← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ ν. Νίκου Παπαϊωάννου κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης:: 29/2022, 12/4/2023

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ ν. Νίκου Παπαϊωάννου κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης:: 29/2022, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης:: 29/2022 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 Άρθρα 44ΙΣΤ-44ΚΖ και 51 και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 άρθρα 80 και 81 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ, από τη Λευκωσία Αιτήτρια- Εφεσείουσα και

  1. Νίκου Παπαϊωάννου (Δ.Τ. χχχ), από την Πάφο
  2. Μαρίας Χαραλάμπους (Δ.Τ. χχχ), από την Πάφο
  3. David-Leonard Barnes, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  4. Jocelyn Barnes, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  5. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου Καθ' ων η Αίτηση-Εφεσίβλητων Αίτηση ημερομηνίας 08.09.23 για τροποποίηση της Αίτησης-Έφεσης Ημερομηνία: 12.04.23 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κα Ε. Κωνσταντινίδου για Ε&Μ Κωνσταντινίδου Δ.Ε.Π.Ε Για Καθ' ων η αίτηση 3 & 4-Εφεσίβλητους 3 & 4: κος Κ. Καλαβάς για Constantinos Kalavas L.L.C. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πρόθεση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής ο «Διευθυντής») να προχωρήσει με μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/15123, Φ/Σχ. 45/44, τμήμα 0, τεμάχιο 658 στην κοινότητα Τσάδας της επαρχίας Πάφου που είναι ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτησης 2 στους Καθ' ων η αίτηση 3 & 4 που το αγόρασαν δυνάμει σύμβασης η οποία έχει καταχωριστεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απαλλάσσοντας το από την υποθήκη προς όφελος της Αιτήτριας που βαρύνεται, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερ. 18.08.21, οδήγησε την τελευταία στην υποβολή σχετικής ένστασης ημερ. 18.10.21 δια της συνηγόρου της. Με απόφαση του ημερ. 25.10.21 η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια, ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση για το λόγο που αναφέρεται στο κείμενο της. Η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση του Διευθυντή με αίτηση-έφεση που καταχώρισε στις 19.01.
  6. Όλοι οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποιήσεις περί πρόθεσης ένστασης. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση αλλά η εκδίκαση της δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Στις 08.09.23 καταχωρίστηκε δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν η Αιτήτρια ζητεί τροποποίηση της αίτησης-έφεσης (στο εξής η «κυρίως αίτηση» ή η «υπόθεση») ως εξής: (α) διόρθωση της ημερομηνίας «18.08.21» σε «25.10.21» που σημειώνεται στην §Β του σώματος της κυρίως αίτησης, (β) διόρθωση της ημερομηνίας «18.10.21» σε «25.10.21» που σημειώνεται στην §Γ του σώματος της κυρίως αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.25 Θ.5 και στη Δ.48 Θ.1 & Θ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας Άντρης Πόγιαννου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση εκπροσωπώντας την Αιτήτρια. Με βάση την ένορκη δήλωση η ανάγκη τροποποίησης αποδίδεται σε καλόπιστο τυπογραφικό λάθος που σύμφωνα με την ομνύουσα έγινε εκ παραδρομής κατά τη σύνταξη της κυρίως αίτησης. Προς ενίσχυση της εν λόγω αναφοράς της, η ενόρκως δηλούσα παραπέμπουν στα τεκμήρια 3, 4 & 5 που συνοδεύουν την κυρίως αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση 3 & 4 αντέδρασαν με την καταχώρηση κοινής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης (στο εξής οι «Καθ' ων η αίτηση») επί 7 λόγους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω επειδή κάτι τέτοιο δεν θα προσφέρει οποιαδήποτε χρησιμότητα. Εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σ' αυτούς στη συνέχεια κατά την εξέταση τους. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων τροποποιήσεων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η αίτηση 3 & 4 στηρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα. Στη Δ.25 Θ.1, Θ.5 & Θ.6 και στη Δ.48 Θ.1-7, Θ.9 & Θ.11-12 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στους Κανονισμούς 5 & 17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Ανδρέα Χαραλαμπίδη, ο οποίος είναι συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεσης εκ μέρους και για λογαριασμό των Καθ' ων η αίτηση 3 &
  7. Στην ένορκη δήλωση περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη των Καθ' ων η αίτηση τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι και επεξηγούνται. Να σημειωθεί ότι οι υπόλοιποι διάδικοι της υπόθεσης δεν καταχώρησαν ένσταση. Η εκδίκαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και τις ενστάσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη των εκδοχών των μερών. Παράλληλα για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του ιστορικού της παρούσας περίπτωσης έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης εφόσον υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου

(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως εφαρμόζεται σε υποθέσεις με κλίμακα εξόδων πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν μετά από την 01.01.
  1. Το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο σε υποθέσεις, ιδίας φύσεως και ιδίου αντικειμένου εκδίκασης όπως την παρούσα με κλίμακα εξόδων €100.000 - €500.000 που καταχωρίστηκε στις 19.01.22, το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης του σώματος της αίτησης-έφεσης είναι αυτό που ισχύει μετά από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Η παρούσα υπόθεση αφορά προσβολή απόφασης του Διευθυντή για απαλλαγή ακινήτου από υποθήκη με την οποίαν επιβαρύνεται και ακολούθως τη μεταβίβαση του σε αγοραστή δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου. Για την εξέταση του ζητήματος παραπέμπω στον Κανονισμό 17 του περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956 (622/1956), ο οποίο αυτούσια σημειώνει τα εξής: «
  2. Matters of practice and procedure not expressly provided for in these Rules shall be governed by the Civil Procedure Rules in force for the time being, in so far as they may be applicable.» Μελετώντας το περιεχόμενο των πιο πάνω κανονισμών στο σύνολο τους παρατηρώ ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια που να πραγματεύεται ρητά και ειδικά τροποποίηση τέτοιας φύσεως υπόθεση εντός καθορισμένου δικονομικού πλαισίου. Η απουσία ειδικού δικονομικού μηχανισμού θέτει σε εφαρμογή τις διατάξεις του Κανονισμού
  3. Ερμηνεία τους στη βάση ελεύθερης μετάφρασης, καθιστά αντιληπτό ότι για τη δικονομική ρύθμιση ενός τέτοιου ζητήματος όταν εγερθεί χρησιμοποιούνται οι διαδικαστικοί θεσμοί πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο στάδιο που η υπόθεση έχει καταχωριστεί. Περαιτέρω έχω ανατρέξει στις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.81(Ι)/2011) που επίσης σχετίζεται με τη φύση της παρούσας υπόθεσης και το αντικείμενο εκδίκασης της και δεν εντόπισα οποιαδήποτε πρόνοια που να απαγορεύει τη εφαρμογή της τροποποιητικής Δ.25 ως δικονομικού μηχανισμού για την εξέταση εγειρόμενου θέματος τροποποίησης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι για τη δικονομική πτυχή της υπό κρίση αίτησης εφαρμόζονται οι πρόνοιες της τροποποιημένης Δ.
  4. Στρεφόμενος στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι ο λόγος που προβάλλεται η ανάγκη τροποποίησης του σώματος της κυρίως αίτησης είναι, όπως ήδη λέχθηκε, η ύπαρξη τυπογραφικού λάθους που εκ παραδρομής σημειώθηκε κατά την αναφορά δύο ημερομηνιών στις §Β και §Γ αντίστοιχα από το σώμα του εγγράφου. Οι Καθ' ων η αίτηση εισηγούνται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης επειδή στη νομική βάση της δεν περιλαμβάνεται ο Θ.6 της τροποποιημένης Δ.
  5. Πρόκειται για 1ο λόγο ένστασης τους. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι διατάξεις της τροποποιημένης Δ.25 επιτρέπουν την τροποποίηση εγγράφου / δικογράφου επί του οποίου παρουσιάζεται τυπογραφικό λάθος σε οποιοδήποτε χρόνο. Συγκεκριμένα ο Κανονισμός 6 προνοεί ρητά τα πιο κάτω που παραθέτω αυτούσια: «
  6. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Πράγματι ο εν λόγω κανονισμός δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίσης αίτησης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σαφή λεκτικό του, η πρόταξη τυπογραφικού λάθους ως λόγου για την αιτούμενη τροποποίηση προσδίδει στη διαδικασία τυπικό χαρακτήρα. Εφόσον ισχύει οτιδήποτε από αυτά που περιέχεται στον κανονισμό αυτό, η τροποποίηση εγκρίνεται χωρίς δυσκολία. Ο σκοπός του νομοθέτη είναι σαφής και συνάμα προφανής. Να αποφεύγονται τα αχρείαστα εμπόδια προκειμένου να απονεμηθεί η δικαιοσύνη χωρίς χρονοτριβή. Γι' αυτό και ειδικά στην περίπτωση του τυπογραφικού λάθους επιτρέπεται σε διάδικο να υποβάλει ακόμη προφορικό αίτημα για τροποποίηση εγγράφου για ταχύτερη διεκπεραίωση της διαδικασίας, χωρίς έτσι να περιορίζεται σε γραπτή αίτηση όπου ο χρόνος που θα δαπανηθεί είναι μεγαλύτερος. Συνεπώς τυχόν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, ως εισηγείται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, επειδή ο Κανονισμός 6 δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, τη στιγμή που ο επικαλούμενος λόγος είναι, κατά τη γνώμη της Αιτήτριας, εξόφθαλμο τυπογραφικό λάθος, θα ήταν απλά αχρείαστη τυπολατρική προσέγγιση που έρχεται σε σύγκρουση με τον σκοπό του νομοθέτη καθώς επίσης είναι αντίθετη με το πνεύμα των προνοιών του Κανονισμού 6 αλλά και γενικότερα με τις διατάξεις της τροποποιημένης Δ.
  7. Στη βάση των πιο πάνω ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα εξετάσω τώρα αν όντως η θέση που προβάλλεται για την τροποποίηση οφείλεται σε εκ παραδρομής τυπογραφικό λάθος στο σώμα του υπό συζήτηση εγγράφου. Το πεδίο εφαρμογής του Κ.6 αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή γραφικό / τυπογραφικό λάθος είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Ο εν λόγω κανονισμός εμπεριέχει τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους. Αυτό εξυπακούει τη δυνατότητα διόρθωσης παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας και όχι επί της ουσίας του εγγράφου, αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος. Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 664 που αναφέρει και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας λέχθηκε ότι 'γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση σε αντίθεση με τη διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στην εναρμόνιση του λόγου με την έκδηλη πρόθεση'. Στην προκειμένη περίπτωση έχω αναγνώσει το σώμα της κυρίως αίτησης σε συνάρτηση με τις τροποποιήσεις που επιδιώκονται. Έχοντας αντιληφθεί την φύση της τροποποίησης προχώρησα σε ανάγνωση των τεκμηρίων 3, 4 & 5 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση και στα οποία με έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας. Από την ανάγνωση των εγγράφων εξόφθαλμα φαίνονται τα εξής: (α) Η πρόθεση του Διευθυντή να μεταβιβάσει το επίμαχο ακίνητο ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτησης 2 στους Καθ' ων η αίτηση 3 & 4 που το αγόρασαν δυνάμει σύμβασης η οποία έχει καταχωριστεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απαλλάσσοντας το από την υποθήκη προς όφελος της Αιτήτριας που επιβαρύνεται αποτυπώνεται σε γραπτή επιστολή ημερ. 18.08.
  1. (β) Η Αιτήτρια υπέβαλε γραπτώς ένσταση στην πιο πάνω πρόθεση του Διευθυντή με επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 18.10.
  2. (γ) Η γραπτή απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε στις 25.10.
  3. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Επεξεργασία των δεδομένων καθιστούν αντιληπτό ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν το ίδιο θέμα. Αμφότερες στοχεύουν στη διόρθωση της ημερομηνίας που εμφανίζεται ως ο χρόνος έκδοσης της απόφασης του Διευθυντή στις §Β και §Γ της κυρίως αίτησης. Το νόημα και το λεκτικό που χρησιμοποιείται στις δύο αυτές παραγράφους χωρίς αμφιβολία οδηγούν μέσα από απλή ανάγνωση του περιεχομένου τους στο σκεπτικό του Δικαστηρίου. Αντίς η ημερομηνία να είναι η 25η Οκτωβρίου 2021, όπως εξόφθαλμα φαίνεται από τα προαναφερόμενα τεκμήρια 3, 5 & 5, αυτό που σημειώνεται ως τέτοια στις δύο παραγράφους είναι εκ παραδρομής άλλη από αυτή που επιθυμούσαν να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου. Φαίνεται να είναι εκ πρώτης όψεως τυχαίο σφάλμα και μη εσκεμμένη παράλειψη. Πρόκειται για τυπογραφικό λάθος που εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού
  4. Θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης αρ. 2 & 6 επειδή εγείρουν κοινό αντικείμενο. Οι Καθ' ω η αίτηση ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση εγγράφου / δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Μία από αυτές είναι ότι η τροποποίηση εγγράφου / δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). Στην προκειμένη περίπτωση επιχειρείται τροποποίηση του σώματος της κυρίως αίτησης πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Το γεγονός αυτό τουλάχιστο δεν προσθέτει ως επιβαρυντικό παράγοντα τον κίνδυνο εκτροχιασμού της δίκης (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Αντίθετα, σε μία διαδικασία ακρόασης που θα βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη οι αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου θα ήταν περισσότερο ορατές. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω), Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11, στις οποίες και παραπέμπω. Η νομολογία που αφορά περιπτώσεις όπως την παρούσα επισημαίνει ότι η τροποποίηση εγγράφου / δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος προσδίδει, όπως έχει ήδη λεχθεί, χαρακτήρα τυπικής φύσεως στη διαδικασία εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Μια παράμετρος που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης εγγράφου / δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής / υπόθεσης αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης εγγράφου / δικογράφου πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση. Βέβαια η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω)). Η όποια καθυστέρηση δεν εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης εγγράφου / δικογράφου. Να σημειωθεί ωστόσο ότι η καθυστέρηση δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Για το ζήτημα που εγείρεται έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι αναπόφευκτα αναλώθηκε χρόνος για να επιδοθούν τα έγγραφα στους Καθ' ων η αίτηση που είναι μόνιμοι κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου. Να σημειωθεί ότι το έντυπο εμφάνισης του δικηγόρου τους καταχωρίστηκε στις 25.11.22 και η ένσταση τους στις 29.11.
  1. Στις 23.02.23 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ζητήθηκε αναβολή από διάδικο που δεν ήταν η Αιτήτρια αλλά ούτε και οι Καθ' ων η αίτηση. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 07.04.
  2. Την ημερομηνία εκείνη ζητήθηκε αναβολή από μέρους της Αιτήτριας με τη δικαιολογία της ανάγκης καταχώρισης αίτησης τροποποίησης. Τελικά η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 08.09.
  3. Από τα πιο πάνω είναι γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, για την οποίαν δεν παρέχεται εξήγηση πότε και πως έγινε αντιληπτή η ανάγκη υποβολής της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης. Θα μπορούσαν να είχαν αναφερθεί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ώθησαν την Αιτήτρια στην εκδήλωση του συγκεκριμένου δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο θα έλεγα πως το γεγονός ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν τυπογραφικό λάθος εκμηδενίζει την ανάγκη παροχής εξήγησης αφού δεν αφορά ουσιώδες θέμα. Το ερώτημα τώρα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ενόψει της απουσίας εξήγησης για την καθυστέρηση το τυπογραφικό λάθος είναι καλόπιστο. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο πάνω) λέχθηκε πως ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής: «Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Τα πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα στη δική μας περίπτωση. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να συνδέουν την αργοπορία που ομολογουμένως παρατηρείται με κακοπιστία. Με κάθε σεβασμό στους Καθ' ων η αίτηση η θέση τους ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του λόγου ένστασης Β στην κυρίως αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η διατύπωση των επίμαχων παραγράφων από το σώμα της κυρίως αίτησης σε συνδυασμό με το είδος και τη φύση της τροποποίησης σε συνάρτηση με τις ημερομηνίες στα τεκμήρια 3, 4 & 5 που επισυνάπτονται, κάθε άλλο παρά υποστηρίζουν τη θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση. Δεν εντοπίζω οποιαδήποτε μορφή παραπλάνησης και κακοπιστίας, όπως εσφαλμένα επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς δεν διαπιστώνω ότι η καθυστέρηση διαπνέεται από κακοπιστία. Εδώ προφανώς η καθυστέρηση οφείλεται στο ότι διέλαθε της προσοχής της πλευράς της Αιτήτριας να εντοπίσει έγκαιρα τη διαφορά στις ημερομηνίες. Επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο τυπογραφικό λάθος μέσα από τυχαίο σφάλμα και μη εσκεμμένη παράλειψη. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Προχωρώ στην εξέταση του 7ου λόγου ένστασης με τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση παραπονιούνται ότι τυχόν έγκριση τους παραβιάζουν το Θεσμό 1
(3)της τροποποιημένης Δ.25. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, το γεγονός ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση θα πρέπει, με βάση τον εν λόγω κανονισμό, να οδηγήσει σε απόρριψη της Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιες τις διατάξεις του Θεσμού 1
(3): «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Το γεγονός ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση δεν αποτελεί εκ προοιμίου απαγορευτικό παράγοντα για την έγκριση τροποποίησης ενός εγγράφου. Όπως αναφέρεται στον Κανονισμό 1
(3), η ύπαρξη καλόπιστου λάθους στη σύνταξη του εγγράφου / δικογράφου αποτελεί εξαίρεση στις επιτακτικές πρόνοιες του Κανονισμού 1
(3)που δεν επιτρέπει τέτοια τροποποίηση μετά το στάδιο της έκδοσης κλήσης για οδηγίες, η οποία επέρχεται αφού συμπληρωθούν τα δικόγραφα της υπόθεσης. Η εξαίρεση αυτή συνάδει με τις πρόνοιες του Κανονισμού 6, οι οποίες επιτρέπουν την τροποποίηση ένεκα γραφικών λαθών σε οποιοδήποτε χρόνο και κατ' επέκταση στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση έχει κριθεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις χρειάζονται για να διορθώσουν καλόπιστα και συνάμα γνήσια τυπογραφικά λάθη που αφορούν την ορθή και ακριβή καταγραφή της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης του Διευθυντή, η οποία προσβάλλεται και αποτελεί το αντικείμενο εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Ως καλόπιστες διορθώσεις που θεωρούνται, εμπίπτουν στην εξαίρεση του πιο πάνω κανονισμού και ταυτόχρονα στις πρόνοιες του Κανονισμού 6 για τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα πιο πάνω καθιστούν τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης αβάσιμο και ως εκ τούτου έκθετο σε απόρριψη. Σε ότι αφορά τον 3ο λόγο ένστασης, θα πρέπει να λεχθεί ότι το ζήτημα που θίγει θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της κυρίως αίτησης. Συνεπώς δεν υπάρχει οτιδήποτε που να χρήζει σχολιασμού στο στάδιο αυτό. Με τον 4ο λόγο ένστασης τους οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η καταχώρηση και η προώθηση της υπό κρίση αίτησης συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με κάθε σεβασμό στους Καθ' ων η αίτηση δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως επιβεβαιώνουν την ορθότητα του σκεπτικού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Ο 5ος λόγος ένστασης δεν προσθέτει οτιδήποτε που χρήζει εξέτασης. Παρουσιάζεται ως γενική και αόριστη τοποθέτηση που δεν υποδεικνύει οτιδήποτε συγκεκριμένο για να σχολιαστεί. Σε κάθε περίπτωση η αναφορά του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση μέσα από τη γραπτή αγόρευση του καλύπτεται από τα ζητήματα που έχουν εγερθεί από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, καθιστά αχρείαστη οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση (σελίδες 10-11 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Καθ' ων η αίτηση). Το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί με όλα τα εγειρόμενα θέματα της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση και το σκεπτικό του έχει ήδη καταγραφεί. Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν και σχολιάστηκαν πιο πάνω και εφαρμόστηκαν στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης αυτής, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Όλοι οι λόγοι ένστασης έχουν εξεταστεί και κρίνονται ανεδαφικοί και αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της και η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως το σημείο
(1)στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Η τροποποιημένη κυρίως αίτηση της Αιτήτριας να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Ακολούθως να καταχωριστούν οι ενστάσεις από όλους τους υπόλοιπους διαδίκους εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης κυρίως αίτησης. Το παρόν διάταγμα να συνταχθεί εντός 5 εργασίμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1-5 της κυρίως αίτησης και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.