THOMAS CHRISTOPHER MONTGOMERY κ.α. ν. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD κ.α., Αγωγή αρ. 1663/2015, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1663/2015
- THOMAS CHRISTOPHER MONTGOMERY
- FIONA ELIZABETH MONTGOMERY Ενάγοντες ν.
- ALPHA PANARETI PUBLIC LTD
- ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόμενοι ___________________________________ Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2024 Εμφανίσεις: Γ. Κουζαλής για G. Kouzalis LLC, για τους Ενάγοντες Στ. Φλωράκη (κα) με Ρ. Δημητρίου (κα) για Χλωρακιώτης & Φλωράκη ΔΕΠΕ, για την Εναγόμενη 1 Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς
- Οι Ενάγοντες, μόνιμοι κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου, ισχυρίζονται πως, από την περίοδο 2006-2007 και μετέπειτα, προσεγγίζονταν πολίτες από το Ηνωμένο Βασίλειο, από αντιπρόσωπους της Εναγόμενης 1, προκειμένου να τους διαφημίσουν και εν τέλει να τους πωλήσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Στο πλαίσιο αυτό, η Εναγόμενη 1 είχε παρουσιάσει στους Ενάγοντες πως θα προχωρούσε στην ανέγερση κατοικιών σε ακίνητό της στα Κούκλια, τα πλήρη στοιχεία του οποίου περιγράφονται στην αγωγή, που θα συνιστούσαν το συγκρότημα «Gabriella», μέρος του έργου «Terra Divina». Σύντομα, όπως τους λέχθηκε, και σε κάθε περίπτωση σε εύλογο χρόνο, θα ολοκλήρωνε και θα παρέδιδε το ακίνητο, που διατίθετο σε χαμηλή τιμή. Η αγορά του θα συνιστούσε, όπως ήταν η εικόνα που εξέλαβαν, καλή επενδυτική ευκαιρία, διαθέσιμη για σύντομο χρονικό διάστημα, που θα έπρεπε να προλάβουν. Ήταν καλή ευκαιρία με δεδομένη την σχετικά πρόσφατη τότε εισχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ευνοϊκή τοποθεσία του ακινήτου και τη δυνατότητα μεταγενέστερης εκμετάλλευσης με ενοικίαση ή μεταπώληση, που θα μπορούσε να συμβεί εύκολα και να αποφέρει κέρδος.
- Οι Ενάγοντες, βασιζόμενοι σ' αυτά, εξέφρασαν το ενδιαφέρον τους για επένδυση σε ένα διαμέρισμα τύπου στούντιο, με σκοπό τη μεταπώληση, σε κατοπινό στάδιο. Για να εξασφαλίσουν την αγορά, θα έπρεπε να προκαταβάλουν περίπου το 2% επί της συνολικής αξίας του ακινήτου, που θα καθορίζονταν από ανεξάρτητο εκτιμητή. Συνολικά, οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν το 20% του συνολικού τιμήματος, που θα ήταν και το μοναδικό πραγματικό τους κόστος, ενώ το υπόλοιπο θα καταβάλλονταν δια επενδυτικού δανείου, που θα τους παραχωρούσε η Εναγόμενη 2, υποθηκεύοντας το ακίνητο, με την υποστηρικτική συμβολή της Εναγόμενης
- Το δάνειο θα είχε μειωμένο επιτόκιο και θα αποπληρώνονταν σε μακρά χρονική περίοδο. Στην ουσία, θα είχε αποσβεστεί μέσω της συμφέρουσας εκμετάλλευσης του ακινήτου. Εξ ου και δεν θα καλούνταν να καταβάλουν κάποιο ποσό στην Τράπεζα πριν να ολοκληρωθεί το ακίνητο. Στα προτερήματα της επένδυσης, έγινε αναφορά και σε φορολογικά πλεονεκτήματα. Επίσης, προσφέρθηκε η δυνατότητα να τους παράσχουν ανεξάρτητο νομικό σύμβουλο, για να τους δίδει κατάλληλες συμβουλές.
- Υπογράφθηκε το πωλητήριο συμβόλαιο, την 16.09.
- Οι Ενάγοντες αγόρασαν μαζί το ακίνητο, ½ έκαστος, για €128.560,00, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Το ποσό των €2.320,00 θα συνιστούσε την προκαταβολή και το ποσό των €16.964,00 θα καταβάλλονταν με την υπογραφή της συμφωνίας. Το υπόλοιπο ποσό, των €102.848,00, θα καταβάλλονταν απευθείας στην Εναγόμενη 1 με δανειοδότηση, σταδιακά, αναλόγως της προόδου των εργασιών. Συναφώς, και σε περίπτωση που η αίτησή τους για δανειοδότηση δεν γίνονταν αποδεκτή από την Εναγόμενη 2, θα καθίστατο άκυρη και η συμφωνία πώλησης. Με συμπληρωματική συμφωνία, συμφωνήθηκε όπως, εάν οι Ενάγοντες παρέλειπαν να πληρώσουν τις δόσεις δανείου εντός των 12 πρώτων μηνών μετά από την παράδοση του ακινήτου ή τη μεταπώλησή του (οποιοδήποτε συμβεί πρώτο), θα πλήρωναν €6.428,00 στην Εναγόμενη
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως, στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, κατέβαλαν τελικά στην Εναγόμενη 1 το αρχικό ποσό, μέχρι και την υπογραφή της σύμβασης, από δικά τους κεφάλαια, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα καταβάλλονταν από την Εναγόμενη 2, με χρέωση των Εναγόντων. Η παράδοση του ακινήτου θα ήταν μέχρι την 30.09.
- Η πολεοδομική άδεια θα εξασφαλίζονταν το αργότερο εντός 9 μηνών ή σε εύλογο χρόνο από την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης, όπως και οι σχετικές άδειες για παραχώρηση δρόμου και τα σχετικά πιστοποιητικά, ενώ και ο διαχωρισμός και η έκδοση ξεχωριστού τίτλου, για τη μεταβίβαση, θα ήταν σε εύλογο χρόνο από την 30.09.
- Η δε μεταβίβαση θα ήταν χωρίς εμπράγματα βάρη. Υπογράφθηκε και συμπληρωματική συμφωνία σχετικά με τους κοινόχρηστους χώρους.
- Μετά από την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης, περί την 14.12.2009, οι Ενάγοντες προσεγγίστηκαν και από αντιπρόσωπους της Εναγόμενης 2 για το δάνειο, ενώ προτάθηκαν δύο δικηγόροι, που κατονομάζονται, στους οποίους θα μπορούσε να δοθεί πληρεξούσιο έγγραφο, για να υπογραφούν τα σχετικά έγγραφα δανείου. Υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα δανείου, για ποσό GBP84.000,00, χωρίς να σταλούν προηγουμένως στους Ενάγοντες, εφόσον τους παρουσιάστηκαν ως τυπικά έγγραφα, για να προχωρήσει η συμφωνία πώλησης, και η επένδυση που θα τους επέφερε κέρδος. Ήταν το προϊόν «Alpha Flexihome». Η Εναγόμενη 1 υπέγραψε ως εγγυήτρια. Κατά την υπογραφή των πληρεξουσίων προς τους δικηγόρους, λέχθηκε στους Ενάγοντες πως οι δικηγόροι θα ήλεγχαν τους τίτλους, τις συμφωνίες και θα διαβεβαίωναν ότι οι πληρωμές γίνονταν ορθά, αναλόγως των εργασιών, ενώ θα φρόντιζαν για την κατάθεση της συμφωνίας πώλησης στο Κτηματολόγιο και για τη μεταβίβαση.
- Μετά την υπογραφή όλων των προαναφερόμενων συμφωνιών, οι Ενάγοντες παρέμειναν στην κατοικία τους, στο Ηνωμένο Βασίλειο, αναμένοντας την εξέλιξη και σχετική ενημέρωση. Πλην όμως, το μόνο που λάμβαναν ήταν καταστάσεις λογαριασμού από την Εναγόμενη
- Διερωτήθηκαν, γιατί. Τους ανέφεραν πως κι αυτό ήταν τυπικότητα. Όταν φαίνονταν και η επιβολή τόκου στις καταστάσεις λογαριασμού, και πάλι, οι Ενάγοντες θορυβήθηκαν, εφόσον υπήρχε η δέσμευση πως, πριν από την παράδοση του ακινήτου, δεν θα χρεώνονταν τόκους το δάνειο. Μετά από παρατεταμένη διαμαρτυρία των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι, όπως αναφέρουν οι Ενάγοντες, δέχθηκαν να μην καταβληθεί από τους Ενάγοντες οποιοσδήποτε τόκος, μέχρι την συμφωνημένη ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου, την 30.09.
- Περνούσε ο καιρός και οι Ενάγοντες δεν λάμβαναν κάποια ενημέρωση, ρωτούσαν, δεν υπήρχε ανταπόκριση, επομένως, κάποια στιγμή, και πάλι, άρχισαν να ανησυχούν. Στο πλαίσιο αυτό, οι Ενάγοντες εξέφρασαν στην Εναγόμενη 1 την πρόθεσή τους να πωλήσουν το ακίνητο στην Εναγόμενη 1 ή σε τρίτο πρόσωπο. Η Εναγόμενη 1, με διάφορες προφάσεις, αρνήθηκε να αγοράσει η ίδια το ακίνητο ή και να βοηθήσει στην εύρεση αγοραστή. Οι Ενάγοντες, έχοντας πλέον αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε πρόοδος στις εργασίες, επιχείρησαν από μόνοι τους να πωλήσουν το ακίνητο, χωρίς επιτυχία. Ήρθαν σε επαφή με άλλους αγοραστές, διαπιστώνοντας ότι ήταν όλοι στην ίδια κατάσταση. Αποτάθηκαν μαζικά σε δικηγόρο στην Κύπρο, για να διερευνήσει το θέμα.
- Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, οι Ενάγοντες διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, πως το έργο, περιλαμβανομένου του ακινήτου, όχι μόνο δεν είχε ολοκληρωθεί, λόγω τεχνικών ή πρακτικών δυσκολιών της Εναγόμενης 1, αλλά δεν είχαν εκδοθεί και οι σχετικές άδειες για την ανέγερσή του. Η υποθήκη που συστάθηκε επί του ακινήτου ήταν για υπέρογκο ποσό. Η συμφωνία δανείου προέβλεπε αποπληρωμή σε λιγότερο από 30 χρόνια και δεν ήταν επενδυτικό το δάνειο, αλλά οικιστικό. Είχε εκταμιευτεί από την Εναγόμενη 2 ποσό δανείου που πληρώθηκε στην Εναγόμενη 1 καταχρηστικά, εφόσον οι πληρωμές δεν ήταν σύμφωνες με την πρόοδο των εργασιών στο ακίνητο των Εναγόντων. Υπήρχε όρος στη συμφωνία δανείου, οποιαδήποτε επίδοση δικαστικού εγγράφου, να γίνεται στους δικηγόρους που είχαν συμμετοχή ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι. Το επιτόκιο παρουσίαζε συνεχώς αυξομειώσεις, και είχε φτάσει να είναι σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Οι Εναγόμενοι βασικά δεν είχαν τηρήσει οποιαδήποτε δέσμευσή τους. Οι δε εκτιμήσεις δεν είχαν γίνει από ανεξάρτητο εκτιμητή, αλλά εκτιμητή που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Εναγόμενων. Οι Ενάγοντες, μαζί με άλλους καταναλωτές, στην ίδια θέση, άρχισαν να διαμαρτύρονται. Οι Εναγόμενοι παρείχαν διαβεβαιώσεις καθησυχασμού, κέρδισαν χρόνο, αλλά, εν τέλει, δεν υπήρξε οποιαδήποτε εξέλιξη. Την 09.09.2015, όπως αναφέρουν, τερμάτισαν καί τη συμφωνία πώλησης καί τη συμφωνία δανείου.
- Οι Ενάγοντες, στη βάση των προαναφερόμενων γεγονότων, καταλογίζουν στην Εναγόμενη 1 ευθύνη, σε διάφορες βάσεις. Συναφώς, και οι θεραπείες που αξίωσαν εξ αρχής εναντίον της Εναγόμενης 1 είναι παράλληλες ή διαζευκτικές. Παράλληλα, οι Ενάγοντες αξιώνουν και αποζημιώσεις, για τα έξοδα στα οποία προέβησαν, προκειμένου να συμβληθούν, καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι Ενάγοντες είχαν καταλογίσει ευθύνη και στην Εναγόμενη 2, εναντίον της οποίας, επίσης, αξίωσαν διάφορες θεραπείες. Το δικόγραφο των Εναγόντων καταλαμβάνει 43 σελίδες.
- Η Εναγόμενη 1 αρνείται το σύνολο των αξιώσεων των Εναγόντων, τους οποίους δεν θεωρεί απλούς καταναλωτές. Ουδέποτε, όπως θέτει, πρόσωπα που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι ή άλλως πώς σε σχέση με την Εναγόμενη 1 προσέγγισαν τους Ενάγοντες και τους παρέστησαν όλα αυτά που ανέφεραν, σε συνεννόηση με την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 ασχολείται με την ανάπτυξη ακινήτων, και προσεγγίστηκε από τους Ενάγοντες οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ακίνητο, ενώ η ίδια η Εναγόμενη 1 αρνείται πως προέβη σε παραστάσεις σχετικά με τη δανειοδότηση των Εναγόντων. Υπογράφθηκε όντως το πωλητήριο ημερομηνίας 16.09.2009, για την αγορά του διαμερίσματος που ανέφεραν οι Ενάγοντες, αλλά οι Ενάγοντες εκχώρησαν όλα τα δικαιώματά τους που απορρέουν από αυτό το πωλητήριο στην Εναγόμενη 2, δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 30.12.
- Μόνοι τους οι Ενάγοντες είχαν αποταθεί στην Εναγόμενη 2 για να λάβουν δάνειο. Υπογράφθηκε πληρεξούσιο έγγραφο έγκυρα σε μία δικηγόρο, που κατονομάζεται, εφόσον ήταν με τη βούλησή τους οι Ενάγοντες που το υπέγραψαν, και φέρει κατάλληλη πιστοποίηση. Είχαν γνώση οι Ενάγοντες όλων των λεπτομερειών που σχετίζονται με τον δανεισμό. Η Εναγόμενη 1 δηλώνει άγνοια για όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες σχετικά με την καταβολή του τόκου του δανείου τους ή για διαμαρτυρίες και δεσμεύσεις. Αρνείται και την ευθύνη που της καταλογίζουν οι Ενάγοντες με διάφορους τρόπους, λέγοντας πως είναι οι Ενάγοντες που είχαν παραβεί τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, μη καταβάλλοντας το τίμημα αγοράς του ακινήτου, ή μη αποδεσμεύοντας χρήματα από την Τράπεζα, για να μπορεί να περατωθεί το ακίνητο, επειδή είχαν δεύτερες σκέψεις σχετικές με την οικονομική κρίση ή με άλλους λόγους, που δεν σχετίζονται με την Εναγόμενη 1 ή και προκειμένου να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Όλες οι άδειες ήταν εκδομένες ή θα εκδίδονταν, ακολουθώντας συνήθη πρακτική, εν γνώσει των αρμοδίων αρχών. Ο δε τερματισμός της συμφωνίας πώλησης δεν έγινε ή δεν έγινε νόμιμα. Ανταπαιτεί, η Εναγόμενη 1, απόφαση εναντίον των Εναγόντων για «οποιοδήποτε ποσό ήθελε φανεί ότι έχει παραμείνει ως οφειλόμενο» με βάση το πωλητήριο έγγραφο, καθώς και γενικές αποζημιώσεις για την παράβασή του και τιμωρητικές αποζημιώσεις.
- Με απαντητικό δικόγραφο, οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς και την ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 και επιμένουν στη δική τους εκδοχή.
- Εκκρεμούσης της διαδικασίας, η αγωγή των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 2 αποσύρθηκε. Την 31.03.2023, στο πλαίσιο ανταπαίτησης της Εναγόμενης 2 εναντίον των Εναγόντων για το δάνειο, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση όπως οι Ενάγοντες πληρώσουν στην Εναγόμενη 2 ποσό GBP70.408,44, πλέον τόκους, υποχρέωση από την οποία θα απαλλαγούν, εάν μεταβιβάσουν ή άλλως πως διαθέσουν το ακίνητο στην Εναγόμενη
- Εκδόθηκαν αναγνωριστικές αποφάσεις σχετικές με το περιεχόμενο της εκχώρησης εξασφάλισης, καθώς και ότι τα έγγραφα που υπογράφθηκαν από τη δικηγόρο που ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων είναι έγκυρα και δεσμευτικά.
- Ενώ οι Ενάγοντες εν ολίγοις συμφώνησαν να διατεθεί το ακίνητο στην Τράπεζα και να απαλλαγούν από το χρέος, οι Ενάγοντες προώθησαν την αγωγή τους εναντίον της Εναγόμενης
- Εγκατέλειψαν, όμως, τους ισχυρισμούς τους που σχετίζονται με ψευδείς παραστάσεις, εξαναγκασμό, δόλο και αμέλεια (παράγραφοι 29 μέχρι και 33 της Έκθεσης Απαίτησης) και προώθησαν μόνον ορισμένες αξιώσεις από την παράγραφο
- Αυτές που προώθησαν βεβαίως περιλαμβάνουν και αξίωση για αναγνώριση ότι η συμφωνία πώλησης είναι άκυρη και για την ακύρωσή της (I)(II). Περιλαμβάνουν και την αξίωση για αναγνώριση πως η συμφωνία πώλησης τερματίστηκε νόμιμα (V) και την επιστροφή του ποσού των €21.284,00 (VII) καθώς και την αξίωση για γενικές αποζημιώσεις (VIII), περιλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι Ενάγοντες για την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης (XXIX), και για τιμωρητικές αποζημιώσεις (XXX), οποιαδήποτε άλλη θεραπεία (XXXIII), τόκους (XXXIV) και δικηγορικά έξοδα (XXXV). Η Εναγόμενη 1, επίσης, προώθησε την ανταπαίτησή της, για πληρωμή του υπόλοιπου τιμήματος πώλησης.
- Λόγω της φερόμενης ως μερικής διευθέτησης της υπόθεσης, η υπόθεση τέθηκε στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση. Η αποτυχία των δύο πλευρών να καταλήξουν σε συμφωνία και για τα εναπομείναντα ζητήματα, οδήγησε τελικά σε δίκη. Όπως είναι κατανοητό, οι Ενάγοντες, θεωρώντας ότι η διαφορά με την Τράπεζα επιλύθηκε, θέλουν να τους επιστραφεί το ποσό που καταβλήθηκε στην Εναγόμενη 1 για την ανέγερση του εν λόγω ακινήτου από τα δικά τους κεφάλαια, καθώς και να αποζημιωθούν για τα έξοδα που υπέστησαν. Οι αξιώσεις τους, εν πάση περιπτώσει, κινούνται πλέον μόνο στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων, με αναφορά στη σύμβαση πώλησης.
- Η πλευρά των Εναγόντων εστίασε, ως προς την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1, στο γεγονός ότι το ακίνητο δεν διαθέτει άδεια οικοδομής και επειδή είναι παράνομο, δεν μπορεί η Εναγόμενη 1 να αξιώνει ποσό για κάτι παράνομο. Η δε Εναγόμενη 1 αξιώνει ποσό που, όπως προσδιόρισε τελικά, ανέρχεται σε €13.000,00 πλέον 9% από την 25.05.2010, βάσει της συμφωνίας πώλησης, που θεωρεί ισχυρή, θέτοντας βασικά πως η εκχώρηση δεν επηρεάζει την ίδια.
- Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει πώς διαμορφώνονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις εκάστου, εξ αυτής της συμβατικής σχέσης, καθώς και τα επιμέρους πραγματικά και νομικά ζητήματα, ως προς τα οποία υπάρχει διαφωνία. Διαδικασία
- Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Για την απόδειξη της υπόθεσής τους, οι Ενάγοντες προσκόμισαν τη μαρτυρία του Ενάγοντος 1 (ΜΕ1) και του Σάββα Κωνσταντίνου (ΜΕ2), που αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο της Εναγόμενης
- Για την απόδειξη της υπόθεσης της Εναγόμενης 1, προσκομίστηκε μαρτυρία από τους Ανδρέα Ιωάννου (ΜΥ1) και Γιώργο Εμφιετζή (ΜΥ2), που επίσης αντεξετάστηκαν από τον δικηγόρο των Εναγόντων. Τηρήθηκαν πρακτικά της δίκης, στα οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί των μαρτύρων. Έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από έγγραφα ή δέσμες εγγράφων που σημάνθηκαν ως τα Τεκμήρια 1 ‒ 29 είναι ασφαλισμένα στον φάκελο της διαδικασίας.
- Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας υπέρ των θέσεων των Εναγόντων ή της Εναγόμενης 1, αντίστοιχα.
- Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ότι καταχωρίστηκε ή αναφέρθηκε, στην ολοκληρωμένη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται εδώ αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Μάρτυρα
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του, ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
- Για ορισμένα ζητήματα, που είναι εκτός του πεδίου της κοινής γνώσης και της ανθρώπινης εμπειρίας, το Δικαστήριο δυνατόν να χρειάζεται, κατ' εξαίρεση, μαρτυρία γνώμης, από εμπειρογνώμονα. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό, για θέματα που αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής γνώσης, να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας[2]. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα, ως επίσης καθοδηγεί η νομολογία[3], είναι με βάση τα ίδια προαναφερόμενα κριτήρια, τα οποία εστιάζουν στη βασιμότητα ή την εγκυρότητα της γνώμης του. Περιλαμβάνουν, επίσης, μεταξύ άλλων, που δεν εκτίθενται εξαντλητικά, την πληρότητα της αιτιολογίας που δίδεται για τη συγκεκριμένη γνώμη, τη συνάφεια ή την ακρίβεια ή την επάρκεια στην παρουσίαση και τεκμηρίωσή της, τον βαθμό της μελέτης για τον σχηματισμό της. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες και γνώσεις, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές στα γεγονότα της υπόθεσης, να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Συναφώς, το Δικαστήριο πρώτα αξιολογεί την ειδική μαρτυρία ως προς την αξιοπιστία της, με βάση τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, και αφού την κατανοήσει, με τη γνώση που θα έχει πλέον αποκτήσει, προβαίνει σε ευρήματα επί των γεγονότων που αφορούν την εξειδικευμένη πτυχή της υπόθεσης.
- Δεν αμφισβητείται η σύναψη και το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 16.09.2009 (Τεκμήριο 1), ούτε η σύναψη και το περιεχόμενο της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 30.12.2009 (Τεκμήριο 2) ή η σύναψη και το περιεχόμενο της συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 30.12.2009 (Τεκμήριο 3) ή και η υπογραφή και το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 14.12.2009 (Τεκμήριο 4). Οι δηλώσεις των γεγονότων που προκύπτουν από τα εν λόγω έγγραφα δεν αμφισβητήθηκαν. Επιπλέον, την 10.11.2023, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και τα εξής (Έγγραφο Α): 22.
- Ότι την 09.04.2009, εκδόθηκε για το «Terra Divina» η πολεοδομική άδεια ΠΑΦ/262/2009, που περιλαμβάνει την ανέγερση 354 οικιστικών μονάδων και κολυμβητικής δεξαμενής, μεταξύ των οποίων και το επίδικο διαμέρισμα· 22.
- Ότι την 22.09.2009, καταχωρίστηκε στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου από την Εναγόμενη 1 αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής με αρ.Β575/2009, στη βάση της ΠΑΦ/262/
- 22.
- Για το «Terra Divina» δεν εκδόθηκε άδεια οικοδομής, μέχρι και την έγερση της αγωγής. 22.
- Εναντίον της Εναγόμενης 1 δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα για την ανέγερση οικοδομής χωρίς την εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την Επαρχιακή Διοίκηση αναφορικά με το «Terra Divina».
- Η συμφωνία πώλησης, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1, υπογράφθηκε προσωπικά από τους Ενάγοντες, δηλαδή χωρίς τη μεσολάβηση πληρεξουσίου αντιπροσώπου, την 16.09.2009, στην Πάφο. Με τη σύμβαση αυτή, επειδή η πωλήτρια εταιρεία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ακινήτου, εντός του οποίου θα προχωρούσε με την ανέγερση του «Terra Divina», και οι Ενάγοντες εξέφρασαν την επιθυμία να αγοράσουν το διαμέρισμα G003 στο «Gabriella», μέρος του έργου, που απεικονίζεται σε σχέδιο που επισυνάπτεται στη συμφωνία, συμφωνήθηκε η εν λόγω πώληση από το σχέδιο (off-plan), έναντι €128.560,
- 23.
- Το τίμημα πώλησης, με βάση τον όρο 2, θα πληρώνονταν σταδιακά, €2.330,00 ως προκαταβολή, που ήδη πληρώθηκε, €16.964,00 κατά τη υπογραφή της σύμβασης, και €102.848,00 απευθείας στην πωλήτρια εταιρεία ανάλογα με την εξέλιξη των εργασιών, είτε από Τράπεζα από την οποία δανειοδοτήθηκαν οι Ενάγοντες είτε από δικά τους κεφάλαια. Επιπλέον το ποσό των €6.428,00 θα καταβάλλονταν κατά την ανάληψη της κατοχής από τους Ενάγοντες. Εφόσον πληρώνονταν και το προαναφερόμενο ποσό, κατά την υπογραφή της σύμβασης πώλησης, με βάση τον όρο 23, η σύμβαση πώλησης θα μπορούσε να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Το τίμημα πώλησης περιλάμβανε επίσης τον Φ.Π.Α., και άλλες παροχές από την RopUK και σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, ως οι όροι 3 και
- Δεν καθορίζονταν στη συμφωνία τα ακριβή στάδια προόδου των εργασιών, κατά τα οποία θα απαιτούνταν πληρωμές, ούτε και ο τρόπος εξακρίβωσης της ανάγκης τέτοιας πληρωμής. 23.
- Σύμφωνα με τους όρους 5 ‒ 8, η πωλήτρια εταιρεία θα κατασκεύαζε το ακίνητο σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές που επισυνάφθηκαν στη συμφωνία, ενώ εάν οι αγοραστές ήθελαν αλλαγές, θα επωμίζονταν τυχόν πρόσθετο κόστος, περιλαμβανομένων των αρχιτεκτονικών εξόδων. Τυχόν διαφοροποίηση των διαστάσεων του ακινήτου μετά από την υλοποίηση, δεν θα υπέρβαινε το 5% από το εικονιζόμενο. Η φύση, η έκταση και τα τοπικά χαρακτηριστικά του ακινήτου θα θωρούνταν γνωστά στους αγοραστές, ώστε να μην προκύπτει ευθύνη εξ αυτών στην πωλήτρια εταιρεία ή στους εκπροσώπους της. 23.
- Σύμφωνα με το όρο 9, το ακίνητο θα ολοκληρώνονταν τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2011, οπότε, εφόσον και οι Ενάγοντες θα είχαν εκτελέσει τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις, θα τους δίδονταν η κατοχή του ακινήτου. Ωστόσο, συμφωνήθηκε δυνατότητα παράτασης έξι μηνών. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε εύλογη επιπλέον παράταση σε περίπτωση αλλαγών στα σχέδια από τους αγοραστές, που με βάση και τον όρο 25 συνιστούν μέρος της συμφωνίας, ή επιβαλλόμενων από τη νομοθεσία, ή σε περίπτωση καθυστέρησης προκληθείσας από τους αγοραστές, ή αλλαγών που θα έχουν ζητηθεί από την αρμόδια αρχή που δεν μπορούν να προβλεφθούν στη συμφωνία, ή σε περίπτωση φυσικής καταστροφής, πολέμου, απεργίας, έλλειψης υλικών και άλλων λόγων εκτός της δυνατότητας ελέγχου της πωλήτριας εταιρείας. Σε τέτοια περίπτωση, η κατοχή θα παραδίδονταν κατ' επέκταση της προβλεπόμενης προθεσμίας, και η πωλήτρια εταιρεία θα ενημέρωνε σχετικά τους αγοραστές. Ο λόγος καθυστέρησης θα πιστοποιούνταν από τον διευθυντή της πωλήτριας εταιρείας, καθώς και η έκταση της παράτασης, με σχετικό πιστοποιητικό. 23.
- Με βάση τον όρο 10, σε περίπτωση που η πωλήτρια εταιρεία αποτύγχανε να παραδώσει το ακίνητο σύμφωνα με τον όρο 9, για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στον όρο 9, οι αγοραστές είχαν το δικαίωμα να επιδώσουν στην πωλήτρια εταιρεία ειδοποίηση, απαιτώντας να ολοκληρώσει το ακίνητο και να παραδώσει την κατοχή εντός 30 ημερών από την παραλαβή της. Εάν η πωλήτρια εταιρεία αποτύγχανε να ανταποκριθεί με τέτοια ειδοποίηση, υπήρχε δικαίωμα αποζημίωσης €513,00 μηνιαίως, αρχίζοντας από την 1η ημέρα μετά την εκπνοή της περιόδου των 30 ημερών, μέχρι την παράδοση του ακινήτου. Με δεδομένα όσα συμφωνούνταν στην παράγραφο 10, με βάση τον όρο 11, οι αγοραστές δεν θα μπορούσαν να ακυρώσουν τη συμφωνία λόγω καθυστέρησης στην παράδοση της κατοχής ή της μεταβίβασης ή να απέχουν από την πληρωμή ή να απαιτήσουν άλλως πώς να αποζημιωθούν. 23.
- Με την πληρωμή ολόκληρου του τιμήματος πώλησης, και οποιουδήποτε άλλου ποσού οφειλόμενου με βάση τη συμφωνία πώλησης, οι αγοραστές θα δικαιούνταν να τη διαθέσουν σε τρίτο πρόσωπο και η πωλήτρια εταιρεία θα όφειλε να προσφέρει τυχόν αναγκαία σύμπραξη, με βάση τον όρο
- Με βάση τον όρο 20, οποιοδήποτε ποσό που δεν πληρώνονταν από τους αγοραστές κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέο, θα έφερε τόκο 9% ετησίως, από την ημέρα που κατέστη πληρωτέο μέχρι εξόφλησης, με το ξεκαθάρισμα της πληρωμής στον λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας. Παράλληλα, με βάση τον όρο 22, η παράλειψη πληρωμής θα συνιστούσε παράβαση της σύμβασης από τους αγοραστές, και σε περίπτωση τέτοιας παράβασης ή οποιασδήποτε άλλης παράβασης όρου της σύμβασης, θα έδινε τη δυνατότητα στην πωλήτρια εταιρεία, πέραν των δυνατοτήτων που προβλέπονται στον νόμο ή στο δίκαιο γενικά, μετά από την αποστολή ειδοποίησης 10 ημερών, και μη ανταπόκρισης στην πληρωμή, είτε να απαιτήσει την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών ή άλλη ειδική εκτέλεση, είτε να τερματίσει τη σύμβαση και να κατακρατήσει τα ποσά που πληρώθηκαν ήδη ως αποζημίωση, απαιτώντας τυχόν πρόσθετη αποζημίωση, για ζημιά που προέκυψε εξαιτίας της εξέλιξης αυτής. Με βάση τον όρο 30, η επέκταση του χρόνου ή η ανοχή προς την εκτέλεση των υποχρεώσεων των αγοραστών δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως συναίνεση της πωλήτριας εταιρείας ή εγκατάλειψη των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τη συμφωνία. 23.
- Όλοι οι όροι της συμφωνίας είναι αυτοί που περιέχονται στο κείμενό της, και δεν υπάρχει δέσμευση, από οποιοδήποτε μέρος, από παραστάσεις ή υποσχέσεις που δεν μεταφέρθηκαν στο γραπτό κείμενο της συμφωνίας, ως προβλέπει ο όρος 26, ενώ οποιαδήποτε προσθήκη, αλλαγή ή συμφωνημένη ακύρωση θα έπρεπε να είναι γραπτή και υπογεγραμμένη από αμφότερες τις πλευρές για να έχει ισχύ, κατά τον όρο
- 23.
- Στη συμφωνία, επισυνάπτονται ως παραρτήματα τα σχέδια του έργου και του συγκεκριμένου ακινήτου, καθώς και κατάλογος με τα έπιπλα και τον εξοπλισμό που αφορά σε συγκεκριμένα «πακέτα», αναλόγως του ακινήτου, αλλά και ο κατάλογος με ορισμένες τεχνικές και άλλες προδιαγραφές. Επισυνάπτεται επίσης η γενική συμφωνία σχετικά με τη διαχείριση του συγκροτήματος.
- Ως μέρος του Τεκμηρίου 1, προσκομίστηκε και η απόδειξη κατάθεσης της σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο, με αριθμό ΠΩΕ1125/
- Το Τεκμήριο 2 είναι η συμφωνία δανείου και είναι μεταξύ των Εναγόντων και της Τράπεζας. Η εκταμίευση του ποσού του δανείου σταδιακά από την Τράπεζα, με βάση τον όρο 2, θα ήταν προς τους Ενάγοντες. Ήταν οι Ενάγοντες που θα έπρεπε να αποδεικνύουν στην Τράπεζα την εκτέλεση των εργασιών μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο, για να αποδεσμεύσει κεφάλαια, αναγκαία για την ήδη εκτελεσθείσα εργασία ή για τα υλικά που θα έπρεπε να αγοραστούν, με δυνατότητα της Τράπεζας να μην αποδεχθεί την αποδέσμευση. Η ασάφεια, όμως, είναι πως, στον όρο 2, δεν γίνεται αναφορά για ποιες ακριβώς εργασίες είναι o λόγος, με δεδομένο πως το ακίνητο που αγόρασαν οι Ενάγοντες δεν ήταν μια ανεξάρτητη κατοικία, αλλά μέρος ενός συγκροτήματος, συνεπώς δεν θα μπορούσε να ανεγερθεί ξεχωριστά από τις εργασίες στο όλο συγκρότημα. Γιατί αποδέσμευσε ή δεν αποδέσμευσε η Τράπεζα κεφάλαια, όμως, στους Ενάγοντες (και δια των Εναγόντων στην Εναγόμενη 1) έπαυσε να απασχολεί, με την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 31.03.
- Πέρα από τον τρόπο εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, με βάση την παράγραφο 3, η αποπληρωμή του δανείου θα ήταν σε 372 μηνιαίες δόσεις, που θα άρχιζαν είτε ένα μήνα μετά την πλήρη εκταμίευση του δανείου ή (διασφαλίζοντας την περίπτωση που θα υπήρχε καθυστέρηση στην εκταμίευση του όλου ποσού, για λόγους που σχετίζονται με την εκτέλεση των εργασιών) σε δύο χρόνια από την πρώτη εκταμίευση μέρους του δανείου (με αναφορά στο ποσό που ήδη εκταμιεύτηκε και έπρεπε από κάπου να πληρωθεί στην Τράπεζα).
- Το Τεκμήριο 3 είναι συμφωνία εκχώρησης εξασφάλισης που αφορά τα δικαιώματα των Εναγόντων που απορρέουν από το Τεκμήριο
- Υπογράφθηκε μέσω πληρεξουσίου αντιπροσώπου των Εναγόντων (Τεκμήριο 4), την 30.12.2009, προς εξασφάλιση των δανειακών υποχρεώσεων των Εναγόντων (Τεκμήριο 2). Μεταξύ των δικαιωμάτων που εκχώρησαν οι Ενάγοντες στην Τράπεζα, ήταν και το δικαίωμά τους να ζητήσουν ειδική εκτέλεση της κατατεθειμένης σύμβασης πώλησης ή να λάβουν δικαστικά μέτρα για παράβαση της σύμβασης πώλησης και να αξιώσουν σχετική αποζημίωση. Σχετικός είναι ο όρος
- Επίσης, σύμφωνα με τον όρο 3, οι εκχωρητές, δηλαδή οι Ενάγοντες, θα απείχαν από οποιαδήποτε πράξη που θα προκαλούσε την ακύρωση της σύμβασης πώλησης και τη βλάβη των δικαιωμάτων της Τράπεζας. Σε περίπτωση παράβασης από μέρους των αγοραστών, η Τράπεζα, με βάση τον όρο 4, θα δικαιούνταν αλλά δεν θα υποχρεούνταν να επανορθώσει. Η συμφωνία εκχώρησης είναι συμφωνία μεταξύ των αγοραστών και της Τράπεζας και η πωλήτρια εταιρεία υπογράφει για να βεβαιώσει τη λήψη γνώσης, χωρίς να αναλαμβάνει συγκεκριμένη υποχρέωση ή να αποκτά συγκεκριμένο δικαίωμα έναντι στην Τράπεζα και χωρίς να τροποποιείται η συμφωνία πώλησης.
- Ο ΜΕ1, σύζυγος της Ενάγουσας 2, ανέφερε πως όλη η διαδικασία ξεκίνησε το 2009, όπου, μέσω της Roseberry Overseas Property Limited ή ευρύτερα εταιρειών του δικτύου RopUK («RopUK»), οι Ενάγοντες ήρθαν σε επαφή με τους Εναγόμενους 1 και
- Είχε σταλεί «συμφωνία κράτησης» την 30.04.
- Ο ΜΕ1, ως «συμφωνία κράτησης», ονομάζει ένα εγχειρίδιο, που προσκόμισε, με τον τίτλο «buyers guide» (Τεκμήριο 5), που φέρεται να εκδόθηκε από την RopUK, για τους Ενάγοντες, αναφορικά με τη μονάδα G003 στο Block «Gabriella», στο έργο «Terra Divina», στην Πάφο.
- Αναφέρεται, στο Τεκμήριο 5, πως ετοιμάστηκε από τον TC από την Roxburgh Investments Ltd («Roxburgh»), για να παρέχει πληροφορίες, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους Ενάγοντες, ως πιθανούς αγοραστές, για να κατανοήσουν τα βασικά ζητήματα αγοράς και απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας στο εξωτερικό. Οι λεπτομέρειες που συνιστούσαν το «σύστημα πώλησης», το οποίο συνέθεταν πληροφορίες που συνέλεξαν οι φορείς αυτοί από εταιρείες ανάπτυξης γης, τράπεζες, δικηγορικές πρακτικές, προμηθευτές επίπλων, εταιρείες διαχείρισης, κ.λπ., θα χρησιμοποιούνταν για τη σύναψη συμβάσεων, γι' αυτό είχαν επισύρει την προσοχή στο γεγονός αυτό, καθώς και στο ότι ενδεχομένως να μην είναι απόλυτα ακριβείς, παρόλη την προσπάθεια να είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερες. Η παρουσίαση αυτή παρείχε επίσης λεπτομέρειες για πιθανές επιστροφές της επένδυσης. Αναφέρονταν επίσης ο κίνδυνος που υφίσταται σχετικά με την αλλαγή της ισοτιμίας. Η RopUK αποποιούνταν την ευθύνη μόνο αναφορικά με πληροφορίες που της παρείχαν τρίτοι, αν και ελέγχονταν, για να διαπιστωθεί η ακρίβειά τους. Η παρουσίαση αποτελείται από 16 μέρη. 28.
- Το πρώτο μέρος είναι οι προσωπικές πληροφορίες των ενδιαφερόμενων επενδυτών και το δεύτερο μέρος είναι οι πληροφορίες σχετικά με το ακίνητο. Σ' αυτές, αποτυπώνονται σχέδιο και φωτογραφίες του ακινήτου ως θα είχε μετά την ανέγερσή του, αναφορά στο εμβαδόν των χώρων του και στα χαρακτηριστικά του. Υπάρχει εκτυπωμένο και το λογότυπο της Εναγόμενης 1 και αναγράφεται «in association with RopUK». Όπως είναι κατανοητό, η RopUK επέλεξε την Εναγόμενη 1, για να προτείνει στους Ενάγοντες τη συγκεκριμένη επένδυση. 28.
- Το τρίτο μέρος είναι ο οικονομικός ορίζοντας της επένδυσης. Σ' αυτόν, ως αξία αγοράς €109.725,00, πλέον πακέτο επίπλων μόνον €86.96, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα διαχείρισης €1.000,00, πλέον έξοδα της RopUK €583,77 και έξοδα διαχείρισης ενοικίασης €700,53, δίδοντας ένα συνολικό κόστος επένδυσης €128.568,05, πλέον τα διάφορα κόστη για κτηματομεσιτικά, δικηγορικά έξοδα κ.λπ.. Εάν χρειάζονταν η λήψη δανείου για την αγορά, η κατασκευάστρια εταιρεία διέθετε σχετικό σχήμα. 28.
- Στο τέταρτο μέρος, αναφέρονταν ακόμα κάποιες πρόσθετες παροχές και στο πέμπτο μέρος, αναφέρονταν το πακέτο επίπλων της Εναγόμενης 1, που περιλαμβάνονταν στην επένδυση, και αναγράφονταν και τα έπιπλα αναλυτικά. 28.
- Στο έκτο μέρος, εκτίθετο το όλο έργο «Terra Divina» και το σημείο όπου βρίσκονταν το «Gabriella» και εξηγείτο πως η διαχείριση θα ασκείτο από την πωλήτρια εταιρεία, σε συνεργασία με τη διαχειριστική επιτροπή, και η ύπαρξη κοινοχρήστων εξόδων. Σχετικό με το θέμα αυτό είναι και το έβδομο μέρος. 28.
- Στο όγδοο μέρος, αναφέρονταν οι πιθανές επιστροφές της επένδυσης. Βασίζονταν σε υπόθεση και δεν ήταν εγγυημένα όσα αναφέρονταν, συνεπώς, όπως επισημαίνονταν, δεν συνιστούσαν συμβουλή ή πρόταση. Αναγράφονταν πως επρόκειτο για δεδομένα που αντανακλούσαν το οικονομικό κλίμα στη χώρα όπου βρίσκεται το ακίνητο, βάσει πληροφοριών που συλλέχθηκαν από διάφορες δημοσιεύσεις. Δεν ήταν απόλυτα ξεκάθαρες και σαφείς οι προβλέψεις. 28.
- Στο ένατο μέρος, εκτίθεντο οι προβλέψεις σε περίπτωση ενοικίασης του ακινήτου μέσω της RopUK, σε συνάρτηση με το κόστος απόκτησης, και αναφέρονταν πως προβλέπονταν ένα καθαρό ποσό ετήσιου κέρδους GBP 7.235,09 που υπερβαίνει το ετήσιο κόστος απόκτησης των GBP 5.761,
- 28.
- Στο δέκατο μέρος, που καταλαμβάνει και τις περισσότερες σελίδες, εκτίθετο με λεπτομέρεια το σχέδιο ενοικίασης από τη RopUK. 28.
- Στο ενδέκατο μέρος, αναλύονταν η περίπτωση που τυχόν χρειάζονταν να εξασφαλιστεί ενυπόθηκο δάνειο, βάσει πληροφοριών που είχε δώσει η Εναγόμενη 2, οι οποίες θα μπορούσαν να αλλάξουν, χωρίς ειδοποίηση. Αναφέρονταν με σαφήνεια πως η RopUK δεν είναι αντιπρόσωπος της εν λόγω Τράπεζας και ότι το σχήμα του ενυπόθηκου δανείου δίδεται ως μη υποχρεωτική επιλογή μέσω της κατασκευάστριας εταιρείας. Στην εν λόγω πρόβλεψη, αναφέρονταν πως θα χρειάζονταν ελάχιστη καταβολή του 15% (€19.285,21), θα μπορούσε να καλύψει το 80% το δάνειο (€102.854,44) και το 5% να παραμείνει πληρωτέο κατά την ολοκλήρωση (€6.428,40). Και το εν λόγω μέρος, που αφορά το ενυπόθηκο δάνειο, είναι εκτενές. Μεταξύ άλλων, αναφέρονταν πως στις αγορές «off-plan», δηλαδή από το σχέδιο, θα χρειαστεί η πληρωμή στην κατασκευάστρια εταιρεία περιοδικά, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών, οπότε η προτεινόμενη Τράπεζα θα διευκόλυνε αυτή τη διαδικασία, ενώ θα χρησιμοποιούνταν οι υπηρεσίες δικηγόρου, που θα προωθούσε την εξουσιοδότηση των αγοραστών για πληρωμή. Η Τράπεζα δεν θα έκανε οποιαδήποτε πληρωμή χωρίς την εξουσιοδότηση του δικηγόρου. Μάλιστα, αναφέρονταν πως ο δικηγόρος θα πλήρωνε ακόμα κι αν δεν ανταποκρίνονταν οι αγοραστές στην εξουσιοδότηση, ενεργώντας στο πνεύμα της συμφωνίας. Η αποπληρωμή του δανείου δεν θα απαιτούνταν μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών και της συναλλαγής με την πωλήτρια εταιρεία, ωστόσο όταν θα γίνονταν πληρωμές στην κατασκευάστρια εταιρεία, θα υπολογίζονταν ο τόκος. Θα άρχιζε ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και κατά την κατασκευαστική περίοδο, δεν θα χρειάζονταν η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Η παράδοση του ακινήτου έγκαιρα συνιστά ευθύνη της κατασκευάστριας εταιρείας, αλλά μπορεί να υπάρξει καθυστέρηση για λόγους εκτός του ελέγχου της, περίπτωση στην οποία η Τράπεζα θα προσαρμόσει ανάλογα την ημερομηνία έναρξης της αποπληρωμής, με σκοπό την αποφυγή πληρωμής πριν την ολοκλήρωση. Παρέχονταν παραδείγματα αποπληρωμής και για περαιτέρω πληροφορίες, γίνονταν παραπομπή στην Εναγόμενη 2, μέσω της J-AB, με διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που περιλαμβάνει το όνομα της Εναγόμενης
- Γίνονταν η αναφορά στους οικονομικούς κινδύνους, διευκρινίζοντας πως η RopUK δεν επιδρά στις αποφάσεις της Τράπεζας, απλώς διευκολύνει την επιλογή να εμπλακεί η Τράπεζα που προτείνει η κατασκευάστρια εταιρεία. Δεν θα είχε την ευθύνη για τις ενέργειες της Τράπεζας, αλλά θα φρόντιζε οι επενδυτές να είχαν έγκαιρη ενημέρωση για την κατάσταση μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας και της Τράπεζας, παρέχοντας τυχόν αναγκαία υποστήριξη. 28.
- Στο δωδέκατο μέρος, επισημαίνεται η ανάγκη διορισμού δικηγόρου ανεξάρτητου από την πωλήτρια εταιρεία και την Τράπεζα, στην οποία μπορεί να βοηθήσει η RopUK. Αναφέρθηκε στους αγοραστές πως ο τρόπος μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο ομοιάζει με τον τρόπο μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας στην Αγγλία. Εκτίθεται πρόβλεψη σχετικά με τα δικηγορικά έξοδα. Ο ρόλος του δικηγόρου, όπως επίσης εξηγείται, θα είναι ως προς τον έλεγχο των πληρωμών, ώστε να γίνονται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Αναφέρθηκε, μάλιστα, πως η πρόοδος των εργασιών φωτογραφίζεται και οι φωτογραφίες μπορούν να εντοπιστούν στην ιστοσελίδα της RopUK ή του μεσίτη της πώλησης. Υπήρχε η πρόσθετη συμβουλή να γίνει και παράλληλη κατάρτιση διαθήκης στην Κύπρο. 28.
- Στο δέκατο τρίτο μέρος, αναφέρονται πληροφορίες σχετικές με την ασφάλιση και στο δέκατο τέταρτο μέρος, εκτίθενται οι λεπτομέρειες σχετικά με την εξυπηρέτηση των πελατών από την RopUK. Επειδή η RopUK, μέσα από ένα δίκτυο συνεργατών, είχε εξασφαλίσει ειδικές τιμές, ενθάρρυνε την άμεση επένδυση, διαφημίζοντας παράλληλα τις υπηρεσίες της. Το δέκατο πέμπτο μέρος, αναφέρθηκε η διασύνδεση της RopUK με φιλανθρωπικό ίδρυμα, ενισχύοντας την εκτίμηση των υποψήφιων επενδυτών για τους σκοπούς και τις δράσεις της RopUK. Στο δέκατο έκτο μέρος, παρατίθεται εκτίμηση σχετική με τα έξοδα χαρτοσήμανσης και τα μεταβιβαστικά τέλη.
- Την RopUK, όπως ανέφερε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, σύστησε στους Ενάγοντες ο οικονομικός τους σύμβουλος, TC, o οποίος είχε ετοιμάσει το Τεκμήριο
- Η επικοινωνία του ιδίου ήταν με την Roxburgh. Τους είχαν πει πως η RopUK είχε έρθει σε επαφή με τη Roxburgh, για την εν λόγω συνεργασία, και ήταν το σημείο αναφοράς στην Αγγλία. Τους είχαν πει, από την Roxburgh, πως η RopUK ήταν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
- Σε κάθε περίπτωση, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι είτε η RopUK είτε η Roxburgh, και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, σε συνάρτηση με τα λεγόμενα του ΜΕ1, προκύπτει πως οι Ενάγοντες βασίστηκαν περισσότερο σε μια τέτοια παρουσίαση που τους έγινε από Αγγλικές εταιρείες, για να αποφασίσουν να επενδύσουν με αυτό τον τρόπο σε ακίνητο στην Κύπρο. Μια ομολογουμένως εντυπωσιακή παρουσίαση, που, όμως, δεν περιείχε επαρκείς αναφορές και τονισμούς στα ρίσκα, που φυσιολογικά υπάρχουν σε κάθε επένδυση off-plan, ιδίως σε μέρος ενός τόσο μεγάλου σε έκταση συγκροτήματος, στην αλλοδαπή. Παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο αυτό ποιος θα προέβαινε στον περαιτέρω έλεγχο, μεταξύ άλλων, της δυνατότητας της Εναγόμενης 1 να προχωρήσει σε τέτοια ανέγερση.
- Η RopUK, μέσα από τα κείμενα του Τεκμηρίου 5, φάνηκε να κατέχει και να προωθεί ένα ευρύτερο δίχτυο συνεργασίας αναμεταξύ επαγγελματιών, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, και άλλων, για να επιτευχθεί το σύνθετο επιχείρημα της επένδυσης σε ακίνητη περιουσία στο εξωτερικό, με σκοπό το κέρδος, παρέχοντας δικές της εκτιμήσεις και συμβουλές, προς εξυπηρέτηση ενός ξεκάθαρα δικού της ξεχωριστού πεδίου επιχειρηματικής δράσης. Ακόμα κι αν είχε στρατηγικές συνεργασίες με άλλα πρόσωπα, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, προς εξυπηρέτηση κοινών ωφέλιμων σκοπών, δεν φαίνεται, μέσα από το Τεκμήριο 5, να ενεργούσε, έναντι στους Ενάγοντες 1 και 2, ως εκπρόσωπος της Εναγόμενης
- Φαίνεται περισσότερο να επέλεξε τους συγκεκριμένους συνεργάτες της, για τη συγκεκριμένη επενδυτική πρόταση, παραπέμποντας σε αυτούς για τα περαιτέρω, αλλά με ανάγκη να διατηρείται και η ίδια η RopUK στο εγχείρημα, για να αντλήσει από αυτό και το μετέπειτα όφελος της διαχείρισης του ολοκληρωμένου ακινήτου.
- Οι Ενάγοντες, παραδεκτά, συμβλήθηκαν απευθείας με την Εναγόμενη 1 το Τεκμήριο 1 και σ' αυτό απέκλεισαν μάλιστα οποιαδήποτε δέσμευση από όρους ή υποσχέσεις που δεν περιλήφθηκαν στο συγκεκριμένο συμβατικό κείμενο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο Τεκμήριο 5, ως μέρος της συμφωνίας τους.
- Ο ΜΕ1 ανέφερε πως οι Ενάγοντες δεν είχαν εμπειρία ή γνώση σχετική με την αγορά ακινήτων ή τη δανειοδότηση, γεγονός που γνώριζε και η Εναγόμενη 1, όπως και ότι βασίζονταν αποκλειστικά στις δηλώσεις και παραστάσεις αυτών που φέρονταν ως ειδικοί στους τομείς αυτούς. Αναφερόμενος στα γεγονότα, φάνηκε, όντως, πως δεν είχε ούτε καλή γνώση όλων των δηλώσεων γεγονότων που απορρέουν από τα έγγραφα που κατατέθηκαν, δείχνοντας ότι η επαφή των Εναγόντων με τι πράγματι συνέβαινε ήταν ανύπαρκτη. Για παράδειγμα, αναφέρθηκε, στην παράγραφο 12 της γραπτής του μαρτυρίας, σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο άλλο από το πρόσωπο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 4, και στην παράγραφο 17 της γραπτής του μαρτυρίας, χωρίς να έχει προσκομίσει κάποιο άλλο πληρεξούσιο έγγραφο, ενώ κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως αρχικά είχε αναφερθεί το όνομα του πρώτου δικηγόρου, αλλά το πληρεξούσιο υπογράφθηκε στο όνομα άλλου προσώπου, χωρίς να θυμάται ποιος ακριβώς έκανε τι. Ανέφερε, επίσης, πως ουδέποτε γνώρισε οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπός του. Ερωτήθηκε, με έμφαση, «διορίσατε έναν άνθρωπο, που δεν είστε σίγουρος αν είναι ο κύριος Κ. ή η κυρία Κ., να χειρίζεται 84.000 (στερλίνες) για λογαριασμό σας και αναρωτιέστε γιατί να τον αναζητήσετε;» και απάντησε, κατ' επανάληψη (από μετάφραση) «εμάς μας είχε ενημερώσει ο σύμβουλός μας ότι αυτοί θα χειρίζονται την υπόθεσή μας». Ήταν επίμονος ο λόγος του ΜΕ1 πως υπεύθυνος για τις πληρωμές ήταν ο δικηγόρος με τον αρχιτέκτονα, δείχνοντας αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα, χωρίς συνειδητοποίηση, μέχρι και σήμερα, ότι ήταν με κεφάλαια των Εναγόντων που ενεργούσαν όλοι. Ότι το δάνειο που έλαβαν από την Τράπεζα οι Ενάγοντες, που δεν ήταν απλώς έγγραφα, ήταν κεφάλαια των Εναγόντων. Ή υπήρχε σύγχυση ως προς τον ρόλο της Τράπεζας ως πιστωτή και παράλληλα υπεύθυνης για τη διαχείριση της πίστωσης (που η ίδια έδωσε) σε σχέση με την πληρωμή της Εναγόμενης 1, ή πεποίθηση πως αυτή η σύγχυση των ρόλων παρείχε και κάποια επιπλέον εξασφάλιση, ως προς την αποπληρωμή του δανείου.
- Αναφέρονταν, ο ΜΕ1, στο Τεκμήριο 5, ως να ήταν συμφωνία και μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1, χωρίς να είναι, περισσότερο επιλέγοντας όρους από το κάθε ένα έγγραφο, για να συνθέσει την εικόνα που τους είχε παρουσιαστεί. Κατά την αντεξέτασή του, ήταν έκδηλη, σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του, η άγνοια ή η αμφιβολία ως προς διάφορα γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, για το ότι το δάνειο ήταν σε στερλίνες, ενώ νόμιζε ότι ήταν σε ευρώ. Η επαφή των Εναγόντων με το τι συνέβαινε στην Κύπρο σε σχέση με το ακίνητο στο οποίο επένδυσαν ήταν μηδαμινή, καθότι βασίστηκαν στον τοπικό τους σύνδεσμο και στην προστασία που τους διασφάλιζε πως θα είχαν. Ακόμα και τα έγγραφα που υπέγραψαν ή θα υπέγραφαν, τα κρατούσε ο οικονομικός τους σύμβουλος.
- Ειδικότερα, προσκόμισε, ο ΜΕ1, ένα έγγραφο, που φέρεται ως πρόσθετη συμφωνία, στη σύμβαση πώλησης, δια του οποίου, όπως αναφέρει, συμφωνήθηκε, όπως η Εναγόμενη 1 εγκαταλείψει την πληρωμή του ποσού των €6.428,00 που θα ήταν πληρωτέο κατά την παράδοση της κατοχής (Τεκμήριο 6). Το Τεκμήριο 6, που δεν φέρει ημερομηνία, ως προσκομίστηκε, δεν φέρει ούτε υπογραφή από την Εναγόμενη
- Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ανέφερε πως τους είπαν να το υπογράψουν πρώτα εκείνοι και πως μετά θα το υπέγραφε και η Εναγόμενη
- Δεν αναζήτησαν καν υπογεγραμμένο το εν λόγω έγγραφο, καθότι ο σύμβουλός τους στην Αγγλία κρατούσε και όλα τα σχετικά έγγραφα. Πάντως, χωρίς να προσκομίζεται στο Δικαστήριο τέτοιο έγγραφο, υπογεγραμμένο και από την Εναγόμενη 1, δεν μπορεί να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως έγγραφη συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης
- Ανεξάρτητα όμως από αυτό, αναφέρεται σε χρονικό στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης πώλησης που ουδέποτε επήλθε, συνεπώς, δεν είναι και σχετικό με την επίλυση αυτής της διαφορά.
- Ημερομηνία και υπογραφή από όλα τα μέρη δεν έχει ούτε το Τεκμήριο 7, που προσκόμισε, λέγοντας πως συνιστά συμφωνία των Εναγόντων με τη RopUK με την οποία, ενώ δεν ολοκληρώθηκε καν η οικοδομή, συμφωνούσαν και τον τρόπο διαχείρισής της, για να επέλθει το υποσχόμενο κέρδος.
- Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 έδειξε επίσης προφανή δυσκολία να αντιληφθεί την ανάληψη υποχρεώσεων από τους Ενάγοντες ή την έκθεσή τους σε οποιουσδήποτε συμβατικούς κινδύνους. Έδειξε πως οι Ενάγοντες περισσότερο επαφίονταν στο ότι ήταν ένα ασφαλές πλάνο αυτό που τους παρουσιάστηκε, που, οτιδήποτε και να πήγαινε λάθος, οι ίδιοι, θα δεν θα ήταν εκτεθειμένοι. Προφανώς, αυτή ήταν μια πεποίθηση βασισμένη σε αναληθή γεγονότα και σε λανθασμένες απόψεις. Γιατί κάθε off-plan αγορά έχει εγγενείς κινδύνους, ενώ ήταν και έκδηλο, από το Τεκμήριο 2, πως η Τράπεζα, ευλόγως δηλαδή, είχε διασφαλίσει το λαβείν της, ακόμα και σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 δεν ολοκλήρωνε και δεν παρέδιδε το ακίνητο στους Ενάγοντες, ενώ έναντι στην Τράπεζα υπόχρεοι ήταν οι Ενάγοντες, ως πρωτοφειλέτες, ασχέτως των εξασφαλίσεων που υπήρχαν. Δεν υπογράφθηκε μια κοινή συμφωνία, μια «συμφωνία ομπρέλα», που να εμπλέκει όλους τους συμμετέχοντες στο επενδυτικό πλάνο, και οι ξεχωριστές συμφωνίες που υπογράφθηκαν απέκλεισαν η κάθε μια την εξάρτησή της από την άλλη, διατηρώντας την αυτοτέλειά τους, αλλά αποκλίνοντας και από ό,τι παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες από τις Αγγλικές εταιρείες ως το ευρύτερο επενδυτικό πλάνο.
- Όλη αυτή η αποστασιοποίηση που εξέφρασε ο ΜΕ1 προβλημάτισε. Όταν, κατά την αντεξέτασή του, του υποδείχθηκε αλληλογραφία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και προσώπου που φέρεται ως η Ενάγουσα 2, η σύζυγός του (Τεκμήρια 23, 24, 25, 26), ανέφερε πως δεν γνωρίζει, αλλά ούτε ήταν και σε θέση να πει, ξεκάθαρα, εάν η ηλεκτρονική διεύθυνση από την οποία προέρχονταν η ηλεκτρονική επικοινωνία ανήκει ή όχι στη σύζυγό του. Δήλωσε πως δεν θυμάται, καθότι παρήλθαν αρκετά χρόνια. Είναι γεγονός ότι παρήλθαν αρκετά χρόνια και η μνήμη εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου. Βεβαίως, το να εξασθενεί μόνο για την ηλεκτρονική επικοινωνία με την Εναγόμενη 1, εναντίον της οποίας οι Ενάγοντες ήγειραν και αγωγή, εκδηλώθηκε ως αξιοπερίεργο. Σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασής του, όταν η συνήγορος της Εναγόμενης 1 επέμεινε να του υποδεικνύει ηλεκτρονικά μηνύματα, ο ΜΕ1 ανέφερε πως η ηλεκτρονική διεύθυνση της συζύγου ήταν με το «yahoo». Υποδεικνύοντάς του τότε, η συνήγορος της Εναγόμενης 1, πως, όντως, μετά από την 22.10.2010, η Ενάγουσα 2 είχε αλλάξει ηλεκτρονική διεύθυνση, αποκτώντας ηλεκτρονική διεύθυνση που τελειώνει σε «yahoo.co.uk» και ενημερώνοντας μάλιστα σχετικά και την δικηγόρο και την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 27), ο ΜΕ1 δέχθηκε πως είναι εκείνη η ηλεκτρονική διεύθυνση, συνεχίζοντας, όμως, να αρνείται το γεγονός της ύπαρξης επικοινωνίας γενικά, και να αναζητά, με απορία, τρόπο να ξεφύγει από αυτό το δεδομένο.
- Η εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο δεν είναι πως ο ΜΕ1 ήταν ανειλικρινής, αλλά πως δεν γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, εξ αρχής αυτών. Η επικοινωνία ήταν με τη σύζυγό του, όπως εξάλλου φαίνεται στα Τεκμήρια 22-27, η οποία είναι άγνωστο σε τι έκταση επικοινωνούσε με τον ΜΕ
- Ο ίδιος ο ΜΕ1 φαίνεται να είχε περισσότερη προσωπική εμπλοκή ή να έδωσε μεγαλύτερη σημασία όταν πλέον τα πράγματα άρχισαν να εξελίσσονται προβληματικά, ειδικότερα όταν η Τράπεζα απαίτησε την πληρωμή του δανείου (Τεκμήριο 9) και, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, τότε προκλήθηκε γενικά αναστάτωση γιατί έπρεπε να πληρωθεί ένα δάνειο χωρίς να παραληφθεί το ακίνητο. Αυτή η εικόνα συνάδει και με τις λοιπές αναφορές του ΜΕ1, αλλά και με τις ασάφειες, που, γι' αυτό τον λόγο, φυσιολογικά, υπήρχαν στα λεγόμενα του ΜΕ1, ακόμα και σχετικά με τα ποσά που πληρώθηκαν ακριβώς. Αντίστοιχα, ταιριάζει και με τη φυσικότητα και τη ροή του λόγου του, με την οποία κατέθεσε για τα μετέπειτα, καλύτερα γνωστά γεγονότα. Όπως, για παράδειγμα, για το γεγονός πως είχε επισκεφθεί την Κύπρο ένας εκ των αγοραστών στο συγκρότημα, που τους ενημέρωσε πως είδε το έργο και πως ό,τι είχε ανεγερθεί, ήταν μόνον ο σκελετός. Οι φωτογραφίες που εκείνος τους έστειλε ήταν και οι μόνες που έλαβαν σχετικά με την πρόοδο των εργασιών, εφόσον και η RopUK, που είχε σπεύσει για την υπογραφή ακόμα και της συμφωνίας διαχείρισης, τους ανέφερε μόνο πως, όταν λάβει φωτογραφίες, θα αναρτήσει στη σελίδα της, κάτι που ουδέποτε έγινε. Το ξάφνιασμά του, που συνοδεύτηκε από παρατεταμένη σιωπή στο εδώλιο, όταν του υποδείχθηκε πως η Τράπεζα είχα αρχικά απαιτήσει πληρωμή από το 2014 (Τεκμήριο 9β) και όχι από το 2015, που ο ίδιος είχε την εντύπωση πως απαίτησε το δάνειο.
- Η ελλιπής γνώση του ΜΕ1 για τα αρχικά γεγονότα δεν αναιρεί πάντως το ότι η Εναγόμενη 1 δεν ολοκλήρωσε και δεν παρέδωσε οποτεδήποτε το ακίνητο στους Ενάγοντες. Ούτε ότι σταμάτησαν οι πληρωμές προς την Εναγόμενη 1, που ο ΜΕ1, με την ίδια άγνοια για εκείνο το στάδιο, δεν γνώριζε να πει με λεπτομέρεια. Την ίδια στιγμή, ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε ή δεν τοποθετήθηκε ενάντια στο ότι καλώς σταμάτησαν οι πληρωμές από τη δικηγόρο και την Τράπεζα, εφόσον δεν προχωρούσε η εκτέλεση του έργου, ενώ ήδη καταβλήθηκε ένα αρκετά μεγάλο ποσό.
- Ειδικότερα, ο ΜΕ1 προσκόμισε και καταστάσεις τρεχούμενου τραπεζικού λογαριασμού (Τεκμήριο 8), από τις οποίες προκύπτει πως πιστώθηκε το ποσό του δανείου σε ευρώ, €92.120,68, από το οποίο πληρώθηκαν ορισμένα έξοδα σχετικά με το δάνειο. Έπειτα, πρόσθετα των ποσών που πλήρωσαν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1, μέχρι και την υπογραφή της σύμβασης πώλησης, με ιδία κεφάλαια, πληρώθηκαν και τα εξής ποσά, απευθείας από το προϊόν του δανείου: €20.000,00 την 04.01.2010, €22.000,00 την 22.02.2010 και €7.000,00 την 30.03.
- Εν τέλει, παρόλη τη σύγχυση στα λεγόμενα του ΜΕ1, ακόμα και ως προς τις πληρωμές που έγιναν, δεν αμφισβητήθηκε και έγινε παραδεκτό το γεγονός, που απορρέει και από έγγραφα που δεν αμφισβητούνται, πως πληρώθηκαν στην Εναγόμενη 1 τα προαναφερόμενα ποσά, που ανέρχονται συνολικά σε €51.000,00, και με τα ποσά που ήδη πληρώθηκαν από τους Ενάγοντες που με τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας ήταν €2.340,08 και €16.680,21 (Τεκμήρια 13 και 14), σε €70.020,29, έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης των €128.560,00 (Τεκμήριο 1).
- Οι Ενάγοντες ήταν σε μία κατάσταση όπου, βρισκόμενοι σε απόσταση και χωρίς δυνατότητα ελέγχου των εργασιών και λόγω ξαφνικά της παύσης της ενημέρωσής τους για την πρόοδο των εργασιών με συγκεκριμένο τρόπο, είτε από την Εναγόμενη 1 είτε από την RopUK, εάν δεν έδιδαν οδηγίες στην δικηγόρο που ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος να μην απελευθερώσει πληρωμές που ζητούσε η Εναγόμενη 1, εντός μερικών ωρών μόνον, η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος θα προέβαινε, κατά την Εναγόμενη 1 και το Τεκμήριο 24, σε τέτοιες πληρωμές. Οι Ενάγοντες είχαν τεθεί σε ένα σύστημα πληρωμών που, ως εξελίσσονταν, δημιουργούσε εύλογες πάντως ανησυχίες πως, σε κάποιο στάδιο, θα καταβάλλονταν στην Εναγόμενη 1 ολόκληρο το προϊόν του δανείου, αλλά δεν θα ολοκλήρωνε και δεν θα παρέδιδε το ακίνητο στους Ενάγοντες, οι οποίοι, πρόσθετα, θα ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν ολόκληρο το δάνειο με ιδία κεφάλαια. Η αρχική τυπικότητα, επιμέλεια και φροντίδα που λάμβαναν, και από την RopUK, είχαν εξαφανιστεί, όταν παρουσιάστηκαν τα προβλήματα στο έργο. Όπως και η δυνατότητα για λύσεις, πέρα από αυτές που υπόσχονταν η μπροσούρα του Τεκμηρίου
- Είναι λογικό να μην μπορεί ο ΜΕ1 να απαντήσει με σαφήνεια σε ερωτήσεις της κυρίας Φλωράκη για το «ποιος είναι υπεύθυνος», ή να εκφράζει ευκολότερα τη δυσπιστία του για τους χειρισμούς της Εναγόμενης 1, παρά του οικονομικού συμβούλου των Εναγόντων και της Roxburgh, που γνωρίζει για χρόνια. Αυτό ακόμα κι αν γνωρίζει, όπως είπε, πως η RopUK, τελικά, το 2010, πτώχευσε, και το Τεκμήριο 5 ετοιμάστηκε από τον οικονομικό τους σύμβουλο σε συνεργασία (δική του) με την RopUK. Είχαν τέτοια εμπιστοσύνη στον οικονομικό τους σύμβουλο, οι Ενάγοντες, στους καθησυχασμούς που λάμβαναν, που φαίνεται να έκλεισαν τα μάτια ακόμα και σε ένα τέτοιο γεγονός, της πτώχευσης ή διάλυσης εταιρειών του δικτύου της RopUK, αναμένοντας, μάλιστα, και ενέργειες από τη RopUK. Το «ποιος είναι υπεύθυνος» είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει μεν το Δικαστήριο τώρα, περιοριζόμενο, όμως, αναγκαστικά, λόγω του τρόπου έγερσης της απαίτησης των Εναγόντων, των ενώπιον του διαδίκων, αλλά και της εξέλιξης της διαδικασίας, στη συμβατική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης
- Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, με τις επιστολές τους ημερομηνίας 09.09.2015 (Τεκμήρια 10 και 11), οι Ενάγοντες, δια του δικηγόρου τους, τερμάτισαν τις συμφωνίες πώλησης και δανείου, αντίστοιχα. Όσον αφορά τη συμφωνία πώλησης, στο Τεκμήριο 10, εκθέτουν σωρεία λόγων, αρχίζοντας, χρονικά, από το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε ολοκλήρωσε και παρέδωσε στους Ενάγοντες το ακίνητο, παράλληλα αφήνοντάς τους εκτεθειμένους στο δάνειο, και χωρίς να τους αποζημιώσει με οποιονδήποτε τρόπο. Οι Ενάγοντες απαίτησαν την επιστροφή των ποσών που πλήρωσαν στην Εναγόμενη
- Καταλήγοντας με τη μαρτυρία του ΜΕ1, σε γενικές γραμμές, παρόλες τις αδυναμίες της, που σχετίζονται με τη μη γνώση του ΜΕ1 για όλα τα γεγονότα ή και την πάροδο του χρόνου και την μη ικανότητα του ΜΕ1 να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβη, συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία και με γεγονότα παραδεκτά, και δεν μπορεί να λεχθεί πως δεν είναι αξιόπιστη μαρτυρία. Ο ΜΕ1 ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, και ενδιαφέρουν τα γεγονότα που έχει μαρτυρήσει καθαυτά, όχι πώς ο ΜΕ1 ερμηνεύει τα γεγονότα. Τα γεγονότα, λοιπόν, που ανέφερε, δεν αποκλίνουν από το πλαίσιο των μη αμφισβητούμενων γεγονότων και εγγράφων. Εάν η μαρτυρία του ΜΕ1 επαρκεί ή εάν βοηθά στο να δοθεί και η νομική λύση, είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα.
- Ενώ τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 13 και 14 συμποσούνται σε €19,020,08, οι Ενάγοντες αξιώνουν ένα διαφορετικό ποσό. Κατά τη διαδικασία της μαρτυρίας του ΜΕ1, διευκρινίστηκε ο λόγος της διαφοράς στην αναγραφή των ποσών.
- Ο ΜΕ2 είναι προσοντούχος και πεπειραμένος πολιτικός μηχανικός (Τεκμήρια 15-18). Τα προσόντα του δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης. Του δόθηκαν οδηγίες από τον δικηγόρο των Εναγόντων, εκ μέρους των Εναγόντων, να επισκεφθεί το επίδικο ακίνητο, και να ετοιμάσει έκθεση σχετικά με το εύρος της κατασκευής (Τεκμήριο 19). Για την ετοιμασία της έκθεσής του, του δόθηκαν τα σχέδια που κατατέθηκαν για τους σκοπούς της πολεοδομικής άδειας. Στο μεταξύ, επισκέφθηκε το ακίνητο την 18.01.2023 και άρχισε να καταγράφει ό,τι είδε. Την 26.01.2023, του στάλθηκαν και το έγγραφο γνωστοποίησης της χορήγησης της πολεοδομικής άδειας, ημερομηνίας 31.10.2017, που περιλαμβάνει όρους σε επτά σελίδες, η επιστολή του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων προς τον Έπαρχο Πάφου ημερομηνίας 05.09.2017 με θέμα «ζημιές σε εγκαταστάσεις του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου», σειρά με αρχιτεκτονικά σχέδια του Ιανουαρίου 2008, που κατατέθηκαν στην Πολεοδομία το 2017, καθώς και η αίτηση στην Πολεοδομική Αρχή ημερομηνίας 12.10.
- Στις σελίδες 2-7 της έκθεσής του, εκθέτει τι προορίζονταν να κτιστεί. Στις σελίδες 9-22, απεικονίζει, μέσα από φωτογραφίες των κατασκευών, τι κατασκευάστηκε.
- Ο σκελετός του ορόφου στο συγκρότημα στο οποίο βρίσκεται το διαμέρισμα (ισόγειο του Block G), όπως αναφέρει, έχει κατασκευαστεί, αλλά δεν υπάρχει η πλάκα οροφής των κεντρικών διαμερισμάτων και η κατασκευή των διαμερισμάτων του βόρειου τμήματος για την ολοκλήρωση του σκελετού του Block G. Από το όλο έργο, το μόνο τμήμα που ολοκληρώθηκε, σε επίπεδο σκελετού, είναι το Block F. Τέσσερα από τα Blocks που είχαν αδειοδοτηθεί δεν ξεκίνησαν καθόλου. Σε κάποια Blocks, κατασκευάστηκαν εν μέρει και οι εξωτερικές τοιχοποιίες από τούβλο, όπως στο Block H. Μαζί με την ολοκλήρωση του σκελετού, υπολείπονται και όλες οι άλλες εργασίες (ηλεκτρολογικές, μηχανολογικές, υδραυλικές, υγρομονωτικές, θερμομονωτικές, ξυλουργικές, τοποθέτηση αλουμινίων στα εξωτερικά ανοίγματα, τοποθέτηση πατωμάτων, τελικά βαψίματα και όλες οι εξωτερικές εργασίες), για την ολοκλήρωση του συγκροτήματος. Επίσης, είναι αντιληπτό, όπως αναφέρει, πως δεν χορηγήθηκε άδεια οικοδομής και η υφιστάμενη κατασκευή δεν είναι νόμιμη.
- Νοείται πως ο ΜΕ2 δεν μπορεί να γνωρίζει την κατάσταση του ακινήτου το 2010, εφόσον το επισκέφθηκε το
- Συνάγεται, βεβαίως, λογικά, σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία, πως το ακίνητο δεν είχε ολοκληρωθεί το 2010, και μετέπειτα να είχαν αφαιρεθεί εργασίες που έγιναν, για να είναι στην κατάσταση που ο ΜΕ2 διαπίστωσε το
- Άρα το ότι επισκέφθηκε το 2023 το ακίνητο, και όχι νωρίτερα, δεν διαφοροποιεί οτιδήποτε. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2, εξήγησε πλήρως την έκθεσή του. Ανέφερε, επίσης, πως, ακόμα και η πρόσβαση στο ακίνητο των Εναγόντων είναι δύσκολη, λόγω της βλάστησης, που αφέθηκε και μεγάλωσε. Απαντούσε με βεβαιότητα και σαφήνεια, ξεκαθαρίζοντας τα σημεία στα οποία δεν μπορούσε να απαντήσει γιατί δεν του δόθηκαν σχετικά στοιχεία. Δεν προκύπτει, από οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ2, πως το Δικαστήριο θα πρέπει να τη θεωρήσει αναξιόπιστη. Είναι αποδεκτή, στο σύνολό της.
- Βεβαίως, ο ΜΕ2, ενώ αναφέρει ποσοστό συμπλήρωσης με αναφορά μόνο στον σκελετό, δεν αναφέρει ποσοστό συμπλήρωσης που αντιστοιχεί στον σκελετό επί του όλου. Αντίστοιχα, η μαρτυρία του δεν είναι σχετική με την αξία των εργασιών του σκελετού που έχουν εκτελεσθεί. Επομένως, ασχέτως εάν είναι πιστευτή, σε τι βαθμό μπορεί να χρησιμεύει, θα διαφανεί στη συνέχεια.
- Ο ΜΥ1, εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 1, ανέφερε πως το συγκεκριμένο έργο είχε αποφασίσει να το ανεγείρει από το
- Η πλειονότητα των πελατών της Εναγόμενης 1, κατ' εκείνο τον χρόνο, ήταν αλλοδαποί, ειδικότερα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Εναγόμενη 1 συνεργάζονταν με διάφορες εταιρείες με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, για να προωθήσει τα ακίνητά της στην Αγγλική αγορά. Ήταν εταιρείες που παρουσιάζονταν ως ανεξάρτητοι οικονομικοί σύμβουλοι ή σύμβουλοι ακινήτων (IFA), που παρείχαν επενδυτικές συμβουλές σε φυσικά πρόσωπα, που ήθελαν να επενδύσουν σε ακίνητα σε άλλες χώρες, περιλαμβανομένης της Κύπρου. Οι IFA ετοίμαζαν για τους πελάτες και μελλοντικούς επενδυτές στην Κύπρο ένα επενδυτικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο θα αγόραζαν μια ή περισσότερες κατοικίες από διάφορες εταιρείες ανάπτυξης γης, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, είτε για σκοπούς επένδυσης είτε για προσωπική χρήση, και για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούσαν τους δικούς τους δικηγόρους και συμβούλους, προκειμένου να ολοκληρώσουν τις έρευνες δέουσας επιμέλειας για έλεγχο του ακινήτου, του έργου και της εταιρείας. Η συνεργασία με τους IFA σήμαινε ότι η πωλήτρια εταιρεία παρουσίαζε τα έργα, εξηγούσε τα χαρακτηριστικά κάθε οικοδομικού συγκροτήματος, τις προδιαγραφές, την τοποθεσία, παρουσίαζε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και ενημέρωνε για την τιμή κάθε μονάδας, ή και για τυχόν διαθέσιμα πακέτα επίπλων και εξοπλισμού, ώστε να ενημερώσουν τους επενδυτές και για εκείνη τη δυνατότητα, εάν επιθυμούν να παραλάβουν ένα πλήρως εξοπλισμένο σπίτι. Στο πλαίσιο του επενδυτικού σχεδίου, οι IFA πρότειναν στους επενδυτές πελάτες τους, εάν το επιθυμούσαν, μέρος του τιμήματος αγοράς να το εξασφάλιζαν με δανεισμό από διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης
- Μια εκ των IFA, με την οποία υπήρχε τέτοια συνεργασία, ήταν και η RopUK, η οποία, με τη σειρά της, συνεργάζονταν και με άλλες εταιρείες ή φυσικά πρόσωπα που παρείχαν αντίστοιχες υπηρεσίες, όπως την Roxburgh.
- Η Εναγόμενη 1, την 20.07.2009, έλαβε από τη RopUK έντυπο, με το οποίο ενημερώνονταν πως οι Ενάγοντες ενδιαφέρονταν για την αγορά του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 20). Στο Τεκμήριο 20, αναφέρονται τα στοιχεία των Εναγόντων, αλλά και πληροφορίες που περιέχονται και στο Τεκμήριο
- Αναφέρεται, επίσης, πως το αρχικό ποσό πληρώθηκε για σκοπούς κράτησης, εξ ου και ο ΜΕ1 έκανε αναφορά στο Τεκμήριο 5 ως σε «συμφωνία κράτησης», εννοώντας πως πληρώθηκε το συγκεκριμένο ποσό, για να γίνει κράτηση του επίδικου ακινήτου, με σκοπό το συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο. Για δέσμευση του ακινήτου με την πληρωμή του ποσού των €2.340,08 (που αντιστοιχούσε σε GBP 2.000,00) έκανε λόγο και ο ΜΥ1 (Τεκμήριο 13). Την 16.09.2009, ολοκληρώθηκε η αγορά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, και, όπως αναφέρει ο ΜΥ1, η IFA των Εναγόντων είχε προβεί σε κάθε ενδεδειγμένο έλεγχο του ακινήτου. Την 28.08.2009, καταβλήθηκε και το ποσό των €16.680,21, ως η πρώτη δόση (Τεκμήριο 14). Η διαφορά ανάμεσα στα ποσά που αναγράφονται στο πωλητήριο έγγραφο και στα ποσά που εισπράχθηκαν οφείλεται, όπως εξήγησε, στη διαφορά στη συναλλαγματική ισοτιμία της στερλίνας με το ευρώ από την ημερομηνία αποστολής μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης στον λογαριασμό της Εναγόμενης
- Το υπόλοιπο ποσό των €102.848,00 θα πληρώνονταν σταδιακά απευθείας στην Εναγόμενη 1, κατ' απαίτηση της Εναγόμενης 1, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών στο ακίνητο, είτε από δάνειο που θα εξασφάλιζαν οι Ενάγοντες είτε από δικά τους κεφάλαια. Εν τέλει, οι Ενάγοντες αποτάθηκαν για τη λήψη δανείου για τον σκοπό αυτό και υπέγραψαν και τη συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο.
- Την 14.12.2009, είχε γίνει και συνάντηση των Εναγόντων στο Livongston, στο Ηνωμένο Βασίλειο, με υπάλληλο της Εναγόμενης 1, με σκοπό να τους βοηθήσει στην υπογραφή διαφόρων εγγράφων. Η συνεννόηση για τη συνάντηση είχε γίνει μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας, από την ηλεκτρονική διεύθυνση που αναγράφεται στην ηλεκτρονική επικοινωνία (Τεκμήρια 21-26).
- Όσον αφορά τις άδειες, την 09.04.2009, είχε εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια και η αίτηση για την άδεια οικοδομής είχε υποβληθεί την 22.09.
- Μετά την κατάθεση των σχετικών εγγράφων, ανταλλάχθηκαν διάφορες επιστολές, υπήρχε συχνή επαφή με τις αρμόδιες αρχές, για την προώθηση της αίτησης. Όπως τους ενημέρωσαν, δεν υπήρχε κάποιο ουσιαστικό ζήτημα ή παράβαση από πλευράς της Εναγόμενης 1 και η έκδοση της άδειας οικοδομής ήταν θέμα τυπικό, εξ ου και δεν είχαν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της Εναγόμενης 1 από την Επαρχιακή Διοίκηση. Εντωμεταξύ, η ετοιμασία για ανέγερση του συγκροτήματος είχε αρχίσει και υπήρξε σημαντική πρόοδος. Ολοκληρώθηκε η προετοιμασία του όλου οικοπέδου προς ανάπτυξη, οι χωματουργικές εργασίες, οι επιχωματώσεις, η ανέγερση τοίχων αντιστήριξης, η προετοιμασία κατασκευής των υποδομών του όλου συγκροτήματος και των κοινόχρηστων του χώρων.
- Οι Ενάγοντες, σταδιακά, και σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών, κατά τη θέση του ΜΥ1, κατέβαλαν, την 04.01.2010, το ποσό των €20.000,00, την 22.02.2010, το ποσό των €22.000,00, και την 30.03.2010, το ποσό των €7.000,00 (Τεκμήριο 8). Πριν από κάθε πληρωμή, η Εναγόμενη 1 έστελνε ηλεκτρονικό μήνυμα στους αγοραστές, με κοινοποίηση στην Τράπεζα και στον δικηγόρο που είχε πληρεξούσιο έγγραφο για να προβαίνει σε πληρωμές.
- Για την πληρωμή των €20.000,00 την 05.02.2010, όπως αναφέρει ο ΜΥ1, είχε ζητηθεί ποσό €25.000,00, αλλά κρίθηκε ότι θα έπρεπε να πληρωθεί το ποσό των €20.000,00, και η Εναγόμενη 1 δεν είχε ένσταση, διότι δεν ήταν μεγάλη η διαφορά. Η μαρτυρία αυτή του ΜΥ1 είναι σε κάποια διάσταση πάντως με το Τεκμήριο 8, και τα προηγουμένως δικά του λεχθέντα, ότι τον Φεβρουάριο του 2010 ήταν €22.000,00 που πληρώθηκαν, και όχι €20.000,00, και ό,τι αναφέρει ο ίδιος ως διαφορά, δεν ήταν €5.000,00, αλλά €3.000,
- Δεν είναι ουσιώδες το σημείο. Ουσιωδέστερο είναι το γεγονός πως, στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 05.02.2010, δεν είχε εξηγήσει, η Εναγόμενη 1, γιατί ζητά επιπλέον χρήματα, μόλις λίγες ημέρες μετά την πληρωμή των €20.000,00 τον Ιανουάριο του
- Την 10.05.2010, όπως αναφέρει ο ΜΥ1, ζητήθηκε και ποσό €13.000,
- Επειδή δεν λήφθηκε το ποσό που ζητήθηκε, όπως αναφέρει, την 25.05.2010, ζητήθηκε εκ νέου το ποσό των €13.000,
- Δεν εξηγεί, όμως, ο ΜΥ1, τον λόγο για τον οποίο αξιώνεται και το ποσό αυτό, σε συνάρτηση με την πορεία των εργασιών.
- Τον Μάιο του 2010, όπως αναφέρει ο ΜΥ1, πλέον στο Δικαστήριο, είχε ολοκληρωθεί η θεμελίωση του σκελετού του Block G μέχρι και την πλάκα του δεύτερου ορόφου. Οι εργασίες που είχαν γίνει στο έργο, κατά τον ΜΥ1, αντιστοιχούσαν στο 65% των οικοδομικών εργασιών ολοκλήρωσής του. Το ποσοστό αυτό είχε υπολογιστεί, όπως λέει, γιατί η Εναγόμενη 1 ήταν ο ένας και μοναδικός εργολάβος, χωρίς υπεργολάβους, αγόραζε όλα τα υλικά οικοδομής και τα βαριά μηχανήματα και τις πρώτες ύλες και όλα τα απαιτούμενα και προχωρούσε η ίδια με τις εργασίες. Το ποσό των €13.000,00 είχε καταστεί απαιτητό λόγω της προόδου των εργασιών, που ήταν στο 65%.
- Ο ΜΥ1, αν και αναφέρθηκε σε ποσοστό 65%, αυτό δεν είναι ορατό από το φωτογραφικό υλικό που προσκόμισε ο ΜΕ2 στο Δικαστήριο, δια του Τεκμηρίου 19, που δεν αμφισβητήθηκε πως απεικονίζει το ακίνητο. Επίσης, δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, όπως κάποιο πιστοποιητικό από τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου ή κάποιον ειδικό. Η δε εξήγηση που έδωσε ο ΜΥ1 σε σχέση με τον καθορισμό του 65%, με την αναφορά στην απουσία υπεργολάβων, δεν αναφέρεται σε κάποια λογική, πως ο σκελετός που κατασκευάζεται από ένα μόνο νομικό πρόσωπο ανέρχεται στο 65%, αλλά ο σκελετός που κατασκευάζεται από περισσότερα νομικά πρόσωπα, που σχετίζονται με μεταξύ τους με υπεργολαβία, ανέρχεται σε χαμηλότερο ποσοστό. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι το ποσοστό συμπλήρωσης του ακινήτου των Εναγόντων, που ήταν στον σκελετό, χωρίς την πλάκα του δεύτερου ορόφου, αντιστοιχούσε σε 65% ποσοστό συμπλήρωσης.
- Οι Ενάγοντες, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, παρέλειψαν να καταβάλουν το ποσό των €13.000,00, ενώ, από το Φθινόπωρο του 2010 και μετέπειτα, αναπτύχθηκε ένα πολύ αρνητικό κλίμα για την Εναγόμενη 1 στο εξωτερικό και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αναληθείς διαδόσεις περί δήθεν διάλυσης και οικονομικής αδυναμίας, που υποκινούνταν από IFA ή μεσίτες και άλλους που ήθελαν να βλάψουν την Εναγόμενη
- Ως αποτέλεσμα αυτών ήταν που είχαν ανασταλεί οι πληρωμές από την πλειοψηφία των Άγγλων αγοραστών, που κινούνταν ομαδικά, με αποτέλεσμα και την αναστολή των οικοδομικών εργασιών όλου του συγκροτήματος. Ο ΜΥ1, ωστόσο, δεν εξήγησε με περισσότερες λεπτομέρειες στο Δικαστήριο το περιεχόμενο των διαδόσεων που θεωρεί πως ήταν αναλήθειες, αλλά και τι έπραξε η Εναγόμενη 1 για να καθησυχάσει τους αγοραστές, που, καλώς ή κακώς, περιήλθαν σε καθεστώς ανησυχίας, ώστε να συνεχίσει απρόσκοπτα η συνεργασία τους. Φάνηκε στο Δικαστήριο μια προσπάθεια της Εναγόμενης 1 να μετατοπιστεί η αιτία του προβλήματος που παρουσιάστηκε, αλλού.
- Η Εναγόμενη 1, πριν από την αναστολή των εργασιών, όπως είναι η θέση του ΜΥ1, είχε συμμορφωθεί πλήρως με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και δεν παράβηκε οποιονδήποτε όρο του, ώστε να δίδει δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίσουν. Δεν είχαν δικαίωμα, κατά τη γνώμη του, να τερματίσουν, αλλά ούτε και να απαιτήσουν την επιστροφή των καταβληθέντων. Εξάλλου, είχαν εκχωρήσει τα δικαιώματά τους στην Τράπεζα, όπως είπε. Μέχρι και σήμερα, ο ΜΥ1 θεωρεί πως θα πρέπει οι Ενάγοντες να καταβάλουν στην Εναγόμενη 1 το ποσό των €13.000,00, πλέον τόκο προς 9% από την 01.06.2010 μέχρι εξόφλησης. Την αξίωση αυτή δεν την εξηγεί, με αναφορά σε πιστοποιημένη αξία των εργασιών, σε συνάρτηση με τα ήδη καταβληθέντα χρήματα.
- Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, μεγάλο μέρος των ερωταπαντήσεων ήταν σχετικές με τη μη εξασφάλιση άδειας οικοδομής για το έργο. Εξ ου και έθιξε, ο ΜΥ1, πως η προσπάθεια, από μέρους των Εναγόντων, να αναδειχθεί, η μη εξασφάλιση άδειας οικοδομής, ως «η κορωνίδα της μεγάλης παρανομίας», ενώ ήταν σε όλους γνωστό πώς λειτουργούν τα πράγματα, με τη γραφειοκρατία, αλλά και ότι υπήρχε η πολεοδομική άδεια βάσει της οποίας θα εκδίδονταν η άδεια οικοδομής, σκοπεί στο να μην γίνει αναφορά στο πραγματικό πρόβλημα, που, κατά τον ΜΥ1, ήταν ότι σταμάτησαν οι πληρωμές και δεν μπόρεσε να προχωρήσει το έργο. Εξάλλου, όπως ανέφερε, ήταν γνωστό, κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, πως δεν υπήρχε η άδεια οικοδομής, εξ ου και προβλέφθηκε πως θα εξασφαλίζονταν, δηλαδή ήταν και εκείνη μέρος της συμφωνίας. Ο ΜΥ1 ανέφερε πως, για το έργο, υπήρχε συνεχής συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές, ήταν σε γνώση τους η ανέγερση, υπό τύπο προφορικής άδειας, και θα εκδίδονταν και η επίσημη άδεια οικοδομής εν καιρώ, γι' αυτό ερμηνεύει, ο ίδιος, πως δεν υπήρξε παρανομία, με τον τρόπο ή στην έκταση που επιχειρεί, εκ των υστέρων, η πλευρά των Εναγόντων, να παρουσιάσει. Η ίδια η αρμόδια αρχή δεν θεώρησε παράνομη την κατασκευή. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν εκδόθηκε οικοδομική άδεια για την κατασκευή. Τι σημασία έχει ή δεν έχει αυτό, για τη συμβατική αξίωση, είναι θέμα νομικό, που θα εξεταστεί στη συνέχεια.
- Ο ΜΥ1, πάντως, ήταν σταθερός στην εκδοχή του πως η RopUK δεν ήταν εκπρόσωπος της Εναγόμενης
- Ήταν, όπως είπε, όπως τους «tour operators», που φέρνουν κόσμο στα ξενοδοχεία στην Κύπρο, δεν υπάρχει οτιδήποτε πέραν της απλής συνεργασίας, όπως και με διάφορες άλλες εταιρείες που δυνατόν να συστήνουν πελάτες. Εξάλλου, όπως ανέφερε, είναι ξεκάθαρος όρος τέτοιων συνεργασιών, το πωλητήριο συμβόλαιο να υπογράφεται από τον ίδιο τον αγοραστή όχι δια άλλου προσώπου, άρα να έρχεται σε απευθείας επαφή ο αγοραστής με την Εναγόμενη
- Το πωλητήριο έγγραφο, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, υπογράφθηκε στο γραφείο του, αλλά ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή, ο ίδιος το υπέγραψε σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή. Το Τεκμήριο 6 δεν υπογράφθηκε οποτεδήποτε.
- Η εκδοχή του ΜΥ1 ως προς τη σχέση της Εναγόμενης 1 με την RopUK συνάδει πλήρως και με τα Τεκμήρια 1 και 5, από τα οποία φαίνεται ξεκάθαρα η συνεργασία τους, αλλά και η εξυπηρέτηση ξεχωριστού επιχειρηματικού πεδίου της κάθε μίας. Συνεργάζονται ουσιαστικά για να επωφελούνται κοινής πελατείας, κάτι το οποίο δεν είναι, από μόνο του, μεμπτό, ευρύτερα, στην αγορά. Είναι αποδεκτή αυτή η μαρτυρία το ΜΥ
- Ο ΜΥ1 ερωτήθηκε, κατά την αντεξέτασή του, εάν εκδίδονταν κάποια διατακτικά πληρωμής για τις εργασίες που εκτελούνταν. Εκεί βασικά είναι και η διάσταση στη θεώρηση των δύο πλευρών. Γιατί ο ΜΥ1 τοποθετεί τη δική του θεώρηση στην πρόοδο των εργασιών με αναφορά σε ολόκληρο το έργο και οι Ενάγοντες τοποθετούν τη δική τους θεώρηση στην πρόοδο των εργασιών με αναφορά στο ακίνητο που αγόρασαν, ασχέτως εάν είναι μέρος ενός ευρύτερου έργου. Ο ΜΥ1, εξηγώντας τον τρόπο εργασίας της Εναγόμενης 1, ανέφερε πως ετοιμάζονταν τα αρχιτεκτονικά σχέδια βάσει των οποίων εκδίδονταν η πολεοδομική άδεια. Ταυτόχρονα, αγοράζονταν τα υλικά για το κάθε ακίνητο, αποθηκεύονταν και θα χρησιμοποιούνταν στον χρόνο που χρειάζονταν, ώστε ολόκληρο το έργο να προχωρά ομοιόμορφα, χωρίς καθυστερήσεις. Η πρόοδος των εργασιών αποστέλλονταν στους άμεσα ενδιαφερόμενους. Για την Εναγόμενη 1, ήταν, σε αυτή την περίπτωση, και οι Ενάγοντες 1 και 2, πρωτίστως, όμως, οι πληρεξούσιο αντιπρόσωποί τους, που λάμβαναν γνώση για την πρόοδο. Στην περίπτωση που οι Ενάγοντες ή οι δικηγόροι τους είχαν οποιαδήποτε ερώτηση, αντίρρηση, έστω καλοπροαίρετη άρνηση για πληρωμή της προόδου, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, είχαν το δικαίωμα να ρωτήσουν, για να μάθουν το τι ακριβώς είχε περατωθεί. Οι περισσότεροι, όπως είπε, από τη στιγμή που είχαν οποιαδήποτε επιφύλαξη, η πρακτική τους ήταν να αποταθούν στην Τράπεζα που μπορούσε να διορίσει εκτιμητή ειδικά για τη συγκεκριμένη μονάδα, για να ετοιμάσει εκτίμηση προόδου, που προέκυψε σε πολλές περιπτώσεις. Τα πιστοποιητικά στα οποία γίνεται αναφορά στην ένορκη αποκάλυψη εγγράφων της Εναγόμενης 1, όπως είπε, και θα κατατεθούν από τον ΜΥ2, ήταν έγγραφα μέσω των οποίων ενημέρωνε, το τεχνικό γραφείο, το γραφείο επικοινωνίας της εταιρείας των πελατών. Σε περίπτωση που ζητούσαν περισσότερες πληροφορίες, χωρίς χρέωση, προχωρούσαν και στην αποστολή φωτογραφιών και ανάπτυξη έκθεσης επί του συγκεκριμένου διότι αυτή ήταν η πρακτική. Αλλά, όπως εξήγησε, δεν έστελναν τεχνικής φύσης θέματα, εκτός αν ζητούσαν. Οι πλείστοι ήταν άνετοι γιατί τα περισσότερα λεφτά θα τα εξασφάλιζαν από Τράπεζα που έκανε συχνές εκτιμήσεις, ένιωθαν την ασφάλεια πως δεν αποδεσμεύονταν χρήματα για κάτι που δεν έγινε. Τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της Εναγόμενης 1, δεν προκύπτει από κάπου πως ήταν αναλήθειες. Εξηγούν τον τρόπο θεώρησης της Εναγόμενης 1, αλλά δεν επιλύουν και τη διάσταση, που υφίσταται.
- Εξαιτίας της διαφορετικής θεώρησης της προόδου των εργασιών από την Εναγόμενη 1, σε σχέση με τη θεώρησή της από τους Ενάγοντες, ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί η Εναγόμενη 1 αξιώνει ακόμα €13.000,00 ή το 65% ποσοστό ολοκλήρωσης. Βάζει, σε αυτό το ποσοστό, μερίδιο του τεμαχίου γης, που όμως δεν μεταβιβάστηκε στους Ενάγοντες, τον καθαρισμό, τις χωματουργικές εργασίες, τα σχέδια, τον σκελετό, τις κατασκευές στους χώρους που θα ήταν κοινόχρηστοι, κ.λπ.. Συναρτά το ποσοστό ολοκλήρωσης με τα κόστη της Εναγόμενης 1, ακριβώς, γιατί υπάρχει υπερβολική εστίαση της Εναγόμενης 1 στη χρηματοδότηση του όλου έργου μέσω των κεφαλαίων των αγοραστών, αποσυνδεδεμένα από το κείμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας, του Τεκμηρίου
- Από τα λεγόμενα του ΜΥ1, διαφάνηκε περισσότερο πως το αδιέξοδο, με τον τρόπο που έγινε το εγχείρημα με την ανάπτυξη του συγκεκριμένου έργου, ήταν κοινό, και για την Εναγόμενη 1, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μαζική παύση των πληρωμών από τους αγοραστές, ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους αυτή έγινε, χωρίς να έχει τότε υποστήριξη. Επρόκειτο για επένδυση που ενείχε ρίσκο για όλους, και για την Εναγόμενη
- Η πεποίθηση του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη 1 δεν παράβηκε κανένα συμβατικό όρο απορρέει από την ίδια θεώρηση της έννοιας της προόδου των εργασιών, ως προς την οποία υπάρχει η διάσταση.
- Καταληκτικά σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΥ1, ως προς τις επιμέρους αντικρουόμενες εκδοχές γεγονότων σχετικά με τον βαθμό συνεργασίας της Εναγόμενης 1 με τη RopUK, όπως προαναφέρθηκε, η μαρτυρά του ΜΥ1 συνάδει με τα Τεκμήρια 1 και 5, είναι ξεκάθαρη, σαφής και λογική, και είναι αποδεκτή. Ως προς τις αντικρουόμενες εκδοχές για το ποσοστό συμπλήρωσης των εργασιών, η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι, ως γεγονός, συμπληρώθηκε το 65% του ακινήτου δεν συνάδει με τις φωτογραφίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 19, που αδιαμφισβήτητα απεικονίζουν το ακίνητο, και το κείμενο του Τεκμηρίου 1, δεν αναλύθηκε επαρκώς και κατάλληλα από τον ΜΥ1 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 1, και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αν και εξηγήθηκε πως η έκθεση ενός τέτοιου ποσοστού από τον ΜΥ1 δεν έγινε επειδή ήθελε να παρουσιάσει μια ψευδή εικόνα στο Δικαστήριο, αλλά γιατί έχει διαφορετική βάση η προσέγγιση της Εναγόμενης 1 σχετικά με την πρόοδο των εργασιών. Με εξαίρεση την αναφορά του ΜΥ1 στο ποσοστό συμπλήρωσης των εργασιών, στο 65%, η υπόλοιπη μαρτυρία του, ως προς τα γεγονότα, δεν κλονίστηκε, ως προς την αξιοπιστία της. Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος της αφορά σε μη αμφισβητούμενα έγγραφα και γεγονότα, επί των οποίων, απλώς, ο ΜΥ1 έχει τις δικές του προσεγγίσεις και ερμηνείες, που διαφέρουν από τις αντίστοιχες της πλευράς των Εναγόντων, όπως, για παράδειγμα, στη σημασία του αδιαμφισβήτητου γεγονότος πως δεν είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή.
- Ο ΜΥ2 είναι αρχιτέκτονας, υπάλληλος της Εναγόμενης
- Ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι να επιβλέπει τις οικοδομικές εργασίες στα εργοτάξια της Εναγόμενης 1, ώστε να βεβαιώνει πως οι εργασίες είναι σύμφωνες με τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Όταν και εφόσον του ζητείται, από τον διευθυντή της εταιρείας, εκδίδεται βεβαιώσεις για τις οικοδομικές εργασίες που εκτελέστηκαν. Ο ΜΥ2 εξιστόρησε τα γεγονότα, αρχίζοντας από την απόφαση της Εναγόμενης 1 να ανεγείρει το «Terra Divina», που να αποτελείται από 354 μονάδες, κολυμβητικές δεξαμενές, εστιατόριο, κέντρο ευεξίας, κ.λπ., με σκοπό την πώληση των διαμερισμάτων. Ανέθεσε σε αρχιτέκτονα τη σχετική μελέτη, εξασφαλίστηκαν οι πολεοδομικές άδειες και υποβλήθηκαν οι αιτήσεις για διαχωρισμό και για άδεια οικοδομής, από το
- Οι εργασίες άρχισαν από το 2008, αρχικά με την περίφραξη του τεμαχίου και την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο. Τα υλικά είχαν προαγοραστεί και φυλάγονταν σε αποθήκες της Εναγόμενης 1, για να μην υπάρξει καθυστέρηση. Περί την 31.07.2009, με επιστολή του ΜΥ2 προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Κουκλιών, είχε ενημερώσει για την εξασφάλιση των πολεοδομικών αδειών οικοπεδοποίησης και κτιρίων και για την έγκριση έναρξης των εργασιών μετά από διαβούλευση που είχε το Κοινοτικό Συμβούλιο με την Πολεοδομική Αρχή. Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργήθηκε και νέα δίοδος των μηχανημάτων και των αυτοκινήτων, ώστε να μειωθεί κατ' ελάχιστο η οχληρία και ο επηρεασμός του αρχαίου χωριού των Κουκλιών.
- Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στις εργασίες που έγιναν, λέγοντας πως έγινε καθαρισμός του επιφανειακού χώματος και χάραξη από τον τοπογράφο, εκσκαφή για καθαρισμό και απομάκρυνση και φύλαξη χωμάτων, επιμέρους εκσκαφή κάθε κτιρίου για εδραίωση των τοίχων αντιστήριξης και της θεμελίωσης, καλούπωμα και οπλισμός των τοίχων και χύσιμο σκυροδέματος, ξεκαλούπωμα, μόνωση και επιχωμάτωση και συμπίεση του χώματος σε στρώσεις, κατασκευή θεμελίου κάθε κτιρίου, τοποθέτηση σωλήνων αποχετεύσεων και άλλων υπηρεσιών, έναρξη κατασκευής της τοιχοποιίας εξωτερικά και εσωτερικά και σοβάντισμα, εκσκαφή καναλιών για τοποθέτηση αγωγών και τοποθέτηση δεύτερου ή τρίτου επιχρίσματος αναλόγως, καθώς και διαμόρφωση εξωτερικών χώρων και κοινόκτητων κατασκευών όπως ο τριτοβάθμιος βιολογικός σταθμός λυμάτων, οι υποσταθμοί της ΑΗΚ, οι υπόγειοι χώροι όμβριων υδάτων, το εστιατόριο, το γυμναστήριο, οι κολυμβητικές δεξαμενές, και άλλα.
- Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε, επίσης, στα κόστη για το επίδικο διαμέρισμα, ως εξής: €40.200,00 για το τεμάχιο γης, €10.130,00 για τον σχεδιασμό και τις μελέτες, €1.000,00 για την εξωτερική επίβλεψη, €1.250,00 για τον καθαρισμό, €5.700,00 για την επιχωμάτωση, €6.650,00 για τους τοίχους αντιστήριξης και τις μονώσεις, €9.800,00 για τα πέδιλα, €6.300,00 για τον καλυμμένο χώρο στάθμευσης, €9.800,00 για τη διαμόρφωση της κοινόχρηστης οικοδομής και €0,00 για τα τούβλα. Αυτά τα κόστη που ανέφερε συμποσούνται σε €90.830,
- Το επίδικο διαμέρισμα, κατά τον ΜΥ2, βρίσκεται στη νότια πλευρά του συγκροτήματος και εφάπτεται με τον κοινοτικό χώρο πρασίνου. Η κατασκευή βρίσκεται στον σκελετό, ενώ στο επίδικο έχουν κατασκευαστεί και τα τούβλα, όπως σε όλα τα διαμερίσματα στα χαμηλά επίπεδα, ενώ τα υλικά που απομένουν θα χρησιμοποιηθούν για την αποπεράτωση ολόκληρου του κτιρίου «Gabriella», έχουν ήδη αγοραστεί και τοποθετήθηκαν σε διάφορες αποθήκες της εταιρείας. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, αγοράστηκαν υλικά που αναλογούν στο επίδικο, ως εξής: μηχανολογικά €700,00, ηλεκτρολογικά €500,00, υδραυλικά €500,00, πατώματα και τοίχοι €1.150,00, ξυλουργικά €3.000,00, αλουμίνια €700,00, χρωματισμοί €1.000,00 και απρόβλεπτα €1.000,
- Στη βάση αυτών, ο ΜΥ2 υποστηρίζει πως έχει ολοκληρωθεί το 65% των οικοδομικών εργασιών σε όλο το «Terra Divina» και στο επίδικο διαμέρισμα. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, δεν εκδίδονταν διατακτικά πληρωμής εφόσον η Εναγόμενη 1 έκτιζε, επιβεβαίωνε την ποιότητα και την ποσότητα, πλήρωνε υπαλλήλους και υλικά. Εκδίδονταν απλώς πιστοποιητικά εκτέλεσης εργασιών για ενημερωτικούς σκοπούς της εταιρείας (Τεκμήριο 28).
- Κατά την αντεξέταση και του ΜΥ2, όπως και του ΜΥ1, αρκετές ερωταπαντήσεις επικεντρώθηκαν στο θέμα της άδειας οικοδομής. Με τον ίδιο τρόπο, ο ΜΥ2, όπως και ο ΜΥ1, εξέφρασαν τις απόψεις τους περί νομιμότητας, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι είχαν εξασφαλιστεί οι πολεοδομικές άδειες, γνώριζαν οι αρχές, είχαν εγκρίνει προφορικά την έναρξη των εργασιών και ήταν θέμα χρόνου και γραφειοκρατίας, και ήταν κάτι που συνέβαινε γενικότερα στην πράξη, κ.λπ.. Ισχύουν όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως και για το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ
- Ότι είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν εκδόθηκε οικοδομική άδεια για την κατασκευή, και τι σημασία έχει ή δεν έχει αυτό, για τη συμβατική αξίωση, είναι θέμα νομικό, που θα εξεταστεί στη συνέχεια. Οι αντιλήψεις του κάθε μάρτυρα περί νομιμότητας γενικά, με όλες τις επεκτάσεις που επιχείρησε και ο κύριος Κουζαλής, δεν οδηγούν το Δικαστήριο κάπου.
- Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2, ερωτήθηκε πώς υπολόγισε τα ποσά που ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του, και εκτέθηκαν προηγουμένως, όπως, για παράδειγμα, το ποσό των €40.200,00, ως κόστος που αναλογεί για την αγορά του τεμαχίου. Ο ΜΥ2 απάντησε πως είναι από στοιχεία που έδωσε η εταιρεία και ότι θα πρέπει να αποταθεί, κανείς, στην εταιρεία, δεχόμενος, στη συνέχεια, πως ήταν ένα ποσό που αναλογεί σε όλο το κόστος για την αγορά του τεμαχίου από την Εναγόμενη
- Όταν του υποβλήθηκε πως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τα ποσά που εξέθεσε, αρνήθηκε την υποβολή, ανέφερε πως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς διαιρούνται με τα αρχικά ποσά που δόθηκαν και τα έχει ελέγξει, χωρίς, και πάλι, να εξηγεί πιο συγκεκριμένα γιατί ακολουθήθηκε μια τέτοια μέθοδος υπολογισμού του κόστους και αναζήτησης ποσών από τους Ενάγοντες ή την Τράπεζά τους με τέτοια μέθοδο. Έπειτα, και χωρίς επεξήγηση των ποσών και στο πλαίσιο της ίδιας της μεθόδου που χρησιμοποίησε, δηλαδή με αναφορά στα ολικά ποσά, τις σχετικές αποδείξεις, και το ποσοστό του οποίου έγινε χρήση για να καταλήξει στην αναλογία του διαμερίσματος που αγόρασαν οι Ενάγοντες. Ερωτήθηκε, εάν έχουν κατασκευαστεί τα τούβλα στο επίδικο διαμέρισμα, επειδή έκανε αναφορά σε τούβλα, απάντησε πως επειδή είναι ισόγειο και έχουν κατασκευαστεί τούβλα σε όλα τα ισόγεια, έχουν κατασκευαστεί και σε αυτό. Κλήθηκε να προσκομίσει στοιχεία, όπως κάποια φωτογραφία. Κανένα αποτέλεσμα. Αντίστοιχα, στο Τεκμήριο 19, δεν διακρίνονται τούβλα. Στη συνέχεια, ανέφερε, ο ΜΥ2, πως και ο ίδιος προσπάθησε να βγάλει φωτογραφίες, αλλά, όπως είπε «είναι ζούγκλα». Όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι ο σκελετός, που κατασκευάστηκε μόνον, δεν μπορεί παρά να αντιστοιχεί το πολύ στο 25%, ο μάρτυρας ανέφερε πως επειδή δεν είναι απλό οικόπεδο που κτίζει κάποιος σπίτι μέσα κι αν γίνει ο σκελετός είναι το 25%, δεν μπορεί να συμφωνήσει, εμμένοντας ότι εκτελέστηκε το 65%.
- Ο ΜΥ2 δεν ανέφερε πώς προκύπτουν αυτά τα ποσά που ανέφερε ως κόστη του επίδικου διαμερίσματος. Με δεδομένο και το γεγονός πως, στο Τεκμήριο 1, δεν γίνεται αναφορά πως η χρέωση των Εναγόντων για την κατασκευή του ακινήτου που αγόρασαν θα είναι αναλογικά με όλο το κόστος της Εναγόμενης 1 για το έργο. Δηλαδή, δεν υπάρχει κάποια συμφωνημένη μέθοδος υπολογισμού με βάση την οποία η Εναγόμενη 1 υπολογίζει το κόστος για όλο το έργο και το διαιρεί στις επιμέρους μονάδες, για να το καλύψει, όπως πράττει λόγου χάριν ένας διαχειριστής κοινόκτητης οικοδομής. Για παράδειγμα, το ποσό των €90.830,00 έναντι στο συμφωνηθέν τίμημα πώλησης (που μάλιστα θα περιλάμβανε και έπιπλα και άλλες παροχές) των €128.560,00, είναι περίπου το 70,65% του όλου τιμήματος. Να συμπεράνει, κανείς, ότι το υπόλοιπο €20,35% του τιμήματος θα αφορούσε σε όλες τις άλλες εργασίες, για την ολοκλήρωση του ακινήτου, προφανώς, εκπίπτει από το πλαίσιο λογικής των πραγμάτων. Όπως και το να προκύπτει, με τη μέθοδο αυτή υπολογισμού, εν τέλει, πολλαπλάσιο κόστος για τους Ενάγοντες, από το ξεκάθαρα συμφωνημένο τίμημα πώλησης.
- Εάν η Εναγόμενη 1 ήθελε να συμφωνήσει τον τρόπο καταβολής του τιμήματος πώλησης με τη λογική που εξέφρασαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2, θα μπορούσε να το προτείνει εξ αρχής στους Ενάγοντες, να κατανοήσουν ότι χρηματοδοτούν ολόκληρο το συγκρότημα, για ένα μέρος του, ανάμεσα σε άλλους επιμέρους χρηματοδότες. Ενδεχομένως, τότε, να στάθμιζαν διαφορετικά τους κινδύνους. Στο Τεκμήριο 1 είναι άλλο που συμφωνήθηκε. Είναι βεβαίως κατανοητή και η οπτική της Εναγόμενης 1, αν και μη συμφωνημένη.
- Όπως και ο ΜΥ1, έτσι και ΜΥ2, συγχέει το κόστος κατασκευής για την Εναγόμενη 1, με το κόστος αγοράς για τους Ενάγοντες. Το δεύτερο είναι συμφωνημένο. Το πρώτο, απλώς δεν ενδιαφέρει τους Ενάγοντες. Υπάρχει, αντίστοιχα, η δυσκολία κατανόησης ότι το πρώτο δεν ενδιαφέρει τους Ενάγοντες γιατί οι ίδιοι δεν συμβλήθηκαν για την κατασκευή ακινήτου σε δικό τους ακίνητο, ως ιδιοκτήτες του έργου. Αγόρασαν μια κατοικία από σχέδιο (off-plan), αναμένοντας το έτοιμο αποτέλεσμα. Εκείνο θα έπρεπε παραδώσει η Εναγόμενη 1 στους Ενάγοντες, βασικά μη απασχολώντας τους Ενάγοντες με τα δικά της κόστη.
- Επιπλέον, ο ΜΥ2, όπως και ο ΜΥ1, συγχέει το κόστος κατασκευής με το ποσοστό ολοκλήρωσης των οικοδομικών εργασιών, που όμως είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Το ποσοστό ολοκλήρωσης των οικοδομικών εργασιών αναφέρεται στην έκταση των εργασιών που εκτελέστηκαν, σε συνάρτηση με όλες τις εργασίες που πρέπει να εκτελεστούν, με βάση τα σχέδια, για την ολοκλήρωση του έργου. Το σύνολο των εργασιών που περιέγραψε ο ΜΥ2, με όση λεπτομέρεια κι αν διάνθισε την περιγραφή, δεν παύουν να αναφέρονται στο αρχικό στάδιο, όπως απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Δεν προκύπτει, από το Τεκμήριο 19, ότι απομένει μόνο το 35% για την ολοκλήρωση όλου του έργου, με κάθε σεβασμό. Το ίδιο δεν βεβαιώνεται και τεχνικά.
- Οι «βεβαιώσεις» που προσκόμισε ο ΜΥ2 (Τεκμήριο 28), ως τα εσωτερικά έγγραφα με τα οποία ενημέρωνε το ένα τμήμα της εταιρείας το άλλο, δεν αποδεικνύουν τεχνικά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών μέχρι συγκεκριμένο βαθμό, με βάση τα σχέδια. Αναφέρονται γενικά σε «επιπρόσθετες εργασίες» και «επιπρόσθετη πρόοδο» και εκτίθενται μεγάλα ποσά, γενικά λ.χ. στη βεβαίωση Δεκεμβρίου 2009, αναφέρεται επί λέξη το εξής: «Δια της παρούσης βεβαίωσης που έγινε μετά από επίσκεψη μου στο οικοδομικό έργο Terra Divina και στην μονάδα/διαμέρισμα Gabriella 003, οι εν λόγω επιπρόσθετες εργασίες που έχουν γίνει στο πιο πάνω διαμέρισμα και οι οποίες πιστοποιούνται ως επιπρόσθετη πρόοδος για την πιο πάνω μονάδα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €25000,00 (δεκατριών χιλιάδων ευρώ), τα οποία συμπεριλαμβάνουν και την κατασκευή εκσκαφών, επιχωματώσεων». Με έκδηλη προχειρότητα, αναφέρονται διαφορετικά ποσά αριθμητικά και λεκτικά, γενικές διατυπώσεις περί προόδου. Αντίστοιχη γενικότητα υπάρχει και στις υπόλοιπες βεβαιώσεις, που συνιστούν το Τεκμήριο 28, ώστε να δίδεται η εντύπωση πως πρόκειται για έγγραφα που ετοιμάζονταν και αποστέλλονταν στην Τράπεζα απλώς για να αποδεσμεύει κεφάλαια από τον λογαριασμό των Εναγόντων και να χρηματοδοτεί το όλο έργο, τυπικά, αλλά και αδιάφορα από το τι ακριβώς συμφωνήθηκε με τους Ενάγοντες, στο Τεκμήριο 1, ή και στη συμφωνία δανείου που είχαν συνάψει με την Τράπεζα.
- Χαρακτηριστικά, ερωτήθηκε, ο ΜΥ2, εάν με τα κόστη που υπολείπονται για τα υλικά, ως αναφέρονται στην παράγραφο 12 της γραπτής του δήλωσης, που ανέρχονται σε €5.500,00 ολοκληρώνεται το διαμέρισμα (που επί του παρόντος είναι σε στάδιο σκελετού) και απάντησε «μάλιστα». Μιλώντας, εντωμεταξύ, για ένα συμφωνημένο τίμημα πώλησης που περιλαμβάνει έπιπλα και υπηρεσίες διαχείρισης, κ.λπ.. Όπου δεν μπορούσε να απαντήσει, ο ΜΥ2, παρέπεμπε, με έντονη αμυντικότητα, στο λογιστήριο της εταιρείας. Ενώ στην κυρίως εξέτασή του, στην παράγραφο 16 της γραπτής του δήλωσης, έκανε αναφορά σε σημειώσεις του, δεν ήταν σε θέση, κατά την αντεξέτασή του, να διευκρινίσει τι είδους σημειώσεις ήταν αυτές, να προσκομίσει οτιδήποτε σχετικό. Ο λόγος που δεν υπήρχαν φωτογραφίες, όπως είπε, ήταν γιατί η τεχνολογία με τα κινητά τηλέφωνα δεν ήταν ανεπτυγμένη τότε, ως να μην υπήρχε άλλος τρόπος να φωτογραφηθεί το ακίνητο.
- Καταληκτικά, επί της μαρτυρίας του ΜΥ2, ως προς τις αντικρουόμενες εκδοχές για το ποσοστό συμπλήρωσης των εργασιών, η μαρτυρία του ΜΥ2 ότι, ως γεγονός, συμπληρώθηκε το 65% του ακινήτου δεν συνάδει με τις φωτογραφίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 19, που αδιαμφισβήτητα απεικονίζουν το ακίνητο, και με το κείμενο του Τεκμηρίου 1, δεν αναλύθηκε επαρκώς και κατάλληλα από τον ΜΥ2 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 1, και, όπως και η μαρτυρία του ΜΥ1 επί τούτου, και για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ισχύει βεβαίως και για τον ΜΥ2 το ίδιο, πως δεν υπάρχει η πεποίθηση πως η έκθεση ενός τέτοιου ποσοστού έγινε επειδή ήθελε να παρουσιάσει μια ψευδή εικόνα στο Δικαστήριο. Όπως και ο ΜΥ1, έτσι και ο ΜΥ2, έχει διαφορετική βάση προσέγγισης σχετικά με την πρόοδο των εργασιών. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΥ1, όμως, που κάλυπτε και άλλα ζητήματα, η μαρτυρία του ΜΥ2 ήταν κυρίως για τα θέματα των εργασιών που εκτελέστηκαν, και της αξίας τους. Τα υπόλοιπα που ανέφερε ο ΜΥ2 για τις άδειες, κ.λπ., δεν ήταν σε πλαίσιο αμφισβήτησης. Για τα θέματα που χρειάστηκε η μαρτυρία του, δηλαδή τα θέματα των εργασιών, τα αμφισβητούμενα, ήταν τόσο μεγάλη η απόκλιση των λεγομένων του ΜΥ2 από τη λοιπή μαρτυρία, ιδίως τα Τεκμήρια 1 και 19, αλλά και τη λογική των πραγμάτων, τόσο ελλιπής, αόριστη και γενική, με τάσεις υπεκφυγής, έδειξε και ο ίδιος πρόσθετα αδυναμία υποστήριξης των λεγομένων του ή και προσπάθεια εκπλήρωσης απλώς υποχρέωσης δικαιολόγησης της απαίτησης της Εναγόμενης 1 για τέτοια ή και επιπλέον χρηματικά ποσά από τους Ενάγοντες, που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη η μαρτυρία του, στο σύνολό της, για να βασιστεί σε αυτήν, το Δικαστήριο, και να προβεί σε ανάλογα ευρήματα.
- Συνοψίζοντας το πραγματικό πλαίσιο που προκύπτει από όσα συνομολογούνται και την αποδεκτή μαρτυρία, συνοπτικά: Η Εναγόμενη 1, ιδιοκτήτρια ακινήτου στα Κούκλια, αποφάσισε να κτίσει εντός αυτού ένα μεγάλο συγκρότημα 354 οικιστικών μονάδων με κολυμβητικές δεξαμενές, εστιατόριο και κέντρο ευεξίας και σχετικές παροχές και κοινόχρηστους χώρους, το έργο «Terra Divina», και να πωλήσει τα ακίνητα σε ενδιαφερόμενους επενδυτές. Είχαν καταρτιστεί τα σχέδια και οι μελέτες και είχαν εξασφαλιστεί πολεοδομικές άδειες (Έγγραφο Α). Επίσης, κατατέθηκαν αιτήσεις για άδειες οικοδομής, που όμως μέχρι και σήμερα δεν έχουν εκδοθεί. Για την προώθηση της πώλησης των ακινήτων αυτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Εναγόμενη 1 είχε συνεργασία, μεταξύ άλλων, με την RopUK, που όμως εξυπηρετούσε και η ίδια δικό της πεδίο επιχειρηματικής δράσης, για δικό της όφελος. Υπήρχε συνεργασία, επίσης, με την Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 21), που επίσης εξυπηρετούσε δικό της πεδίο δράσης. Μέσω των συνεργατών της, και αντίστοιχα, συμβούλων των Εναγόντων, οι Ενάγοντες έδειξαν ενδιαφέρον για να αγοράσουν ακίνητο, θεωρώντας την επένδυση καλή, βασιζόμενοι στις πληροφορίες που συνέθεσαν και τους παρουσίασαν οι σύμβουλοί τους (Τεκμήρια 5, 20). Προς υλοποίηση του εγχειρήματος, οι Ενάγοντες κατέβαλαν GBP2.000,00 που αντιστοιχούσαν σε €2.340,08, για να «κρατήσουν» το διαμέρισμα (Τεκμήρια 1, 12, 13), και την 16.09.2009, οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη 1 υπέγραψαν σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος (Τεκμήριο 1). Οι Ενάγοντες κατέβαλαν επιπλέον €16.680,21 (Τεκμήριο 14) για την υπογραφή της σύμβασης πώλησης. Κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €19.020,
- Για να δυνηθούν να πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, την 30.12.2009, συνήψαν συμφωνία δανείου με την Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 2) και προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών τους προς την Εναγόμενη 2, εκχώρησαν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης στην Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 3). Οι συμφωνίες με την Τράπεζα υπογράφθηκαν και με τη βοήθεια της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 21) και μέσω δικηγόρου που ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων (Τεκμήριο 4). Με βάση το Τεκμήριο 1, το τίμημα πώλησης θα πληρώνονταν αναλόγως της προόδου των εργασιών στο ακίνητο, αντίστοιχα, η Τράπεζα των Εναγόντων θα εκταμίευε το ποσό του δανείου εάν ικανοποιούνταν ότι πρέπει να πληρωθούν εκτελεσθείσες εργασίες ή υλικά (Τεκμήριο 2). Την 21.12.2009, ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 η πληρωμή του ποσού των €20.000,00 για τις αρχικές εργασίες που έτυχαν περιγραφής σε ηλεκτρονικό μήνυμα που εστάλη από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα 2 και στους συμβούλους των Εναγόντων (Τεκμήρια 22, 23). Την 04.01.2010, πληρώθηκε στην Εναγόμενη 1 ποσό €20.000,00 (Τεκμήριο 8). Την 05.02.2010, ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 η πληρωμή του ποσού των €25.000,00, χωρίς περιγραφή των εργασιών που μεσολάβησαν από την 21.12.2009 μέχρι την 05.02.2010 και με αναφορά ότι, εάν δεν εγκριθεί η πληρωμή εντός 72 ωρών, ο δικηγόρος των Εναγόντων θα δώσει οδηγίες στην Τράπεζα να το πληρώσει (Τεκμήριο 24). Την 22.02.2010, πληρώθηκε στην Εναγόμενη 1 ποσό €22.000,00 (Τεκμήριο 8). Την 30.03.2010, πληρώθηκε στην Εναγόμενη 1 ποσό €7.000,00 (Τεκμήριο 8), χωρίς να είναι γνωστό τι εργασίες μεσολάβησαν από την 05.02.2010 μέχρι την 30.03.
- Την 10.05.2010, ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 η πληρωμή του ποσού των €13.000,00, μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες επικοινωνίας, χωρίς περιγραφή των εργασιών που έγιναν από την 30.03.2010 μέχρι την 10.05.2010 (Τεκμήριο 25). Δεν καταβλήθηκε το ποσό αυτό από τους Ενάγοντες ή από την Τράπεζα των Εναγόντων. Την 25.05.2010, η Εναγόμενη 1 απαίτησε εκ νέου την πληρωμή του ποσού των €13.000,00, ενημερώνοντας ότι θα αξιώσει και τόκο και ότι, εάν παραλείψουν οι Ενάγοντες να πληρώσουν, θα απαιτήσει ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα (Τεκμήριο 26). Οι Ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν. Τον Οκτώβριο του 2010, η Ενάγουσα 2 άλλαξε ηλεκτρονική διεύθυνση και επικοινώνησε σχετικά το γεγονός αυτό (Τεκμήριο 27). Η Εναγόμενη 1 άρχισε και έφτασε τις εργασίες μέχρι την κατασκευή του σκελετού και έπαυσε τις εργασίες στο ακίνητο. Από το 2014 και μετέπειτα, η Τράπεζα άρχισε να απαιτεί την πληρωμή του δανείου από τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 9). Οι Ενάγοντες αποτάθηκαν σε δικηγόρους, που την 09.09.2015 απέστειλαν επιστολές με τις οποίες τερμάτισαν τις συμβάσεις πώλησης και δανείου (Τεκμήρια 10, 11). Μέχρι και σήμερα, το ακίνητο είναι σε στάδιο σκελετού (Τεκμήρια 15-19). Την 31.03.2023, για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς των Εναγόντων με την Τράπεζα, εκδόθηκε εκ συμφώνου δικαστική απόφαση. Νομικές πτυχές και εξέταση
- Σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, οι συμβαλλόμενοι (έγκυρη συμφωνία) έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή να προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 39, εάν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 56(β)(γ), σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη· αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει τον δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 65, αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 73, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.
- Όταν υπάρχει αμφισβήτηση του νοήματος μιας συμφωνίας, αυτή χρήζει ερμηνείας. Για σκοπούς ερμηνείας, η πρόθεση ή βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι αυτή που δείχνουν οι εκφρασμένες λέξεις, παρά εκείνη που προκύπτει από τις ανέκφραστες επιθυμίες, και εντοπίζεται με βάση το κείμενο, εκ του ιδίου του νοήματος των λέξεων. Όπως υποδεικνύεται μέσα από πλούσια νομολογία[4], ερμηνεία είναι ο καθορισμός του νοήματος που το έγγραφο θα μπορούσε να μεταδώσει σ' έναν λογικό άνθρωπο που γνωρίζει ό,τι ευλόγως θα γνώριζαν και τα συμβαλλόμενα μέρη, και βρίσκεται στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης. Τυχόν εμπορικός χαρακτήρας της σύμβασης, λαμβάνεται υπόψη, οπότε, όταν ένας όρος επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, υιοθετείται η ερμηνεία που συνάδει με την κοινή επιχειρηματική λογική, απαντώντας στο ερώτημα τι θα κατανοούσε ένας λογικός άνθρωπος ότι αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει, εάν αυτός διέθετε το ίδιο γνωστικό υπόβαθρο και βρισκόταν στην ίδια θέση με τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον χρόνο της σύμβασης. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται ο λογικός άνθρωπος δεν δίνεται αφηρημένα και αόριστα, αλλά σε μια συγκεκριμένη ολότητα, που περιλαμβάνει οτιδήποτε (σχετικό) θα μπορούσε να έχει επιδράσει στον τρόπο με τον οποίον η γλώσσα του εγγράφου, ως διαμορφώθηκε, θα μπορούσε να τύχει κατανόησης. Δεν περιλαμβάνονται οι προσυμβατικές διαπραγματεύσεις, ούτε οι διακηρύξεις των προθέσεων. Το νόημα που αναζητείται δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το νόημα των λέξεων στα λεξικά. Είναι αυτό που τα μέρη, χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις, ευλόγως θα κατανοούσαν ότι σημαίνει. Ο προαναφερόμενος κανόνας αντανακλά τη θέση πως, όταν τα μέρη μπαίνουν στη διαδικασία να διατυπώσουν γραπτώς ό,τι συμφώνησαν, δεν γίνονται με ευκολία λάθη. Η πρωταρχική πηγή για να καταστεί κατανοητό τι εννόησαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν είναι το συνηθισμένο νόημα των λέξεων, επομένως, όταν δεν υπάρχει ασάφεια στο νόημα, αυτό ισχύει, οπουδήποτε κι αν οδηγεί. Εάν διαπιστώνεται ότι συνέβη λάθος όσον αφορά τη γλώσσα ή τη χρήση της, δεν απαιτείται από το Δικαστήριο να δώσει στα μέρη πρόθεση που δεν θα μπορούσαν να έχουν[5]. Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας μια σύμβαση, δεν θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική ή συμβατική θέση οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους[6], δεν θα παράγει τη σύμβαση με βάση ό,τι νομίζει πως ήθελαν τα μέρη κατά τον χρόνο σύναψής της, αν και μπορεί να διαγνώσει τη βούληση των μερών μέσα από τη διερεύνηση του πλαισίου ή μέσα από την ίδια να «διορθώσει» δια ερμηνείας προφανή λάθη (χωρίς να πλάθει τη σύμβαση).
- Όταν οι όροι μιας συμφωνίας τέθηκαν γραπτώς, δεν επιτρέπεται η εξωγενής μαρτυρία (extrinsic evidence) για να αντικρούσει ή να διαφοροποιήσει το περιεχόμενό της (parol evidence rule). Ωστόσο, η εξωγενής μαρτυρίας μπορεί να είναι αποδεκτή αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς υποβοήθησης της ερμηνείας, όταν υπάρχει πραγματικά αμφίβολο ή ασαφές νόημα[7] ή όταν δημιουργείται αντίφαση με το νόημα της ίδιας λέξης ή φράσης που περιέχεται σε άλλο έγγραφο που συνεξετάζεται[8] ή όσον αφορά τη σημασία τεχνικών όρων, για τη διάγνωση, τέλος πάντων, του πλαισίου, αλλά και τούτο υπό δύο εξαιρέσεις (που επαναφέρουν τον κανόνα). Η πρώτη εξαίρεση αφορά στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και στη διάγνωση των προθέσεων των μερών. Οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις μπορούν, όμως, να εισαχθούν στη μαρτυρία, για την απόδειξη ότι ένα γεγονός είναι σχετικό και εμπίπτει στο πλαίσιο που ήταν γνωστό στα μέρη[9] ή για την απόδειξη του ότι τα μέρη έχουν προσδώσει σε συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις συγκεκριμένο (διαφορετικό από το συνηθισμένο) νόημα ("private dictionary rule")[10] ή ότι υπάρχει προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των μερών μη προπαρασκευαστική της υπό κρίση συμφωνίας και εφόσον η προσκόμιση της μαρτυρίας είναι ουσιαστική[11], σε κάθε περίπτωση με τρόπο ώστε η μαρτυρία αυτή (όσον αφορά το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εισέρχεται το Δικαστήριο) να διαχωρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μη επιτρεπτή μαρτυρία που τυχόν αφορά στο τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η δεύτερη εξαίρεση αφορά στη συμπεριφορά των μερών μετά την υπογραφή της σύμβασης. Μπορεί να προσκομιστεί, όμως, μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία ή για την έγερση κωλύματος (estoppel), αλλά όχι για να αλλοιωθεί το αρχικό νόημα της σύμβασης.
- Δίδονται περαιτέρω ερμηνευτικές οδηγίες, που συνοψίζονται εγκυκλοπαιδικά[12]: Οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται σύμφωνα με τη φύση των περιστάσεων ή το πρόσωπο· σε περίπτωση αμφιβολίας, οι λέξεις στο λειτουργικό μέρος της σύμβασης ερμηνεύονται υπό το φως του λοιπού μέρους της σύμβασης· όταν μια λίστα συγκεκριμένων πραγμάτων ή μια συναφής τάξη ακολουθείται από γενικές λέξεις, τεκμαίρεται ότι οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται υπό το φως των προηγούμενων ειδικών· όταν συγκεκριμένο πρόσωπο, δικαίωμα ή πράγμα περιλαμβάνεται στη σύμβαση, ενδεχομένως να ενδείκνυται πρόθεση εξαίρεσης οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δικαιώματος ή πράγματος· σε συμβάσεις που καταρτίζουν άτομα χωρίς ειδικές γνώσεις, δεν υπάρχει τεκμήριο κατά του πλεονασμού· η διατύπωση των προνοιών υπερτερεί έναντι της διατύπωσης των επικεφαλίδων· οι εμπορικές συμβάσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την πρακτική και τα έθιμα των εμπόρων, νοουμένου ότι αυτά δεν είναι αντίθετα με το περιεχόμενο της σύμβασης· όταν είναι διατυπωμένες σε σταθερές φόρμες, χρήζουν και ομοιόμορφης ερμηνείας· οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ του νοήματος των λέξεων και του νοήματος των εικόνων, επιλύνεται υπέρ του νοήματος των λέξεων· τεκμαίρεται ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποια συμβατική πρόνοια για να βασίσει δική του αντισυμβατική συμπεριφορά.
- Ο κανόνας "contra proferentem" ή "verba fortius accipiuntur contra proferentem" (οι λέξεις πρέπει να ερμηνεύονται κυρίως εναντίον εκείνου που τις χρησιμοποιεί), κατά την παλαιά Davies v. Williams
(1788)1 Hy Bl 25, επίσης, προκύπτει από το αμφίβολο νόημα των προνοιών μιας σύμβασης. Έχει την έννοια ότι η ερμηνεία, σε τέτοια περίπτωση, τείνει να είναι εις βάρος εκείνου που επιχειρεί να βασιστεί στην αμφίβολη πρόνοια, προκειμένου να εξουδετερώσει κάποια βασική υποχρέωσή του ή ένα νόμιμο καθήκον επιμέλειας που έχει ανεξάρτητα από τη σύμβαση. Έχει, επίσης, την έννοια ότι η ερμηνεία τείνει να είναι εναντίον και του μέρους που επιχείρησε την ένταξή της (κατόπιν ερμηνείας) αμφίβολης πρόνοιας στη συμφωνία, δηλαδή εναντίον του συντάκτη της[13].
- Αντί απλώς να αποτύχει να εκπληρώσει την υποχρέωσή του στον καθορισμένο χρόνο, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να θέσει τον εαυτό του σε παράβαση (in breach) με την απόδειξη της πρόθεσης, με λόγια[14] ή συμπεριφορά, να αποκηρύξει τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης (repudiating), σε κάποιον ουσιαστικό βαθμό[15]. Η συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται σε αδυναμία εκπλήρωσης προγενέστερων υποχρεώσεων, όταν η παράλειψη δεν επαρκεί από μόνη της για να δώσει ουσιαστική αποτυχία εκτέλεσης· σε τέτοιες περιπτώσεις, η γραμμή μεταξύ τερματισμού για ουσιαστική αδυναμία εκτέλεσης και αποκήρυξης μπορεί να θολώσει αρκετά. Η αποκήρυξη των συμβατικών υποχρεώσεων είναι πάντως σοβαρή υπόθεση[16]. Μπορεί να συμβεί τη στιγμή που έχει καθοριστεί για την εκτέλεση[17] ή και πριν από αυτήν. Στην τελευταία περίπτωση, γίνεται λόγος για «προληπτική παράβαση» ή «προκαταβολική παράβαση». Η προληπτική παράβαση, μπορεί (και συνήθως) συνεπάγεται και αποκήρυξη (repudiation), μπορεί, όμως, και να μην συνεπάγεται αποκήρυξη. Εάν ναι ή όχι, είναι ζήτημα πραγματικό, που εξαρτάται από το σύνολο των εκάστοτε περιστάσεων. Το αν υπήρξε αποκήρυξη της σύμβασης, εκτιμάται αντικειμενικά, αλλά το κίνητρο του μέρους που βρίσκεται σε παράβαση μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγων, εάν ήταν γνωστό στο αθώο μέρος[18]. Η αποκήρυξη, ρητή ή υπονοούμενη[19], δίδει στο αθώο μέρος το δικαίωμα να θεωρήσει τη σύμβαση ως εκπληρωθείσα (as discharged)[20], και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Στη ρητή αποκήρυξη, το συμβαλλόμενο μέρος δηλώνει ξεκάθαρα πως δεν θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Συνηθέστερα, προκύπτει σιωπηρά ή υπονοείται από την αδυναμία εκπλήρωσης. Στις περιπτώσεις προληπτικής παράβασης, το συμβαλλόμενο μέρος παραλείπει να προβεί σε ενέργειες για να φέρει τον εαυτό του σε κατάσταση να μπορέσει να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωση όταν θα έρθει η ώρα, οπόταν θα είναι προφανώς ανίκανος να εκπληρώσει. Το μέρος που επιδιώκει να επικαλεστεί την αποκήρυξη που συνεπάγεται η συμπεριφορά θα πρέπει να δείξει ότι το μέρος που αθέτησε έχει συμπεριφερθεί έτσι ώστε να οδηγήσει ένα λογικό άτομο να πιστέψει ότι δεν θα προβεί σε εκπλήρωση ή δεν θα μπορέσει να εκτελέσει στον καθορισμένο χρόνο. Το γεγονός ότι μια παράβαση είναι σκόπιμη, δεν επαρκεί, αλλά είναι ένας παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως απόδειξη ότι δεν υπάρχει πλέον πρόθεση δέσμευσης από τη σύμβαση. Δεν επαρκούν ούτε λόγια και συμπεριφορές που δεν ισοδυναμούν με παραίτηση από τη σύμβαση. Όταν τα μέρη διαφωνούν ως προς την έννοια της σύμβασης, ένα μέρος δεν θα αντιμετωπίζεται απαραίτητα ως να έχει αποκηρύξει, εάν αρνηθεί να εκτελέσει εκτός με βάση τη δική του καλόπιστη ερμηνεία, ακόμα κι αν ερμηνεία αυτή αποδεικνύεται εσφαλμένη. Ένα μέρος δεν δεσμεύεται πριν από την ώρα για εκπλήρωση να δώσει οριστική απάντηση, εάν προτίθεται να εκπληρώσει τη σύμβαση ή όχι. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι κάθε άρνηση εκπλήρωσης που ισοδυναμεί με αποκήρυξη και που δίνει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να αντιμετωπίζει τη σύμβαση ως καταγγελθείσα· πρέπει να υπάρχει άρνηση εκπλήρωσης που να αφορά στη ρίζα ή στην ουσία της σύμβασης. Εάν η άρνηση εκτέλεσης μέρους της σύμβασης ισοδυναμεί με αποκήρυξη του συνόλου της σύμβασης εξαρτάται από την κατασκευή της σύμβασης και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Το «τεστ» είναι το ίδιο τόσο για την αποκήρυξη όσο και για την προληπτική παράβαση. Εάν η συμφωνία είναι μία ενιαία σύμβαση, το «τεστ» εφαρμόζεται για οποιοδήποτε μέρος της. Εάν ερμηνεύεται ως μια σειρά χωριστών συμβάσεων, εκ πρώτης όψεως, η παράβαση της μιας σύμβασης δεν μπορεί να αποτελεί απόρριψη των άλλων, ενώ, εάν η σύμβαση είναι διαιρετή, το ερώτημα είναι εάν η απόρριψη ενός διαιρετού μέρους δείχνει και πρόθεση αποκήρυξης της σύμβασης στο σύνολό της. Εάν η παράβαση αποτελεί αποκήρυξη του συνόλου της σύμβασης ή εάν μπορεί να διαχωριστεί το μέρος της σύμβασης που μολύνεται με την παράβαση, μπορεί να καθορίσει και εάν το αθώο μέρος οδηγείται σε αξίωση αποζημίωσης μόνον, αλλά όχι σε δικαίωμα να θεωρήσει όλη τη σύμβαση αποκηρυχθείσα. Λαμβάνεται υπόψη η ποσοτική αναλογία της παράβασης σε συνάρτηση με το σύνολο της σύμβασης και η πιθανότητα επανάληψης. Εάν οι παραβάσεις είναι τέτοιες που καταστρέφουν την εμπιστοσύνη του αθώου μέρους όσον αφορά λόγου χάριν την πιστοληπτική ικανότητα του υπερήμερου αντισυμβαλλομένου του, η παράβαση μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά στη ρίζα της σύμβασης. Το γεγονός και μόνο ότι παρόμοιες παραβάσεις, όσο μικρές και αν είναι, απειλούνται στο μέλλον, δεν σημαίνει απαραίτητα πως ισοδυναμούν με αποκήρυξη[21].
- Το Τεκμήριο 1 υπογράφθηκε για την αγορά κατοικίας από το σχέδιο (off-plan). Ήταν δεδομένο ότι, κατά την υπογραφή της, δεν υπήρχε άδεια οικοδομής, αλλά ότι θα έπρεπε να εξασφαλιστεί από την Εναγόμενη 1, ως ήταν η υποχρέωσή της με βάση την νομοθεσία. Το ότι η Εναγόμενη 1 άρχισε τις οικοδομικές εργασίες χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει και άδεια οικοδομής, ακόμα κι αν κρούει στις νόμιμες υποχρεώσεις της, δεν συνιστά και μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσής της έναντι στους Ενάγοντες. Η υποχρέωσή της έναντι στους Ενάγοντες ήταν να τους παραδώσει μια νόμιμη οικοδομή, ζήτημα που θα απασχολούσε κατά τον χρόνο της παράδοσης, εάν είχε ανεγερθεί σύμφωνα με τα σχέδια ή εάν υπήρχαν όλες οι απαιτούμενες άδειες της. Δεν απασχολεί εκείνο το συμβατικό στάδιο. Η μη ύπαρξη άδειας οικοδομής δεν καθιστά τη σύμβαση πώλησης ακινήτου off-plan παράνομη, ούτε έχει άλλως πώς επίδραση στο κύρος της.
- Το Τεκμήριο 1 δεν χρειάζεται ερμηνεία στο σημείο της παραγράφου 2.3, της φράσης σχετικά με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης «progressively in stages on demand by the Vendor and according to the progress of the construction work on the property», ενώ ως «property», στη συμφωνία, στην C του προοιμίου της συμφωνίας, όπως και στην παράγραφο 1 της συμφωνίας, εννοείται το επίδικο διαμέρισμα, προς διαφοροποίηση από τον όρο «project», που εκείνος αναφέρεται σε όλο το έργο «Terra Divina». Αυτό που συμφωνήθηκε, με το Τεκμήριο 1, είναι η πληρωμή του τιμήματος ανάλογα με το στάδιο των εργασιών στο επίδικο διαμέρισμα και όχι ανάλογα με το στάδιο των εργασιών σε όλο το έργο. Αυτό ασχέτως εάν το διαμέρισμα ήταν μέρος του έργου. Η συμβατική αυτή πρόνοια, στη συνήθη ανάγνωσή της, δεν εξωτερικεύει το νόημα πως το συγκεκριμένο μέρος του τιμήματος πώλησης καταβάλλεται κατόπιν υπολογισμού της αναλογίας του κόστους που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη μονάδα, εκ του κόστους του συνόλου του έργου.
- Οι Ενάγοντες εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους για την πληρωμή των ποσών μέχρι και την υπογραφή της σύμβασης πώλησης. Η συμβατική υποχρέωση ήταν πλέον στην πλευρά της Εναγόμενης 1, να ανεγείρει το ακίνητο, και, ανάλογα με το στάδιο της ανέγερσης, είχε δικαίωμα να απαιτήσει χρήματα, στην αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν. Θα υφίστατο τότε η αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση των Εναγόντων να καταβάλουν το μέρος του τιμήματος που ισούται με την αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν. Σε εκείνο το συμβατικό στάδιο, που το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος πώλησης θα ήταν πληρωτέο ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών στο επίδικο ακίνητο, υπήρχε συνεχής εναλλαγή του συμβατικού βάρους. Ενώ πληρώθηκε από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 ποσό €51.000,00 (Τεκμήριο 8), δια του προϊόντος του δανείου, η Ενάγουσα δεν απέδειξε, αρχικά στους Ενάγοντες, αλλά ακόμα και σήμερα, στο Δικαστήριο, με σχετική και κατάλληλη μαρτυρία, πως εκτέλεσε εργασίες στο επίδικο ακίνητο αξίας €51.000,00 ή επιπλέον εργασίες €13.000,00, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την μόλις προηγούμενη πληρωμή. Εκτέλεσε εργασίες μέχρι και τον σκελετό της οικοδομής (Τεκμήριο 19), που δεν απέδειξε πως αξίζουν €51.000,
- Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, για συγκεκριμένες εργασίες στο ακίνητο, αξίας €13.000,00, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο της απαίτησης πληρωμής ενός τέτοιου ποσού. Υπό τις περιστάσεις, οι Ενάγοντες δεν είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν στην Εναγόμενη 1 οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό, έναντι συγκεκριμένων εργασιών. Απεναντίας, είχε υποχρέωση η Εναγόμενη 1 να εκτελέσει το έργο μέχρι οι εργασίες στο επίδικο ακίνητο να ανταποκρίνονται στην αξία που ήδη έλαβε από τους Ενάγοντες.
- Η Εναγόμενη 1 έπαυσε τις εργασίες στο ακίνητο, για λόγους που δεν σχετίζονται με τους Ενάγοντες, αλλά επειδή, όπως άλλωστε ανέφερε και ο ίδιος ο ΜΥ1, μαζικά, αγοραστές της έπαυσαν τις πληρωμές, λόγω φημών εναντίον της εταιρείας. Η Εναγόμενη 1 φαίνεται πως δεν είχε κεφάλαια για να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις, σε μια τέτοια περίπτωση, αλλά ούτε και τρόπο να αντιμετωπίσει την κρίση αυτή, καθησυχάζοντας τους επενδυτές ή διορθώνοντας τυχόν συμβατικά προβλήματα. Η παύση της εκτέλεσης των εργασιών δεν συνιστά συμβατικό δικαίωμα της Εναγόμενης 1, ενώ δεν προσκομίστηκε και οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η παύση των οικοδομικών εργασιών ή κάποια παρατεταμένη καθυστέρηση ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τη σύμβαση πώλησης, Τεκμήριο
- Υπό το σύνολο των περιστάσεων, οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να θεωρήσουν ότι η Εναγόμενη 1 δεν είναι πλέον σε θέση να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντί τους, και να επιλέξουν να τερματίσουν τη σύμβαση πώλησης. Εξάλλου, παρήλθε και η προβλεπόμενη ημερομηνία ολοκλήρωσης και παράδοσης του ακινήτου, και οποιαδήποτε ευλόγως αναμενόμενη επέκτασή της, και η Εναγόμενη 1 απλώς ανέμενε χρηματοδότηση από τους Ενάγοντες, χωρίς να έχει εκτελέσει αντίστοιχης αξίας εργασίες στο ακίνητο των Εναγόντων, σε συνάρτηση με το συμφωνημένο τίμημα πώλησης για την ολοκλήρωση του ακινήτου. Η μόνη επιλογή των Εναγόντων, για να απεμπλακούν από την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία περιήλθαν, από τις μελλοντικές υποχρεώσεις, ενόψει της μη εκπλήρωσης ουσιώδους υποχρέωσης της Εναγόμενης 1 σε σχέση με την εκτέλεση των εργασιών στο ακίνητο, που απέληγε σε παράβαση της σύμβασης, ήταν ο τερματισμός της σύμβασης αυτής. Δεν ήταν υποχρεωμένοι οι Ενάγοντες να ανεχθούν την εξακολούθηση της ισχύος της, ούτε να πληρώσουν στην Εναγόμενη 1 χρηματικά ποσά για εργασίες που η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να αποδείξει, και δεν μπορεί να αποδείξει μέχρι και σήμερα, πως πράγματι εκτέλεσε. Ο τερματισμός ημερομηνίας 09.09.2015 (Τεκμήριο 10) που, ως γεγονός, έγινε, ήταν νόμιμος.
- Τι συμφώνησαν οι Ενάγοντες με τρίτα πρόσωπα, προς εξασφάλιση άλλων υποχρεώσεών τους, δεν μπορεί να προταχθεί από την Εναγόμενη 1, η οποία συμβατικά υπόχρεη είναι μόνον έναντι στους αντισυμβαλλομένους της, δηλαδή τους Ενάγοντες (privity of contract).
- Η εκχώρηση εξασφάλισης που υπογράφθηκε από τους Ενάγοντες προς όφελος της Τράπεζας, μια ενοχική συμφωνία, δεν απέκλειε την εκτέλεση συμβατικών δικαιωμάτων από τους Ενάγοντες έναντι της Εναγόμενης
- Επέτρεπε στην Τράπεζα να επιλέξει, σε περίπτωση που χρειαστεί χρήση της εξασφάλισης αυτής, να ασκήσει τα δικαιώματα του αγοραστή που της έχουν εκχωρηθεί, περίπτωση στην οποία θα υπεισέρχονταν η ίδια και στις αντίστοιχες συμβατικές υποχρεώσεις, έναντι στον πωλητή, χωρίς να επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο η συμβατική θέση του πωλητή. Κατά τον χρόνο που οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη σύμβαση πώλησης, δεν φαίνεται να είχε γίνει χρήση της εκχώρησης εξασφάλισης από την Τράπεζα. Ο πωλητής δεν θα μπορούσε να αντιτάξει στον αγοραστή πως δεν μπορεί να τερματίσει τη σύμβαση πώλησης, επειδή ο αγοραστής εκχώρησε τα δικαιώματά του σε τρίτο πρόσωπο ως εξασφάλιση υποχρεώσεών του σε αυτό. Πώς ο τερματισμός επηρεάζει τη συμβατική σχέση μεταξύ του αγοραστή και του πιστωτή του, είναι θέμα που δεν ενδιαφέρει τον πωλητή, ο οποίος, μετά τον τερματισμό, δεν υποχρεούται σε μελλοντική παροχή είτε στον αγοραστή είτε στον εκδοχέα των δικαιωμάτων του αγοραστή. Ο τελευταίος δυνατόν να διατηρεί το δικαίωμα, βάσει της συμφωνίας εκχώρησης, να αξιώσει τυχόν αποζημιώσεις, στη θέση του αγοραστή. Με την εκχώρηση εξασφάλισης, δεν μεταβιβάζονται οριστικά τα δικαιώματα του εκχωρητή-αγοραστή στον εκδοχέα-πιστωτή, κατά τρόπο που ο τελευταίος να υποκαθιστά πλήρως τον εκχωρητή στη συμβατική σχέση με την πωλήτρια εταιρεία, και ο εκχωρητής-αγοραστής να αποσχετίζεται από τη σύμβαση πώλησης. Δεν πρόκειται για πώληση από τους Ενάγοντες δια εκχώρησης (assignment). Η επιλογή του πιστωτή να κάνει χρήση της συγκεκριμένης εξασφάλισης (ή να μην κάνει) συναρτάται με τη μη εξυπηρέτηση της πιστωτικής διευκόλυνσης ή και με τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις που διαθέτει. Σε κάθε περίπτωση, δεν αίρεται η συμβατική υπαιτιότητα του πωλητή, σε σχέση με τη μη εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στο ακίνητο, σε αξία αντίστοιχη με το χρηματικό ποσό που έλαβε από τους αγοραστές.
- Η Τράπεζα είχε συνενωθεί στην αγωγή, στη θέση Εναγόμενης
- Η ίδια δεν επιδίωξε να παραμείνει διάδικος στη συνεχιζόμενη διαδικασία μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης
- Έπειτα, ουδέποτε τέθηκε από την Εναγόμενη 1, με κατάλληλο δικονομικό διάβημα, πως οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να ενάγουν. Κατά τα λοιπά, την 31.03.2023, οι Ενάγοντες δέχθηκαν δικαστική απόφαση για το χρέος προς την Τράπεζα και ανέλαβαν την υποχρέωση πληρωμής του. Γιατί να υποθέσει, το Δικαστήριο, πως οι Ενάγοντες παραβιάζουν τη σύμβαση εκχώρησης που συνήψαν με την Τράπεζα, και δη κατά τρόπο που να ενδιαφέρει νομικά την Εναγόμενη 1, ως η Εναγόμενη 1 να είχε να αντιμετωπίσει αντίστοιχη απαίτηση της Τράπεζας εναντίον της ως εκδοχέας, και να προβληματίζεται για το locus standi της ή για το κύρος κάποιας εκπλήρωσης.
- Ούτε η Εναγόμενη 1 κράτησε την Εναγόμενη 2 μέσα στην υπόθεση, για να διασφαλίσει οτιδήποτε τυχόν η ίδια χρειάζονταν. Η Εναγόμενη 1, υπό όλες τις περιστάσεις, ως τουλάχιστον παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να επικαλείται τη σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης μεταξύ των Εναγόντων και της Τράπεζας, από την οποία η Εναγόμενη 1 δεν αντλεί όφελος, αλλά ούτε και επηρεάζεται η δική της συμβατική θέση, για να αποφύγει τις συνέπειες μη εκπλήρωσης ή και συμβατικής παράβασης ή την αποζημίωση των Εναγόντων, για τη δική τους ζημιά.
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, και το τι συμφωνήθηκε μεταγενέστερα με την Τράπεζα, την 31.03.2023, δεν παραλλάζει το περιεχόμενο ή το νόημα των συμφωνηθέντων, ούτε επηρεάζει την απαίτηση των Εναγόντων έναντι στην Εναγόμενη 1, με δημιουργία ως ενός είδους κωλύματος. Παρεμβάλλεται πως το επίδικο ακίνητο δεν είναι στην κατοχή ή την ιδιοκτησία των Εναγόντων, αλλά της Εναγόμενης
- Δεν μπορούν, οι Ενάγοντες, να μεταβιβάσουν το ακίνητο στην Τράπεζα, προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους, ή να παραδώσουν την κατοχή του. Εξ αντικειμένου, δηλαδή, ορισμένα εκ των διαταγμάτων που εκδόθηκαν την 31.03.2023, εκ συμφώνου, είναι χωρίς αντικείμενο, όπως το διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Ενάγοντες να παραδώσουν την κατοχή του διαμερίσματος στην Τράπεζα. Έπειτα, η σύμβαση πώλησης, ως γεγονός, τερματίστηκε από τους Ενάγοντες. Η συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Τράπεζας δεν αναβιώνει και καταστάσεις, ούτε πλάθει έννομες συνέπειες για τις οποίες οι Ενάγοντες και η Τράπεζα δεν θα μπορούσαν εξ αρχής να είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους, περιλαμβανομένης της ισχύος του πωλητηρίου εγγράφου, που οι Ενάγοντες επέλεξαν και τερμάτισαν.
- Το ότι αναγνωρίστηκε δικαστικά το περιεχόμενο της σύμβασης εκχώρησης εξασφάλισης και το κύρος της πληρεξουσιότητας με την οποία υπογράφθηκαν τα έγγραφα με την Τράπεζα, βάσει των κοινών δηλώσεων, δεν σημαίνει και αναγνώριση της εξακολούθησης της ισχύος της σύμβασης πώλησης, που τερματίστηκε ήδη από τους Ενάγοντες την 09.09.2015 (Τεκμήριο 10). Η διάγνωση των γεγονότων, που είναι επίδικα, όπως και του τερματισμού, ανατρέχει στον χρόνο που αυτά έχουν συμβεί, δεν γίνεται με βάση μεταγενέστερες συμφωνίες με τρίτους ή εξελίξεις στην πάροδο του χρόνου, και δη εμμέσως, από μια συμβιβαστική λύση, στην οποία προέβησαν σήμερα οι Ενάγοντες με την Τράπεζα για τη μεταξύ τους διαφορά, κατανοητά, βάσει της πλέον διαφορετικά διαμορφωμένης βούλησής τους.
- Σχετικά με την αξίωση των Εναγόντων στο ποσό των €19.020,08, που πράγματι κατέβαλαν στην Εναγόμενη 1 από ιδία κεφάλαια μέχρι και το στάδιο της υπογραφής της σύμβασης πώλησης (Τεκμήριο 1), ως μέρος του τιμήματος πώλησης, νομιμοποιούνται να αξιώνουν την επιστροφή του, προς αποζημίωσή τους. Δεν έλαβαν οποιοδήποτε συμβατικό αντάλλαγμα από την Εναγόμενη 1 έναντι στο ποσό αυτό. Έχουν ζημιωθεί σε σχέση με την πληρωμή του ποσού αυτού. Ζημιά που δεν σχετίζεται με την μετέπειτα εμπλοκή της Τράπεζας στην υπόθεση, ούτε περιορίζεται από τη συμβιβαστική λύση στην οποία έχουν καταλήξει οι Ενάγοντες με την Τράπεζα (ή η Εναγόμενη 1 με την Τράπεζα). Σε κάθε περίπτωση, οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης 1 και το ποσό του δανείου που επενδύθηκε στο ακίνητο, με χρέωσή τους. Δεν το κατέβαλαν στην Τράπεζα και ενδεχομένως η Τράπεζα να διαθέτει εξασφαλίσεις για την πληρωμή του τραπεζικού χρέους, περιλαμβανομένης ενυπόθηκης εξασφάλισης επί του ακινήτου της Εναγόμενης
- Οι Ενάγοντες αξιώνουν πλέον €7.235,00 αποζημιώσεις ετησίως, μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης, πλέον ταξιδιωτικά έξοδα και έξοδα διαμονής. Για τα ταξιδιωτικά έξοδα και τα έξοδα διαμονής, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο, αλλά δεν υπήρξε και οποιαδήποτε ειδικότερη δικογράφηση ή μαρτυρία. Είναι προφανές πως δεν μπορεί να προχωρήσει η εξέταση μιας τέτοιας αξίωσης από το Δικαστήριο, χωρίς συγκεκριμένη δικογραφική βάση και μαρτυρικό υλικό.
- Έπειτα, και για την απώλεια κέρδους, του αναμενόμενου επενδυτικού οφέλους, οι Ενάγοντες βασίζονται αποκλειστικά στο Τεκμήριο 5, το οποίο, όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης
- Εξάλλου, είναι προδήλως άγνωστο εάν οι Ενάγοντες, σε περίπτωση που ολοκληρώνονταν το ακίνητο και παραδίδονταν σ' αυτούς έγκαιρα, θα είχαν, όντως, τέτοιο κέρδος, χωρίς τη μεσολάβηση οποιωνδήποτε άλλων παραγόντων, περιλαμβανομένης, μεταξύ τόσων άλλων, της διάλυσης εταιρειών του δικτύου της RopUK που είχε αναλάβει σημαντικό κομμάτι της μετέπειτα διαχείρισης. Για μια τέτοια διαπίστωση, περί απώλειας κέρδους, αποτυχημένης επένδυσης, οι Ενάγοντες δεν μπορούν να βασιστούν απλώς και μόνο στο Τεκμήριο 5, σε ένα ελκυστικό εγχειρίδιο, με δεδομένα που υποτέθηκαν το 2009, συντεθειμένα από τον οικονομικό σύμβουλο των Εναγόντων, αδιάφορα από οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες. Εξάλλου, και στο ίδιο το Τεκμήριο 5, αναφέρονταν πως δεν πρόκειται για εγγυημένη επιστροφή της επένδυσης.
- Με βάση τα προαναφερόμενα, προκύπτει πως μπορεί να εκδοθεί αναγνωριστική απόφαση ότι η σύμβαση πώλησης τερματίστηκε από τους Ενάγοντες την 09.09.2015 λόγω υπαιτιότητας της Εναγόμενης
- Επίσης, προκύπτει πως η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €19.020,28, που αποδείχθηκε πως πληρώθηκε από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 μέχρι και την υπογραφή της σύμβασης πώλησης, χωρίς οι Ενάγοντες να λάβουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα, επιτυγχάνει. Εάν επρόκειτο το ποσό που πληρώθηκε από τους Ενάγοντες μέχρι και την υπογραφή της σύμβασης πώλησης να ήταν μη επιστρεπτέο, σε περίπτωση τερματισμού, ακύρωσης ή ματαίωσης, ή άλλης συμβατικής εξέλιξης, γιατί θα εξαντλούσε κάποια ήδη υφιστάμενη παροχή προς τους Ενάγοντες, θα έπρεπε να προβλεφθεί στη σύμβαση πώλησης. Εκεί, όμως, προβλέπεται το ποσό που πληρώνουν οι αγοραστές μέχρι και την υπογραφή της σύμβασης πώλησης ως μέρος του όλου τιμήματος πώλησης για το ακίνητο. Όχι ως ποσό κράτησης βάσει κάποιας ξεχωριστής, προγενέστερης συμφωνίας. Εξ ου και δεν βρίσκει κάποιο αντάλλαγμα προς τους Ενάγοντες. Δεν μπορεί να επιτύχει οποιαδήποτε άλλη χρηματική αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 1· από αυτές που π