← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νικόλ Ιωάννου, ως διαχειρίστρια περιορισμένης διαχείρισης του αποβιώσαντα Κωσταντίνου Νικολάου Παπαχριστοφόρου

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νικόλ Ιωάννου, ως διαχειρίστρια περιορισμένης διαχείρισης του αποβιώσαντα Κωσταντίνου Νικολάου Παπαχριστοφόρου κ.α., Συν. Αγωγές : 850/15, 851/15, 853/15 και 859/15, 4/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Συν. Αγωγές : 850/15, 851/15, 853/15 και 859/15 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας -και-

  1. Κωσταντίνου Νικολάου Παπαχριστοφόρου
  2. Κίκας Κώστα Παπαχριστοφόρου Εναγόμενων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 06/12/2021 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας -και-
  3. Νικόλ Ιωάννου, ως διαχειρίστρια περιορισμένης διαχείρισης του αποβιώσαντα Κωσταντίνου Νικολάου Παπαχριστοφόρου
  4. Κίκας Κώστα Παπαχριστοφόρου Εναγόμενων ------ Ημερομηνία: 04 Μαϊου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Ο κ. Χάρης Γεωργίου, για Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2 : Ο κ. Ανδρόνικος Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Όλες οι αγωγές αφορούν δάνεια τα οποία είχαν παραχωρηθεί από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο 1, ο οποίος έχει αποβιώσει. Η Εναγόμενη 2 είναι η σύζυγός του και έχει παραχωρήσει προσωπική συνεχή εγγύηση σε σχέση με τα συγκεκριμένα δάνεια. Το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €364.054,
  5. Συγκεκριμένα, στην Αγωγή Αρ. 850/15 αξιώνεται ποσό ύψους €153.129,78, στην Αγωγή Αρ. 851/15 ποσό ύψους €62.826,78, στην Αγωγή Αρ. 853/15 ποσό ύψους €75.699,88 και στην Αγωγή Αρ. 859/15 ποσό ύψους €72.427,
  6. Σύμφωνα με τις Εκθέσεις Απαίτησης, είχαν υπογραφτεί συμβάσεις, τρεις συμβάσεις δανείων το 2003, 2008 και 2009 οι οποίες διέποντο από τους όρους που είχαν συμφωνηθεί και υπογραφτεί μεταξύ των μερών και μία σύμβαση δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ο Εναγόμενος 1, προς εξασφάλιση των συγκεκριμένων δανείων, είχε υποθηκεύσει περιουσία του και είχαν εγγραφεί οι υποθήκες Υ2449/10, Υ1646/03 και Υ2274/
  7. Προς περαιτέρω εξασφάλιση, υπογράφτηκε συνεχής προσωπική εγγύηση από την Εναγόμενη 2 σε κάθε ένα δάνειο ξεχωριστά. Λόγω μη συμμόρφωσης με τους όρους των συμφωνιών δανείου, οι τραπεζικές διευκολύνσεις τερματίστηκαν και αξιώθηκαν τα οφειλόμενα ποσά. Στις Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις τους, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην εκχώρηση της τραπεζικής τους διευκόλυνσης στην Τράπεζα Κύπρου. Παραδέχονται ότι υπέγραψαν τις συγκεκριμένες δανειακές συμφωνίες πλην όμως αρνούνται ότι συμφώνησαν στην κεφαλαιοποίηση του τόκου ή στην αυξομείωση του επιτοκίου και προωθούν τη θέση ότι οι όροι των δανειακών συμβάσεων και των εγγυήσεων είναι αντισυμβατικοί και συνιστούν ποινική ρήτρα. Προωθούν, περαιτέρω, ισχυρισμούς που αφορούν τους όρους των συμβάσεων, δηλαδή ότι είναι γενικά διατυπωμένοι, είναι αόριστοι, ασαφείς και παράνομοι και κατ΄επέκταση ανίσχυροι και ανεφάρμοστοι. Η Εναγόμενη 2 υποστηρίζει ότι ουδέποτε έδωσε τη συναίνεσή της σε οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία ή και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε σε σχέση με οποιαδήποτε τροποποίηση συμφωνίας. Σε σχέση με τις υποθήκες, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι άκυρες και σε κάθε περίπτωση ακυρώσιμες εξ υπαρχής. Προβάλλεται, παράλληλα, ως Υπεράσπιση, το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες συνομολογήθηκαν εικονικά ή/και κατόπιν δόλου και απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων. Ως λεπτομέρειες δόλου, καταγράφονται η απόκρυψη στοιχείων, η δήλωση αναληθών γεγονότων, η αποκόμιση δυσανάλογων εξασφαλίσεων με πειθώ προς τον Εναγόμενο 1, το γεγονός ότι ουδέποτε επεξηγήθηκαν οι όροι και οι συνέπειες των συμφωνιών δανείων και των εγγυήσεων, ότι δεν παρασχέθηκε η ευχέρεια λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, ότι δεν λήφθηκε η συναίνεση της Εναγόμενης 2 στις εκάστοτε τροποποιήσεις ή μεταβολές στην αρχική σύμβαση δανείου και ότι οι καθορισθείσες δόσεις αποπληρωμής ήταν πέραν των δυνατοτήτων των Εναγόμενων. Καταγράφονται και άλλες υπερασπίσεις στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση πλην όμως δεν χρήζουν αναφοράς, αφού δεν προωθήθηκαν κατά τη διαδικασία. Σε όλες τις αγωγές υπάρχει και Ανταπαίτηση για έκδοση διατάγματος ακύρωσης, τόσο της συμφωνίας δανείου καθώς και της υποθήκης που την εγγυάται και για ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης που συνοδεύει την κάθε δανειακή σύμβαση. Επίσης, επιζητείται και η έκδοση άλλων συναφών διαταγμάτων. Προσφέρθηκε μαρτυρία μόνο από την Ενάγουσα Τράπεζα, η οποία κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Παντελής Παντελή, Μ.Ε.1, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  8. Καταγράφει ότι έχει στην κατοχή του έγγραφα ή αντίγραφα εγγράφων που αφορούν συμφωνίες δανείων ή τραπεζικές διευκολύνσεις που αφορούν τον αποβιώσαντα και τη σύζυγό του, οι οποίες έχουν οδηγηθεί στην καταχώριση αγωγής. Αναφέρεται στο ιστορικό της μεταφοράς των εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Ενάγουσα. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ισχυρίζεται ότι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd είχε συμφωνήσει να παραχωρήσει δάνειο στον Εναγόμενο 1, στις 14/09/2009, για το ποσό των €100.000,00 και υπογράφτηκε η συμφωνία δανείου την ίδια μέρα και ανοίχθηκε ο λογαριασμός ΧΧΧ914, ο οποίος με τη μεταφορά του στην Ενάγουσα άλλαξε σε ΧΧΧ
  9. Προς εξασφάλιση της συγκεκριμένης τραπεζικής διευκόλυνσης, η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε γραπτώς, με συνεχή εγγύηση, όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 πλέον τόκους και έξοδα. Υπογράφτηκε συμπληρωματική συμφωνία, στις 15/10/2010, μετά από αίτημα του Εναγόμενου 1 και για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης υποθηκεύτηκε, στις 19/10/2010, ακίνητο ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 και ενεγράφη η υποθήκη Υ2449/
  10. Υπογράφηκε, μετά από αίτημα του Εναγόμενου 1, έγγραφο κοινοποίησης και στις 27/12/2010 τροποποιητική συμφωνία με την οποία τροποποιήθηκαν οι όροι αποπληρωμής του δανείου. Στις 31/01/2011, τροποποιήθηκε εκ νέου η συμφωνία δανείου και προσφέρθηκε νέα εξασφάλιση. Η Εναγόμενη 2, στις 31/01/2011, εγγυήθηκε γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 και υπέγραψε και σχετικό έντυπο ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε τις δόσεις του με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει επιστολές, στις 13/01/2012 και 15/02/2012, με τις οποίες τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και απαίτησε την αποπληρωμή. Είχε προηγηθεί η παραχώρηση άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων προς τον Εναγόμενο 1, στις 15/12/2003, για το ποσό των €85.430,
  11. Προς εξασφάλιση της συγκεκριμένης συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 ενέγραψε, στις 16/12/2003, την υποθήκη Υ1646/2003 επί του ίδιου ακινήτου με την υποθήκη Υ2449/
  12. Υπογράφτηκε, στις 23/05/2007, συμπληρωματική συμφωνία και σε αντάλλαγμα η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε προσωπικά, με συνεχή εγγύηση, όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου
  13. Στις 15/09/2008 υπογράφτηκε άλλη συμπληρωματική συμφωνία και στις 27/10/2010 υπογράφτηκε έγγραφο κοινοποίησης για να ακολουθήσει, στις 31/01/2011, η υπογραφή τροποποιητικής συμπληρωματικής συμφωνίας. Η Εναγόμενη 2, στις 31/01/2011, εγγυήθηκε προσωπικά τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου
  14. Ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε τις δόσεις του με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει επιστολές προς τους Εναγόμενους 1 και 2, στις 13/01/2012 και στις 15/02/2012, καλώντας τους όπως διευθετήσουν την καταβολή των καθυστερημένων οφειλών. Είχε παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1, στις 24/04/2003, δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό και υπογράφτηκε σχετική συμφωνία στις 24/04/
  15. Προς εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεών του, ο Εναγόμενος 1 ενέγραψε, στις 16/12/2003, την υποθήκη Υ1646/2003 επί του ίδιου ακινήτου με την υποθήκη Υ2449/
  16. Υπογράφτηκε, στις 23/05/2007, Νέα Ειδική Συμφωνία και στις 25/08/2007 δεύτερη Ειδική Συμφωνία η οποία εξασφαλίστηκε με την παροχή συνεχούς και προσωπικής εγγύηση της Εναγόμενης
  17. Στις 15/09/2008 υπογράφτηκε Νέα Συμπληρωματική Συμφωνία και στις 17/09/2008 ο Εναγόμενος 1 ενέγραψε, ως εξασφάλιση, την υποθήκη Υ2274/2008 επί του ίδιου ακινήτου με την υποθήκη Υ2449/10 και την υποθήκη Υ1646/
  18. Η Εναγόμενη 2, στις 15/10/2010, εγγυήθηκε προσωπικά με συνεχή εγγύηση τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου
  19. Στις 31/01/2011, μετά από αίτημα του Εναγόμενου 1, υπογράφτηκε συμπληρωματική συμφωνία και ακολούθησε στις 21/07/2011 η υπογραφή επιστολής προσφοράς και τροποποιητική συμφωνία. Η Εναγόμενη 2, στις 21/07/2011, εγγυήθηκε γραπτώς και με συνεχή εγγύηση όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου
  20. Ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε τις δόσεις του με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει επιστολές, στις 13/01/2012 και στις 15/02/2012, καλώντας και τους δύο Εναγόμενους όπως διευθετήσουν την καταβολή των καθυστερημένων οφειλών. Είχε παραχωρηθεί, στις 15/09/2008, άλλο δάνειο στον Εναγόμενο 1 ύψους €50.000,00 και υπογράφτηκε η σχετική συμφωνία δανείου. Προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου, ο Εναγόμενος 1 ενέγραψε την υποθήκη Υ2274/08 επί του ίδιου ακινήτου ως οι υπόλοιπες υποθήκες. Την ίδια μέρα, η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε γραπτώς και με συνεχή εγγύηση όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου
  21. Η συγκεκριμένη συμφωνία τροποποιήθηκε, με αίτημα του Εναγόμενου 1, στις 27/12/2010 και υπογράφτηκε προς τούτο έγγραφο κοινοποίησης για τροποποίηση της συμφωνίας και η Εναγόμενη 2, στις 31/01/2011, εγγυήθηκε γραπτώς και με συνεχή εγγύηση όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου
  22. Ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε τις δόσεις του με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει επιστολές, στις 13/01/2012 και στις 15/02/2012, καλώντας και τους δύο Εναγόμενους όπως διευθετήσουν την καταβολή των καθυστερημένων οφειλών. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την προσφορά της Τράπεζας σε σχέση με το δάνειο και τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 14/09/2009, ως Τεκμήριο 2, τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 14/09/2009 και ως Τεκμήριο 2Α την επιστολή για λήψη νομικής συμβουλής από την Εναγομένη 2, ως Τεκμήριο 3 τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 15/10/2010, ως Τεκμήριο 4 την τρίτη υποθήκη επί του ίδιου ακινήτου με αριθμό Υ2449/10, ως Τεκμήριο 5 τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 27/12/2010 για την τροποποίηση του προγράμματος αποπληρωμής της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 14/09/2009, ως Τεκμήριο 6 τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 31/01/2011, ως Τεκμήριο 7 δέσμη επιστολών ημερομηνίας 13/01/2012 προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 7Α δέσμη επιστολών ημερομηνίας 15/02/2012 προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 8 τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 15/12/2003, ως Τεκμήριο 9 τη συμφωνία υποθήκης Υ1646/2003, ως Τεκμήριο 10 τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 23/05/2007 για παραχώρηση νέας προσωπικής εγγύησης της Εναγόμενης 2, ως Τεκμήριο 11 τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 23/05/2007, ως Τεκμήριο 12 τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 15/09/2008 για τροποποίηση της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 15/12/2003 και ως Τεκμήριο 12Α τη δεύτερη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 31/01/2011 που αφορούσε τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 15/09/2008, ως Τεκμήριο 13 δέσμη προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 13/01/2012 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 13Α δέσμη επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 15/02/2013 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 14 τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 24/04/2003, ως Τεκμήριο 15 την Ειδική Συμφωνία ημερομηνίας 23/05/2007, ως Τεκμήριο 15Α την Ειδική Συμφωνία παραχώρησης εγγύησης από την Εναγομένη 2 ημερομηνίας 25/08/2008, ως Τεκμήριο 16 τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 25/08/2008, ως Τεκμήριο 16Α την επιστολή για μη λήψη νομικής συμβουλής από την Εναγομένη 2, ως Τεκμήριο 17 την Ειδική Συμφωνία ημερομηνίας 15/09/2008, ως Τεκμήριο 18 τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 15/10/2010 συνοδευόμενης από την κατάσταση των υφιστάμενων διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, ως Τεκμήριο 18Α την επιστολή ημερομηνίας 15/10/2010 για λήψη νομικής συμβουλής της Εναγομένης 2, ως Τεκμήριο 19 τη Συμπληρωματική Συμφωνία ημερομηνίας 31/01/2011 σε σχέση με τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 15/09/2008 συνοδευόμενη από την κατάσταση των υφιστάμενων διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, ως Τεκμήριο 20 την επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 14/07/2011 αναφορικά με την ανανέωση των τραπεζικών διευκολύνσεων συνοδευόμενη από την κατάσταση των υφιστάμενων διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, ως Τεκμήριο 21 τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 21/07/2011 της Εναγόμενης 2, ως Τεκμήριο 21Α την επιστολή προς την Εναγομένη 2 για λήψη νομικής συμβουλής ημερομηνίας 21/07/2011, ως Τεκμήριο 22 δέσμη προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 13/01/2012 απευθυνόμενη και προς τους δύο Εναγόμενους, ως Τεκμήριο 22Α δέσμη επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 15/02/2013 απευθυνόμενη προς τους δύο Εναγόμενους, ως Τεκμήριο 23 τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 15/09/2008, ως Τεκμήριο 24 τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 15/09/2008, ως Τεκμήριο 24Α την επιστολή ημερομηνίας 15/09/2008 για λήψη νομικής συμβουλής από την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 25 το έγγραφο κοινοποίησης ημερομηνίας 23/12/2010 για παραχώρηση εκπαιδευτικού δανείου συνοδευόμενο από την κατάσταση των υφιστάμενων διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, ως Τεκμήριο 26 τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 31/01/2011, ως Τεκμήριο 27 δέσμη προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 13/01/2012 απευθυνόμενη προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 27Α δέσμη επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 15/02/2013 απευθυνόμενη προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 28 την επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 11/10/2010 και ως Τεκμήριο 29 τη σύμβαση δεύτερης υποθήκης Υ2274/
  23. Ερωτηθείς να εξηγήσει, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η συμφωνία δανείου είναι η αρχική συμφωνία μεταξύ των μερών, η τροποποιητική συμφωνία είναι η συμφωνία που επιτυγχάνεται μετά από αίτηση ενός εκ των μερών για αλλαγή της αρχικής συμφωνίας και η ειδική συμφωνία αφορά αίτημα του πελάτη προς την Τράπεζα για αλλαγή στην αρχική σύμβαση. Υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε αιτηθεί, στις 25/08/2008, σύμφωνα με το Τεκμήριο 15Α, για τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας και η τροποποίηση είχε γνωστοποιηθεί στην εγγυήτρια την ίδια ημέρα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 16 καθώς και το δικαίωμά της για λήψη νομικής συμβουλής, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 16Α. Σε ερώτηση που του τέθηκε, ανάφερε ότι υπήρχε αρχικά τρεχούμενος λογαριασμός και στη συνέχεια δόθηκε δάνειο ύψους €100.000,00, στις 15/12/
  24. Ο τρεχούμενος λογαριασμός, είχε ανοιχθεί στις 24/04/2003 για το ποσό των Λ.Κ.50.000 και υπήρχε, σε σχέση με τον λογαριασμό αυτό, ειδική συμφωνία. Στις 14/09/2009, είχε παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1 άλλο δάνειο για σκοπούς αγοράς μηχανημάτων αλλά και για να εξοφληθεί προγενέστερο δάνειο. Το αρχικό δάνειο που αφορούσε τον λογαριασμό ΧΧΧ845, είχε εξοφληθεί με τις €100.000,00 που είχαν παραχωρηθεί ως δάνειο για την αγορά μηχανημάτων και επεξήγησε ότι δεν σχετίζεται με την αγωγή. Ερωτηθείς, ανάφερε ότι ο πελάτης είχε υπογράψει τη σύμβαση δανείου και είχε λάβει το συγκεκριμένο ποσό. Εξήγησε ότι δεν έχει σημασία το πού ξοδεύεται το ποσό που παραχωρείται ως δάνειο αλλά το γεγονός ότι του παραχωρήθηκε το συγκεκριμένο δάνειο το οποίο όφειλε να εξοφλήσει. Υποστήριξε ότι για να καθοριστεί η δόση του δανείου στο ποσό των €1.049,04 είχαν ζητηθεί δικαιολογητικά από τον πελάτη, όμως ο ίδιος δεν ήταν παρών για να γνωρίζει τι ακριβώς είχε συζητηθεί. Από την τακτική που εφάρμοζε η Τράπεζα, μπορούσε να αναφέρει ότι σίγουρα θα είχε ζητηθεί η περιουσιακή κατάσταση του Εναγόμενου 1 και τα εισοδήματά του πριν εγκριθεί το δάνειο. Υποστήριξε ότι η Τράπεζα ενημέρωνε τον Εναγόμενο 1, κάθε φορά που υπέγραφε δανειακή σύμβαση, ποια ήταν τα υπόλοιπά του και το ίδιο συνέβαινε και με την εγγυήτρια και της εδίδετο και γραπτή κατάσταση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 με τα υπόλοιπά του. Ήταν η θέση του ότι η σύζυγος του Εναγόμενου 1, Εναγόμενη 2, δεν ήταν η πρώτη φορά που υπέγραφε ως εγγυήτρια και ως εκ τούτου γνώριζε τη διαδικασία. Είχε υπογράψει δε τις συγκεκριμένες συμβάσεις, καταγράφοντας ότι τις είχε διαβάσει και τις είχε αντιληφθεί. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 1Α συνοπτική κατάσταση των διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στον Εναγόμενο
  25. Εξήγησε ότι είχε παραχωρηθεί δάνειο €100.000,00 ενώ ο Εναγόμενος 1 χρωστούσε, στην Ενάγουσα, ποσό πέραν των €126.000,
  26. Ήταν η θέση του ότι και στα τέσσερα δάνεια ήταν εγγυήτρια η Εναγόμενη 2, η οποία είχε υπογράψει το έντυπο ότι δεν επιθυμούσε τη λήψη νομικής συμβουλής. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 2, στη σελίδα 4, την υπογραφή της Εναγόμενης 2 και ανέφερε ότι υπέγραψε με ελεύθερη βούληση. Ερωτηθείς αναφορικά με την ασφάλεια ζωής, εξήγησε ότι είχε εξαργυρωθεί πριν να αποβιώσει ο Εναγόμενος
  27. Όσον αφορά τις υποθήκες, ήταν η θέση του ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είχε υποθηκευτεί τρεις

(3)φορές, η αρχική υποθήκη ήταν η Υ1646/03 και ακολούθησε η Υ2274/08 και η Υ2449/
  1. Όσον αφορά την αλλαγή προγράμματος αποπληρωμής, ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 έχει αλλάξει το πρόγραμμα, γιατί είχε ζητήσει μείωση στη δόση σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, παράγραφος
  2. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Νίκο Νικολάου, Μ.Ε.2, Λειτουργό των Εναγόντων στη Μονάδα Ανάκτησης Χρεών, ο οποίος κατάθεσε ως Έγγραφο 2 τη γραπτή του δήλωση. Στη γραπτή του δήλωση αναφέρεται στο ιστορικό της μεταφοράς των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου και σε σχέση με τα δάνεια καταγράφει ότι η Ενάγουσα, στις 15/12/2003, είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο 1 για την παραχώρηση δανείου ύψους Λ.Κ.50.000, ήτοι €85.430,
  3. Από το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε το ποσό των Λ.Κ.43.685 στον τρεχούμενο του λογαριασμό και το υπόλοιπο ποσό εξόφλησε άλλους λογαριασμούς και τα έξοδα διευθέτησης του δανείου. Στις 15/09/2008, παραχωρήθηκε δεύτερο δάνειο στον Εναγόμενο 1, για το ποσό των €50.000,
  4. Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του και επειδή αφορούσε εκπαιδευτικό δάνειο, αναλήφθηκε κατά τα έτη 2008‑
  5. Το τρίτο δάνειο παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 στις 14/09/2009 και μεταφέρθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του, το ποσό των €100.000,
  6. Για σκοπούς εξασφάλισης της Ενάγουσας, υπογράφτηκαν συμπληρωματικές συμφωνίες, στις 23/05/2007, στις 25/08/2008, στις 15/09/2008, στις 15/10/2010, στις 27/12/2010, στις 31/01/2011 και στις 21/07/
  7. Προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, ενεγράφησαν οι υποθήκες με αριθμό Υ1646/03, Υ2274/08 και Υ2449/10 επί του ίδιου ακινήτου εγγραφής με αριθμό 0/
  8. Η δε Εναγόμενη 2, εγγυήθηκε γραπτώς, υπό τον τύπο συνεχούς εγγυήσεως, όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που αφορούσαν τις συγκεκριμένες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις με εγγυητήρια έγγραφα ημερομηνίας 25/08/2008, 15/09/2008, 14/09/2009, 15/10/2010, 21/07/2011 και 31/01/
  9. Ο Εναγόμενος 1, κατά παράβαση των όρων των συγκεκριμένων συμφωνιών, καθυστερούσε τις δόσεις του με αποτέλεσμα στις 13/01/2012 να σταλούν επιστολές με τις οποίες καλούντο, τόσο ο ίδιος καθώς και η Εναγόμενη 2, όπως διευθετήσουν τις καθυστερημένες οφειλές τους. Ακολούθως, με επιστολές ημερομηνίας 15/02/2012, η Ενάγουσα τερμάτισε τις συγκεκριμένες συμφωνίες δανείου. Καμιά από τις επιστολές δεν επιστράφηκε και είχαν ταχυδρομηθεί στη διεύθυνση που είχε παραχωρηθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς την Τράπεζα. Ο Εναγόμενος 1, κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δανείου, δήλωνε ότι έχει παραλάβει τόσο τον κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων καθώς και τους γενικούς όρους και κανονισμούς της Τράπεζας. Η Εναγόμενη 2 είχε παραλάβει τις επιστολές της Ενάγουσας που αφορούσαν την παραχώρηση ή και συνέχιση των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 καθώς και τη δήλωση περιουσιακών στοιχείων που είχε ετοιμαστεί από τον Εναγόμενο 1, πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν ενήμεροι για το τι υπέγραφαν ενώ είχαν αποδεχθεί και τους όρους των συμφωνιών. Όσον αφορά τη διατήρηση των τραπεζικών στοιχείων, κατέγραψε ότι η Ενάγουσα τηρεί τραπεζικά βιβλία, σε ηλεκτρονική μορφή, στα οποία φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων λογαριασμών οι οποίοι με τη μεταφορά τους στην Τράπεζα Κύπρου έλαβαν νέους αριθμούς. Το τραπεζικό βιβλίο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και είναι υπό τον έλεγχό της και έχουν πρόσβαση σε αυτό τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ αυτών και ο ίδιος. Ο ίδιος ετοίμασε και εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν τα επίδικα δάνεια και τον τρεχούμενο λογαριασμό και αφού τις σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρίσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Οι συγκεκριμένες καταστάσεις αποστέλλονταν ανελλιπώς στον Εναγόμενο 1 και ακολούθως τον διαχειριστή της περιουσίας του. Κατά την αποστολή των συγκεκριμένων καταστάσεων λογαριασμού, οι πελάτες καλούντο όπως τις ελέγξουν και επικοινωνήσουν με την Τράπεζα για οποιαδήποτε διευκρίνιση. Δεν εντόπισε στο αρχείο που διατηρείται οποιαδήποτε παράπονα σε σχέση με τα υπόλοιπα των λογαριασμών, τους τόκους ή τα έξοδα. Καταλήγει ότι από τις καταστάσεις λογαριασμών διαφαίνεται ότι ουδεμία χρέωση έγινε που δεν δικαιολογείται από τις επίδικες συμφωνίες παραχώρησης δανείων και τρεχούμενου λογαριασμού. Όσον αφορά δε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, αυτές περιλαμβάνουν τον τόκο, ήτοι το συμβατικό επιτόκιο, χωρίς οποιεσδήποτε χρεώσεις και τόκο υπερημερίας. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 30 την Κ.Δ.Π. 104/13 η οποία αφορά την πώληση των εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ως Τεκμήριο 31 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό ΧΧΧ928, ως Τεκμήριο 32 πιστοποιητικό και κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό ΧΧΧ195, ως Τεκμήριο 33 πιστοποιητικό και κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό ΧΧΧ942, ως Τεκμήριο 34 επιστολή ημερομηνίας 23/12/2010 για την αναέωση των δανειακών διευκολύνσεων, ως Τεκμήριο 35 έντυπο που αφορά το δικαίωμα του Εναγόμενου 1 για λήψη νομικής συμβουλής και τη δήλωσή του ότι επιθυμεί να μην λάβει νομική συμβουλή, ως Τεκμήριο 36 δέσμη προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 13/01/2012 που αποστάληκε στους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 37 δέσμη επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 15/02/2012 που αποστάληκε στους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 38 κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων ημερομηνίας 05/06/2008 της Marfin Laiki Bank, ως Τεκμήριο 39 τους γενικούς όρους και κανονισμούς σε σχέση με τα δάνεια που παραχωρούνταν από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως Τεκμήριο 40, την επιστολή ημερομηνίας 15/09/2008 προς την Εναγόμενη 2 σε σχέση με το εκπαιδευτικό δάνειο που είχε παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1, ως Τεκμήριο 41 την επιστολή ημερομηνίας 15/09/2008 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, ως Τεκμήριο 42 την επιστολή ημερομηνίας 14/09/2009 προς την Εναγόμενη 2 σε σχέση με το δάνειο ύψους €100.000,00 που είχε παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1, ως Τεκμήριο 43 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού με αριθμό ΧΧΧ973, ως αναριθμήθηκε μετά τη μεταφορά του στην Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 44 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού για τον λογαριασμό ΧΧΧ367, ως αναριθμήθηκε μετά τη μεταφορά του στην Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 45 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού για τον λογαριασμό ΧΧΧ616, ως αναριθμήθηκε μετά τη μεταφορά του στην Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 46 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού για τον λογαριασμό ΧΧΧ704, ως αναριθμήθηκε μετά τη μεταφορά του στην Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 47 ανακοινώσεις στον τύπο σε σχέση με τα επιτόκια της περιόδου 2004 μέχρι 2011, ως Τεκμήριο 48 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το δάνειο τακτής προθεσμία με αριθμό λογαριασμού ΧΧΧ973, ως Τεκμήριο 49 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το δάνειο τακτής προθεσμίας με αριθμό λογαριασμού ΧΧΧ367, ως Τεκμήριο 50 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το δάνειο τακτής προθεσμίας με αριθμό λογαριασμό ΧΧΧ616 και ως Τεκμήριο 51 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό ΧΧΧ
  1. Περαιτέρω, κατάθεσε τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 5 και 9 ως Τεκμήρια 5Α και 9Α. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα από το 1993 μέχρι και το 2013, που μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου με τα ίδια καθήκοντα. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι στην περίπτωση που χρεώνονται έξοδα σε λογαριασμούς πελατών, αυτό σημαίνει ότι προνοούνται από τη σύμβαση δανείου. Όσον αφορά δε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, εξήγησε ότι δεν υπάρχουν χρεώσεις, παρά μόνο ο τόκος. Με αναφορά στο Τεκμήριο 7, ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει την πρακτική που ακολουθούσαν οι τράπεζες όταν υπήρχαν καθυστερήσεις και η πρακτική ήταν να αποστέλλονται οι επιστολές, οι προειδοποιητικές των 21 ημερών και ακολούθως εάν δεν τακτοποιείτο το χρέος προχωρούσαν σε τερματισμό. Επέμενε στη θέση του ότι σε σχέση με την Αγωγή Αρ.850/15 είχε συμπληρωθεί η περιουσιακή κατάσταση του Εναγόμενου 1 και είχε δοθεί στην Εναγόμενη 2, εγγυήτρια. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι η αίτηση για παραχώρηση δανείου δεν υποβάλλεται πάντοτε γραπτώς αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που ο πελάτης την υποβάλλει προφορικά, όταν έχει υποβάλει και προηγουμένως αίτημα στην Τράπεζα. Εξήγησε ότι η Εναγόμενη 2 είχε υπογράψει την επιστολή εγγυητή ημερομηνίας 14/09/2009, το Τεκμήριο 42, την οποία και παρέλαβε ιδιοχείρως και της είχαν επεξηγηθεί οι όροι ενώ της είχε παραχωρηθεί η ευκαιρία να λάβει νομική συμβουλή, όμως, δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να το πράξει. Όσον αφορά την ασφάλεια ζωής του Εναγόμενου 1, υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 1 σταμάτησε να την αποπληρώνει και ως εκ τούτου ακυρώθηκε. Επέμενε στη θέση του ότι όλα τα ποσά των δανείων είχαν κατατεθεί στον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου
  2. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Κώστας Ηλία, Μ.Ε.3, ο οποίος είναι λειτουργός στην Τράπεζα Κύπρου, στο κατάστημα της Τράπεζας στην Αθηαίνου αλλά από το 2007 ‑ 2013 διατελούσε διευθυντής στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Αυγόρου. Γνώριζε τον Εναγόμενο 1 προσωπικά, με τον οποίο είχε φιλικές σχέσεις, ενόσω ήταν εν ζωή. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 2 είχε υπογράψει ως εγγυήτρια του Εναγόμενου 1 και όπως συνέβαινε με όλες τις δανειακές συμβάσεις, της είχαν επεξηγηθεί οι βασικοί όροι του δανείου, το επιτόκιο καθώς και το ποσό που θα παραχωρείτο ως δάνειο. Της είχε αναφερθεί, επίσης, ότι μπορεί να συμβουλευτεί δικηγόρο. Βλέποντας το Τεκμήριο 2, αναγνώρισε την υπογραφή του ως μάρτυρας και την υπογραφή της Εναγόμενης 2, δεξιά στο πάνω μέρος και ανέφερε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφτηκε στην παρουσία του. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 16 και 16Α, αναγνώρισε τη σφραγίδα του και την υπογραφή του καθώς και την υπογραφή της Εναγόμενης 2, δεξιά μέσα στο κουτί. Η Εναγόμενη 2 είχε επίσης υπογράψει στην παρουσία του ενώ είχε δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε να λάβει νομική συμβουλή. Το ίδιο είχε γίνει και σε σχέση με το Τεκμήριο 18, το Τεκμήριο 6 καθώς και το Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος, εξήγησε ότι για να προχωρήσει ένα δάνειο πρέπει να υπογραφούν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και ότι πρέπει να προηγηθεί αίτηση δανείου η οποία να υποβληθεί και στην οποία, επίσης, καταγράφονται πληροφορίες σε σχέση με τον εγγυητή. Υποστήριξε ότι δεν δίδονται δάνεια προφορικά. Παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 2 ήταν οικοκυρά και ότι ο Εναγόμενος 1 είχε λάβει πολλές τραπεζικές διευκολύνσεις. Ήταν σίγουρος ότι είχαν συμπληρωθεί οι γραπτές δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε κάποια προβλήματα υγείας που αφορούσαν αναπηρία στο χέρι του. Επέμενε στη θέση του ότι η δήλωση περιουσιακής κατάστασης είχε υπογραφτεί από τον Εναγόμενο 1 και ότι και οι δύο πελάτες είχαν υπογράψει ότι δεν επιθυμούσαν να λάβουν νομική συμβουλή. Ο ίδιος τους είχε επεξηγήσει τους όρους των συμβάσεων παροχής δανείου πριν υπογράψουν το δάνειο. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι η Εναγόμενη 2 είχε υπογράψει ως εγγυήτρια, γιατί είχε υποθηκευτεί το δικό της σπίτι. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Παναγιώτης Ιωάννου, Μ.Ε.4, Λειτουργός εξυπηρέτησης στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν θέση του ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πελάτης της Τράπεζας στο κατάστημα της Ξυλοφάγου και ότι ο ίδιος διατηρούσε συχνή επικοινωνία μαζί του γιατί οι διευκολύνσεις του κατέστησαν προβληματικές και γινόταν προσπάθεια εξεύρεσης λύσης στο πρόβλημα. Εξήγησε ότι, λόγω του ότι δεν ανταποκρινόταν, είχαν διαβιβαστεί προειδοποιητικές επιστολές 21 ημερών, στις 13/01/2012, τις οποίες κατάθεσε ως Τεκμήριο 52 και ακολούθως επιστολές τερματισμού, ημερομηνίας 15/02/2012, τις οποίες κατάθεσε ως Τεκμήριο
  4. Οι συγκεκριμένες επιστολές είχαν αποσταλεί από το Τμήμα Εγγράφων στο υποκατάστημα Ξυλοφάγου, ο ίδιος τις είχε ελέγξει και ακολούθως τις ταχυδρόμησε. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 21, αναγνώρισε την υπογραφή του, στην τελευταία σελίδα, καθώς και την υπογραφή της Εναγόμενης 2, η οποία υπόγραψε μπροστά του. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε υπογράψει δανειακή σύμβαση ενώπιόν του αφού οι διευκολύνσεις που είχε ήταν υφιστάμενες. Όμως, ήταν η θέση του ότι κατά τον τερματισμό η Τράπεζα οφείλει να ενημερώσει τον πελάτη για όλες τις διευκολύνσεις που έχουν εκκρεμότητες, εξ ου και στην επιστολή, Τεκμήριο 51, καταγράφονται όλα τα ποσά οπόταν, ο πελάτης λαμβάνοντας την επιστολή αντιλαμβάνεται τα προβλήματα που υπάρχουν. Αρνήθηκε την εισήγηση ότι η Τράπεζα είχε αποστείλει προ τερματισμό και ότι οι καθυστερημένες δόσεις ήταν μόνο μία ή δύο. Προώθησε τη θέση ότι το Τεκμήριο 51 συνιστούσε την ύστατη προσπάθεια της Τράπεζας για να βρεθεί μια λύση. Εξήγησε ότι η διαφοροποίηση στον αριθμό λογαριασμού αφορούσε τη μεταφορά των λογαριασμών από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου. Όσον αφορά τον χαρακτήρα του Εναγόμενου 1, εξήγησε ότι τον γνώριζε από την παιδική ηλικία, όταν ενοικίαζε μοτοποδήλατα στην Αγία Νάπα και παράλληλα εργαζόταν στο Νοσοκομείο. Τον χαρακτήρισε ως δουλευτή άνθρωπο και δέχτηκε ότι είχε αναπηρία στο ένα χέρι. Ερωτηθείς σε σχέση με τις υπογραφές της Εναγόμενης 2, επέμενε στη θέση του ότι είχε υπογράψει ενώπιόν του και ο ίδιος είχε προχωρήσει με όλες τις νόμιμες διαδικασίες της Τράπεζας. Ενώ, πριν υπογράψει, της επεξηγήθηκε το περιεχόμενο του εγγράφου που υπόγραφε από τον ίδιο. Κατά τη δική του άποψη, η τράπεζα δεν δίδει συμβουλές, απλά επεξηγεί το περιεχόμενο της σύμβασης δανείου και τον λόγο που ο πελάτης βρίσκεται εκεί. Ο πελάτης, από πλευράς του, με την υπογραφή του αναλαμβάνει την ευθύνη σε σχέση με το περιεχόμενο της δανειακής σύμβασης. Ο ίδιος είχε παραδώσει τη γραπτή δήλωση περιουσιακής κατάστασης του Εναγόμενου 1 στην Εναγόμενη
  5. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο γραπτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Ο Μ.Ε.1 ήταν μάρτυρας εγγράφων εξ ου και κατέθεσε σωρεία εγγράφων που αφορούν τις τρεις δανειακές συμβάσεις και τον τρεχούμενο λογαριασμό. Οι απαντήσεις του, κατά την αντεξέταση του, ως προς τα θέματα που ερωτήθηκε, πηγάζουν από τις συμφωνίες δανείων, τις συμφωνίες εγγυήσεως και τις καταστάσεις λογαριασμού των δανειακών διευκολύνσεων. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 βασίστηκε και παρέπεμψε στις συμφωνίες δανείου και εγγύησης για να υποδείξει τους συμφωνημένους, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όρους ενώ επεξήγησε την πρακτική της τράπεζας δίδοντας ολοκληρωμένες και πειστικές απαντήσεις. Βασίστηκε στο γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 δήλωνε σε κάθε σύμβαση εγγύησης που υπέγραφε ότι την υπέγραφε με ελεύθερη βούληση, ότι δεν επιθυμούσε να συμβουλευτεί δικηγόρο και ότι αντιλήφθηκε τους όρους της κάθε σύμβασης που υπέγραφε. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο αλλά παρέμεινε σταθερή και επεξηγηματική καθ΄ολη την αντεξέτασή του. Επομένως, η μαρτυρία του κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Σε σχέση με τον Μ.Ε.2, γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη του θέση ότι υπό την εν λόγω ιδιότητά του ως Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια στο ίδιο Τμήμα της Τράπεζας Κύπρου παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε και ότι είχε στην κατοχή και φύλαξή του τα σχετικά έγγραφα και την ευθύνη παρακολούθησης των δανειακών λογαριασμών του Εναγόμενου
  2. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε καταστάσεις των τεσσάρων λογαριασμών συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήρια 43 μέχρι
  3. Στο Πιστοποιητικό που συνοδεύει τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, ο Μ.Ε.2 αναφέρει την ιδιότητά του, ήτοι πως είναι ένας εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Ενάγουσας αναφορικά με τους λογαριασμούς του Εναγόμενου 1 και βεβαιώνει ότι τα όσα αναφέρει ακολούθως είναι ορθά και αληθή. Το Δικαστήριο δέχεται τη βεβαίωση καθώς επίσης και την πιστοποίηση ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμών αφορούν τον Εναγόμενο 1 και αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Όπως και το ότι η Ενάγουσα, ως το αποκτόν πρόσωπο έχει υποκαταστήσει και αντικαταστήσει αυτόματα τη Λαϊκή Τράπεζα στα δικαιώματά της αναφορικά με την επίδικη διευκόλυνση και ότι η Τράπεζα καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι και την ημερομηνία μεταφοράς των λογαριασμών και του αρχείου στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τους λογαριασμούς του Εναγόμενου
  4. Οι καταστάσεις λογαριασμού παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Μ.Ε.2 αυτόματα και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Έχει ήδη λεχθεί ότι αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Επίσης, πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ετοίμασε ο Μ.Ε.2, Τεκμήρια 48 - 51 και στις οποίες δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις παρά μόνο το συμβατικό επιτόκιο, περιορίζοντας αναλόγως και την απαίτηση της Ενάγουσας. Και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 παρέμεινε αναντίλεκτο. Από τη στιγμή που η αναδομημένη καταστάση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, το οποίο αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου, αυτή γίνεται αποδεκτή. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 274/09, ημερ. 27/04/
  5. Αξιόπιστη κρίνεται και η μαρτυρία των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 η οποία, κατ΄ουσία, δεν αμφισβητήθηκε. Ενίσχυσε τα όσα οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 εμφαντικά ανέφεραν σε σχέση με υπογραφή των εγγράφων εγγύησης από την Εναγόμενη 2, η οποία είχε υπογράψει ενώπιόν τους. Ο Μ.Ε.4 ανέφερε ότι ο ίδιος της είχε παραδώσει την περιουσιακή κατάσταση του Εναγόμενου
  6. Δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο οι συγκεκριμένοι δύο μάρτυρες να ψευστούν στο Δικαστήριο, ιδιαίτερα λόγω του ότι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον Εναγόμενο
  7. Δέον να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαϊδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1060 «εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε». Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, υιοθετώντας πλήρως τη μαρτυρία των Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 29/03/2013, δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/13, τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατόπιν αιτημάτων του Εναγόμενου 1, η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε τρεις γραπτές συμφωνίες για την παραχώρηση δανείων και μια συμφωνία δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό καθώς και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις ή και ανανέωσε υφιστάμενες διευκολύνσεις ή και τις τροποποίησε αλλάζοντας τον χρόνο αποπληρωμής. Δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών, η Λαϊκή Τράπεζα άνοιξε λογαριασμούς δανείων και/ή πιστώσεως οι οποίοι με τη μεταφορά τους στην Τράπεζα Κύπρου έλαβαν νέους αριθμούς. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, παραχωρήθηκαν προσωπικές εγγυήσεις της Εναγόμενης 2 μέχρι το ποσό εκάστου δανείου πλέον τόκοι, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα. Στην Εναγομένη 2 επεξηγήθηκαν οι όροι της συμφωνίας δανείου, της συμφωνίας εγγύησης και της αναφέρθηκε το γεγονός ότι μπορούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αλλά η ίδια δήλωσε γραπτώς ότι δεν επιθυμούσε. Αντίγραφα βεβαίωσης της Εναγομένης 2 ότι δεν επιθυμούσε τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ή την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2(Α), 40, 41 και 42. Παράλληλα, ο Εναγόμενος 1, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών του, παραχώρησε προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας τέσσερις υποθήκες, Τεκμήρια 4 και 9 επί του ιδίου ακινήτου. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 καθυστέρησε στην πληρωμή των οφειλόμενων δυνάμει των επίδικων λογαριασμών δανείου, η Λαϊκή Τράπεζα, με επιστολές της ημερομηνίας 31/01/2012, Τεκμήρια 13 και 52, προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ζήτησε την πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων και υπερβάσεων αλλιώς θα προέβαινε σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης των Εναγόμενων 1 και 2, η Ενάγουσα με επιστολές της ημερομηνίας 15/02/2012, Τεκμήρια 13(Α) και 53, προς τους Εναγόμενους τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν ενώ ακολούθως δεν αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση της Εναγόμενης 2, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Έχει ήδη λεχθεί ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και του Μ.Ε.4 αναφορικά τόσο με την υπογραφή όσο και με τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, είναι αποδεκτή και εν πάση περιπτώσει η σύναψη των συμφωνιών δανείου είναι παραδεκτή και από τους Εναγόμενους στην Υπεράσπισή τους, παράγραφος
  1. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι επίδικες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων συνήφθηκαν κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1, ο οποίος και αποδέχθηκε οικειοθελώς τους όρους τους και ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρήθηκε όσον αφορά την εγκυρότητα και ή τον τρόπο λειτουργίας των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων ή του τρεχούμενου λογαριασμού. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τα έγγραφα εγγυήσεως που υπογράφτηκαν από την Εναγόμενη
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 2 υποστήριξε ότι αυτή δεν υπέγραψε τις συμβάσεις εγγυήσεως και ότι δεν είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων. Η υπογραφή των συμβάσεων εγγύησης από την Εναγομένη 2, όμως, έχει αποδειχθεί όχι μόνον από τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 αλλά και τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 ενώπιον των οποίων είχε υπογράψει. Όσον αφορά την ενημέρωσή της για το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων, σχετικά είναι τα Τεκμήρια 2(Α), 16(Α), 40, 41 και 42, τα οποία είναι υπογγεγραμένα από την ίδια όπου στην τελευταία σελίδα δηλώνει: «Έχω παραλάβει, μελετήσει και κατανοήσει την παρούσα επιστολή προ της υπογραφής από εμένα της σύμβασης εγγύησης αναφορικά με την παραχώρηση και/ή τη συνέχιση της παραχώρησης της πιο πάνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης στον ως άνω αναφερόμενο Πρωτοφειλέτη.». Οπόταν, η θέση που προβλήθηκε από την Εναγομένη 2 κρίνεται αβάσιμη, αφού καταρρίπτεται και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων αλλά και της προφορικής μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι με την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων από τον Εναγόμενο 1 ο ίδιος αποδέχθηκε τη λήψη των εκεί αναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων με την παροχή των εκεί αναφερόμενων εξασφαλίσεων και ότι η συμφωνία περιέχει τους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ των δύο μερών. Ακολούθως, η Εναγόμενη 2 δεσμεύτηκε υπογράφοντας συμβάσεις συνεχούς εγγυήσεως των δανειακών διευκολύνσεων ενώ, παράλληλα, κάθε φορά υπέγραφε το έντυπο δηλώνοντας ότι δεν επιθυμούσε τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 πως οι προαναφερόμενες εξασφαλίσεις δόθηκαν ως εγγύηση για όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 ήτοι, οι προσωπικές εγγυήσεις της Εναγομένης 2 για τα αντίστοιχα ποσά όπως αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα. Όπως άλλωστε αναφέρεται σε αυτές, πρόκειται για συνεχείς εγγυήσεις αναφορικά με τις υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις τις οποίες ο πρωτοφειλέτης, Εναγόμενος 1, θα λάμβανε από την Τράπεζα. Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο πως πριν την παροχή της εγγύησης η Εναγόμενη 2 ενημερώθηκε για τους όρους και τις συνέπειες αυτής μέσω της κοινοποίησης των όρων εξ ου και υπέγραψε κάτω από τη δήλωση πως διάβασε προσεκτικά και αντιλήφθηκε τους όρους της εγγύησης πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, την οποία υπέγραψε με ελεύθερη βούληση. Οι συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων περιγράφουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις που θα δίδονταν στον Εναγόμενο 1, το ύψος κάθε μίας από αυτές, τους όρους αποπληρωμής ενώ περιλάμβαναν και τους όρους για τη χρέωση του τόκου και άλλων εξόδων και δικαιωμάτων, όρος 4 των δανειακών συμβάσεων. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στην Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν τον γενικό ισχυρισμό περί συμπερίληψης καταχρηστικών και παράνομων όρων στην επίδικη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Όμως, το συγκεκριμένο ζήτημα φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί εφόσον δεν εγείρεται στην αγόρευση του δικηγόρου της Εναγόμενης 2, ο οποίος περιορίστηκε σε άλλα σημεία. Γενικοί ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών δεν ισοδυναμούν με ισχυρισμό είτε για τη χρέωση μη προβλεπόμενου στις συμφωνίες τόκου είτε για ασάφεια των όρων των συμφωνιών. Αυτοί οι ισχυρισμοί θα έπρεπε να προβάλλονταν συγκεκριμένα και με σαφήνεια στην Υπεράσπιση ούτως ώστε οι θέσεις της άλλης πλευράς να ήταν γνωστές τόσο προς την αντίδικη πλευρά όσο και προς το Δικαστήριο. Το γεγονός πως κάποια μαρτυρία επιτράπηκε στη ροή των ερωτήσεων, κατά την αντεξέταση, δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ούτε την καθιστά επιτρεπτή. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 87/13, ημερ. 03/12/
  1. Στις δανειακές συμφωνίες, Τεκμήρια 1, 8, 14 και 23, περιέχεται ο όρος πως η κεφαλαιοποίηση θα γίνεται σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα, ο όρος πως σε περίπτωση μη πληρωμής ο τόκος θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και ότι η Τράπεζα δικαιούται να χρεώνει τόκο υπερημερίας ο οποίος διαφέρει σε κάθε μια από τις συμβάσεις. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι συναφείς όροι στις συμφωνίες δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αοριστία, ασάφεια ή αντιφατικότητα. Αντίθετα, διαβάζοντας τόσο τις δανειακές συμφωνίες καθώς και τις συμβάσεις εγγυήσεως, προκύπτουν ξεκάθαρα οι προθέσεις των δύο μερών στις συγκεκριμένες συμβάσεις. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και όπως παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με βάση τους όρους των συμφωνιών με αποτέλεσμα, στις 13/01/2012, η Τράπεζα να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή προς τους Εναγόμενους 1 και 2 ζητώντας άμεση εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών, Τεκμήρια 13 και
  2. Λόγω μη συμμόρφωσης με αυτές, η Τράπεζα απέστειλε επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 15/02/2012, Τεκμήριο 7(Α) και
  3. Το ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν, τεκμαίρεται από τη μη επιστροφή τους. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιστολές που δεν επιστρέφονται θεωρούνται ότι παραδόθηκαν (βλ. μεταξύ άλλων Πιττάκα ν. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Τα δάνεια κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις των δανείων δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλόμενων όπως προνοείτο στις συμφωνίες Τεκμήρια 1, 8, 14 και
  1. Όπως προκύπτει στις επίδικες συμφωνίες δανείων, προβλέπεται ότι παράλειψη του πελάτη να προβεί σε εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή ολόκληρου του χρέους πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τον σχετικό όρο της επίδικης συμφωνίας δανείου, η Τράπεζα μπορεί να τερματίσει τη συμφωνία ακόμη και αν δεν υπάρχει διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Ως εκ τούτου, εφόσον η Τράπεζα είχε, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφλησή του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της σύμβασης δανείου, που στην υπό εξέταση υπόθεση υπήρχε παράβαση αφού υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις όπως αυτές καταγράφονται στις επιστολές ημερομηνίας 13/01/2012 και 15/02/2012, Τεκμήρια 52 και
  2. Οπόταν, ανυπόστατοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Υπεράσπιση. Έχει προβληθεί μέσω της Υπεράσπισης ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί και/ή παράνομοι γιατί δημιουργούν σημαντικές ανισότητες σε βάρος των Εναγόμενων και υπέρ της Ενάγουσας. Εν πρώτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι οι πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης ήσαν γενικές και αόριστες και δεν συνοδεύτηκαν με οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη και στοιχειοθέτησή τους. Εν πάση δε περιπτώσει, με βάση τις υποβολές που έγιναν από τον συνήγορο των Εναγόμενων κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, οι πιο πάνω θέσεις φαίνεται να περιορίζονται στη μη επεξήγηση των όρων της επίδικης συμφωνία και της συμφωνίας εγγύησης στην Εναγόμενη
  3. Είναι φανερό ότι και οι δύο Εναγόμενοι υπέγραψαν τα έγγραφα, στα οποία απερίφραστα δήλωναν ότι έχουν αναγνώσει προσεκτικά και πλήρως κατανοήσει τις πρόνοιες της συμφωνίας και ότι ελευθέρα τη βουλήσει τα υπέγραψαν. Παράλληλα, δήλωναν με την υπογραφή τους ότι δεν επιθυμούσαν τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι ο Εναγόμενος 1 που αιτήθηκε την παραχώρηση των δανείων και ακολούθως την τροποποίηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του είχαν παραχωρηθεί από την Ενάγουσα. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, οι Εναγόμενοι 1 και 2 διάβασαν, ως δήλωσαν, τις επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγυήσεως, τους εξηγήθηκε πριν την υπογραφή τους το περιεχόμενό τους και ενημερώθηκαν για το δικαίωμά τους να λάβουν νομική συμβουλή, Τεκμήρια 1, 8, 14, 23, 40, 41, 42 και
  4. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν προέκυψε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήσαν αποδέκτες οποιωνδήποτε παροτρύνσεων για να συμφωνήσουν στους συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας. Εν κατακλείδι, στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι οι συμφωνημένοι όροι είναι καταχρηστικοί ή ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένων Εγγυητών Νόμου Ν.197(Ι)/
  5. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ακυρότητας των υποθηκών ή/και των δηλώσεων υποθηκών, προβλήθηκε τόσο γενικά και αόριστα που δεν χρήζει οποιασδήποτε εξέτασης, όπως έχει προαναφερθεί. Εν πάση περιπτώσει, δεν προωθήθηκε. Όσον αφορά τον τόκο, ενώ γίνεται χρέωση του προβλεπόμενου τόκου, στις προειδοποιητικές επιστολές και στις επιστολές τερματισμού αναφέρεται χρέωση τόκου προς 14% με κεφαλαιοποίηση, εντούτοις η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου το οποίο περιλαμβάνει το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία τερματισμού προς 5% συν το προβλεπόμενο περιθώριο χωρίς χρέωση τόκου υπερημερίας και άλλων εξόδων. Επομένως, ανεξαρτήτως της ρύθμισης του ύψους του τόκου υπερημερίας με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2001, όπως τροποποιήθηκε δεν τίθεται ζήτημα ενασχόλησης με αυτόν από τη στιγμή που δεν απαιτείται τέτοιος τόκος. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και ότι συνάδουν με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, η κατάσταση παραμένει ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. . οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Επίσης, σχετικές είναι και οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις αποφάσεις Πέτρος Κόκκινου κ.α ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, Πολ. Έφεση 386/14 ημερ. 20/03/2023 και Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, Πολ. Έφεση 325/14 ημερ. 07/04/2023. Σύμφωνα και με την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι την απόφαση Στέλιου Γεωργιάδη κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, Πολ. Έφεση 376/14 ημερ. 16/03/2023, στην οποία λέχθηκε ότι «το βάρος απόδειξης ως προς το όποιο λανθασμένο των επίμαχων χρεοπιστώσεων βάραινε πλέον τους Εφεσείοντες (Χαραλάμπους κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 405/12 ημερ. 27.12.2019, Φωτίου κ.ά. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση 9/12, ημερ. 03.05.2018, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2287, 2293-2295, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491, 1498-1499)». Καθώς επίσης και τις αποφάσεις Πέτρου Κόκκινου κ.α ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Πολ. Έφεση 386/14 ημερ. 20/03/2023 και Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, Πολ. Έφεση 325/14 ημερ. 07/04/2023, η πλευρά της Εναγόμενης 2 φέρει το βάρος να αποδείξει το λανθασμένο των χρεώσεων. Δεν το έπραξε. Επομένως, το Δικαστήριο, έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ικανοποιείται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 48 - 51, περιέχουν τον ορθό υπολογισμό των ποσών μέχρι τις 25/10/2022 καθότι από την ημερομηνία τερματισμού υπολογίζεται το βασικό επιτόκιο ως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία, συν το προβλεπόμενο στην κάθε συμφωνία περιθώριο. Οι εγγυήσεις έχουν δοθεί για περιορισμένα ποσά πλέον τόκους και έξοδα και ως εκ τούτου η εγγυητής είναι υπεύθυνη για τα εν λόγω ποσά, όπως προνοείται στις σχετικές συμφωνίες. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 στον απαιτούμενο βαθμό, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατάφεραν να αποδείξουν την Ανταπαίτησή τους αφού δεν προσκόμισαν μαρτυρία προς προώθησή της. Ενόψει της επιτυχίας των αγωγών, θα αποσυνενωθούν και θα εκδοθεί σε κάθε μια ξεχωριστά η απόφαση που αφορά τη δανειακή σύμβαση η οποία αποτελεί το επίδικο θέμα. Εκδίδονται, συνεπακόλουθα, οι ακόλουθες αποφάσεις υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα:
(1)Στην Αγωγή Αρ. 850/15, για το ποσό των €310.648,50 με τόκο 10,25% από 25/10/2022 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ2449/10 ημερομηνίας 19/10/2010, Γ υποθήκη.
(2)Στην Αγωγή Αρ. 851/15, για το ποσό των €96.526,19 με τόκο 8% από 26/10/2022 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ1646/03, ημερομηνίας 16/12/2003, Α υποθήκη και της Υ2449/10 ημερομηνίας 19/10/2010, Γ υποθήκη.
(3)Στην Αγωγή Αρ. 853/15, για το ποσό των €81.548,23 με τόκο 5% από 20/10/2022 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ1646/03 ημερομηνίας 16/12/2003 και της Υ2274/08 ημερομηνίας 17/09/2008, Β υποθήκη.
(4)Στην Αγωγή Αρ. 859/15, για το ποσό των €138.742,62 με τόκο 9,5% από 25/10/2022 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ2274/08 ημερομηνίας 17/09/2008, Β υποθήκη. Το προϊόν των πωλήσεων να καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της διαχείρησης του Εναγόμενου 1. Οι Ανταπαιτήσεις σε όλες τις αγωγές απορρίπτονται με έξοδα υπέρ Ενάγουσας. Ενόψει του ότι οι αγωγές έχουν συνεκδικαστεί και το ίδιο ισχύει και για τις Ανταπαιτήσεις, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων υπέρ της Ενάγουσας, από την ημερομηνία έκδοσης τους διατάγματος συνεκδίκασης, εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, ήτοι από τις 18/10/2016, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) .................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.