← Κύπρος

B2 KAPITAL Cyprus Ltd ν. YO SUSHI BAR LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 701/14, 17/2/2023

B2 KAPITAL Cyprus Ltd ν. YO SUSHI BAR LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 701/14, 17/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 701/14 Μεταξύ: B2 KAPITAL Cyprus Ltd Ενάγουσας -και-

  1. YO SUSHI BAR LIMITED
  2. Γ. Τ. Κ.
  3. Κ.Α.Δ.
  4. Κ.Σ.Ν.
  5. KIKIS A. DEMETRIOU PROPERTIES LIMITED Εναγόμενων ------------ Αίτηση από Εναγόμενο 4 ημερομηνίας 16/09/2022 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 30/11/2020 Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου,
  6. Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο: Ο κ. Χρ. Ματθαίου. Για Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα: Ο κ. Γ. Πέτρου, για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 4-Αιτητής, με την Αίτησή του ημερομηνίας 16/09/2022, ζήτησε την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της εκ συμφώνου εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης ημερομηνίας 30/11/2020 καθώς και την έκδοση διατάγματος επαναφοράς της αγωγής. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίζεται στη Δ.2 θ.14, Δ.5, Δ.9 θ.θ.4-10 και 12Α, Δ.16 θ.11, Δ.17 θ.θ.3-11, Δ.26 θ.θ.14 και 15, Δ.33 θ.5 και 15, Δ.35 θ.31, Δ.48 θ.θ.1-9 και Δ.64 θ.1, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και στις γενικές, συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου και στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Υποστηρίχθηκε, η Αίτηση, με ένορκη δήλωση του Αιτητή- Eναγόμενου 4 και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, στις 30/11/2020 εκδόθηκε απόφαση στην Αγωγή Αρ. 701/14, στην απουσία του. Ο ίδιος είχε πληροφορηθεί για την έκδοση απόφασης με επιστολή του δικηγόρου Α.Κ. ημερομηνίας 05/02/
  7. Τότε, εξεπλάγηκε γιατί δεν είχε επιδοθεί στον ίδιο αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και ουδέποτε είχε διορίσει δικηγόρο για να αποδεχθεί την οποιαδήποτε απόφαση. Αποτάθηκε σε δικηγορικό γραφείο, το οποίο διενήργησε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου και ακολούθως απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 09/07/2021, προς τον δικηγόρο Α.Κ. Ο ίδιος απευθύνθηκε και σε εμπειρογνώμονα γραφολόγο για εξέταση της δικής του υπογραφής, στο έντυπο διορισμού δικηγόρου που καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η έρευνα του γραφολόγου αποκάλυψε ότι η υπογραφή του στο έντυπο διορισμού δικηγόρου που καταχωρίστηκε δεν είναι γνήσια αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή/και απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του. Ουδέποτε είχε διορίσει τον συγκεκριμένο δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει. Προωθεί τη θέση ότι ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά το Κλητήριο Ένταλμα και η επίδοση προς τον J.R., ο οποίος καταγράφεται ως υπεύθυνος στον χώρο εργασίας του, δεν αποτελεί καλή επίδοση γιατί κατά τον δεδομένο χρόνο δεν εργαζόταν σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο και δεν γνώριζε οποιονδήποτε με το συγκεκριμένο όνομα. Ουδέποτε είχε διορίσει τον συγκεκριμένο δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στη συγκεκριμένη αγωγή και οι υπογραφές στο διοριστήριο δεν είναι δικές του ούτε και αποδέχθηκε τον συμβιβασμό της υπόθεσης με την έκδοση απόφασης εναντίον του. Εισηγείται ότι η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης είναι το ορθό δικονομικό μέτρο και όχι η καταχώριση νέας αγωγής. Όσον αφορά την καθυστέρηση, ισχυρίζεται ότι είχε ενημερωθεί για την αδυναμία των δικηγόρων του, για δικούς τους λόγους, να τον εκπροσωπήσουν και έτσι χρειάστηκε να διοριστεί νέος δικηγόρος για να ετοιμάσει την υπό κρίση Αίτηση. Εισηγείται ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Κατά τη δική του άποψη, η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και πάσχει από ελάττωμα το οποίο δεν μπορεί να θεραπευτεί αφού δεν είναι το αποτέλεσμα νομότυπης και έγκυρης εξουσιοδότησης προς τον συγκεκριμένο δικηγόρο. Καταλήγει, ότι έχει πολύ καλή υπόθεση και δεν θα πρέπει να αποκλειστεί από το να την παρουσιάσει, αφού ουδέποτε εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1 σε σχέση με τη συγκεκριμένη οφειλή και ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο. Διαζευκτικά, εισηγείται ότι η συγκεκριμένη οφειλή έχει χρεωθεί με αδικαιολόγητους τόκους και έξοδα, ανατοκισμούς, υπερχρεώσεις και χρεώσεις που δεν δικαιολογούνται ή/και δεν έχουν συμφωνηθεί. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την ακύρωση της απόφασης και ότι είναι δίκαια και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση του διατάγματος. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση αντιμετώπισε την Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώριση Ένστασης. Η Ένστασή της βασίστηκε στη Δ.2 θ.14, Δ.5, Δ.9 θ.θ.4 -10, 12Α και 14 -17, Δ.19 θ.θ 1, 3, 4, 19, 22, 26 και 27, Δ.20 θ.θ. 1 και 2, Δ.21 θ.θ. 1 - 15, Δ.25 θ.θ. 1-4 και 7,Δ.26, Δ.27 θ.θ. 1-4, Δ.33, Δ.35, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-9, Δ.49 και Δ.64 θ.θ 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 30.1 και 30.2 και 31 του Συντάγματος. Ως λόγοι Έντασης καταγράφονται οι ακόλουθοι: Ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς, ότι προωθείται λανθασμένο ένδικο μέσο για εξασφάλιση της θεραπείας που επιδιώκεται, ότι η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και εκ συμφώνου, ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και ότι δεν στηρίζεται επί της ορθής βάσης, ότι είναι καταχρηστική και προωθείται για αλλότριους λόγους, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, ότι ο Αιτητής είχε εμφανιστεί αυτοπροσώπως, μετά την καταχώριση της υπό κρίση αγωγής και είχε αποδεχθεί απόφαση στις Αγωγές Αρ. 222/15 και 223/15, οι οποίες αφορούσαν τους ίδιους διάδικους και πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν για τον ίδιο σκοπό, ότι δεν στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός για πλαστογραφία, ότι η Έκθεση του εμπειρογνώμονα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι παρουσιάζεται από τον Αιτητή, ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα σε υπεύθυνο του εστιατορίου το οποίο διαχειριζόταν ο Αιτητής και ότι ο Αιτητής δεν έχει υπεράσπιση. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του Α.Β., Υπεύθυνου Λειτουργού στην Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση και εξουσιοδοτημένου στην κατάρτιση της παρούσας λόγω του ότι ο φάκελος της υπόθεσης έχει περιέλθει στην κατοχή του. Ο Ομνύων κάνει αναφορά στη διαδικασία μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Κύπρου στην Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση. Σε σχέση με τα γεγονότα, προωθεί τη θέση ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν εκδόθηκε ερήμην του Αιτητή αλλά στην παρουσία του δικηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε το 2014 και ότι μετά από διαπραγματεύσεις είχε αποδεχθεί την έκδοση απόφασης. Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής έχει παραδεχθεί ότι γνώριζε για την εκδοθείσα απόφαση από τις 05/02/2021, ήτοι 1 χρόνο και 7 μήνες πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Προωθεί τη θέση ότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στον υπεύθυνο του χώρου εργασίας του Αιτητή, στο εστιατόριο «ΑΥΛΗ» στην Αγία Νάπα. Ο Αιτητής είχε υπογράψει συμφωνία συνδιαχείρισης του συγκεκριμένου εστιατορίου με την Εναγόμενη 5, η οποία κατείχε το υποστατικό μέχρι 05/02/
  8. Η Εναγόμενη 1 είχε αναλάβει την διαχείριση της συγκεκριμένης επιχείρησης, στην οποία ο Αιτητής με την Εναγόμενη 5 ήταν μέτοχοι εκ 50% ο καθένας. Σύμφωνα με το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, ο Αιτητής είναι από το 2001 μέχρι και σήμερα διευθυντής της Εναγόμενης
  9. Με βάση τα γεγονότα, ο Αιτητής, κατά τον χρόνο που επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, διαχειριζόταν το εστιατόριο, στον υπεύθυνο του οποίου είχε επιδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα. Το συγκεκριμένο υποστατικό παραδόθηκε στην ιδιοκτήτρια εταιρεία στις 05/02/
  10. Οπόταν, κατά τον χρόνο της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος ο Αιτητής-Εναγόμενος 4 διαχειριζόταν το συγκεκριμένο εστιατόριο. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και ότι ο Αιτητής προβάλλει διαζευκτικούς και αντιφατικούς ισχυρισμούς ως Υπεράσπιση. Ο ίδιος ο Αιτητής είχε εμφανιστεί προσωπικά με δικηγόρο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου τον Σεμπτέμβριο 2022 και είχε δεχθεί την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης στις Αγωγές Αρ. 222/15 και 223/15, οι οποίες αφορούσαν τους ίδιους διαδίκους και πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν για τον ίδιο σκοπό, ήτοι τη διαχείριση του εστιατορίου «ΑΥΛΗ». Το γεγονός αυτό το είχε βιώσει ο ίδιος γιατί ήταν παρών στη διαδικασία λόγω του ότι θα έδιδε μαρτυρία σε σχέση με τις συγκεκριμένες υποθέσεις. Οπόταν, ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε ιδέα για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, είναι ψευδής. Επισυνάφθηκε στην Ένσταση και ένορκη δήλωση της κας Κ.Κ., δικηγορικής υπαλλήλου με καθήκοντα διεκπεραίωσης των επιδόσεων του δικηγορικού γραφείου Α. Ποιητής και Σία. Η ίδια, έλαβε πληροφόρηση από την επιδότη Κ.Κ. ότι σε σχέση με τον Εναγόμενο 4 είχε επιδόσει στον J.R., ο οποίος της είχε παρουσιαστεί ως υπεύθυνος στον χώρο εργασίας του Εναγόμενου
  11. Η επιδότης είχε πληροφορηθεί από τους δικηγόρους που χειρίζονταν την υπόθεση ότι ο Εναγόμενος 4 διαχειριζόταν το εστιατόριο «ΑΥΛΗ» στην Αγία Νάπα. Επισκέφθηκε το εστιατόριο, εντόπισε τον υπεύθυνο του χώρου και του επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων και οι δύο συνήγοροι προχώρησαν με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες προώθησαν με λεπτομέρεια τις εκατέρωθεν θέσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή-Εναγόμενου 4, με αναφορά στη Δ.5 θ.2, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει σωστή επίδοση στον Αιτητή-Εναγόμενο 4 γιατί δεν εργαζόταν στη συγκεκριμένη επιχείρηση, ενώ δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο, ο J.R., ήταν υπεύθυνος στον χώρο ή ότι είναι υπαρκτό πρόσωπο. Προωθεί τη θέση ότι ο Αιτητής αποτάθηκε σε δικηγόρο μόλις ενημερώθηκε για την έκδοση απόφασης και ότι το μόνο συμπέρασμα στο οποίο οδηγούν τα γεγονότα είναι ότι δεν υπήρχε ορθή επίδοση. Συμφωνεί ότι αποφάσεις που εκδίδονται εκ συμφώνου και στις οποίες υπάρχει παρανομία μπορούν να ακυρωθούν μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου σε άλλη αγωγή, πλην όμως, ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα στην παρούσα είναι διαφορετικά λόγω του ότι ο Εναγόμενος 4-Αιτητής ουδέποτε συμφώνησε με την απόφαση αφού δεν είχε διορίσει δικηγόρο αλλά και λόγω του ότι η επίδοση ήταν κακή και δεν είχε καθόλου γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Προς υποστήριξη των θέσεών του, παρέπεμψε στην απόφαση Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Έφεση Αρ. 411/11 ημερ. 27/03/
  12. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας-Καθ΄ης η αίτηση προώθησε εμφαντικά την άποψη ότι το ορθό δικονομικό μέτρο για ακύρωση εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης είναι η καταχώριση αγωγής και όχι ο παραμερισμός της με αίτηση δια κλήσεως. Παρέπεμψε στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδ., τόμος 26, παρά. 562 και στην κυπριακή νομολογία, ήτοι την απόφαση Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω). Υποστήριξε ότι η επίκληση, από τον Αιτητή, του ισχυρισμού για πλαστογραφία της υπογραφής του στο διοριστήριο έγγραφο δεν μπορεί να αποδειχθεί με την καταχώριση εκ μέρους του της έκθεσης Γραφολόγου αλλά θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, υποστηρίζει, εκ της φύσης του ενέχει δόλο οπόταν ο μόνος τρόπος για να αποφασιστεί είναι με την προσκόμιση μαρτυρίας στα πλαίσια αγωγής. Τέλος, προωθεί τη θέση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση και ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει την ακύρωση εκδοθείσας από το Δικαστήριο απόφασης. Αναφέρει τα πιο κάτω: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. » Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού

(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800), Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Έφεση 35/10, ημερ. 21/05/
  1. Οι αρχές κατεγράφησαν και στην πρόσφατη απόφαση Καλλίσιης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 207/14 ημερ. 11/09/
  2. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence. ». Επειδή ο Αιτητής-Εναγόμενος 4 στην παρούσα περίπτωση εγείρει θέμα επίδοσης, το Δικαστήριο κρίνει ορθότερο να εξεταστεί αρχικά αυτή η θέση του εφόσον σε περίπτωση κατά την οποία αυτή ευσταθεί, τότε θα παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, εφόσον το Δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο να ακυρώσει την απόφαση ex debito justitiae, χωρίς δηλαδή να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολης Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited,
(2002)1(Α) A.A.Δ. 43: «το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα». Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον όντως η επιδότις επέδωσε με τον προσήκοντα τρόπο στον Εναγόμενο 4-Αιτητή το Κλητήριο Ένταλμα. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό, το Δικαστήριο έχει, με βάση την υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, την ευχέρεια να αντλήσει πληροφορίες και στοιχεία από έγγραφα, τα οποία αποτελούν μέρος του φακέλου. Επ' αυτού, επισημαίνω ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 στην Ένσταση, ο Εναγόμενος 4-Αιτητής είχε συμφωνήσει, το 2006, με την Εναγόμενη 5 εταιρεία για τη διαχείριση του εστιατορίου «ΑΥΛΗ». Τη διαχείριση θα την αναλάμβανε η Εναγόμενη 1 εταιρεία, στην οποία ο Εναγόμενος 4-Αιτητής ήταν Διευθυντής από το 2001, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 στην Ένσταση. Σύμφωνα με τη Δ.5 θ.2, επίδοση μπορεί να επιτευχθεί: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. » Διαπιστώνεται ότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στον υπεύθυνο του εστιατορίου που διαχειριζόταν η εταιρεία του Εναγομένου 4-Αιτητή στην οποία ήταν και Διευθυντής. Επίσης, ως μπορεί να εξαχθεί, ο υπεύθυνος του εστιατορίου είναι πέραν των 16 ετών. Οπόταν, δεν προκύπτει οτιδήποτε μεμπτό στην επίδοση. Αυτό που ο Αιτητής- Εναγόμενος 4 απέτυχε να αποδείξει, ως είχε καθήκον, είναι ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το συγκεκριμένο εστιατόριο και ότι ο J.R. είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, ως εισηγείται. Το βάρος απόδειξης παραμένει στον αιτητή στις περιπτώσεις που υπάρχει διαφωνία ως προς τα γεγονότα (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως έχει δε λεχθεί στην υπόθεση Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Ltd
(2012)1 A.A.Δ. 1460, τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται. Όταν υπάρχουν αναντίλεκτες θέσεις του καθ' ου η αίτηση και αντικρουόμενες εκδοχές δημιουργείται κενό το οποίο οφείλει να συμπληρώσει ο αιτητής, όπως εξηγείται στην ίδια υπόθεση. Συνεπακόλουθα, ο ισχυρισμός περί κακής επίδοσης και έλλειψης γνώσης δεν είναι βάσιμος. Επιπρόσθετα, προωθείται ισχυρισμός για πλαστογραφία της υπογραφής του Εναγόμενου 4-Αιτητή στο διοριστήριο έγγραφο, ο οποίος ισχυρισμός βασίζεται σε έκθεση Εμπειρογνώμονα η οποία έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση της Έκθεσης και να αχθεί σε ευρήματα χωρίς να υπάρχει ενώπιόν του μαρτυρία. Σύμφωνα με τη νομολογία όπως διατυπώθηκε στην απόφαση Ανδρέου v. P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1521: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v. Woodward [1889] 43 Ch. D. 185, Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 45 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 K.B. 474). Ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την καταχώριση έφεσης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Re Elsteins' Affairs [1945] 1 All E.R. 272, ανώτερα Δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από κατώτερα Δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώριση νέας ανεξάρτητης αγωγής, όταν και ο εφεσείων θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του». Από τη νομολογία αποκαλύπτεται ότι δεν μπορεί να ακυρωθεί εκ συμφώνου απόφαση με αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αλλά απαιτείται η καταχώριση αγωγής έτσι ώστε να ακουστεί η μαρτυρία και των δύο πλευρών και να εξαχθούν τα ανάλογα συμπεράσματα. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 4-Αιτητή, τα γεγονότα της απόφασης Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 411/11 ημερ. 27/03/2018 διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν υπήρχε διοριστήριο υπογεγραμμένο που να εξουσιοδοτεί τον δεύτερο δικηγόρο, στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει διοριστήριο δικηγόρου, όμως, υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του Εναγόμενου 4- Αιτητή. Στην Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω) διαβάζονται τα ακόλουθα: «Η πρακτική αυτή διάσταση αποκαλύπτει και την ουσιαστική διαφορά της παρούσας περίπτωσης από τις περιπτώσεις που ο διάδικος επικαλείται δόλο ή πλάνη ή εξαναγκασμό κτλ. στις οποίες αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου Ανδρέου και από τα Halsbury's σελ. 792. Σε εκείνες τις περιπτώσεις είναι λογικό ότι απαιτείται διερεύνηση των περιστάσεων στο φυσιολογικό πλαίσιο μιας πλήρους αντιπαράθεσης, που είναι το πλαίσιο της ακρόασης μιας αγωγής. Όταν όμως είναι δεδομένο ότι ο δικηγόρος εξ αρχής δεν έχει διοριστεί νομοτύπως ως δικηγόρος του διαδίκου, με δεδομένο μάλιστα το δεσμευτικό λόγο της Charalambous ως προς τις συνέπειες, τί απομένει να διερευνηθεί σε μια νέα αγωγή ώστε να κριθεί ότι ο εμφανιζόμενος, κατά νόσφιση εξουσιοδότησης, δικηγόρος δεν είχε εξουσιοδότηση να συμβιβάσει την υπόθεση;». Το δικαίωμα διαδίκου για παραμερισμό απόφασης, λόγω απουσίας της αναγκαίας συγκατάθεσης εκπροσώπησής του, έχει νομολογιακά καθιερωθεί, βασικά, ως μέρος του κοινοδικαίου, οι δε αιτίες στις οποίες αυτό μπορεί να βασιστεί έχουν καταγραφεί στην απόφαση Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co. Ltd. (ανωτέρω). Για τη στοιχειοθέτησή του, απαιτείται η διερεύνηση των περιστάσεων που περιβάλλουν την αιτία, στη βάση της οποίας αμφισβητείται ο συναινετικός χαρακτήρας της απόφασης. Ως εκ τούτου, το ορθό δικονομικό μέτρο για προώθηση οποιασδήποτε τέτοιας αιτίας είναι, κατά κανόνα, η αγωγή. Όταν ο αιτών τον παραμερισμό της εκ συμφώνου απόφασης προβάλλει ισχυρισμούς δόλου, απάτης, παραπλάνησης ή λάθους, τότε η απόφαση, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να παραμερισθεί μόνο στα πλαίσια αγωγής όπου και θα προβληθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί και το Δικαστήριο θα προβεί σε ευρήματα επί αυτών. Εάν η εκ συμφώνου απόφαση πάσχει από θεμελιώδες ελάττωμα, τότε αυτή μπορεί να παραμερισθεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο ή κατόπιν αίτησης και όχι αγωγής, αίτηση η οποία μπορεί να καταχωρισθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο θεωρεί πως η νομολογία που παρατέθηκε πιο πάνω επιβεβαιώνει τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 4-Αιτητής είχε στη διάθεσή του ένδικο μέσο με το οποίο θα μπορούσε να αποταθεί και ενδεχομένως εξασφαλίσει τον παραμερισμό της υπό κρίση απόφαση, ενδεχομένως με αγωγή, τότε δεν τίθεται ζήτημα παραμερισμού αυτής στη βάση άσκησης των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδά της επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 4-Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ...................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.