Sky Cac Ltd ν. B. L. M. κ.α., Αρ. Αγωγής: 690/15, 15/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 690/15 Μεταξύ: Sky Cac Ltd Ενάγουσας, και
- B. L. M.
- C. A. M.
- Storm Developments Ltd. Εναγομένων. 15 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: Η κα Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 3: Ο κ. Α.Δημητρίου για Α.Θ.Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αlpha Bank Cyprus Ltd (στο εξής θα καλείται «η τράπεζα») παραχώρησε στους εναγομένους 1 και 2 δάνειο σε ξένο νόμισμα (ελβετικά φράγκα). Η εναγομένη 3, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των πιο πάνω ως επίσης παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας υποθήκη. Ως προβάλλεται, οι εναγόμενοι δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έτσι, μεταξύ άλλων, αξιώνεται το ποσό των CHF 1.226.862,80, πλέον CHF 23.225,15 ως συσσωρευμένοι τόκοι της περιόδου από 1.7.22 μέχρι 11.11.22, πλέον τόκους ως επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Η πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα και η τελευταία έχει υποκαταστήσει την τράπεζα στην παρούσα αγωγή. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι, στις 23.4.18, εκδόθηκε απόφαση υπέρ της τράπεζας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Το μοναδικό επίδικο ζήτημα, στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως αυτό περιορίστηκε τόσο κατά το στάδιο των προφορικών εισαγωγικών αγορεύσεων όσο και κατά το στάδιο των προφορικών τελικών αγορεύσεων, όπου εγκαταλείφθηκαν ζητήματα που εγείρονται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της εναγομενης 3, εστιάζεται ότι, η εγγύηση που παραχώρησε η τελευταία προς όφελος της τράπεζας δόθηκε για τον περιορισμένο σκοπό θα αποπεράτωνε την κατοικία που αγόρασαν οι εναγόμενοι 1 και 2 από την εναγομένη 3 και ότι θα εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας και συνακόλουθα, ως αναφέρθηκε, δεν δικαιολογείται η έκδοση απόφασης εναντίον της τελευταίας. Περαιτέρω, ανταπαιτητικώς αξιώνεται, μεταξύ άλλων, δήλωση ότι η επίδικη εγγύηση είναι άκυρη και ότι έχει απαλλαγεί από αυτήν. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν, συνοπτικά, ως ακολούθως: i. Οι εναγόμενοι 1 και 2, την 1.8.08, υπέβαλαν αίτημα στην τράπεζα για να τους παραχωρηθεί δάνειο (βλ.Τεκ.2). Ακολούθως, στις 6.8.08, συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία η τράπεζα χορήγησε στους εναγομένους 1 και 2 δάνειο σε ελβετικά φράγκα (CHF) ύψους 640.000 με τους όρους που καταγράφονται σε αυτήν (βλ.Τεκ.3). ii. Η πιο πάνω συμφωνία, διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν γίνει απαίτηση θα αποπληρωνόταν με 158 μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία απόσυρσης ολόκληρου του ποσού του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία της πρώτης ανάληψης οποιουδήποτε μέρους του δανείου, οποιοδήποτε επισυμβεί πρώτο. Οι πρώτες 60 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 2.355,85, οι επόμενες 60 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 3.658,13 και οι υπόλοιπες 37 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 4.433,
- Η 158η δόση θα ήταν τέτοιου ποσού που θα εξοφλούσε πλήρως το υπόλοιπο του δανείου συμπεριλαμβανομένων τόκων, κεφαλαίου και άλλων εξόδων. iii. Το δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο ενός μηνός Libor πλέον προσαύξηση 1.75%. Σε περίπτωση που οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειπαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό το οποίο, θα καθίστατο πληρωτέο, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να χρεώνει τόκο υπερημερίας. Περαιτέρω, η τελευταία, είχε το δικαίωμα, μέσα στο πλαίσιο της νομοθεσίας, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, να μεταβάλλει το επιτόκιο, το περιθώριο και τον τόκο υπερημερίας. Οποιαδήποτε μετατροπή θα ήταν δεσμευτική για τους πρωτοφειλέτες οι οποίοι, θα ενημερώνονταν μέσω ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο ή μέσω γραπτής ειδοποίησης και θα τίθετο σε ισχύ από την ημερομηνία που καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή την ειδοποίηση (βλ.Τεκ.17). Το επιτόκιο διακυμάνθηκε ως καθορίζεται στο σχετικό έγγραφο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βλ.Τεκ.20). iv. Οι εναγόμενοι 1 και 2, την 1.8.08, υπέγραψαν σχετική δήλωση με την οποία δήλωναν ότι κατά τη διαδικασία παραχώρησης του δανείου, πληροφορήθηκαν για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους δανειοδότησης τους σε ξένο νόμισμα και παρά τους πιο πάνω κινδύνους, αποφάσισαν να προχωρήσουν με τη σύναψη του δανείου σε ελβετικά φράγκα (βλ.Τεκ.4). Περαιτέρω, την ίδια ημέρα, οι εναγόμενοι 1 και 2, δυνάμει γραπτής συμφωνίας (βλ.Τεκ.7), εκχώρησαν προς όφελος της τράπεζας, όλα τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 10.6.08 το οποίο συνομολογήθηκε μεταξύ αυτών και της εναγομένης 3, δυνάμει του οποίου αγόρασαν από την τελευταία μία κατοικία (βλ.Τεκ.8). v. Οι πιο πάνω συμφωνίες, υπογράφηκαν από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων 1 και 2, αφού προηγουμένως, στις 9.4.08, υπέγραψαν σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο (βλ.Τεκ.9). Περαιτέρω, οι εναγομένοι 1 και 2, την ίδια ημέρα, δυνάμει άλλου πληρεξουσίου εγγράφου, διόρισαν την τράπεζα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους για τις πράξεις και ενέργειες που περιγράφονται σε αυτό (βλ.Τεκ.10). vi. Η εναγομένη 3, την 4.8.08, υπέγραψε σχετικό έγγραφο με το οποίο εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 προς την τράπεζα (βλ.Τεκ.5). Επί τούτου, το Δικαστήριο θα επανέλθει σε μεταγενέστερο στάδιο όταν, θα εξετάζεται η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης
- Επιπρόσθετα, στις 5.8.08, για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η εναγομένη 3 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υ./08 για το ποσό των CHF 704.000 πλέον τόκους (βλ.Τεκ.6). vii. Η τράπεζα παραχώρησε στους εναγομένους 1 και 2 το δάνειο. Με επιστολές της, ενημέρωσε τους πρωτοφειλέτες για την αλλαγή του επιτοκίου και τις καθυστερήσεις που παρατηρούνταν και τους καλούσε όπως καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά (βλ.Τεκ.11). Περαιτέρω, απέστειλε επιστολές στην εναγομένη 3, την οποία καλούσε να εξοφλήσει όλα τα καθυστερημένα ποσά (βλ.Τεκ.13). Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν το έπραξαν και έτσι, η τράπεζα, στις 21.8.12, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία (βλ.Τεκ.12). Οι εν λόγω επιστολές στάληκαν συστημένες στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που οι εναγόμενοι δήλωσαν στην τράπεζα (βλ.Τεκ.14). Το οφειλόμενο ποσό του δανείου κατά την 21.8.12 ανερχόταν σε CHF 745.090,90 πλέον CHF 6.251,35 (βλ.Τεκ.16 και 18). viii. Το υπόλοιπο του δανείου, κατά την 7.11.22, με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ανέρχεται σε CHF 1.226.862,80 πλέον CHF 23.225,15, ως συσσωρευμένοι τόκοι περιόδου από 1.7.22 μέχρι 11.11.22, πλέον τόκοι (βλ.Τεκ.19). Η ενάγουσα για να στοιχειοθετήσει την απαίτηση της κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, τους Ν.Φ. και Α.Χ., ενώ η εναγομένη 3 κάλεσε ως μάρτυρα τον Γ.Σ. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), το Δικαστήριο έθεσε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Ο Ν.Φ. ουσιαστικά αναφέρθηκε στα γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών, παρουσιάζοντας τα έγγραφα τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή του, όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών. Η όποια ανάμειξη του ήταν μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Ο Α.Χ., υπάλληλος της τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι οι συμφωνίες δανείου (βλ. Τεκ.3), εγγύησης (βλ. Τεκ.5), η δήλωση ενυπόθηκου οφειλέτη (βλ. Τεκ.6) και η συμφωνία εκχώρησης (βλ. Τεκ.7), υπογράφηκαν στην παρουσία του. Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείτο από την τράπεζα για παραχώρηση στεγαστικού δανείου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, αφού ετοιμάστηκαν τα έγγραφα, ο λειτουργός της τράπεζας επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Κ.Χ., πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων 1 και 2, και διευθετήθηκε συνάντηση για την υπογραφή των εγγράφων. Οι λειτουργοί της τράπεζας, της εξήγησαν τους όρους των εγγράφων και αφού αποδέχτηκε το περιεχόμενο τους, τα υπέγραψε. Η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε και με την εναγομένη 3, δηλαδή επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον εκπρόσωπο της και διευθετήθηκε συνάντηση κατά την οποία, του παρέδωσαν τα έγγραφα, του επεξήγησαν τους όρους και αφού τους αποδέχτηκε, τα υπέγραψε. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι κατά την συνάντηση παρών ήταν και ο συνάδελφος του Ν.Β. Η μαρτυρία του Ν.Φ. ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ανεξάρτητα από αυτό, τόσο ο τελευταίος όσο και ο άλλος μάρτυρας που κλήθηκε από την ενάγουσα (Α.Χ.), έκαναν εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Παρέθεσαν τα γεγονότα, ως τα συνέλαβαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις και υπερβολές. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Η εναγομένη 3 (στο εξής θα καλείται «η εταιρεία») κάλεσε ως μάρτυρα τον Γ.Σ., γραμματέα και αντιπρόσωπο αυτής. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι η εταιρεία ασχολείται με την ανάπτυξη γης και την πώληση ακινήτων που ανεγείρει και ήταν πελάτης της τράπεζας. Στη βάση της σχέσης που ανέπτυξαν επιδεικνύετο μεγάλη εμπιστοσύνη στην τελευταία. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν ακίνητο από την εταιρεία και διά μέσου των αντιπροσώπων τους απευθύνθηκαν στην τράπεζα και διαπραγματεύτηκαν για να εξασφαλίσουν τη σχετική χρηματοδότηση σε ελβετικό φράγκο. Η εταιρεία δεν γνώριζε τους εναγομένους 1 και 2 και δεν είχε οποιαδήποτε πληροφορία για την οικονομική τους κατάσταση και την φερεγγυότητα τους. Σε όλες τις περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η παρούσα, που η εταιρεία πωλούσε υπό ανέγερση ακίνητο για το οποίο δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος για να μεταβιβαστεί στον αγοραστή έτσι ώστε ο τελευταίος να το υποθηκεύσει, πάγια τακτική της τράπεζας, όταν επρόκειτο να χρηματοδοτήσουν τους αγοραστές, να απαιτούν την υπογραφή από μέρους της εταιρείας (α) εκχωρητηρίου εγγράφου με το οποίο οι αγοραστές εκχωρούσαν στην τράπεζα τα δικαιώματα που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο και (β) εγγυητηρίου εγγράφου, σκοπός του οποίου, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της τράπεζας ήταν για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση και ευθύνη της εταιρείας ότι θα αποπεράτωνε την ανέγερση του ακινήτου και θα φρόντιζε να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος εγγραφής έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της τράπεζας. Η τελευταία, ως αναφέρθηκε, ουδέποτε ζητούσε να υπογραφεί τέτοιο εγγυητήριο στην περίπτωση που υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας για το πωλούμενο ακίνητο. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι Δ.Φ. και Γ.Π., διευθυντής και υπεύθυνος του παραρτήματος της τράπεζας, τον διαβεβαίωσαν ότι ο σκοπός του εγγυητηρίου εγγράφου ήταν για να υπάρχει εξασφάλιση στην τράπεζα ότι θα εκδιδόταν τίτλος εγγραφής του ακινήτου που πώλησαν έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της τράπεζας. Ως ανάφερε, τόσο το εκχωρητήριο έγγραφο (βλ. Τεκ.7) όσο και το εγγυητήριο έγγραφο (βλ. Τεκ.5) καταρτίστηκαν από την τράπεζα για να τα υπογράψουν ώστε, να εγκριθεί η χρηματοδότηση των εναγομένων 1 και
- Ήταν η θέση του ότι, η εταιρεία σε καμία περίπτωση δεν είχε την πρόθεση να παραχωρήσει μια συνεχή εγγύηση όλων των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2, όπως αυτές καταγράφονται στο εγγυητήριο έγγραφο. Αναγνώρισε ότι, πράγματι η εταιρεία υπέγραψε το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο ως αποτέλεσμα όμως των παραστάσεων και διαβεβαιώσεων της τράπεζας ότι επρόκειτο για έναν έγγραφο που χρησιμοποιείτο σε σχέση με όλους τους πελάτες σε παρόμοιες περιπτώσεις και ότι η υπογραφή τόσο αυτού όσο και του εκχωρητηρίου ήταν απαραίτητο μέρος των εγγράφων που θα έπρεπε να υπογραφούν για να καταστεί δυνατή η εγγραφή υποθήκης επί του πωληθέντος ακινήτου και ως εκ τούτου, επρόκειτο για ένα τυπικό έγγραφο που η εταιρεία όφειλε να υπογράψει για να μπορεί να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Έτσι, ως ισχυρίστηκε, με βάση τις παραστάσεις των δύο πιο πάνω υπαλλήλων της τράπεζας η μοναδική ευθύνη της εταιρείας θα ήταν να εκδώσει τίτλο για το πωληθέν ακίνητο ώστε, να υποθηκευθεί προς όφελος της τράπεζας. Δήλωσε ότι υπέγραψαν το επίδικο εγγυητήριο ως αποτέλεσμα λάθους ως προς την έννοια και την ισχύ του ένεκα της ασάφειας, της αοριστίας και της αβεβαιότητας του περιεχομένου του, λάθος που προκάλεσε η τράπεζα μέσω των υπαλλήλων της. Ήταν η θέση του ότι, και οι δύο πλευρές τελούσαν υπό την εντύπωση ότι η εγγύηση εξασφάλιζε την έκδοση τίτλου και μετέπειτα, η τράπεζα μετακινήθηκε από τα συμφωνηθέντα. Το Δικαστήριο, στο στάδιο τούτο, κρίνει ορθό να αναφερθεί στις πρόνοιες του επίδικου εγγράφου εγγύησης στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταγράφονται τα πιο κάτω: «
- . με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη..
- Εννοείται πάντοτε ότι το πιο μεγάλο ποσό με το οποίο δεσμεύομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των CHF 640.000,00 (SWISS FRANC ΕΞΑΚΟΣΙΕΣ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΟΝΟ) επιπλέον τόκους.
- Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύηση μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά μέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ γραπτή ειδοποίηση με συστημένη επιστολή μου για την πρόθεσή μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση. .. .........................
- Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για τη VILLA ... στο .. η οποία ανεγείρεται στο ακίνητο .. στο όνομα .., την μεταβίβασή του/ς στο όνομα του Αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τραπέζης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα, η παρούσα εγγύησή μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγραφεί θα είναι για ποσό ίσο με 110%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα.» Στην δε Σύμβαση και Δήλωση υποθηκεύσεως Ακινήτου, που παραχώρησε η εναγομένη 3 ρητά καταγράφεται ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην ενυπόθηκο δανειστή «. σε πρώτη ζήτηση (γ) το ποσό των CHF 704.000,00.», πλέον τόκους (βλ. Τεκ.6). Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου ότι, η εναγομένη 3 υπέγραψε την επίδικη εγγύηση (βλ.Τεκ.5) στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο πάνω όροι. Γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχάς, εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A67 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Χ»Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989, Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1522, Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961 και το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Ed., στη σελ. 912). To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), Avon Finance Co. Ltd. ν. Bridger
(1979)[1985] 2 All E.R.
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εναγομένης 3 γίνονται αναφορές στις παραστάσεις της τράπεζας προς την τελευταία και περαιτέρω προβάλλεται ότι αν ήθελε αποδειχθεί η υπογραφή του εγγράφου, αυτό υπογράφηκε « .υπό συνθήκες πλάνης ή και λάθους ή και το υπέγραψε από λάθος (mistake) ή και πλάνη ως προς την έννοια και την έκταση της εγγύησης που διελάμβανε το επίδικο έγγραφο.». Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι η επίδικη εγγύηση παραχωρήθηκε « .ως αποτέλεσμα δόλου ή και ψευδών παραστάσεων . ή και παράβασης των θέσμιων καθηκόντων των εναγόντων.», χωρίς όμως να καθορίζονται λεπτομέρειες δόλου, απάτης ψευδών παραστάσεων πλην όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί γίνονται αναφορές στις παραστάσεις της τράπεζας. Στο στάδιο τούτο, τονίζεται ότι, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ο Γ.Σ αναφέρθηκε στα όσα, κατ' ισχυρισμόν, του δήλωσαν οι δύο υπάλληλοι της τράπεζας, δηλώνοντας ότι αυτή ήταν η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η εναγομένη 3 έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία ώστε, να δύναται να αποδεσμευτεί από την υπογραφή της επίδικης εγγύησης. Έτσι στην συνέχεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την εναγομένη
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Γ.Σ. ισχυρίστηκε ότι οι δύο πιο πάνω συγκεκριμένοι υπάλληλοι της τράπεζας του δήλωσαν ότι η μοναδική ευθύνη της εναγομένης 3 εστιαζόταν στο να αποπερατώσει την πωλούμενη κατοικία και να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο εγγραφής αυτής και κάτω από αυτές τις συνθήκες υπέγραψε την επίδικη εγγύηση. Ευλόγως γεννιούνται τα ακόλουθα ερωτήματα: (α) γιατί δεν ζήτησε να καταγραφούν στην εγγύηση τα όσα, κατ' ισχυρισμόν, του δήλωσαν οι υπάλληλοι της τράπεζας, λαμβανομένου υπόψη ότι ουσιωδώς διαφορετικά καταγράφονται στην εγγύηση και (β) γιατί υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης, στην οποία καταγράφονται οι πιο πάνω όροι, όπως με λεπτομέρεια τίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, και μάλιστα σε αυτή καταγράφεται και με έντονο χρώμα το ποσό των CHF 640.000 πλέον τόκους που εγγυήθηκε. Καμία πειστική εξήγηση έδωσε. Ήταν η θέση του Γ.Σ. ότι το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο υπογράφηκε «.ως αποτέλεσμα λάθους μας ως προς την έννοια και την ισχύ του ένεκα της ασάφειας και της αοριστίας και της αβεβαιότητας του περιεχομένου του, λάθος που μας προκάλεσαν οι ενάγοντες οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο συμφώνησαν μαζί μας ότι δεν θα παραχωρείτο η εγγύηση για το ποσό αλλά για σκοπούς έκδοσης του τίτλου. Η πλάνη και το λάθος να υπογραφεί ένα τέτοιο εγγυητήριο είναι ξεκάθαρο και από τους όρους από αυτό περιέχει.» (βλ. Ενδειξη Γ παρ.13). Η εναγομένη 3, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη μέχρι ποσού CHF 640.000 πλέον τόκους και ανέλαβε να πληρώσει μόλις της ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και
- Η δε εγγύηση που παραχώρησε, σύμφωνα με τον όρο 23 της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, θα τερματιζόταν, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για την κατοικία που αγόρασαν οι εναγόμενοι 1 και 2 από την εναγόμενη 3, την μεταβίβαση της κατοικίας επ΄ ονόματι των αγοραστών και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της τράπεζας για ποσό ίσο με 110% πλέον τόκους, των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών με την τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε υποδείξει η τράπεζα. Οι όροι της επίδικης εγγύησης είναι σαφείς και ξεκάθαροι. Τα όσα, εκ των υστέρων, ισχυρίζεται η εναγομένη 3 ότι, η πλάνη και το λάθος να υπογραφεί το εγγυητήριο ήταν αποτέλεσμα της αοριστίας και αβεβαιότητας του περιεχομένου του και των κατ' ισχυρισμών δηλώσεων των υπαλλήλων της τράπεζας, κατ' ελάχιστον κατατάσσεται ως μη πειστικό και ως προσπάθεια αποποίησης των δεσμεύσεων που ανέλαβε. Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Γ.Σ ισχυρίστηκε ότι η εγγύηση που δόθηκε ήταν εγγύηση ότι θα ανεγερθεί η κατοικία και θα εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Τι υποχρεώσεις θα αναλάμβανε η εναγόμενη 3, έναντι της τράπεζας, στην περίπτωση, που δεν ανεγειρόταν η κατοικία και δεν εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας της; Παρέλειψε επί τούτου, να δώσει οποιαδήποτε λογική και πειστική εξήγηση σε σχέση με το τι θα γινόταν εάν δεν εκδιδόταν τίτλος ιδιοκτησίας από μέρους της εταιρείας. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του και προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι, η εγγύηση που έδωσε, με βάση τα όσα του δήλωσαν, ήταν για τον περιορισμένο σκοπό που αναφέρεται πιο πάνω, διερωτήθηκε για ποιο λόγο να εγγυηθεί τους εναγομένους 1 και 2, τους οποίους δεν γνώριζε. Η απάντηση στο ερώτημα του είναι απλή. Η δανειοδότηση των εναγομένων 1 και 2 σχετίζεται με την αγορά της κατοικίας από την εταιρεία και την καταβολή του τιμήματος πώλησης από το οποίο θα επωφελείτο η τελευταία. Όπως έχει αναφερθεί οι εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν προς όφελος της τράπεζας όλα τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο, ημερ. 10.6.08, που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτών και της εναγομένης
- Το εν λόγω εκχωρητήριο υπογράφηκε και από τον Γ.Σ. για λογαριασμό της εταιρείας και η τελευταία δήλωνε, μεταξύ άλλων, ότι θα ενημερώσει αμέσως την τράπεζα όταν θα εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για την κατοικία και ότι θα την μεταβίβαζε στους αγοραστές ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του υποδείξει η τράπεζα. Όταν ρωτήθηκε, αν έχει οποιαδήποτε απορία επειδή το εν λόγω έγγραφο είναι καταγραμμένο στην αγγλική γλώσσα, δήλωσε ότι δεν είχε, προσθέτοντας ότι με αυτόν υπήρχαν άνθρωποι, που εργάζονταν μαζί του, που μιλούσαν αγγλικά. Αμέσως μετά, διαφοροποιήθηκε δηλώνοντας «Μα τι είναι, η συμφωνία εκχώρησης τι είναι; Πρώτα απ΄όλα δεν ξέρω τι είναι αυτό που μου λέεις.». ΄Ηταν η θέση του Γ.Σ., ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για την κατοικία που αγόρασαν οι εναγόμενοι 1 και 2, ότι τους ενημέρωσε σχετικά και τους κάλεσε να προσέλθουν στο Κτηματολόγιο, πράγμα που δεν έπραξαν. Αντεξεταζόμενος, δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια το πότε εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το συγκεκριμένο ακίνητο. Επί τούτου, αρχικά δήλωσε ότι πιθανό να έχει 4 με 5 χρόνια ίσως και περισσότερο που εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας και ακολούθως, διαφοροποιήθηκε αναφέροντας ότι δεν θυμόταν. Να σημειωθεί ότι η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε στις 21.8.12 και όλοι οι εναγόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό (βλ.Τεκ.12). Η δε αγωγή καταχωρίστηκε στις 25.9.
- Όταν, αντεξεταζόμενος, ρωτήθηκε να καθορίσει τον τρόπο που τους κάλεσε αυτός απάντησε: «Με email μέσω δικηγόρων, ξέρω εγώ, με χίλιους τρόπους, τηλεφωνικώς.» Ακολούθως δε, ανέφερε ότι έχει δικολάβο ο οποίος επικοινωνεί με όλους τους πελάτες και δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο να παρουσιάσει. Οι πιο πάνω αναφορές του είναι ασαφείς, γενικές αόριστες και ατεκμηρίωτες. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η όλη παρουσία του Γ.Σ. δεν ήταν θετική. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και υπεκφυγές. Εμφανής η πρόθεση του να παραποιήσει την πραγματικότητα με σκοπό να αποποιηθεί των ευθυνών της η εναγομένη
- Συνακόλουθα, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή, σε όση έκταση έρχεται σε αντίθεση με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Τα όσα ισχυρίστηκε ότι, οι υπάλληλοι της τράπεζας του δήλωσαν τα όσα καταγράφονται πιο πάνω και ότι η τελευταία υπαναχώρησε από τα συμφωνηθέντα δεν γίνονται αποδεκτά. Επισημαίνεται ότι καμία άλλη συμφωνία δεν συνομολογήθηκε πέραν αυτών που καταγράφονται πιο πάνω και αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Όπως έχει νομολογηθεί αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαραίνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη 1997 1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία που προσκόμισε η εναγομένη 3 δεν έχει εκείνα τα στοιχεία της αξιοπιστίας και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για ευρήματα του Δικαστηρίου. Και κάτι ακόμη. Στην σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ρητά καταγράφεται ότι η εναγομένη 3 οφείλει να καταβάλει το ποσό των CHF 704.000,00, πλέον τόκους, σε πρώτη ζήτηση. Η υποθήκη δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1771 και Stratis Enterprises Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας 2005 3 A.A.Δ 332). Είναι δικαιοπραξία χωριστή από τη συμφωνία δανείου, γιατί μετά την υπογραφή της δημιουργεί διαφορετικές νομικές συνέπειες. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από το κείμενό του εγγράφου υποθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης υποθήκης, η τελευταία δεν αποτελεί έγγραφο που έχει συναφθεί για περάτωση της σύμβασης δανείου ημερ. 6.8.08 μόνο. Αποτελεί αυτοτελή δικαιοπραξία η οποία εξασφαλίζει μεν την αποπληρωμή του συγκεκριμένου δανείου, αλλά ταυτόχρονα καλύπτει οποιανδήποτε υποχρέωση της εναγομένης 3 , τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση που έγινε ή ενδέχεται να γίνει απαιτητή για οποιονδήποτε λογαριασμό, δάνειο, γραμμάτιο, ή ομόλογο. Αποτελεί εξασφάλιση και για μελλοντικές οφειλές της προς την τράπεζα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου πράγματι, εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το σπίτι που αγόρασαν οι εναγόμενοι 1 και 2 από την εναγόμενη
- Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται μαρτυρία το πότε εκδόθηκε ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Το ακίνητο δεν μεταβιβάστηκε στο όνομα των αγοραστών και δεν εγγράφηκε υποθήκη προς όφελος της τράπεζας, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών με την τράπεζα ώστε, με βάση τους όρους του εγγράφου εγγύησης, να τερματιστεί η εγγύηση της εναγομένης
- Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τελευταίας δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες και έτσι, η τράπεζα νομότυπα, στις 21.8.12, τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου και απαίτησε από τους εναγομένους την εξόφληση του οφειλομένου ποσού. Το υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται σε CHF 1.226.862,80 πλέον CHF 23.225,15 συσσωρευμένοι τόκοι της περιόδου από 1.7.22 μέχρι 11.11.22 πλέον τόκο ενός μηνός libor με προσαύξηση 3,8399% ετησίως πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας επί ποσού CHF1.226.862,80 από 12.11.22 μέχρι εξόφλησης. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον των εναγόμενων 1 και
- Αντιθέτως, η εναγόμενη 3 απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ανταπαίτηση της, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, απόφαση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενης 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους εναγομένους 1 και 2 για το ποσό των CHF 1.226.862,80 πλέον CHF 23.225,15 συσσωρευμένοι τόκοι της περιόδου από 1.7.22 μέχρι 11.11.22 πλέον τόκο ενός μηνός libor με προσαύξηση 3,8399% ετησίως πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας επί ποσού CHF1.226.862,80 από 12.11.22 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο ήτοι την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου. Περαιτέρω, εναντίον της εναγομένης 3 εκδίδονται: (α) διατάγματα ως οι παράγραφοι: 14(δ), με την προσθήκη «οποιονδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί στην εναγομένη 3», 14 (ν) και 14 (ξ) της έκθεσης απαίτησης και (β) αναγνωριστικές αποφάσεις ως οι παράγραφοι 14 (ο) και (π) της έκθεσης απαίτησης. Η ανταπαίτηση της εναγομένης 3, απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 3 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί, μέχρι του ποσού που επιδικάστηκε εναντίον των εναγομένων 1 και
- (Υπ.)............ Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. /ΑΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο