ΣΑΒΒΑΣ ΠΟΛΑΤΟΓΛΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 878/2016, 28/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 878/2016
- ΣΑΒΒΑΣ ΠΟΛΑΤΟΓΛΟΥ
- ΜΑΡΙΟΣ ΠΟΛΑΤΟΓΛΟΥ Ενάγοντες ν.
- ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ
- ΦΑΙΔΩΝΑΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Μ. Βασιλειάδης για Μιχάλης Βασιλειάδης ΔΕΠΕ, για τους Ενάγοντες Α. Πολυδώρου, για τους Εναγόμενους Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Οι Ενάγοντες, την 09.05.2002, συμφώνησαν γραπτώς με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών την εκμίσθωση ενός ακινήτου στην Πάφο. Περιγράφεται στην αγωγή τους. Κατά τη θέση τους, το μίσθιο αποτελείτο από το κυρίως κατάστημα, έκτασης περίπου 24 τ.μ., αλλά και από κουζίνα, δοκιμαστήριο και αποχωρητήριο, έκτασης 9 τ.μ., κατασκευασμένα με τούβλα, ως μία ενιαία κατασκευή, μέρος συγκροτήματος που είχε ανεγερθεί το
- Έλαβαν την κατοχή του και το χρησιμοποιούσαν. Ξαφνικά, δέχθηκαν προειδοποίηση από τους Εναγόμενους, προφορικά, ότι θα προχωρούσαν με κατεδάφιση της κουζίνας, του δοκιμαστηρίου και του αποχωρητηρίου («τα υποστατικά»). Ο Εναγόμενος 2 μετέβη επιτόπου και τηλεφώνησε στους Ενάγοντες, καλώντας τους να μεταβούν και οι ίδιοι στα υποστατικά. Όταν οι Ενάγοντες μετέβηκαν εκεί, διαπίστωσαν πως είχε ήδη αφαιρεθεί το ντεπόζιτο νερού, έγινε αποκοπή της παροχής νερού και καταστράφηκε μέρος της οροφής. Η ήδη γενόμενη ζημιά ανέρχεται, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, σε €5.000,
- Οι Εναγόμενοι ανέφεραν ότι θα προχωρούσαν με περαιτέρω ενέργειες κατεδάφισης, συμπεριφορά που οι Ενάγοντες θεωρούν αυθαίρετη και με την οποία υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς, που υπολόγισαν σε περαιτέρω €30.000,
- Αξιώνουν €35.000,00 ως ειδικές αποζημιώσεις, γενικές αποζημιώσεις, τιμωρητικές αποζημιώσεις, καθώς και διηνεκές διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η επέμβαση στα υποστατικά. Με κοινή υπεράσπισή τους, οι Εναγόμενοι, εγείρουν προδικαστική ένσταση, ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε ενήργησε με την προσωπική του ιδιότητα, για να ενάγεται προσωπικά. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται πως οι Ενάγοντες ήταν μισθωτές του καταστήματος, διαφωνούν, ωστόσο, ως προς την έκταση του μισθίου. Ισχυρίζονται πως ό,τι τους παραχωρήθηκε, ήταν ο χώρος του καταστήματος και όχι τα υποστατικά στην αυλή. Θέτουν πως οι Ενάγοντες παραποίησαν το τοπογραφικό σχέδιο, για να λάβουν την κατοχή επιπλέον χώρου. Επίσης, τα υποστατικά αποτελούν, κατά τους Εναγόμενους, παράνομες κατασκευές για τις οποίες δεν υφίστατο άδεια οικοδομής. Έπειτα, το συνεργείο του Εναγόμενου 1 εισήλθε στην αυλή με τη σύμφωνη γνώμη και άδεια των Εναγόντων, που ήταν παρόντες. Δεν έγινε κάποια εργασία ή επέμβαση στο κατάστημα που είχε παραχωρηθεί στους Ενάγοντες. Αρμόδιοι υπάλληλοι του Εναγόμενου 1 καθάρισαν την αυλή, κατέβασαν ένα παλιό ντεπόζιτο νερού που δεν ήταν συνδεδεμένο με την υδατοπρομήθεια και 6-7 αμιάντους από τη στέγη της παράνομης κουζίνας και του αποχωρητηρίου. Περαιτέρω, αποσύνδεσαν το ρεύμα των παράνομων μόνο επεκτάσεων, καθώς και την παροχή νερού, με σκοπό να κατεδαφίσουν τις παράνομες επεκτάσεις και να αποφευχθεί η διαρροή. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των Εναγόντων και ισχυρίζονται πως οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν αποζημιώσεις για παρανομίες. Εντωμεταξύ, η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, σε συνεδρία ημερομηνίας 05.05.2016, αποφάσισε να παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 τον ανοιχτό χώρο πίσω από το κατάστημα, στον οποίο βρίσκονταν οι παράνομες επεκτάσεις. Ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να καθαρίσει τον χώρο, να απομακρύνει όλες τις παρανομίες, να αναβαθμίσει και να βελτιώσει την περιοχή, με τη δημιουργία δημόσιων αποχωρητηρίων και ομοιόμορφης πέργολας, κατασκευές στις οποίες θα υπήρχε πρόσβαση των κατόχων των εφαπτόμενων υποστατικών στην πίσω πλευρά, αλλά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και από τους δημότες. Ο Εναγόμενος 1 προέβη στις απαραίτητες ενέργειες στον χώρο που αποφασίστηκε να του παραχωρηθεί, στο πλαίσιο της νομιμότητας, αλλά και ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή. Οι Εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες, με απαντητικό δικόγραφο, αρνούνται την εκδοχή των Εναγόμενων και επιμένουν στη δική τους εκδοχή. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, ισχυρίζονται πως ενεργούσε μεν ως ο δήμαρχος, αλλά και με δική του πρωτοβουλία, δηλαδή χωρίς την έγκριση ή συγκατάθεση του δημοτικού συμβουλίου. Ο χώρος στον οποίο ενήργησαν οι Εναγόμενοι, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 2, δεν είχε παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1, όταν έγινε η επέμβαση στα υποστατικά. Δεν αλλοίωσαν το τοπογραφικό σχέδιο, που είναι μέρος της σύμβασης μίσθωσης. Σε αυτό, περιλαμβάνονται και τα υποστατικά, πλην του καταστήματος. Τα υποστατικά δεν αποτελούν παράνομες επεκτάσεις, εφόσον ανεγέρθηκαν το 1948 και φαίνονται στα εν χρήσει σχέδια. Ουδέποτε ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών αποφάσισε να παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 χώρο που ήδη κατέχονταν από τους Ενάγοντες και πριν από τον τερματισμό της συμβατικής σχέσης με τους Ενάγοντες. Τέτοιος τερματισμός ουδέποτε έλαβε χώρα, πριν οι Εναγόμενοι επέμβουν. Εκ των δικογράφων, επίδικα θέματα είναι τα εξής: αν η επέμβαση στα υποστατικά, που οι Εναγόμενοι παραδέχονται με το δικόγραφό τους, ήταν νόμιμη και δικαιωματική, είτε στο πλαίσιο συμφωνίας του Εναγόμενου 1 με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, είτε στο πλαίσιο των εξουσιών των Εναγόμενων ως πολεοδομικής αρχής, ή όχι· εάν ο Εναγόμενος 2 ενήργησε οποτεδήποτε υπό την προσωπική του ιδιότητα· εάν οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημιά και το ύψος της, κι αν δικαιούνται σε θεραπείες. Στο πλαίσιο της αγωγής τους, οι Ενάγοντες επιχείρησαν ενδιάμεση θεραπεία, ανεπιτυχώς. Εκκρεμούσης της αγωγής, τα υποστατικά τελικά κατεδαφίστηκαν πλήρως. Διαδικασία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, κατέθεσαν ως μάρτυρες ο Ενάγων 1 (ΜΕ1) και ο Σάββας Χριστοδούλου (ΜΕ2). Αμφότεροι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των Εναγόμενων. Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόμενων, έδωσαν μαρτυρία η Αναστασία Ρούτη Ελευθεριάδου (ΜΥ1), η Ροδούλα Χαριλάου (ΜΥ2), ο Σωτήρης Σκάρος (ΜΥ3) και ο Αντώνης Σάββα (ΜΥ4). Όλοι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των Εναγόντων. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της δίκης. Έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από 13 αριθμημένα έγγραφα ή δέσμες εγγράφων, βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι προσκομίστηκε και αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όταν η μαρτυρία είναι αντικρουόμενη ή αμφισβητείται, την αξιολογεί, να βρει εάν και ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία να μπορεί να βασιστεί και, όπου χρειάζεται, να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Για ορισμένα ζητήματα, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται να χρειάζεται μαρτυρία ειδικής γνώμης, εάν αυτά βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας, και εμπειρογνώμονας, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα, μπορεί να εκφέρει γνώμη γι' αυτά, ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο στην κρίση του. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια της, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Η εκτίμηση ζημιών σε ένα ακίνητο ή ο υπολογισμός του κόστους αποκατάστασης, σε συνάρτηση με τεχνικές εργασίες που πρέπει να γίνουν, είναι θέμα για το οποίο είθισται το Δικαστήριο να αναζητά εμπειρογνωμοσύνη. Σχετικά με την έκταση της μίσθωσης Το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει την έκταση της εκμίσθωσης ως να έχει ενώπιον του διαφορά αναμεταξύ των συμβαλλομένων αυτήν. Διέρχεται του ζητήματος αυτού στην έκταση που αυτό συνδέεται με τη νομιμότητα ή μη της επέμβασης στα υποστατικά. Σχετική με το θέμα αυτό ήταν η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΥ1 και ΜΥ
- Ο ΜΕ1 προσκόμισε τη συμφωνία μίσθωσης που συνάφθηκε με τον Κηδεμόνα (Τεκμήριο 1), υποστηρίζοντας πως η σύμβαση περιλάμβανε και τα υποστατικά. Στο Τεκμήριο 1, στην παράγραφο 1, αν και γίνεται αναφορά σε συνημμένο τοπογραφικό σχέδιο, όπου σημειώνεται με κόκκινο χρώμα το μίσθιο, δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο το μισθωτήριο μαζί με το τοπογραφικό του σχέδιο, συνημμένα. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και το προϋφιστάμενο μισθωτήριο, για την περίοδο από 11.09.1975 μέχρι 31.10.1976, μεταξύ της λεγόμενης τότε Κεντρικής Επιτροπής και του πατέρα των Εναγόντων (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 2, γίνεται αναφορά, στην παράγραφο 1, σε περιγραφή του μισθίου σε συνημμένο τοπογραφικό σχέδιο, που όμως δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο μαζί με το Τεκμήριο 2, συνημμένα. Σημειώνεται πως, τόσο το Τεκμήριο 1 όσο και το Τεκμήριο 2, παραπέμπουν, για την περιγραφή του μισθίου, σε σχεδιαγράμματα, χωρίς να αναφέρουν τη συνολική έκταση του μισθίου σε τετραγωνικά μέτρα. Προσκομίστηκαν από τον ΜΕ1 φωτογραφίες (Τεκμήριο 3) και απομονωμένο αντίγραφο σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 4), για να δείξει στο Δικαστήριο πώς ήταν τα υποστατικά και το γεγονός πως, όπως είχαν ανεγερθεί, ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία του καταστήματος, οπότε, αν και ξεχωριστά κτίσματα, συνέθεταν ένα ενιαίο χώρο. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΕ1, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέκαθεν, τα υποστατικά αποτελούσαν μέρος του μισθίου, από τον καιρό που αυτό εκμισθώθηκε απευθείας από τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη του στον πατέρα τους. Εξιστόρησε τον τρόπο που εκμισθώθηκε τότε το ακίνητο. Ο ΜΕ1, όπως είπε, όταν του λέχθηκε πως θα κατεδαφιστούν τα υποστατικά, για να δημιουργηθούν κοινόχρηστα αποχωρητήρια, είχε ρωτήσει, πώς μπορεί το κατάστημα να μην έχει δικό του αποχωρητήριο, και να χρησιμοποιούνται κοινόχρηστα αποχωρητήρια. Ταυτόχρονα, έλαβε άρνηση ως προς την πρότασή του να κατασκευάσουν τουλάχιστον αποχωρητήριο για το κατάστημα. Εντωμεταξύ, όπως πρόσθεσε, δεν έγιναν τελικά ούτε κοινόχρηστα αποχωρητήρια. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα πως, ως γεγονός όμως, ο ίδιος, μετά την κατεδάφιση, δεν κατασκεύασε κουζίνα, αποχωρητήριο και δοκιμαστήριο, που υποτίθεται ήταν μέρος του μισθίου και αναγκαία για τη λειτουργία του, κατά τη δική του εκδοχή. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως, μετά την κατεδάφιση, όταν έβλεπε πως δεν κατασκευάζονταν αποχωρητήρια, προέβη σε ενέργειες για την κατασκευή αποχωρητηρίου, που έπρεπε να υπάρχει. Αντεξεταζόμενος επί του Τεκμηρίου 4, ο ΜΕ1, επέμεινε στην εκδοχή του πως το Τεκμήριο 4 δείχνει τα υποστατικά που αποτελούσαν μέρος του μισθίου, ασχέτως εάν ένα τμήμα αυτών εισέρχεται και σε διπλανό τεμάχιο. Στο Τεκμήριο 4, το οποίο είναι μαυρόασπρο, φαίνεται με πιο σκούρο χρώμα σημειωμένο μόνο το κυρίως κατάστημα. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως, σε κάθε περίπτωση, το κυρίως κατάστημα και τα πίσω υποστατικά, κατέχονταν και χρησιμοποιούνταν φυσιολογικά ως το όλο μίσθιο, εδώ και χρόνια. Δεν λήφθηκε οποτεδήποτε ειδοποίηση ότι τα κατέλαβαν χωρίς να έχουν παραχωρηθεί μαζί με το κατάστημα. Η ΜΥ1, λειτουργός στις υπηρεσίες του Εναγόμενου 1 και νομικός, προϊστάμενη των δικαστικών υποθέσεων του Εναγόμενου 1, ανέφερε πως, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβαν οι Εναγόμενοι από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, στη συμφωνία μίσθωσης που είχαν συνάψει οι Ενάγοντες, δεν περιλαμβάνονταν τα υποστατικά. Κατέθεσε το τοπογραφικό που τους χορηγήθηκε (Τεκμήριο 6). Η ΜΥ2, λειτουργός στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ανέφερε επίσης πως ό,τι παραχωρήθηκε στους Ενάγοντες, σημειώθηκε στο τοπογραφικό σχέδιο που ήταν μέρος της σύμβασης, που προσκόμισε και η ίδια (Τεκμήριο 9). Τα σχεδιαγράμματα που προσκομίστηκαν (Τεκμήρια 4, 6, 9) ομοιάζουν και σε όλα φαίνεται σημειωμένο με πιο σκούρο χρώμα μόνο το μέρος του κυρίως καταστήματος. Εφόσον σε ό,τι προσκομίζεται από όλους ως το σχεδιάγραμμα που αποτελεί μέρος της γραπτής συμφωνίας, με σαφήνεια δεικνύεται το κυρίως κατάστημα ως το μίσθιο, και όχι οποιοδήποτε μέρος της πίσω αυλής, περιλαμβανομένων των υποστατικών που βρίσκονται στην πίσω αυλή, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα αντίθετο συμπέρασμα. Εξάλλου, τα υποστατικά που υποδείχθηκαν πως ανήκαν στο μίσθιο καταλαμβάνουν και έκταση του χώρου που βρίσκεται πίσω από το διπλανό κατάστημα. Έπειτα, εάν ήταν αναγκαία η αποκλειστική παραχώρηση οποιουδήποτε επιπλέον χώρου της αυλής στους Ενάγοντες, περιλαμβανομένων των συγκεκριμένων υποστατικών, θα μπορούσε να ακολουθηθεί κάποια διαδικασία με την αρμόδια υπηρεσία, για την παραχώρησή τους. Στο πλαίσιο εκείνης, οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να εξηγήσουν ό,τι και στο Δικαστήριο, σχετικά με την ιστορία του καταστήματος, τον τρόπο χρήσης του από τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη του και τη λειτουργική σύνδεσή του με τα υποστατικά ή τον τρόπο που τεχνικά εφάπτονται ή συγκοινωνούν. Δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων πως υπήρχε πρόσβαση στα υποστατικά από το κατάστημα μέσω εσωτερικής πόρτας. Το ανέφεραν και οι ΜΥ1 και ΜΥ4, κατά την αντεξέτασή τους. Αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν μέρος της απόφασης της αρμόδιας υπηρεσίας. Η ΜΥ2, στη μαρτυρία της, προσπάθησε να αποσυνδέσει τη σύμβαση των Εναγόντων από την ιστορία που παρουσίασε ο ΜΕ
- Επικαλέστηκε πως δεν γνωρίζει εάν ο πατέρας των Εναγόντων απέκτησε την κατοχή και χρήση του καταστήματος απευθείας από τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη του, εφόσον δεν εντοπίζει στον φάκελο της έγγραφο της σύμβασης με τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη. Ως γεγονός, δεν προσκομίστηκε ούτε στο Δικαστήριο. Από την άλλη, δεν ήταν ούτε σε θέση να εξηγήσει τους λόγους παραχώρησης του καταστήματος στους Ενάγοντες, που δεν είναι πρόσφυγες. Όμως, έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο των επιστολών που προσκομίστηκαν κατά τη μαρτυρία της ΜΥ2 (Τεκμήρια 11, 12, 13), δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί αποδοχή από την αρμόδια αρχή σε τέτοια επιπλέον παραχώρηση. Ενώ δεν φαίνεται να παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες και τα υποστατικά πίσω από το κατάστημα, δεν έχει αποκλειστεί γενικότερα το δικαίωμα κοινής χρήσης της αυλής, από όλους τους κατόχους των ακινήτων το πίσω μέρος των οποίων ανοίγει προς αυτήν, περιλαμβανομένων των Εναγόντων. Αυτό μαρτυρείται, μεταξύ άλλων, και από το Τεκμήριο 7, που προσκόμισε η ΜΥ1, όπου η έγκριση του αιτήματος του Εναγόμενου 1 να του παραχωρηθεί, μεταξύ άλλων, η εσωτερική ανοικτή αυλή ήταν για εργασίες μετά από τερματισμό συμβάσεων που περιλαμβάνουν το δικαίωμα χρήσης του χώρου εκείνου, με σκοπό που να εξυπηρετεί τους μισθωτές/κατόχους των υποστατικών που εφάπτονται στην πίσω αυλή. Έπειτα, το γεγονός πως δεν αποδείχθηκε από τους Ενάγοντες αποκλειστική παραχώρηση στους ίδιους των υποστατικών που βρίσκονται πίσω από το κατάστημα, δεν εκτείνεται ώστε να σημαίνει πως οι Ενάγοντες ήταν παράνομοι επεμβασίες στα υποστατικά. Η νομιμότητα ή μη της επέμβασης Σχετική με το θέμα αυτό ήταν η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΥ1, ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ
- Οι Ενάγοντες, όπως ανέφερε ο ΜΕ1 και δεν αμφισβητήθηκε, κατείχαν και χρησιμοποιούσαν ανεμπόδιστα τα υποστατικά, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση του αντισυμβαλλομένου τους ή αρμόδιας αρχής, για να τους υποδείξει κάποια παρανομία στην ύπαρξη, κατοχή και χρήση των υποστατικών. Ήταν η ίδια κατοχή και χρήση που υπήρχε και όταν το κατάστημα είχε εκμισθωθεί στον πατέρα των Εναγόντων απευθείας από τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη του και έπειτα από την αρμόδια υπηρεσία. Αυτό το δεδομένο, σε συνάρτηση με την επίσης μη αμφισβητούμενη λειτουργική διασύνδεση των χώρων του καταστήματος και των υποστατικών, άφησε να νοηθεί πως οι Ενάγοντες δεν διατηρούσαν την κατοχή των υποστατικών χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση. Απεναντίας, η χρόνια ανεμπόδιστη κατοχή και χρήση τους δημιούργησε, ευλόγως, την αίσθηση και την προσδοκία δικαιώματος σε σχέση με την πραγματική κατάσταση, οι διαστάσεις της οποίας δεν απείχαν από το ρεαλιστικό πλαίσιο που δίδει και το περιεχόμενο των επιστολών των Τεκμηρίων 11, 12 και
- Απλώς, εάν θα παραχωρηθεί ή όχι σε κάποιον Τουρκοκυπριακή περιουσία, είναι ζήτημα νόμου, κατά τρόπο που δεν μπορεί να εισχωρήσει στις προϋποθέσεις η εν τοις πράγμασι συμπεριφορά και γενικότερα η ανεπισημότητα. Θα πρέπει, όπως ορθά ανέφερε η ΜΥ2, μεταξύ άλλων, να υπάρχει γραπτή σύμβαση. Εξ ου και η ευκολία με την οποία οι Εναγόμενοι χαρακτήρισαν «παράνομη» την κατοχή των υποστατικών από τους Ενάγοντες, βασιζόμενοι απλώς στο γεγονός ότι δεν φαίνονταν να περιλαμβάνεται στη σύμβαση μίσθωσης που συνήψαν με τον Κηδεμόνα. Σε κάθε περίπτωση, ό,τι έχει σημασία για την υπόθεση των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων, δεν είναι εάν οι Ενάγοντες νόμιμα ή παράνομα ή δικαιωματικά ή καταχρηστικά κατέλαβαν την κατοχή των υποστατικών πίσω από το κατάστημα που νόμιμα τους παραχωρήθηκε, στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης τους ή με βάση τον νόμο, αλλά, πρώτα απ' όλα, το εξωτερικευμένο γεγονός, που είναι αδιαμφισβήτητο, πως είχαν για πολλά χρόνια τη φυσική κατοχή και χρήση των υποστατικών, που οι ίδιοι συνέδεσαν και με τη λειτουργία του καταστήματος που τους είχε παραχωρηθεί το οποίο δεν είχε αντίστοιχους χώρους, με μη αποκλειόμενη προοπτική νομιμοποίησης (Τεκμήρια 11, 12, 13), εάν υφίστατο ζήτημα παρανομίας. Οι Εναγόμενοι, όμως, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα της ΜΥ1, βασίστηκαν απλώς στο ανεπίσημο τοπογραφικό σχέδιο που αποτελούσε μέρος της σύμβασης μίσθωσης, αδιάφορα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Θεώρησαν πως τα υποστατικά δεν κατέχονται από τους Ενάγοντες, απλώς επειδή δεν τους είχαν παραχωρηθεί με τη σύμβαση μίσθωσης ή ερμηνεύοντας πως δεν λήφθηκε νόμιμα η κατοχή από τους Ενάγοντες και αρκούμενοι σε αυτό. Τους ήταν γνωστό το γεγονός πως οι Ενάγοντες είχαν τη φυσική κατοχή των υποστατικών, και δη με την ανοχή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, ο οποίος δεν είχε λάβει μέτρα εναντίον των Εναγόντων για ανάκτηση, αλλά και της ίδιας της πολεοδομικής αρχής. Εξάλλου, δεν εξηγήθηκε διαφορετικά από την ΜΥ1 ο λόγος για τον οποίο ειδοποιήθηκαν οι Ενάγοντες, έστω προφορικά, για να ληφθεί κάποια αναγκαία συγκατάθεσή τους. Η μαρτυρία του ΜΕ1 πως ουδέποτε τους αναφέρθηκε από τον Κηδεμόνα ή την αρμόδια πολεοδομική αρχή πως κατέχουν παράνομα τα υποστατικά, ενώ κατέχονται για πολλά χρόνια, δεν αντικρούστηκε ούτε από την ΜΥ2, η οποία δεν προσκόμισε και οτιδήποτε που να μαρτυρεί πως η υπηρεσία της εξουσιοδότησε οποιονδήποτε από τους Εναγόμενους να ενεργήσει εκ μέρους του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, για να ανακτήσει εκ μέρους του την κατοχή της Τουρκοκυπριακής περιουσίας, που, κατά τη θέση των αρμοδίων αρχών, δεν είχε παραχωρηθεί με τη σύμβαση μίσθωσης στους Ενάγοντες, με προοπτική την κατεδάφιση και ανέγερση άλλου έργου ή την παραχώρησή της αλλού. Απεναντίας, δια του Τεκμηρίου 11, που προσκομίστηκε κατά τη μαρτυρία της ΜΥ2, επιστολή ημερομηνίας 18.07.2017, φαίνεται πως η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών θα μπορούσε να εξετάσει την ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης με τους Ενάγοντες που να περιλαμβάνει ξεκάθαρα και τα υποστατικά, για τα οποία είχε προκύψει ξαφνικά η αμφισβήτηση. Όπως φαίνεται, μέχρι και τότε, πέρα από τα διάφορα αιτήματα και σχέδια του Εναγόμενου 1, δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο, απτό, που να διαμορφώνει διαφορετικά την κατάσταση για τους Ενάγοντες ή αντίστοιχα τον Εναγόμενο
- Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΥ1 και ΜΥ2, κατά τον χρόνο που έγινε η επέμβαση στα υποστατικά που κατέχονταν από τους Ενάγοντες, αρχές Ιουνίου του 2016, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών δεν είχε προβεί σε διαδικασία τερματισμού ή αξίωσης της κατοχής των υποστατικών ούτε και είχε συμβληθεί με οποιονδήποτε εκ των Εναγόμενων την παραχώρησή τους στον Εναγόμενο
- Το Τεκμήριο 8, που προσκόμισε η ΜΥ1, υπογράφθηκε την 31.10.
- Σε εκείνη τη συμφωνία, ο Εναγόμενος 1 συμβλήθηκε ως ιδιώτης. Στο Τεκμήριο 7, μέρος αλληλογραφίας ημερομηνίας 28.06.2016 μεταξύ του Δήμου Πάφου και της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, γίνεται αναφορά σε κατάλογο Τουρκοκυπριακών περιουσιών που υποβλήθηκε την 05.05.2016 στην εν λόγω υπηρεσία από τον Εναγόμενο 1 και περιλαμβάνει αίτημα για την παραχώρηση του εσωτερικού ανοικτού χώρου πίσω από τα καταστήματα, ως προς το οποίο εξασφαλίστηκε έγκριση, νοουμένου ότι θα τερματίζονταν όλες οι συμβάσεις μίσθωσης στις οποίες περιλαμβάνεται μέρος του εσωτερικού χώρου. Η έγκριση του αιτήματος ήταν για συγκεκριμένο σκοπό, την τοπιοτέχνηση του εσωτερικού χώρου, τη δημιουργία δημόσιων αποχωρητηρίων και ομοιόμορφης πέργολας και η εξασφάλιση πρόσβασης προς τα πίσω όλων των μισθωτών/κατόχων υποστατικών. Όταν θα ολοκληρώνονταν οι εργασίες, ο εσωτερικός χώρος θα έπρεπε να περιέλθει στην κατοχή του Κηδεμόνα για να υπογραφεί τότε σύμβαση μίσθωσης με τον Εναγόμενο
- Το Τεκμήριο 7 δεν έδιδε δικαίωμα επέμβασης του Εναγόμενου 1 στα υποστατικά που κατέχονταν από άλλους. Η ΜΥ1, στη μαρτυρία της, επιχείρησε να παρουσιάσει πως ο Εναγόμενος 1 ενήργησε υπό διττή ιδιότητα, ως ο ιδιώτης στον οποίο υποσχέθηκε άτυπα ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών να παραχωρήσει τον χώρο της εσωτερικής αυλής, μέσω του Τεκμηρίου 7, και για τον σκοπό αυτό μπορούσε να τον «καθαρίσει», και ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή γιατί επρόκειτο για παράνομες κατασκευές. Ως προς την πρώτη ιδιότητα, τα Τεκμήρια 7 και 8, όπως εξηγήθηκε, δεν μαρτυρούν πως υπήρχε, κατά τον χρόνο της επέμβασης, είτε παραχώρηση, είτε δικαίωμα «καθαρισμού», προς εκτέλεση έργων σε χώρο που δεν είχε παραχωρηθεί, αλλά και που κατέχονταν από τους Ενάγοντες. Κατά τη μαρτυρία της ΜΥ2, παρουσιάστηκε μία επιστολή, ημερομηνίας 23.05.2016 (Τεκμήριο 13), με την οποία η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ενημερώνει τους Ενάγοντες πως ο Εναγόμενος 1 προτίθεται να προχωρήσει σε κατεδάφιση όλων των μη αδειούχων προσθηκών των Τουρκοκυπριακών Υποστατικών που βρίσκονται στον εσωτερικό χώρο της αυλής, και ως εκ τούτου δεν συστήνονταν η ετοιμασία σχεδίων για τις υφιστάμενες προσθήκες, ως προς τις οποίες είχε προηγηθεί άλλη επικοινωνία. Η μαρτυρία αυτή διαψεύδει την εκδοχή της ΜΥ1 περί «καθαρισμού». Επιπλέον, η επιστολή αυτή αναφέρεται στον Εναγόμενο 1 ως αρμόδια πολεοδομική αρχή, παρά στον Εναγόμενο 1 ως πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών να προβεί σε κάποια ενέργεια σχετικά με την ανάκτηση της κατοχής των υποστατικών από τον Κηδεμόνα, ή στο πλαίσιο διαχείρισης, ή ως δημοτική αρχή γιατί υφίσταται ζήτημα ακαθαρσιών και οχληρίας. Για πρώτη φορά, προβλήθηκε και αυτό το επιχείρημα, στην αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων, με αναφορά στην εξουσία του Εναγόμενου 1, ως αρμόδια δημοτική αρχή, να φροντίζει για την καθαριότητα του δήμου και την άρση της οχληρίας. Το Τεκμήριο 12, πρόσθετα σε όλα τα υπόλοιπα, δείχνει επίσης αυτή την αστάθεια και αβεβαιότητα όλων των δηλώσεων και των σκοπών που έχουν προβληθεί στο Δικαστήριο, τόσο από τους Εναγόμενους όσο και από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, για την επέμβαση στα υποστατικά. Μέχρι τέλους. Ο ΜΕ1 ήταν σταθερός στη δική του εκδοχή, πως ουδέποτε ειδοποιήθηκαν γραπτώς από τους Εναγόμενους για κάποια αναγκαία επέμβαση ή κατεδάφιση, που να δείχνει ειλημμένη απόφαση του Εναγόμενου 1, ως αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, ούτε συγκατατέθηκαν σε κάποια κατεδάφιση. Από την άλλη, η ΜΥ1 ανέφερε πως, από έρευνα που έκανε ως προς τα γεγονότα, οι λειτουργοί του Εναγόμενου 1, που δεν κατονομάζει, και ο Εναγόμενος 2, αντιπροσωπεύοντας τον Εναγόμενο 1, ανέφεραν στους Ενάγοντες ότι θα προχωρήσουν σε «καθαριότητα» του χώρου, ο οποίος αποτελεί ένα μεγάλο ανοικτό χώρο που δεν ανήκει στους Ενάγοντες, και ότι θα κατεδαφίσουν όλες τις παράνομες κατασκευές και θα προχωρήσουν σε αναβάθμιση και βελτίωση του χώρου, για να χρησιμοποιείται από όλους του δημότες. Οι Ενάγοντες, κατά τη θέση της, αποδέχθηκαν και συμφώνησαν, οπότε άρχισαν οι εργασίες καθαρισμού και απομάκρυνσης όλων των παρανομιών. Θεωρεί πως όλες οι ενέργειες των Εναγόντων έγιναν στο πλαίσιο της νομιμότητας και υπό την ιδιότητα του Εναγόμενου 1 ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή. Κατά την αντεξέτασή της, δέχθηκε πως δεν ήταν παρούσα και δεν μπορεί να γνωρίζει τι διαμείφθηκε μεταξύ των άλλων, ενώ δεν προσκόμισε κάποια έγγραφη συγκατάθεση των Εναγόντων. Τέτοια έγγραφη συγκατάθεση δεν προσκόμισε ούτε ο ΜΥ4, επιστάτης στις υπηρεσίες του Εναγόμενου 1, που ήταν παρών κατά την ημέρα και ώρα που έγινε η επέμβαση. Εκείνος έκανε λόγο για κατεδάφιση, που όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί, λόγω της σύνδεσης του καταστήματος με τα υποστατικά και έπειτα την έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Ο ΜΥ4 προσπάθησε να υποστηρίξει την ύπαρξη προφορικής συγκατάθεσης, απλώς επειδή ήταν παρών ο ΜΕ1, χωρίς όμως να έχει ακούσει οποιαδήποτε τηλεφωνική συνομιλία αναμεταξύ άλλων προσώπων. Ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να θέσει πως βασικά ό,τι έλαβε χώρα, δεν ήταν επεισοδιακό. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να είναι επεισοδιακό, για να εκληφθεί πως δεν υπάρχει συγκατάθεση, ούτε, εάν υπάρχει ηρεμία και ψυχραιμία ερμηνεύεται πως υπάρχει συναίνεση. Η έλλειψη προηγούμενης συνεννόησης, διαπραγμάτευσης και καλής επικοινωνίας φάνηκε από μόνο το γεγονός πως δεν γνώριζαν, οι παριστάμενοι στην κατεδάφιση από πλευράς Εναγόμενου 1, τη λειτουργική σύνδεση των υποστατικών με το κυρίως κατάστημα. Μάλιστα, ο ΜΥ4, στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί τους Εναγόμενους, ανέφερε, σε ένα σημείο της μαρτυρίας του, πως οι οδηγίες για κατεδάφιση ήταν από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ερχόμενος σε αντίθεση με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία, των Εναγόμενων. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 46 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου 90/1972, εάν και εφόσον η πολεοδομική αρχή θεωρεί, μεταξύ άλλων, ότι οποιαδήποτε ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας εκτελέσθηκε χωρίς τη χορήγηση πολεοδομικής αδείας που απαιτείται από τον εν λόγω νόμο, μπορεί, εάν θεωρεί κάτι τέτοιο σκόπιμο προς το συμφέρον της πρέπουσας πολεοδομικής ρύθμισης, να επιδώσει ειδοποίηση, ενέργεια που έχει τον χαρακτήρας της επιβολής. Η ειδοποίηση επιδίδεται στον ιδιοκτήτη και στον κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία αναφέρεται και, εάν χρειάζεται, σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον ή επηρεάζεται ουσιωδώς. Η ειδοποίηση ορίζει και επεξηγεί τη φύση της ανάπτυξης χωρίς άδεια. Μπορεί να απαιτηθεί δι' αυτής, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, να ληφθούν ορισμένα μέτρα που απαιτούνται, για την αφαίρεση της μη αδειούχας ανάπτυξης και, σε κατάλληλες περιπτώσεις, την επαναφορά της ακίνητης ιδιοκτησίας στην κατάσταση στην οποία βρίσκονταν προηγουμένως, την κατεδάφιση ή μετατροπή οποιωνδήποτε οικοδομών ή έργων, τον τερματισμό οποιασδήποτε χρήσης, κ.λπ.. Η ειδοποίηση λαμβάνει ισχύ κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται σε αυτή. Υπάρχει δικαίωμα ιεραρχικής προσφυγής, με βάση το άρθρο 47 Ν.90/
- Υπάρχει δυνατότητα επιβολής ποινών για τη μη συμμόρφωση με τέτοια ειδοποίηση, από αρμόδιο Δικαστήριο, με βάση το άρθρο 48 Ν.90/72 ή επιβολής διοικητικού προστίμου από την πολεοδομική αρχή, με βάση το άρθρο 48(Α) Ν.90/72, κατόπιν ακρόασης, με δικαίωμα άσκησης ιεραρχικής προσφυγής. Με βάση και το άρθρο 49 Ν.90/72, θα πρέπει να δοθεί από την πολεοδομική αρχή η προβλεπόμενη ειδοποίηση, με την οποία να ορίζεται προθεσμία, μετά την εκπνοή της οποίας η πολεοδομική αρχή μπορεί να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για τα οποία είχε προειδοποιήσει με την ειδοποίηση επιβολής. Ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη δυνατότητα, υπάρχει ρητή απαγόρευση και δεν επιτρέπεται η πολεοδομική αρχή να εισέλθει σε οποιαδήποτε κατοικία χωρίς δεόντως αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, ενώ δεν επιτρέπεται να εισέλθει σε οικοδομή ή κατοικία ή άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, αν δεν δώσει έγγραφη προειδοποίηση για την σκοπούμενη είσοδο, προθεσμίας οκτώ ημερών ή μίας ημέρας, αντίστοιχα, εκτός εάν υπάρχει η έγγραφη συναίνεση του κατόχου για τέτοια είσοδο. Η έγγραφη συναίνεση του κατόχου για να διενεργηθεί είσοδος περιορίζεται στην είσοδο και δεν εξουσιοδοτεί και τις εργασίες που δυνατόν απαιτούνται, λ.χ. κατεδάφισης ή τερματισμού χρήσης, χωρίς να έχει προηγηθεί γραπτή ειδοποίηση με βάση τον οικείο νόμο ή όπου χρειάζεται και σχετικό δικαστικό διάταγμα. Η δε κατεδάφιση, ως ενέργεια, έχει τη δραστικότητα που επιβάλλει αυτή να είναι το έσχατο μέσο και να ωθεί στην επαναφορά μιας πρότερης κατάστασης, που είναι η μόνη νόμιμη επιλογή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν τέθηκε στο Δικαστήριο ως γνωστή οποιαδήποτε πρότερη κατάσταση ως η νόμιμη κατάσταση του ακινήτου, χωρίς τα υπό αναφορά υποστατικά. Όταν ένα ακίνητο χρησιμοποιείται ως επαγγελματική στέγη, δυνατόν να εμπίπτει στην έννοια της κατοικίας[4], στην οποία δεν είναι ελεύθερη η πρόσβαση από τον καθένα, δεν μπορεί να διακριθεί με ευκολία από τη χρήση για σκοπούς άλλου είδους διαμονής, και για την είσοδο στην οποία απαιτείται η έκδοση αιτιολογημένου δικαστικού εντάλματος. Στην προκειμένη περίπτωση, που ο λόγος είναι για υποστατικά που χρησιμοποιούνταν για την άσκηση πώλησης ειδών σουβενίρ (και πλέον κοσμηματοπωλείου) και συνδέονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, με δοκιμαστήριο, κουζίνα και τουαλέτα, για ιδιωτική χρήση μόνον από τους κατόχους και πελάτες του καταστήματος, δεν φαίνεται να ήταν επιτρεπτή η πρόσβαση γενικά από άλλους, και ο τρόπος χρήσης, που προέκυψε από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1, δίδει σαφώς την έννοια της κατοικίας. Συναφώς, σύμφωνα και με το άρθρο 16 του Συντάγματος, η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστη. Η είσοδος σε οποιαδήποτε κατοικία δεν επιτρέπεται, εκτός όπου και όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως αιτιολογημένου ή όταν και εφόσον η είσοδος ενεργείται με τη ρητή συναίνεση του ενοίκου ή με σκοπό τη διάσωση θυμάτων αδικήματος βίας ή καταστροφής. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Συντάγματος, ο καθένας έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική ζωή του τυγχάνει σεβασμού, έννοια στην οποία εμπερικλείεται και η επαγγελματική ζωή. Δεν χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου, εκτός σύμφωνα με νόμο και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφαλείας ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών οποιουδήποτε προσώπου ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προσκομίστηκε, από την ΜΥ1 ή από τον ΜΥ3 ή από τον ΜΥ4, είτε κάποια έγγραφη ειδοποίηση επιβολής είτε κάποια έγγραφη συναίνεση οποιουδήποτε εκ των Εναγόντων, ως κατόχων των υποστατικών, για την είσοδο οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων στον χώρο που κατείχαν οι Ενάγοντες, περιλαμβανομένου του περιβάλλοντος χώρου των υποστατικών. Ο ΜΥ3, μάλιστα, λέγοντας πως δεν γνωρίζει εάν εκδόθηκε ειδοποίηση, και αποφεύγοντας να πει πως, εφόσον δεν εντοπίζεται, δεν εκδόθηκε, με την ίδια λογική που χρησιμοποίησε για τις οικοδομικές άδειες (ότι, εφόσον δεν εντοπίζονται στον φάκελο, δεν υφίστανται, άρα ότι είναι παράνομα τα κτίσματα), έδωσε την εντύπωση πως είτε προσεγγίζει επιλεκτικά τα ζητήματα σχετικά με τη νομιμότητα και την παρανομία, στα θέματα της συγκεκριμένης περίπτωσης, είτε επιχείρησε να μην λάβει θέση για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η παρέμβαση στην προκειμένη περίπτωση. Ο ΜΥ4 απλώς ανέφερε πως δεν είναι δουλειά του να γνωρίζει εάν, όταν εκτελεί εντολή για κατεδάφιση, τηρήθηκε ή όχι νόμιμη διαδικασία. Επιπλέον, ακόμα και όπου υπάρχει έγγραφη συναίνεση των κατόχων για την είσοδο, που η κατάληξη εδώ είναι αναπόφευκτα πως δεν υφίσταται, ή ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο των υποστατικών, στην εσωτερική ανοικτή αυλή, υπήρχε δικαίωμα εισόδου των Εναγόμενων (που όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα δεδομένα της υπόθεσης), δεν εξυπακούεται πως αυτά περιλαμβάνουν και τη δυνατότητα για τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, περιλαμβανομένης της κατεδάφισης ή του τερματισμού χρήσης (π.χ. με αποκοπή νερού ή ρεύματος). Όταν επισκέπτεται εκπρόσωπος αρμόδιας αρχής μια αυλή και ο οικοδεσπότης από ευγένεια ανοίγει την πόρτα και επιτρέπει την είσοδο, δεν συναινεί κατ' ανάγκη στην είσοδο με σκοπό την κατεδάφιση ή τον τερματισμό της χρήσης ή και την εκτέλεση τέτοιων εργασιών. Τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να ονομαστούν απλώς «καθαρισμός» ή με παρεμφερή τρόπο, για να δικαιολογηθούν. Τυχόν αναγκαιότητα κατεδάφισης, δεν εξουσιοδοτεί δίχως άλλο είσοδο της αρμόδιας αρχής στα υποστατικά ή στον περιβάλλοντα χώρο τους, με σκοπό την κατεδάφιση οποιουδήποτε τμήματός τους. Μη μπορώντας, η ΜΥ1, να δικαιολογήσει την ενέργεια, αναφέρθηκε, συγκεχυμένα, γενικά και με τάση υπεκφυγής, σε εργασίες καθαριότητας και βελτίωσης, σ' έναν ευρύτερο χώρο που δεν ανήκει στους Ενάγοντες, αποφεύγοντας προσεγμένα να κάνει χρήση του όρου «κατεδάφιση» και ξεφεύγοντας από το αντικείμενο που ήταν οι συγκεκριμένες αφαιρέσεις που έγιναν από τα υποστατικά που κατείχαν οι Ενάγοντες, στα οποία δεν μπορούσε να έχει είσοδο ο καθένας, με τον τρόπο που έγιναν, δηλαδή χωρίς νόμιμη διαδικασία. Ο νόμος αναφέρεται σε γραπτή συναίνεση. Έπειτα, για τα περί καθαριότητας, που ανέφερε η ΜΥ1, αν και πιο εύηχα, δεν αλλάζουν τις προϋποθέσεις εισόδου και επέμβασης στην ακίνητη ιδιοκτησία που είναι υπό κατοχή άλλου προσώπου. Ήταν γενικά. Σε αντίθεση με ό,τι ο ΜΕ1 ανέφερε, συγκεκριμένα, με αμεσότητα, φυσικότητα και προφανή ειλικρίνεια, πως ο χώρος πίσω από τα υποστατικά ήταν μεν ακαλαίσθητος, σε ορισμένα σημεία, υπήρχαν ακόμα κάποια κτίρια που χρησιμοποιούνταν ως βοηθητικά, υπήρχαν και χόρτα, αλλά δεν υπήρχαν σκουπίδια, για να τίθεται θέμα παρέμβασης αρμόδιας αρχής, για επιβολή καθαριότητας, για τη δημόσια υγιεινή. Σε αντίθεση και με ό,τι ο ΜΥ4 ανέφερε, πως, για να εισέλθουν στην αυλή και να αφαιρέσουν το ντεπόζιτο, έπρεπε να τους ανοίξει ο ΜΕ1 να μπουν, από μέσα. Ό,τι αφαίρεσαν, το ντεπόζιτο ή υλικά από την οροφή, δεν παραπέμπουν λογικά σε ακαθαρσίες. Σήμερα, δεν αντιλέγει ο ΜΕ1 πως έχει κατασκευαστεί κάτι όμορφο στον ευρύτερο χώρο, που ικανοποιεί και τον ίδιο. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί, όπως ανέφερε, πως ό,τι έγινε τότε, ήταν με αυθαίρετο τρόπο, προσθέτοντας πως θα μπορούσαν, οι Εναγόμενοι, να διαπραγματευτούν, για να υπάρχει συγκατάθεση και διαδικασία, να αποφευχθεί τυχόν αχρείαστη ενόχληση των Εναγόντων, ως κατόχων του χώρου, που τον χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τις επιχείρησής τους. Στην παράγραφο 4(β) του Τεκμηρίου 1, προβλέπεται η υποχρέωση των μισθωτών να χρησιμοποιούν το μίσθιο ως κατάστημα πώλησης τουριστικών ειδών, αφού εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες πολεοδομικές και οικοδομικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές, χωρίς οποιεσδήποτε προσθήκες. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ερωτήθηκε εάν τα υποστατικά είχαν άδεια οικοδομής και ανέφερε πως θεωρεί δεδομένο πως, για να είχαν ανεγερθεί και να παρέχονταν προς ενοικίαση από την αρμόδια υπηρεσία, είχαν άδειες, αρνούμενος την εκδοχή πως είχαν ανεγερθεί παράνομα. Επέμεινε στην εκδοχή του ως προς το γεγονός ότι ουδέποτε αφέθηκε να νοηθεί, τόσα χρόνια, πως οποιοσδήποτε από τους κατόχους των υποστατικών αυτών τα κατείχε παράνομα, για λόγο που να σχετίζεται με τις οικοδομικές άδειες. Μετά την κατεδάφισή τους ήταν που προβλήθηκε, από τους Εναγόμενους κυρίως, ο ισχυρισμός περί παρανομίας. Η ΜΥ1 ανέφερε, εκ μέρους του Εναγόμενου 1, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, πως τα υποστατικά ανεγέρθηκαν χωρίς άδεια οικοδομής, συνεπώς, κατά τη θέση της, είναι παράνομες κατασκευές. Υπερθεμάτισε επί τούτου η πλευρά των Εναγόμενων, προσκομίζοντας μαρτυρία και από τον ΜΥ3, τεχνικό μηχανικό στις υπηρεσίες του Εναγόμενου 1, για να αναφέρει πως δεν εντόπισε την ύπαρξη άδειας οικοδομής για τα υποστατικά, ενώ είχαν κατά καιρούς εκδοθεί διάφορες άδειες για τα καταστήματα. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ3 ανέφερε πως δεν εντόπισε ούτε άδεια οικοδομής για το κατάστημα. Είναι διαφωτιστικό το μέρος αυτό της αντεξέτασης του μάρτυρα: «Ε: να θεωρήσουμε ότι, αφού δεν έχετε άδεια οικοδομής, εν παράνομο το κατάστημα; Α: το κατάστημα; Ε: ναι. Α: δεν ξέρω αν υπήρχε η αρχική γιατί κάηκαν κάποιοι φάκελοι από πυρκαγιά που είχαμε στο αρχείο. Ε: άρα, στην ερώτησή μου, αφού δεν βρίσκετε εν πάση περιπτώσει άδεια οικοδομής, εν παράνομο το κατάστημα; Α: δεν ξέρω να σας απαντήσω, για να μεν υπάρχει άδεια οικοδομής ή το κατάστημα ή ολόκληρο το υποστατικό, θα εν παράνομο.» Παράλληλα, όμως, δεν αμφισβήτησε οποιοσδήποτε την εκδοχή του ΜΕ1 πως πρόκειται για κτίσματα που ανεγέρθηκαν πολύ παλαιά και πως ουδείς έθεσε οποτεδήποτε θέμα περί κατασκευής τους χωρίς αναγκαίες οικοδομικές άδειες. Ο ΜΕ1 ανέφερε το έτος 1948, για να προσδιορίσει περίπου τον χρόνο ανέγερσης των υποστατικών. Ο ΜΥ3 ανέφερε πως δεν γνωρίζει πότε κτίστηκαν, ούτε εάν το κατάστημα και τα υποστατικά κτίστηκαν μαζί, την ίδια περίοδο. Ο ΜΥ4 ανέφερε το έτος 1960, αλλά, ως επιστάτης στον Δήμο Πάφου, δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις, για να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτές και στην άποψή του ότι, από τον τρόπο κατασκευής, προκύπτει ο χρόνος ανέγερσης το
- Απεναντίας, φάνηκε στο Δικαστήριο πως η αναφορά του ΜΥ4 στο έτος 1960 ήταν για να εμπίπτει το κτίσμα στο πλαίσιο ισχύος του Streets and Buildings Law Cap.96, γνωστός σήμερα ως ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος Κεφ.96, που είχε τεθεί σε ισχύ το
- Η ΜΥ2 δεν αρνήθηκε πως, όταν πάντως τέθηκε θέμα «νομιμότητας», οι Ενάγοντες, πληροφορούμενοι για το κατ' ισχυρισμό παράπονο, προέβησαν σε ενέργειες (Τεκμήρια 12 και 13), προσπαθώντας, οι ίδιοι, να ενεργούν εντός ενός νόμιμου πλαισίου. Να λεχθεί πως το ζήτημα του πότε ανεγέρθηκαν τα υποστατικά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί και το 1948 υπήρχε ο Streets and Building Regulation Law 12/1946, που ρύθμιζε το ζήτημα και προέβλεπε την υποχρέωση εξασφάλισης άδειας. Αυτού προϋπήρχαν οι Construction of Buildings, Streets and Wells on Arazi Mirié Laws 1927-1938 και ο Construction of Buildings, Streets and Wells on Arazi Mirié (Special Provisions) Law 1938, τους οποίους ο Ν.12/1946 κατήργησε, συγκεντρώνοντας τις σχετικές με το θέμα ρυθμίσεις. Στο προϋφιστάμενο Οθωμανικό δίκαιο των ακινήτων, η γη διαχωρίζονταν σε πέντε βασικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων τα προαναφερόμενα Arazi Mirié, που ήταν τα ακίνητα που ανήκαν στον κράτος (miri). Εκείνα ήταν και τα περισσότερα, κυρίως αγροτικά, στα οποία ο αγρότης είχε απλό δικαίωμα χρήσης, δηλαδή καλλιεργούσε. Ορισμένα ακίνητα, περιλαμβανομένων κτιρίων, είχαν απόλυτους ιδιοκτήτες (Mülk ή Arazi Memluké) και σε εκείνα συγκεντρώνονταν τόσο η νόμιμη ιδιοκτησία όσο και το δικαίωμα κατοχής, ως προς τα οποία, σε άλλες κατηγορίες, υπήρχε διαχωρισμός. Τα τελευταία διαχωρίζονταν σε περαιτέρω υποκατηγορίες. Σε κάθε ουσιώδη χρόνο, υπήρχε ένα σύστημα αδειοδότησης και ελέγχου των ακινήτων, που έδιδε και την εικόνα της ύπαρξης και λειτουργίας ενός σχετικά ανεπτυγμένου δικαίου ακινήτων στην Κύπρο. Δεν είναι, μέσα από τα λεγόμενα του ΜΕ1 ή του ΜΥ4, και δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε μόνο μέσα από αυτά, εκ των θέσεων τους, ακριβής ο χρόνος ανέγερσης των υποστατικών, για να προσδιοριστεί το νομικό τους καθεστώς τότε, και να διαπιστωθεί εάν, κατά τον χρόνο ανέγερσής τους, υφίστατο ή όχι άδεια, που απαιτείτο να υφίσταται από κάποια αρμόδια αρχή, και τι είδους άδεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν είναι ο σκοπός να διαπιστωθεί εάν ανεγέρθηκαν νόμιμα από τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη τους, κατ' επέκταση εάν εξακολουθούν να κατέχονται νόμιμα από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών και κατ' επέκταση από τους επιμέρους μισθωτές. Πρόκειται για υποστατικά που αποτελούν Τουρκοκυπριακή περιουσία, που διέπει ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 139/
- Η θεώρηση που προτάχθηκε από πλευράς Εναγόμενων, ότι, εάν δεν αποδεικνύει η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ή ο κάτοχος στον οποίον παραχωρούνται τα υπό διαχείριση υποστατικά ή άλλως πώς τα κατέχει, ότι ανεγέρθηκαν από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους νόμιμα, τότε η αρμόδια πολεοδομική αρχή θα πρέπει τώρα να τα θεωρεί «παράνομα» (ενώ παράλληλα δεν υπάρχει αρχείο, επειδή καταστράφηκε σε κάποια πυρκαγιά, κατά τα λεγόμενα του ΜΥ3), να εισχωρεί και να τα κατεδαφίζει, με σεβασμό, είναι εκτός οποιουδήποτε γνωστού νομικού πλαισίου. Ο Ν.139/1991 θεσπίστηκε προκειμένου να προστατευτούν οι Τουρκοκυπριακές περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής και της απαγόρευσης διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως μέτρο, η διαχείριση των περιουσιών είχε αρχικά τεθεί στις αρμοδιότητες ειδικής επιτροπής που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις, ωστόσο είχε καταστεί αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Ο Κηδεμόνας ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον εν λόγω νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού. Δηλαδή, προσωρινά. Κατά τη διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται, ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους, αλλά τηρουμένων των διατάξεων του νόμου, δηλαδή όχι απόλυτα. Συναφώς, το άρθρο 6, χωρίς να επηρεάζει τη γενικότητα της δυνατότητας του Κηδεμόνα να πράττει ως ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης, θέτει ένα πλαίσιο άσκησης αρμοδιοτήτων, με γνώμονα τι θα ήταν επωφελές για τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη ή την περιουσία του, που καταλήγει στην επιφύλαξη πως δεν θεωρείται καταρχάς επωφελές για τον ιδιοκτήτη ή την περιουσία του ή αναγκαίο για το δημόσιο συμφέρον η με οποιονδήποτε τρόπο αποξένωση Τουρκοκυπριακής περιουσίας προς τον σκοπό έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας υπέρ οποιουδήποτε προσώπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Εγγραφή, Διακατοχή και Εκτίμησις) Νόμου Κεφ.224 ή του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου 15/
- Συνάγεται πως χειρισμοί, που εξομοιώνονται εν τοις πράγμασι με αποξένωση, τείνουν να κρούουν στην ίδια επιφύλαξη. Παρεμβάλλεται πως, η επιφύλαξη του άρθρου 6 αλλιώς είχε θεσπιστεί το
- Τότε, υπήρχε κατ' εξαίρεση η δυνατότητα αποξένωσης, τηρουμένης της αρχής της ωφέλειας για τον ιδιοκτήτη ή της αναγκαιότητας για το δημόσιο συμφέρον. Διαμορφώθηκε, όμως, ως ανωτέρω, δηλαδή διατυπώθηκε ως κανόνας πως δεν θεωρείται επωφελής η με οποιονδήποτε τρόπο αποξένωση ή αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον με σκοπό την έκδοση τίτλου στο όνομα άλλου προσώπου, με τον τροποποιητικό Ν.33(Ι)/
- Κάθε απόφαση που λαμβάνεται με βάση τον νόμο αυτό, πρέπει να αιτιολογείται στη βάση των κριτηρίων θέσπισης και λειτουργίας του νόμου. Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης κάθε τέτοιας περιουσίας δεν χάνει τα δικαιώματά του επί αυτής. Με βάση τον Ν.139/1991, θεσπίστηκαν οι περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) Κανονισμοί του 1992-2003 (ΚΔΠ 68/1992, ΚΔΠ 155/1999, ΚΔΠ 547/2003). Ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. ΉΟι Κ.7 και Κ.8, που θεσπίστηκαν εξ αρχής με την ΚΔΠ 68/1992 και πραγματεύονται την πώληση και αποξένωση, δεν ακολούθησαν τη νομοθετική τροποποίηση της επιφύλαξης που επέφερε ο Ν.33(Ι)/
- Εν πάση περιπτώσει, μεταξύ άλλων, στον Κ.5.2 (αρχικά Κ.6.2), προβλέπεται πως ο Κηδεμόνας μπορεί, όταν αυτό εξυπηρετεί κατά προτεραιότητα πρόσφυγες ή το δημόσιο συμφέρον ή όταν το απαιτούν οι συνθήκες, ύστερα από διαβουλεύσεις με τη Συμβουλευτική Επιτροπή, και με τη συγκατάθεση του Υπουργικού Συμβουλίου, να προβαίνει σε κατεδαφίσεις υφιστάμενων υποστατικών ή άλλων κτιριακών μονάδων που συνιστούν Τουρκοκυπριακή περιουσία, με σκοπό την αξιοποίησή της με την ανέγερση νέων κτιριακών μονάδων ή άλλη καλύτερη αξιοποίηση τέτοιας περιουσίας. Η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δεν μπορεί να αποφύγει αυτή τη διαδικασία, απλώς θεωρώντας ή δεχόμενη πως ότι ό,τι κατέχει, ως Τουρκοκυπριακές περιουσίες, είναι πολεοδομικά μη νόμιμο, επειδή δεν είναι γνωστό εάν ο εκάστοτε Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης κατέχει οικοδομικές άδειες ή όχι. Νοείται πως, για οποιαδήποτε κατεδάφιση από τον Κηδεμόνα ή κατ' εξουσιοδότησή του, με σκοπό την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, όπου χρειάζεται, πέρα από την προαναφερόμενη διαδικασία, που πρέπει να φαίνεται, θα πρέπει να εξασφαλίζεται και σχετική άδεια κατεδάφισης από την αρμόδια πολεοδομική αρχή. Ο ρόλος όμως της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών είναι άλλος, και άλλος είναι ο ρόλος της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι τα υποστατικά υφίσταντο και κατέχονταν για δεκαετίες, αποτελούμενα, για τους κατόχους και χρήστες, το όλο κατάστημα, καθότι ήταν τεχνικά και λειτουργικά συνδεδεμένα με τον χώρο του κυρίως καταστήματος και αποτελούσαν βασικούς χώρους του. Η αρμόδια πολεοδομική αρχή ουδέποτε ήγειρε θέμα νομιμότητας της ύπαρξης ή της χρήσης των υποστατικών προς τους Ενάγοντες, που τα κατείχαν, τα προηγούμενα χρόνια, ούτε οι Ενάγοντες ειδοποιήθηκαν από τον Κηδεμόνα ή από τον Εναγόμενο 1 για θέμα νομιμότητας των κτιρίων. Έπειτα, ουδέποτε επιδόθηκε στους Ενάγοντες κάποια ειδοποίηση περιέχουσα πολεοδομική ή διαχειριστική απόφαση περί παρανομίας και αναγκαίας κατεδάφισης, για να δώσει τη δυνατότητα στους Ενάγοντες να ζητήσουν τον έλεγχο της αναλογικότητας του δραστικού μέτρου, από αρμόδιο όργανο, με προβλεπόμενη διαδικασία, σε χρόνο που να είναι εφικτή τέλος πάντων κάποια αντίδραση. Ο σκοπός του μέτρου παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες συγκεχυμένος, αναφερόμενος, αντί στην ανάγκη επαναφοράς κάποιας γνωστής πρότερης πολεοδομικής τάξης, για σκοπούς νομιμότητας, στην ανάγκη ανέγερσης ενός άλλου έργου, από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, με κοινωφελή διάσταση. Δεν υποδείχθηκε είτε απόφαση του Κηδεμόνα για κατεδάφιση, ειλημμένη με βάση όσα διαλαμβάνει ο νόμος και οι κανονισμοί, είτε απόφαση της πολεοδομικής αρχής, είτε οτιδήποτε που να δείχνει πως ακολουθήθηκε μια (οποιαδήποτε) νόμιμη διαδικασία. Ο τρόπος που έγινε η παρέμβαση, εκτός από το ότι δημιουργεί ερωτηματικά σε σχέση με την εφαρμογή του Ν.139/1991 από τις Αρχές, παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 76 της Hamer v. Belgium (αρ. 21861/03, 27.11.2007) ή στις σκέψεις 40-43 της Keriman Tekin and Others v. Turkey (αρ. 22035/10, 15.11.2016), όπου η πολυετής ανοχή από τις αρμόδιες αρχές κτίσματος χωρίς οικοδομικές άδειες έχει δημιουργήσει προσδοκίες των κατόχων περί της νομιμότητας. Όταν η αρμόδια αρχή ενεργεί με τον τρόπο αυτό, με επείγουσες διαδικασίες, επικαλούμενη παρανομίες, αναλαμβάνει τη φυσική κατοχή και ανεγείρει έργα, υπό το φως επικείμενης νομιμοποίησης της δικής της παρέμβασης, δημιουργώντας βασικά τετελεσμένα, αποστερεί από τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο τη δυνατότητα αφενός αμφισβήτησης της απόφασης περί παρανομίας, αφετέρου άρσης της και επαναφοράς του ακινήτου στην πρότερή του κατάσταση[5]. Στην Ivanova and Cherkezov v. Bulgaria (αρ. 46577/15, 21.04.2016), ακόμα, όπου διατάχθηκε η κατεδάφιση της οικίας των αιτούντων, ηλικιωμένου ζεύγους που συζούσε χωρίς γάμο, διαμένοντας στην οικία για πολλά χρόνια, με μόνη δικαιολογία πως είχε ανεγερθεί χωρίς οικοδομική άδεια και ήταν «παράνομη», χωρίς οι αιτούντες να έχουν στη διάθεσή τους διαδικασία, για να ζητήσουν την αναθεώρηση της αναλογικότητας του μέτρου πριν αυτό επιβληθεί, σε συνάρτηση με τις προσωπικές τους περιστάσεις και την όλη συνθήκη, απέληξε σε παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, αν και όχι κάποιου περιουσιακού δικαιώματος[6]. Στην εγχώρια Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400, ο εφεσίβλητος κατοικούσε μαζί με τη μητέρα του, που ήταν θέσμια ενοικιάστρια διαμερίσματος σε σύμπλεγμα κατοικιών, ιδιοκτησίας της εφεσείουσας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο εν λόγω διαμέρισμα. Η μητέρα του εφεσίβλητου αποχώρησε οικειοθελώς από το διαμέρισμα και σαν αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος έχασε κάθε δικαίωμα κατοχής του διαμερίσματος. Παρόλα αυτά, παρέμεινε μέσα σ' αυτό και αρνείτο να το εγκαταλείψει. Η εφεσείουσα, η οποία αγόρασε το διαμέρισμα και βιάζονταν να πάρει κενή κατοχή του για να προχωρήσει στην κατεδάφιση και ανοικοδόμηση του συμπλέγματος, για να εξαναγκάσει τον εφεσίβλητο να εγκαταλείψει το διαμέρισμα, κατεδάφισε μέρος της σκάλας που οδηγούσε στο διαμέρισμά του και μέρος της στέγης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι ο εφεσίβλητος είχε μεν απωλέσει το δικαίωμα παραμονής στο διαμέρισμα μετά την αποχώρηση της μητέρας του, αλλά αυτό δεν νομιμοποιούσε την εφεσείουσα, αδημονώντας, να προβεί στη βίαιη έξωσή του. Επιδίκασε σ' αυτόν όχι μόνο το ποσό που ήταν η ζημιά που προκλήθηκε στα κινητά του, αλλά επιπλέον ποσό ως παραδειγματικές αποζημιώσεις. Αυτό παρότι δεν διεκδικούνταν ή δεν είχε προωθηθεί ξεκάθαρα αξίωση για παραδειγματικές αποζημιώσεις. Κατ' έφεση, πέραν του τι αποφασίστηκε, per curiam, λέχθηκε, επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη προσέγγιση, πως η υπέρβαση του δικαιώματος κατοχής ακινήτου, δεν παρέχει δικαίωμα στον ιδιοκτήτη (πόσω μάλλον σε άλλον) ν' ανακτήσει με τη βία την κατοχή του. Ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο, τέτοια που να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωσή του[7]. Όμοια, θα μπορούσε να λεχθεί, κάθε νόμος που ρυθμίζει την παραχώρηση της κατοχής και χρήσης ακίνητης ιδιοκτησίας σε άλλα πρόσωπα, περιλαμβανομένου του Ν.139/
- Όταν παύει να υφίσταται προηγουμένως υφιστάμενο ή θεωρούμενο από τη μια πλευρά ως υφιστάμενο νόμιμο δικαίωμα κατοχής και μιας Τουρκοκυπριακής περιουσίας, οι κάτοχοι, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται με συμπεριφορές που ενέχουν στοιχεία εκβίασης και αυτοδικίας και κινούνται εκτός του πλαισίου των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, σε αυτή την υπόθεση, για τους λόγους που εξηγήθηκαν μέσα από την παράθεση και αξιολόγηση, στα σημεία όπου χρειάζονταν, της σχετικής μαρτυρίας, και θεώρηση του νομικού πλαισίου, η επέμβαση στα υποστατικά που κατείχαν και χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά οι Ενάγοντες για τη λειτουργία του καταστήματος που τους είχε παραχωρηθεί νόμιμα, με τη δικαιολογία ότι τα υποστατικά αυτά μεμονωμένα ήταν παράνομες κατασκευές χωρίς οικοδομικές άδειες από αρμόδια αρχή, ή ότι οι Ενάγοντες τα κατείχαν εκτός του πλαισίου της σύμβασης μίσθωσης που συνήψαν με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, με τον τρόπο που έγινε, χωρίς ακολούθηση συγκεκριμένης νόμιμης διαδικασίας ή λόγου που να δικαιολογεί τη μη ακολούθησή της, με συγκεχυμένα αλλά και αβέβαια αιτιολογία και σκοπό αλλά και ιδιότητα του Εναγόμενου 1, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή και ως ιδιώτης με προσδοκία παραχώρησης του χώρου στον ίδιο από την αρμόδια αρχή και ανταγωνιστικό συμφέρον (έστω προς εξυπηρέτηση κοινωφελούς σκοπού) (και κατά το στάδιο των αγορεύσεων και ως αρμόδια δημοτική αρχή), δεν μπορεί να εκληφθεί ότι έγινε νόμιμα. Ήταν, από οποιαδήποτε οπτική κι αν θεωρηθεί, επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία χωρίς ορατή νομιμοποιητική βάση, κατ' επέκταση παράνομη επέμβαση. Ειδικότερα, ο τρόπος με τον οποίο έγινε η παρέμβαση αυτή ανάγεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, που αναλύθηκε σε περαιτέρω νομολογία[8], σύμφωνα με το οποίο παράνομη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo. Η παράνομη επέμβαση είναι αστικό αδίκημα εναντίον της κατοχής, συνεπώς δεν προϋποθέτει οι παραπονούμενοι, όπως εδώ οι Ενάγοντες, να είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της ακίνητης ιδιοκτησίας. Νομικά πρόσωπα, περιλαμβανομένων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δεν εξαιρούνται από το ενδεχόμενο διάπραξης του αστικού αδικήματος. Οι Ενάγοντες απέδειξαν πως ήταν κάτοχοι των υποστατικών, που ήταν λειτουργικά συνδεδεμένα με το κύριο κατάστημα που τους παραχωρήθηκε νόμιμα, εντός ανοιχτής εσωτερικής αυλής χωρίς ελεύθερη πρόσβαση από οποιονδήποτε, με εύλογη προσδοκία δικαιώματος που δημιουργήθηκε από τον χρόνο και τον τρόπο χρήσης των υποστατικών. Έπειτα, αποδείχθηκε πως επιδείχθηκε συμπεριφορά που συνιστά είσοδο στον περιβάλλοντα χώρο των υποστατικών και πρόκληση ζημιάς σε αυτά, με την αφαίρεση υλικών από αυτά (και εκκρεμούσης της αγωγής την κατεδάφισή τους), χωρίς νομιμοποιητική βάση. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία, εφόσον ο ενάγων αποδείξει ότι ο εναγόμενος επέδειξε συμπεριφορά η οποία συνιστά είσοδο σε ακίνητη ιδιοκτησία ή πρόκληση ζημιάς ή επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή, τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς. Αυτό το βάρος δεν το καταρρίπτει με την επίκληση ότι οι παραπονούμενοι ήταν παράνομοι επεμβασίες ή ότι η ακίνητη ιδιοκτησία ήταν παράνομη και ότι ο ίδιος είναι η αρμόδια πολεοδομική αρχή. Χρειάζεται να καταδείξει τη νομιμοποιητική βάση για τη δική του παρέμβαση (π.χ. συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση ή δικαστικό διάταγμα, κ.λπ.). Η επίκληση προφορικής συγκατάθεσης, που έχει εκληφθεί ως τέτοια εκ της μη εντονότερης διαμαρτυρίας των κατόχων, κατά την χρονική στιγμή της επέμβασης, δεν συνιστά επαρκή ή κατάλληλη νομιμοποιητική βάση. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες συναίνεσαν γραπτώς στην είσοδο στα υποστατικά ή στον περιβάλλοντα χώρο τους με σκοπό την εκτέλεση εργασιών κατεδάφισης, ή «καθαρισμού» που όμως νοείται αφαίρεση υλικών από κτίσματα με σκοπό την κατεδάφισή τους ή η απομάκρυνση οικοδομών. Δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών συμφώνησε εγγράφως σε αφαίρεση οποιουδήποτε μέρους των υπό διαχείριση υποστατικών ή σε κατεδάφιση, κρίνοντας πως το να συναινέσει σε κατεδάφιση (επειδή λ.χ. η αρμόδια πολεοδομική αρχή ισχυρίζεται πως δεν εντοπίζει άδειες, αλλά παράλληλα, υπό την ιδιότητά της ως Δήμος θέλει να αξιοποιήσει την ίδια περιουσία), χωρίς να ακολουθηθεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εξέτασης τυχόν παρανομίας, είναι προς το συμφέρον του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη ή της περιουσίας του· περιουσίας που οι Ενάγοντες κατείχαν και χρησιμοποιούσαν για πολλά χρόνια, χωρίς οποτεδήποτε να τεθεί θέμα νομιμότητας της κατοχής ή των κτισμάτων, και για την οποία υπήρχε και ενεργή επικοινωνία με την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών. Καταληκτικά, δεν αποδείχθηκε, από πλευράς Εναγόμενων, η νομιμοποιητική βάση της παρέμβασης που έγινε στα υποστατικά. Η ιδιότητα του Εναγόμενου 2 Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, κατά τη συνομιλία του με τον Εναγόμενο 2, γνώριζε πως ήταν ο δήμαρχος. Δεν γνωρίζει, όπως ανέφερε, την προσωπική του άποψη ή επιθυμία, αλλά ρώτησε αν υπάρχει απόφαση από το δημοτικό συμβούλιο και εκείνος απλώς του απάντησε πως θα κατεδαφιστεί για να γίνουν κοινόχρηστα αποχωρητήρια. Σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασής του, όταν του υποβλήθηκε πως ενεργούσε ως ο δήμαρχος, απάντησε «φυσικά, υπό ποια ιδιότητα να έρθει δηλαδή». Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, δεν υπήρξε ίχνος μαρτυρίας από πλευράς Εναγόντων ότι ενήργησε υπό την προσωπική του ιδιότητα, χωρίς εμφανή εκπροσώπηση του Εναγόμενου
- Αναμφίβολα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο δήμαρχος της πόλης, ευρύτερα γνωστό πρόσωπο, και ενεργούσε υπό αυτή την ιδιότητά του. Ο Εναγόμενος 1 δεν θέτει ο ίδιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ζήτημα ενεργειών του δημάρχου εκτός του πλαισίου εξουσιοδότησής του από το δημοτικό συμβούλιο, κατά τρόπο που να υπέχει προσωπική ευθύνη για τις πράξεις του. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν κοινή υπεράσπιση και ο ΜΕ1 άφησε να νοηθεί, μέσα από τη μαρτυρία του, πως ο μόνος λόγος που ουσιαστικά οι Ενάγοντες ενήγαγαν και τον Εναγόμενο 2 είναι γιατί μετέβη ο ίδιος στο σημείο, και, απ' όσο γνωρίζει, συνομιλώντας μαζί του, δεν υπήρχε απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για τη συγκεκριμένη ενέργεια. Η ΜΥ1, στη δική της μαρτυρία, ανέφερε, στη γραπτή της δήλωση, πως ο Εναγόμενος 2 αντιπροσώπευε, στις ενέργειές του, τον Εναγόμενο
- O MY4 δεν έδωσε κάποια διαφορετική διάσταση στην παρουσία και τον ρόλο του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 2, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ4, παρίστατο στον χώρο, σε αδιευκρίνιστη χρονικά στιγμή και συνομίλησε τηλεφωνικώς με τον ΜΕ1 σε άλλη χρονική στιγμή, χωρίς να φαίνεται πως έχει προβεί ο ίδιος προσωπικά σε ενέργειες πραγματικής επέμβασης στα υποστατικά ή πρόκλησης ζημιάς σε αυτά, με κίνητρο που να ερείδεται από προσωπικούς λόγους, άσχετους με την ιδιότητά του. Όπως είναι κατανοητό, σε αυτή τη διαδικασία, δεν εκδικάζονται τα όρια εντός των οποίων μπορεί να ενεργεί ο δήμαρχος σε συνάρτηση με τις αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, στην καθημερινή του δράση. Δεν υπάρχει δηλαδή σχετική επιδικία, ικανή να τεθεί από τον τρίτο στο ζήτημα αυτό, τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες, επιλέγοντας να ενάγουν και τον Εναγόμενο 1 και τον Εναγόμενο 2, διασφάλισαν περισσότερο την αγωγή τους, μη γνωρίζοντας τα interna corporis του Εναγόμενου
- Τελικά, συμπορεύτηκε η υπόθεση του Εναγόμενου 1, υπερασπιστικά, με τον Εναγόμενο 2, κατά τρόπο που άφησε να νοηθεί πως ο Εναγόμενος 1 έπραττε δια των εκπροσώπων του, φυσικών προσώπων, υπαλλήλων ή αξιωματούχων, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου
- Εάν ακολουθήθηκε κάποια εσωτερική διαδικασία λήψης νόμιμης απόφασης του Εναγόμενου 1, ή όχι, δεν είναι ζήτημα που συμπλέκεται με τα επίδικα θέματα. Πάντως, δεν συμπλέχθηκε και με το να παρουσιαστεί οτιδήποτε από πλευράς Εναγόμενων που να δημιουργεί τεκμήριο νομιμότητας, παρεμποδίζοντας τη διάγνωση περί παρανομίας στην επέμβαση του Εναγόμενου 1 στα υποστατικά. Δεν είναι εφικτό, με βάση τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Εναγόντων, επειδή συνομίλησε ο Εναγόμενος 2 με τον ΜΕ1 ή επειδή ο Εναγόμενος 2 παρευρέθηκε στον χώρο, σε αδιευκρίνιστο χρόνο, και με αδιευκρίνιστο τρόπο, να στοιχειοθετηθεί υπόθεση παράνομης επέμβασης του στα υποστατικά ή και πρόκλησης σε αυτά ζημιάς. Η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 είναι απορριπτέα για τον λόγο αυτό. Ζημιά και αποζημιώσεις Για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο η ύπαρξη ζημιάς. Είναι αγώγιμο per se. Είναι ωστόσο εφικτή η απόδειξη ζημιάς, προκειμένου να επιδικαστούν αποζημιώσεις. Σχετική με το θέμα αυτό ήταν η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητούνται οι εργασίες που έγιναν στο πλαίσιο της επέμβασης. Ο ΜΥ4 τις περιγράφει με τρόπο που δεν αποκλίνει ουσιωδώς από τις περιγραφές των ΜΕ1 και ΜΕ
- Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3, που προσκόμισε ο ΜΕ1, όπως ανέφερε, λήφθηκαν μετά από την επέμβαση που έγινε. Απεικονίζεται, όπως είπε, η καταστροφή της οροφής, στο αρχικό στάδιο, γιατί μετά τις βροχές μπήκαν νερά μέσα. Δείχνουν την αφαίρεση του ντεποζίτου με τη βάση του, βγαλμένα κατρόχαρτα και σπασμένους αμιάντους. Οι αμίαντοι ήταν στο μέρος του υποστατικού που εκτείνεται στο παρακείμενο τεμάχιο, οι ίδιοι είχαν στην οροφή κατρόχαρτο και κεραμίδι. Η δεύτερη φωτογραφία του Τεκμηρίου 3, όπως εξήγησε, απεικονίζει από μέσα το κατάστημα που ήταν επενδυμένο με γυψοσανίδα, είχαν σπάσει οι γυψοσανίδες, έχουν μπει νερά μέσα και αυτό που φαίνεται στη γωνιά είναι το φως του ήλιου που μπαίνει από τη σπασμένη οροφή. Εν τέλει, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, τα υποστατικά κατεδαφίστηκαν, μετά την έγερση της αγωγής. Όταν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 πως οι Ενάγοντες δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά, η απάντηση του ΜΕ1 ήταν μακροσκελής. Εξήγησε, ο ΜΕ1, πώς οι Ενάγοντες συνέδεσαν την επέμβαση στα υποστατικά με ό,τι επακολούθησε. Δεχόμενος, ο ΜΕ1, ωστόσο, πως ό,τι έλαβε χώρα, για παράδειγμα, το 2020, δεν μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με την επέμβαση που ισχυρίζεται πως έκαναν οι Εναγόμενοι. Δηλαδή, η ζημιά που υπέστη γενικότερα η επιχείρηση από την εξάπλωση του ιού Covid-19 ή από κάποια διάρρηξη και κλοπή. Αναφέρθηκε, ωστόσο, ο ΜΕ1, πως βίωσαν τον κίνδυνο από το γεγονός ότι είχαν αφήσει το κατάστημα εκτεθειμένο, κίνδυνος που, με όσα επακολούθησαν, φάνηκε, πως είχε ρεαλιστική υπόσταση και όταν έγινε η επέμβαση, και θα μπορούσε να συμβεί κλοπή και τότε (μα δεν συνέβη τότε). Μετά από περίπου τρία χρόνια, ο Εναγόμενος 1 έκανε κάποιες κατασκευές διορθωτικές και στο κατάστημα των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 δεν έδωσε λεπτομέρειες. Όταν έγινε η επέμβαση, όπως είπε, το κατάστημα, για το οποίο πληρώνονταν ενοίκια, έπρεπε να μείνει κλειστό, να απωλέσει έσοδα, καταστράφηκε οικονομικά. Δεν εξήγησε γιατί. Τα περί απώλειας εισοδήματος που ανέφερε ο ΜΕ1 ή τα περί «καταστροφής» εκτέθηκαν στο Δικαστήριο με πολύ επιφανειακό, γενικό και αόριστο τρόπο και ασφαλώς δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συγκεκριμένα ευρήματα. Ο ΜΕ1 έδωσε την εντύπωση πως εξέφρασε με υπερβολή και έντονη συναισθηματική και ηθική διάσταση τη ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες. Ο ΜΕ2, τα δεδηλωμένα προσόντα και η εμπειρία του οποίου, που είναι εργολάβος οικοδομών, δεν αμφισβητήθηκαν, ανέφερε πως οι αφαιρέσεις που έγιναν, για τις οποίες καταχωρίστηκε η αγωγή, προκάλεσαν ζημιά για την οποία χρειάζεται δαπάνη €2.960,00, πλέον Φ.Π.Α.. Του ζητήθηκε από τους Ενάγοντες να παρουσιάσει έκθεση εκτίμησης σχετικά με τις ζημιές που προκλήθηκαν στο μέρος του καταστήματος που αποτελεί την κουζίνα, το δοκιμαστήριο και το αποχωρητήριο, με σκοπό να εκτιμηθεί το κόστος των ζημιών και το κόστος αποκατάστασης (Τεκμήριο 5). Επιθεώρησε τον χώρο τον Ιούνιο του 2016, όπως και αργότερα. Το υποστατικό αποτελείται από το κυρίως κατάστημα, την κουζίνα, το δοκιμαστήριο και το αποχωρητήριο. Παρουσίασε ζημιές σε μέρος της στέγης, της κουζίνας και του δοκιμαστηρίου, στο ντεπόζιτο, την υδραυλική και ηλεκτρική εγκατάσταση. Για να αποκατασταθεί η ζημιά, όπως εξηγεί, πρέπει να γίνει πύργος ύψους 4 μέτρων με ντεπόζιτο χωρητικότητας 800 λίτρων, με βάση για στήριγμα από μπετόν, διαστάσεων 1,50 x 1,50 μέτρα και ύψος 0,20 μέτρα, συνολικού κόστους €1.000,
- Θα πρέπει να τοποθετηθεί νιπτήρας, σύνδεση νερού και εξαρτήματα, εργασία κόστους €200,
- Θα πρέπει να γίνει σύνδεση υδραυλικών, πόσιμου νερού για ντεπόζιτο και από το ντεπόζιτο στις διάφορες παροχές, εργασία ύψους €250,
- Για την αποκατάσταση των οπών στις γυψοσανίδες, που προήλθαν από την αφαίρεση καλωδίων ηλεκτρικού ρεύματος, το κόστος είναι €50,00, ενώ για την αποκατάσταση της ηλεκτρικής εγκατάστασης που καταστράφηκε, το κόστος είναι €250,
- Για να κατασκευαστεί νέα σκέπη, μέρος της οποίας καταστράφηκε και δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τα ίδια υλικά που υπήρχαν (αμιάντους), αλλά με κεραμίδια 16,1 τ.μ., κατρόχαρτο και άλλα υλικά, το κόστος είναι €910,
- Για το skip απόρριψης των άχρηστων υλικών και την αφαίρεση της στέγης, θα χρειαστούν περαιτέρω συνολικά €300,
- Ο ΜΕ2 εξήγησε και τον τρόπο που έλαβε τις διάφορες τιμές. Αν και το Δικαστήριο δεν έχει διαφορετικές τιμές ενώπιον του, είναι σαφές, από όσα εκτέθηκαν, πως οι Ενάγοντες δεν είναι οι ιδιοκτήτες των υποστατικών επί των οποίων έγινε η επέμβαση και ο ΜΕ1 δεν μαρτύρησε πως είχαν προβεί οι ίδιοι σε έξοδα για τις κατασκευές που αφαιρέθηκαν (π.χ. ότι έβαλαν οι ίδιοι τις γυψοσανίδες, κ.λπ.) ή ότι απώλεσαν κινητή περιουσία, ώστε να δικαιούνται να αποζημιωθούν γενικά για περιουσιακή απώλεια. Προφανώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει τα γεγονότα. Ούτε ότι είναι αναγκασμένοι οι Ενάγοντες να προβούν σε τέτοια δαπάνη, έναντι στον Κηδεμόνα. Ο Κηδεμόνας δεν διεκδικεί τέτοια ζημιά σε σχέση με την περιουσία που υποτίθεται καταστράφηκε, υπό την ιδιότητά του, με γνώμονα το συμφέρον του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, όπως καταγράφει ο ΜΕ2 στο Τεκμήριο 5, του ζητήθηκε να εκτιμήσει και το κόστος κατασκευής αποχωρητηρίου, εντός του κυρίως καταστήματος. Υπολόγισε πως αυτό θα ανέρχεται σε επιπλέον €2.560,00, όπως αναλύει περαιτέρω στην έκθεσή του. Δεν θεωρώ πως το κόστος αυτό, για τη δημιουργία αποχωρητηρίου στο κατάστημα των Εναγόντων, θα πρέπει να το επωμιστεί ο Εναγόμενος
- Ήταν μια ενέργεια στην οποία ο Κηδεμόνας, στη θέση του ιδιοκτήτη, ή οι Ενάγοντες, θα έπρεπε ούτως ή άλλως να προβούν, με δικά τους έξοδα, αναλόγως της φύσης της προσθήκης και της αναγκαιότητάς της για τη λειτουργία του καταστήματος που παραχωρήθηκε στους Ενάγοντες. Συγχέεται και με την ασαφή αναφορά του ΜΕ1 για διορθωτικές ενέργειες που έγιναν εκ των υστέρων από τον Εναγόμενο
- Ο ΜΕ1, ενώ ανέφερε πως έγιναν κάποιες εργασίες, δεν προσκόμισε αποδείξεις, για τυχόν πραγματικό κόστος στο οποίον έχουν υποβληθεί προσωπικά οι Ενάγοντες. Όπως ανέφερε ο ΜΕ2, κατά την αντεξέτασή του, ο ίδιος ουδέποτε εκτέλεσε την προσφορά του, ενώ δεν γνωρίζει εάν υπήρχαν άλλες προσφορές, που ασφαλώς μπορεί να διαφέρουν. Δεν είναι εφικτό το Δικαστήριο να βασιστεί στο θεωρητικό κόστος κατασκευής αποχωρητηρίου που υπολόγισε ο ΜΕ2, ενώ υποτίθεται υπάρχει ένα πραγματικό άγνωστο κόστος, στο οποίο ενδεχομένως να μετείχε ο Εναγόμενος 1, και, την ίδια στιγμή, γνωρίζοντας την κοινώς αναφερόμενη ανάγκη ή ενδεχόμενη υποχρέωση δημιουργίας αποχωρητηρίου εντός του καταστήματος, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του μισθωτηρίου. Πέρα από αυτή τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, που όμως δεν περιγράφει συγκεκριμένη περιουσιακή απώλεια ή ζημιά των Εναγόντων, μέσα από όσα ανέφερε ο ΜΕ1, είναι κατανοητό πως ο τρόπος που έγινε η επέμβαση στα υποστατικά, χωρίς κάποια διαδικασία και περιθώριο αμφισβήτησης κάποιας απόφασης περί παρανομίας, ενώ οι Ενάγοντες κατείχαν και χρησιμοποιούσαν τα υποστατικά για πολλά χρόνια, προκάλεσε ανησυχία και αναστάτωση στους Ενάγοντες και αρνητικό επηρεασμό ως προς την χρήση και του καταστήματός τους, που δεν διέθετε αντίστοιχους χώρους εσωτερικά. Κατά την ημέρα της επέμβασης, σύμφωνα με τη δικογράφηση και τα λεγόμενα των ΜΕ1 και ΜΥ4, υπήρξε άμεσος εξαναγκασμός της διακοπής της χρήσης των υποστατικών και ουσιαστικά η έξωση των Εναγόντων από αυτά, με ενέργειες όπως αποσύνδεση νερού και ηλεκτρισμού, που δεν επηρέασαν μεν την υδροδότηση ή την παροχή ρεύματος στο κυρίως κατάστημα, αλλά ενείχαν εκβίαση για να επιτευχθεί οπωσδήποτε και άμεσα ο σκοπός του Εναγόμενου
- Οι Ενάγοντες, εδώ, σε αντίθεση με την Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (ανωτέρω), αξιώνουν, πρόσθετα, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Έχοντας κατά νου πως δεν αποδείχθηκε από τους Ενάγοντες συγκεκριμένη ζημιά ή απώλεια, πέρα από τη γενική ενόχληση που προκαλεί η διάπραξη του αστικού αδικήματος καθαυτή, αλλά και τον λόγο της Stassinos Investment and Finance Limited v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 142/2013, ημερομηνίας 03.03.2020, θα επιδικαστούν ονομαστικές αποζημιώσεις, ύψους €1.000,
- Αυτές, υπενθυμίζεται, δεν έχουν σκοπό την αποκατάσταση συγκεκριμένης ζημιάς ή απώλειας, αλλά την αναγνώριση από το Δικαστήριο πως οι Ενάγοντες έχουν υποστεί μια συμπεριφορά που είναι άδικη και μη αποδεκτή στο δίκαιο. Όσον αφορά την αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις, όπως λέχθηκε και στην Adrian Holdings Ltd ν. Δημοκρατίας
(1998)1 AAΔ.1836, υιοθετώντας τον λόγο της Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65, προτιμάται μια ευρύτερη προσέγγιση που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται για να δείξει το Δικαστήριο τον αποτροπιασμό του για τη συμπεριφορά του εναγόμενου και στόχο έχει τόσο την τιμωρία όσο και τον παραδειγματισμό. Ενόψει της επιδίκασης μόνον ονομαστικών αποζημιώσεων και ιδίως των μη ουσιαστικών διαφοροποιήσεων από τη Stassinos Investment and Finance Limited v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω), και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς ιδίως ως προς τη νομική εκτροπή, το μέγεθος της επέμβασης στα υποστατικά κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής, τον τρόπο κατοχής των υποστατικών από τους Ενάγοντες, αλλά και τις θέσεις των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1, την εξέλιξη και τη δεδηλωμένη ικανοποίηση των Εναγόντων από το αποτέλεσμα, που εξυπηρετεί το κοινό, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, δεν ωθείται το Δικαστήριο στην επιδίκαση παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων στην περίπτωση αυτή, ως αναγκαίο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός που εξυπηρετούν. Χωρίς, από την άλλη, να είναι επιθυμητό να μην είναι σαφές και ατράνταχτο το μήνυμα, πως συμπεριφορές, ιδίως προσώπων που ασκούν την κρατική ή δημόσια εξουσία, που αποκλίνουν ουσιωδώς από τους εν ισχύ νόμους και κανονισμούς, δεν μπορούν να είναι με οποιονδήποτε τρόπο ανεκτές σε ένα κράτος δικαίου και σε μια ευνομούμενη κοινωνία. Σύνοψη συμπερασμάτων και κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν προηγουμένως, επειδή οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει επιτυχώς πως ο Εναγόμενος 1 επενέβη στα υποστατικά που κατά τον χρόνο της αγωγής κατείχαν οι Ενάγοντες, και ο Εναγόμενος 1, αντίστοιχα, δεν απέδειξε πως είχε νομιμοποιητική βάση για την επέμβασή του αυτή, ως έλαβε χώρα, με αποτέλεσμα να έχει κριθεί πως η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1, δια των εκπροσώπων του, στοιχειοθετεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, και επειδή οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ζημιά ή απώλεια που έχουν πράγματι υποστεί από αυτή την παράνομη επέμβαση, θα επιδικαστούν ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €1.000,00, χωρίς να υφίσταται, υπό το σύνολο των δεδομένων της υπόθεσης, ανάγκη επιδίκασης παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Η ανάγκη για έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δεν υφίσταται πλέον. Η αγωγή των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 2, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, που συνοψίζονται στο ότι δεν αποδείχθηκε στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας πως ο Εναγόμενος 2, με το να συνομιλήσει τηλεφωνικώς ή να παραστεί στον χώρο, επενέβη προσωπικά στα υποστατικά ή ότι ενήργησε οτιδήποτε υπό την προσωπική του ιδιότητα ή και εκτός του πλαισίου των εξουσιών του ως δήμαρχος, δεν μπορεί να επιτύχει, και γι' αυτό είναι απορριπτέα. Όσον αφορά τα έξοδα, το αποτέλεσμα της αγωγής των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 1 ορίζει πως τα έξοδα της αγωγής θα πρέπει να επωφεληθούν οι Ενάγοντες, ως επιτυχόντες διάδικοι. Ο Εναγόμενος 2, έχοντας κοινή εκπροσώπηση και υπεράσπιση με τον Εναγόμενο 1, δεν υπέστη ξεχωριστά δικηγορικά έξοδα και τυχόν διαταγή για έξοδα προς όφελός του, εκ του αποτελέσματος, θα δημιουργούσε στην ουσία διαταγές εξόδων vice versa, δηλαδή ο Εναγόμενος 1 να πρέπει να πληρώσει τα έξοδα των Εναγόντων και οι Ενάγοντες να πρέπει να πληρώσουν τα έξοδα του Εναγόμενου 2, που όμως είναι κοινά με τον Εναγόμενο 1. Δεν θα επιδικαστούν έξοδα προς όφελος του Εναγόμενου 2, ωστόσο η μερική επιτυχία της κοινής υπεράσπισης των Εναγόμενων 1 και 2, ως προς τον Εναγόμενο 2, δικαιολογεί τον περιορισμό των εξόδων προς όφελος των Εναγόντων, εκτός από τον περιορισμό που προκύπτει εκ της κατάληξης στο ποσό των €1.000,00, στο ½ της αντίστοιχης κλίμακας. Ως εκ των ανωτέρω: Α. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €1.000,00, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για το ½ των εξόδων της αγωγής, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €500,00 - €2.000,00. Β. Η αγωγή των Εναγόντων 1 και 2 εναντίον του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται, χωρίς έξοδα. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ
- [4] Βλ. μεταξύ άλλων και Niemietz v. Germany (αρ. 13710/88, 16.12.1992), Ευθυμίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 55/2016, ημερομηνίας 24/10/2016, Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 150/2022, ημερομηνίας 19.01.
- [5] Βλ. και Belvedere Alberghiera S.r.l. v. Italy, § 54 (αρ. 31524/96, 30.05.2000), Aygun v. Turkey, § 39 (αρ. 35658/06, 14.06.2011) και Zammit and Vassallo v. Malta, § 54 (αρ. 43675/16, 28.05.2019). [6] Βλ. και McCann v. the United Kingdom, § 50 (αρ. 19009/04, 13.05.2008), Faulkner and McDonagh v. Ireland (dec.), §§ 101-107 (αρ. 30391/18 και 30416/18, 08.03.2022). [7] Παραπέμποντας στις Bristol Corporation v. Ross and Another [1973] 3 All E.R. 393 και R. v. Wandsworth [1975] 3 All EH.
- [8] Αγγελίδης & Φιλίππου ν. Κολοκασίδης Εστέϊτς Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 327, Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou
(1998)1 ΑΑΔ 426, Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου (Αρ.1)
(1998)1 ΑΑΔ 634, Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1836, Γλυκής ν. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1 ΑΑΔ 654, Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο