητο, λόγω των καλωδίων. Ανέφερε παράδειγμα αγοραστή που είχε βρει και εν τέλει δεν προχώρησε η πράξη, λόγω των καλωδίων. Θεωρεί ότι μειώθηκε η αξία του σε περίπτωση αξιοποίησής του οικιστικά ή πώλησής του. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, διατήρησε τις αναφορές του, που σχετίζονται με τον επηρεασμό του ιδίου και δια του ιδίου της Ενάγουσας, γενικευμένες, ότι όλος ο κόσμος ξέρει πως είναι βλαπτικά τα καλώδια που μεταφέρουν ηλεκτρισμό υψηλής τάσης. Ωστόσο, επειδή το Δικαστήριο λειτουργεί στη βάση αποδείξεων, δεν έχει κάτι απτό στη διάθεσή του για τη διαφοροποίηση της χρήσης του ελεύθερου ακινήτου από την Ενάγουσα πριν και μετά την τοποθέτηση των γραμμών, συγκεκριμένες αναφορές σε απώλεια εισοδήματος, σε απώλεια συγκεκριμένων ευκαιριών πώλησης ή ανάπτυξης ή άλλης εκμετάλλευσης. Το μεμονωμένο παράδειγμα αγοραπωλησίας σε άγνωστο χρόνο δεν συνοδεύτηκε από πιο συγκεκριμένες αναφορές και στοιχεία, ενώ μπορεί απλώς να απέτυχε η πράξη εκείνη για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Παρόλο που ο ΜΕ1 προσπάθησε να περιγράψει κάποιον φόβο ή ανησυχία που βιώνει κατά την καλλιέργεια, λόγω των καλωδίων, από τα λεγόμενά του, δεν προκύπτει συγκεκριμένη αλλαγή ως προς τον τρόπο χρήσης του ακινήτου για την Ενάγουσα, ενώ το Δικαστήριο δεν μπορεί να κινηθεί με βάση το ενδεχόμενο πρόληψης κάποιας πιθανής ζημιάς σχετιζόμενης με τη λειτουργία της ηλεκτρικής γραμμής και να επιδικάσει προληπτικές αποζημιώσεις. Βάσει της μαρτυρίας του ΜΕ1, δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ότι υπάρχει επιζήμια επίδραση στο υπόλοιπο (ελεύθερο) ακίνητο. Δεν υπάρχει ή δεν έχει υποδειχθεί επί του παρόντος από τον ΜΕ1 συγκεκριμένο ενδιαφέρον οικοδομικής ανάπτυξης και ενεργοποίηση συγκεκριμένων διαδικασιών για οικοδομική ανάπτυξη, ώστε να διαφαίνεται πως οποιοσδήποτε πολεοδομικός περιορισμός σχετίζεται με την ύπαρξη των ηλεκτροφόρων γραμμών που δεν μπορούν να μετακινηθούν, ώστε να πρέπει να υπάρξει αποζημίωση για τέτοια αιτία. Ο φόβος σε σχέση με τη βλαπτικότητα των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στον άνθρωπο ή στις καλλιέργειες ή στη διακίνηση ζώων στην ευρύτερη περιοχή, όσο κι αν η πλευρά της Εναγόμενης προσπάθησε να τον απαξιώσει, λαμβάνεται υπόψη σε υποθέσεις αυτής της φύσης, ακόμα κι αν οφείλεται σε επιστημονική άγνοια. Ο θόρυβος, οι εκλάμψεις, η οπτική ακαλαισθησία (visual intrusion) είναι όλα σχετικά σ' αυτό το κεφάλαιο και συχνά απασχολούν τη μαρτυρία και την επιχειρηματολογία σε υποθέσεις του είδους, σε διάφορες δικαιοδοσίες[14], άλλοτε γενικότροπα και άλλοτε συγκεκριμένα, χωρίς να σημαίνει πως ο ανάδοχος πράττει οτιδήποτε λάθος ή αντικανονικό σε σχέση με τη λειτουργία ή τη συντήρηση των γραμμών. Στις γενικές τοποθετήσεις που περιγράφουν απλώς τη φύση των ηλεκτροφόρων καλωδίων ως οχληρή ανάπτυξη, δεν διερευνάται καν η έκταση τέτοιας επιζήμιας επίδρασης. Τα ηλεκτροφόρα καλώδια, δια των οποίων η ΑΗΚ παρεμβαίνει (νόμιμα) στο ακίνητο, είναι φύσει οχληρή ανάπτυξη. Αυτό είναι κάτι που αφενός δεν μπορεί να αλλάξει ή να παρουσιαστεί διαφορετικά, αφετέρου δεν είναι θέμα πραγματογνωμοσύνης στη δίκη. Η δίκη δεν έγινε για να διαπιστωθεί η επιστημονική αλήθεια, εάν τα ηλεκτροφόρα καλώδια που μεταφέρουν ρεύμα υψηλής τάσης είναι βλαπτικά για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, ή εάν αυτό αποτελεί απλώς έναν μύθο. Επειδή ό,τι εξετάζεται είναι ο περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, και στο πλαίσιο αυτού η μείωση της αξίας του ακινήτου για την Ενάγουσα, δεν είναι, επίσης, θέμα πραγματογνώμονα να πει πώς επηρεάζεται η Ενάγουσα από αυτή την (φύσει) οχληρή επέμβαση. Είναι θέμα γεγονότων, που πρέπει να μαρτυρήσει ο εκάστοτε ενάγων, πώς βιώνει την παρουσία και λειτουργία των ηλεκτροφόρων γραμμών, που συναρτάται με τον συνήθη τρόπο χρησιμοποίησης και απόλαυσης του ακινήτου του. Η μαρτυρία του ΜΕ1, σε τέτοιο επίπεδο γενικών τοποθετήσεων, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεράνει οτιδήποτε άλλο ως επιζήμια επίδραση εκτός από αυτό που δηλοί η ίδια η φύση του περιορισμού, που όμως λαμβάνεται υπόψη, στην έκταση που πρέπει, στο πλαίσιο της αξιολόγησης του περιορισμού καθαυτού (εξ ου και το 17% χωρίς περαιτέρω μείωση). Λαμβάνεται υπόψη επίσης η ωφέλεια του ηλεκτρισμού που λαμβάνει η περιοχή από την παρουσία της εγκατάστασης και της υπηρεσίας που παρέχεται δι' αυτής, καθώς και η πάροδος πολλών ετών από την εγκατάσταση της γραμμής, χωρίς οποτεδήποτε η Ενάγουσα να εγείρει θέμα ότι επηρεάζεται η από μέρους της χρήση του ακινήτου λόγω της εγκατάστασης της γραμμής. Ο σκοπός δεν είναι η υπερβολή και η ενθάρρυνση κάποιας κουλτούρας αποζημιώσεων που να επιδιώκονται με αγελαίο τρόπο, αλλά ούτε και ο εκμηδενισμός του τρόπου που (φυσιολογικά) μπορεί να επηρεάζει αρνητικά την άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας η αναγκαστική (ακούσια) δίοδος των ηλεκτροφόρων καλωδίων από την ιδιωτική γη. Υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, υπερβολή από την πλευρά της Ενάγουσας (δια των ΜΕ1 και ΜΕ2), που έτεινε να θέσει πως η τοποθέτηση της γραμμής ήταν παρέμβαση σχεδόν καταστροφική, δεικνύοντας μια διάσταση εκμετάλλευσης του γεγονότος ότι χρειάστηκε η γραμμή να περάσει και από το δικό της τεμάχιο, για να εξυπηρετήσει το κοινό καλό, παρόλο που δεν άλλαξε οτιδήποτε σε σχέση με τη χρήση του ακινήτου αυτού επί του παρόντος. Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με το γεγονός πως υπάρχει η νόμιμη δυνατότητα, εάν υπάρξει διαφοροποίηση στα δεδομένα χρησιμοποίησης του ακινήτου, να υποβληθεί αίτημα για μετακίνηση της γραμμής, για να εξεταστεί σε εκείνο το στάδιο ο επηρεασμός της Ενάγουσας στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας της από την ύπαρξη και λειτουργία των γραμμών, σε αυτή την υπόθεση, το Δικαστήριο δεν διαμορφώνει κάποιο ποσοστό επιζήμιας επίδρασης ως προς το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου (Ε=0%). Ο περιορισμός ήταν ακούσιος, είναι χρονικά αόριστος και συνεχής, και έχει επιδράσει ουσιωδώς σε κύρια στοιχεία της κυριότητας, όπως ελεύθερη κατοχή και η απρόσκοπτη απόλαυση. Το συνολικό ποσοστό αρνητικού επηρεασμού/μείωσης της αξίας του ακινήτου, στο 17% (Π17% + Ε0% = Σ17%), έχοντας υπόψη τη φύση του περιορισμού και τη χρονική του διάρκεια και αοριστία, είναι πέραν αυτού που θα μπορούσε να θεωρείται τυπικό και ευλόγως ανεκτό (more than nominal), δεν είναι αμελητέο και είναι αρκούντως σημαντικό για να θεωρηθεί και ουσιώδες, ώστε να ενεργοποιεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 23 § 3 Σ, προς αναζήτηση ανάλογης αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον εντοπισμό της αγοραίας αξίας είναι ο χρόνος γνωστοποίησης της επιβολής του περιορισμού στην Ενάγουσα. Κατ' αναλογία με ό,τι ισχύει στην απαλλοτρίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι ευρύτερα, το έτος 1995, όπου λήφθηκε η συγκατάθεση του Επάρχου και σύμφωνα με την Εναγόμενη γνωστοποιήθηκε στην Ενάγουσα[15]. Συνεκτιμώνται τα μεταγενέστερα στοιχεία, στον βαθμό που μπορούν να συσχετιστούν με τα δεδομένα κατά τον χρόνο της γνωστοποίησης της επιβολής του περιορισμού. Ο ΜΕ2 δίδει αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου το 1995 στα €9,68/τ.μ. και ο ΜΥ1 δίδει αγοραία αξία κατά τον χρόνο εκτίμησης
(2016)€5,00τ.μ.. Και η μετέπειτα και τρέχουσα αγοραία αξία είναι στοιχείο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σε ορισμένες περιπτώσεις, ενόψει της συνέχειας του περιορισμού, αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, που η Ενάγουσα διεκδικεί την αρχική αποζημίωση και δεν εξετάζεται κάποιο άλλο αίτημά της, δεν χρησιμεύει. Η τόσο μεγάλη διάσταση στις θέσεις των δύο εκτιμητών ως προς την αξία του ακινήτου, το 1995 ή το 2016, είναι τέτοια που δυσκολεύει το έργο του Δικαστηρίου, αντί να το υποβοηθά. Ο ΜΕ2, παρόλο που εκτιμά την αξία του ακινήτου το 1995, που το Δικαστήριο, όπως και ο ίδιος, θεωρεί τον ορθό χρόνο, έκανε χρήση συγκριτικών δεδομένων άλλων χρονολογιών, της περιόδου 2005-2008, ανεξήγητα, ενώ κατά την αντεξέτασή του ανέφερε πως χρησιμοποίησε λανθασμένα συγκριτικά, ζήτησε να αφαιρεθούν κάποια, και να γίνουν αναπροσαρμογές, προκαλώντας μεγαλύτερη ανασφάλεια στο Δικαστήριο να εμπιστευτεί τον τρόπο που λειτούργησε και να βασιστεί στην εκτίμησή του. Τα συγκριτικά δεδομένα που παρείχε ο ΜΥ1, επίσης, δεν βοηθούν το Δικαστήριο να καταλήξει στην κρίση του ως προς την αγοραία αξία του ακινήτου το έτος 1995, εφόσον δεν αφορούν την περίοδο αυτή. Δόθηκε η εντύπωση πως ο ΜΕ2 προσπαθεί να καταλήξει σε αυξημένη αποζημίωση (εξ ου και καταλήγει με την αναθεώρηση της έκθεσής του κατά τη δίκη σε €28.264,00). Παρεμβάλλεται πως ο καθορισμός της αποζημίωσης δεν είναι έργο εκτιμητών, αλλά του Δικαστηρίου. Έργο των εκτιμητών ήταν να εκτιμήσουν την αγοραία αξία του ακινήτου, κατά τον χρόνο που το Δικαστήριο θα χρειάζονταν, για να βοηθηθεί, επιλέγοντας την ορθή μέθοδο για να το πράξουν. Εάν δεν θα μπορούσε να είναι η συγκριτική μέθοδος, που είναι διαδεδομένη και εύχρηστη, θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη. Η χρήση της σύγκρισης, στη συγκριτική μέθοδο, δεν (πρέπει να) είναι άλλη από το να δώσει μια πειστική και λογική βάση προσέγγισης της αγοραίας αξίας. Δεν είναι όμως απόλυτα ασφαλής μέθοδος όταν συμβαίνει ακριβώς αυτό, παρουσιάζονται επιλεκτικά μόνον συγκεκριμένες πωλήσεις, με σκοπό είτε να αυξήσουν είτε να μειώσουν τον μέσο όρο, και απουσιάζουν χρήσιμα δεδομένα στην όλη σύγκριση, που περιορίζεται στα φυσικά χαρακτηριστικά και την τοποθεσία (π.χ. νομικοί παράγοντες). Κυριότερα, όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη μια ανταγωνιστική αγορά που να μπορεί να προσφέρει κατάλληλα συγκρίσιμα τεμάχια. Εάν δεν υπήρχε διαθέσιμη αγορά προς σύγκριση για το έτος 1995, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί διαφορετική μέθοδος προσέγγισης της αγοραίας αξίας. Από την άλλη, είναι μια σταθερή για το Δικαστήριο πως η εκτιμημένη από το Κτηματολόγιο αξία του ακινήτου, με τιμές του 1980, ήταν €2.955,88 και με τιμές του 2013, ήταν €21.100,00, όπως αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της Ενάγουσας (Τεκμήριο 14). Είναι κατανοητό πως το Κτηματολόγιο ίσως να εκτιμά τις αξίες για διαφορετικούς λόγους (π.χ. φορολογικούς), ωστόσο για διαφορετικούς λόγους φαίνεται πως εκτιμήθηκαν και από τους ΜΕ2 και ΜΥ
- Σε διάστημα 33 χρόνων, η εκτιμημένη από το Κτηματολόγιο αξία του ακινήτου ανήλθε κατά €18.144,
- Αναλογικά, σε διάστημα 15 ετών, μέχρι το 1995, θα μπορούσε να προσδιοριστεί μια αύξηση κατά €8.247,30, δίδοντας σύνολο αγοραίας αξίας, το 1995, περίπου €11.203,18, ας λεχθεί €11.500,
- Υπό τις περιστάσεις, πιο ασφαλές είναι για το Δικαστήριο να βασιστεί στην εκτιμημένη αγοραία αξία του ακινήτου που έδωσε το Κτηματολόγιο, με τιμές του 1980 και του 2013, και στην αναμεταξύ τους αναλογία, καταλήγοντας στην αγοραία αξία του όλου, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, στο ποσό των €11.500,
- Εξάλλου, δεν λήφθηκε υπόψη το στοιχείο του καταναγκασμού στην προκειμένη περίπτωση. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν έχει επιλογή και το ακίνητο δεν εκτίθεται ικανό στην ελεύθερη αγορά, άρα ελλείπουν απαραίτητα στοιχεία της αγοραίας αξίας, και δεν δόθηκε η αξία του ακινήτου σε καταναγκαστική πώληση. Με βάση την πιο πάνω αγοραία αξία και λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο του καταναγκασμού σε ένα ποσοστό πλην ~30% (πλην €3.450,00), για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, ως αγοραία αξία του ακινήτου λαμβάνεται η αξία των €8.050,
- Το ποσοστό του 17% (Π) επί αυτής της αξίας δίδει ένα ποσό €1.368,00, πληρωτέο εφάπαξ. Αυτό το ποσό προσεγγίζει το ποσό των €2.000,00 στο οποίο καταλήγει ο ΜΥ1, με διαφορετικά δεδομένα και μεθοδολογία, οπότε διατηρείται και είναι αποδεκτό το επαυξημένο ποσό των €2.000,00, που εισηγείται ως δέουσα αποζημίωση η πλευρά της Εναγόμενης, προς όφελος της Ενάγουσας. Αυτή είναι και η αποζημίωση που θα επιδικαστεί προς όφελος της Ενάγουσας. Παρεμβάλλεται πως, εάν το Δικαστήριο αποδέχονταν επιπρόσθετα την ύπαρξη επιζήμιας επίδρασης στο υπόλοιπο μέρος του ακινήτου λόγω της τοποθέτησης των γραμμών, και απέδιδε κάποιο ποσοστό (π.χ. 1%), που στη συνέχεια θα ανήγαγε στην πιο πάνω αξία, το ποσό στο οποίο θα κατέληγε θα ήταν δυνατόν να επιδικαστεί σε ετήσια βάση, από την τοποθέτηση της γραμμής σε πραγματικό χρόνο και για όσο χρονικό διάστημα το ακίνητο της Ενάγουσας τελεί υπό τον περιορισμό αυτό (π.χ. σε ποσοστό 1% επιζήμιας επίδρασης, €77,00 ετησίως). Η περίπτωση αυτή, όπως εξηγήθηκε, δεν είναι τέτοια που θα οδηγούσε το Δικαστήριο στην ανάγκη επιδίκασης κάποιας αποζημίωσης λόγω επιζήμιας επίδρασης. Η επιδίκαση του ποσού των €2.000,00 εξαντλεί το δικαίωμα της Ενάγουσας, με τη μαρτυρία της οποίας δεν αναφέρεται ούτε οτιδήποτε για απώλεια κέρδους (loss of profit). Λόγω της φύσης του περιορισμού, που είναι ως προς τη χρήση, χωρίς η γνωστοποίηση της επιβολής του από την ΑΗΚ προς την Ενάγουσα να επενεργεί περιοριστικά από μόνη της άμεσα ή και σε πραγματικό χρόνο για την Ενάγουσα, και έχοντας υπόψη πως δεν προβλέπεται διαφορετικά από κάποιον νόμο ή κανονισμό, και εφόσον η υλοποίηση του περιορισμού αρκετά χρόνια πριν την έγερση της αγωγής, νόμιμος τόκος θα επιβληθεί, αλλά δεν θα είναι από την ημερομηνία γνωστοποίησης της επιβολής του περιορισμού στην Ενάγουσα, κατ' αναλογία με ό,τι συμβαίνει στην απαλλοτρίωση. Η διαφοροποίηση είναι ουσιώδης και δεν επιτρέπει αναλογία, ως η αναλογία για σκοπούς λήψης του κρίσιμου χρόνου υπολογισμού της αγοραίας αξίας του ακινήτου για σκοπούς αναγωγής των ποσοστών μείωσης και αποζημίωσης, ή άλλων γενικότερων αρχών. Τυχόν απώλεια τόκων επί της νόμιμης απαίτησης της Ενάγουσας, οφείλεται σε δική της καθυστέρηση. Η Εναγόμενη, ενώ έλαβε απαίτηση για αποζημίωση δια αγωγής, δεν κατάφερε να επιτύχει τυχόν διαφορετική συμφωνία (περίπτωση στην οποία θα μπορούσε να συμφωνήσει με την Ενάγουσα οτιδήποτε σχετικό, περιλαμβανομένης κάποιας εγγραφής στο Κτηματολόγιο). Παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο, εν τέλει, αντιδίκησε, προωθώντας νομικά σημεία και αίτημα για απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας. Ο νόμιμος τόκος επί του ποσού των €2.000,00, που καθορίζει καταληκτικά το Δικαστήριο, θα είναι από την καταχώριση της αγωγής, χωρίς οποιαδήποτε μετάθεσή του στον χρόνο. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν εφαρμόζεται κάποιος πολεοδομικός νόμος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2, τα εκτιμητικά του έξοδα ανέρχονται στο ποσό των €2.500,
- Το ποσό αυτό αναφέρεται και στο Τεκμήριο
- Στο ίδιο, αναφέρεται πλέον ο Φ.Π.Α., ωστόσο, το Δικαστήριο δεν έχει υπόψη του στοιχεία εγγραφής του ΜΕ2 στον Φ.Π.Α., ενώ τέθηκε σε γνώση του Δικαστηρίου το αντίθετο, στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης. Το γεγονός ότι ο ΜΕ2 δεν εξέδωσε τιμολόγιο, που προφανώς θα εκδώσει κατά την είσπραξη, δεν αναιρεί την αλήθεια του γεγονότος ότι προέβη σε εκτίμηση για τους σκοπούς της διαδικασίας. Ωστόσο, η δικογράφηση είναι για εκτιμητικά έξοδα €1.500,00, ποσό που είναι λογικό για την εκπόνηση μιας εκτίμησης και την παρουσίασή της στο Δικαστήριο. Επειδή ο χρόνος που ο ΜΕ2 προέβη στην εκτίμησή του ήταν μεταγενέστερος, πριν από την ακρόαση, δεν θα επωφεληθεί και νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα της αγωγής, τα δικηγορικά έξοδα θα πρέπει να επωφεληθεί η Ενάγουσα, αλλά στην κλίμακα της θεραπείας που δίδεται, που μαζί με τα εκτιμητικά έξοδα βρίσκεται στην κλίμακα €2.000,00 - €10.000,
- Οι τόκοι επί των δικηγορικών θα είναι από την καταχώριση της αγωγής. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των λόγων που ανέφερε η Εναγόμενη, να οδηγήσει το Δικαστήριο σε άλλον χειρισμό, ως προς την αγωγή της Ενάγουσας, την αποζημίωση, τα εκτιμητικά και τα δικηγορικά έξοδα και τον νόμιμο τόκο. Κατάληξη Έχοντας αποφασίσει πως η αγωγή της Ενάγουσας έχει βάση, που μπορούσε να εξεταστεί και εξετάστηκε από το Δικαστήριο, και ότι, παρά την επιβολή περιορισμού στο ακίνητο της Ενάγουσας, που μειώνει ουσιωδώς την αξία του ακινήτου, δεν καταβλήθηκε στην Ενάγουσα οποιαδήποτε αποζημίωση, και έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν στο κείμενο της απόφασης: Εκδίδεται απόφαση:
- Η Εναγόμενη να πληρώσει στην Ενάγουσα το ποσό των €2.000,00, πλέον νόμιμο τόκο ετησίως από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξόφλησης.
- Η Εναγόμενη να πληρώσει στην Ενάγουσα τα έξοδα της αγωγής, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000,00 - €10.000,00, πλέον ο νόμος τόκος ετησίως από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξόφλησης.
- Η Εναγόμενη να πληρώσει στην Ενάγουσα τα εκτιμητικά έξοδα €1.500,00, πλέον νόμιμο τόκο ετησίως από σήμερα (29.12.2023) μέχρι εξόφλησης. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και πρακτικά 13.01.2023 και 07.03.
- [2] Mallouros v. The Electricity Authority of Cyprus
(1974)3 C.L.R. 220, Ramadan v. Electricity Authority of Cyprus, 1 R.S.C.C. 49. [3] Για την οποία παρέπεμψε στις Colquhoun v Brooks
(1889)14 A.C. 493, p. 504), Curtis v Stovin
(1889)22 Q.B.D. 513, p. 518, Swan v Pure Ice Co.
(1935)2 KB 265, pp. 274,
- [4] Βλ. και Newcastle-under-Lyme Corporation v. Woolstanton Ltd [1947] Ch.
- [5] Συμεού ν. ΑΗΚ, Υπόθεση 18/2000, ημερομηνίας 08.06.2001, Ιωαννίδης ν. ΑΗΚ
(2007)3 ΑΑΔ 233, Ζάκου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Υπόθεση 1419/06, ημερομηνίας 19.12.2008. [6] Βλ. και West Midlands Joint Electricity Authority v Pitt
(1932)All ER Rep 861. [7] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [8] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [9] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298. [10] Βλ. και Bwllfa & Merthyr Dare Steam Collieries
(1891)Ltd v Pontypridd Waterworks Company [1903] AC 426, 431, Bolton MBC v Waterworth
(1979)37 P&CR 104,
- [11] Βλ. και Welford & Ors v. EDF Energy Networks (LPN) [2007] EWCH Civ
- [12] Βλ. και την ανάλυση στην Ιρλανδική Electricity Supply Board v Good (Approved) [2023] IEHC 83 (22 February 2023). [13] Naylor v. Southern Electricity Board [1996] 1 EGLR
- [14] Βλ. π.χ. Turris Investments Ltd v. The Central Electricity Generating Board [1981] 1 EGLR
- [15] Σεργίδη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1993)1 ΑΑΔ 339, Κυπριανού κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1995)1 ΑΑΔ 136, και άλλες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο