ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ Σ.Ε.ΔΙ.ΓΕ.Π. ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ ΛΤΔ ν. Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 597/15, 23/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 597/15 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ Σ.Ε.ΔΙ.ΓΕ.Π. ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων και
- Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, δια του διαχειριστή της Κρις Ιακωβίδη
- ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ
- ΛΑΜΠΡΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΑΡΚΟΥ Εναγόμενων ------ Ημερομηνία: 23 Μαϊου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Η κα Μ. Χατζηκωσταντή, για Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2: Η κα M. Βασιλείου, για Μ. Χαρτσιώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της, η Ενάγουσα Εταιρεία, αξιώνει την καταβολή του ποσού των €208.629,79 ως ποσό οφειλόμενο από τον Εναγόμενο 2, προσωπικά, για την πώληση προϊόντων τα οποία εμπορεύετο και για την κατακράτηση των εμπορευματοκιβωτίων στα οποία τα συγκεκριμένα προϊόντα τοποθετούνταν προς παράδοση. Η Ενάγουσα Εταιρεία ασχολείται με την παραγωγή ή και πώληση ή και εμπορία λαχανικών ή και αγροτικών προϊόντων και τα μέλη της είναι αγρότες, λαχανοπαραγωγοί, οι οποίοι καλλιεργούν ή και παράγουν λαχανικά ή και αγροτικά προϊόντα τα οποία η ίδια εμπορεύεται. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Η Ενάγουσα, από το 2010 ή και νωρίτερα μέχρι το 2013, πωλούσε και παρέδιδε στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία προϊόντα τα οποία εμπορεύετο, τα οποία τοποθετούσε μέσα σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία η Εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να επιστρέψει. Τον Ιούνιο 2013, το χρεωστικό ή και αναγνωρισμένο ή και εκκαθαρισμένο υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας ανερχόταν στις €186.044,79 και η αξία των κατακρατηθέντων εμπορευματοκιβωτίων ανερχόταν στο ποσό των €22.585,
- Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση τον Ιούνιο
- Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν διαβεβαιώσει την Ενάγουσα ότι σε περίπτωση αφερεγγυότητας της Εναγόμενης 1 Εταιρείας οι ίδιοι θα έφεραν προσωπικά την ευθύνη αποπληρωμής. Το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στις €208.629,
- Στην Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος 2 προβάλλει δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη αφορά το λανθασμένο της επίδοσης της αγωγής, λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και η δεύτερη αφορά κώλυμα στην έγερση της αγωγής λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου. Αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και προωθεί τη θέση ότι ουδέποτε ανέλαβε ή διαβεβαίωσε, είτε προφορικά είτε γραπτά, την Ενάγουσα ότι θα της κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό σε περίπτωση μη πληρωμής της από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία και ότι ο ίδιος δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε χρέος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Μαρτυρία προς υποστήριξη της αξίωσης δόθηκε από τον Παναγίωτη Μαούρη, Μ.Ε.1, ο οποίος κατέγραψε τους ισχυρισμούς του και η δήλωσή του σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι ο ίδιος είναι διευθυντικό στέλεχος της Ενάγουσας, η οποία είναι συνεργατική εταιρεία η οποία ασχολείται με τη διάθεση και εμπορία λαχανικών ή/και γεωργικών προϊόντων και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ασχολείτο με την αγορά και πώληση λαχανικών, φθαρτών και αγροτικών προϊόντων και εμπορεύετο και με άλλα ονόματα όπως Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και ΑΝΤΡΕΑΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Στις 09/11/2017 εξασφαλίστηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, η οποία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση τον Ιούνιο
- Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, όμως, η αγωγή επιδόθηκε μόνο στον Εναγόμενο
- Ο ίδιος όταν ανέλαβε τη διεύθυνση της Ενάγουσας, το 2007, φρόντιζε να διευθετούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα συναντήσεις με όλους τους πελάτες και με όσους πελάτες υπήρχε μεγάλος κύκλος εργασιών ζητούνταν επιπρόσθετες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις από φυσικά πρόσωπα. Με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία υπήρχε συνεργασία από το 1968, ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις της και από τους πιο αξιόχρεους πελάτες. Όμως, λόγω του μεγάλου κύκλου εργασιών, ζητήθηκαν επιπρόσθετες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις από τους μετόχους της. Περί το τέλος του 2011 παρουσιάζονταν καθυστερήσεις στις αποπληρωμές της Εναγόμενης 1 και γι΄ αυτό είχε διευθετηθεί συνάντηση με τους Εναγόμενους 2, 3 και
- Στη συνάντηση είχαν ζητηθεί από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 προσωπικές εγγυήσεις για την εξόφληση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού και οι ίδιοι είχαν αποδεχθεί, διαβεβαιώνοντας την Ενάγουσα ρητά, ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 Εταιρεία δεν πλήρωνε οι ίδιοι θα αποπλήρωναν προσωπικά τις οφειλές. Ενόψει της διαβεβαίωσης, η συνεργασία συνεχίστηκε. Ο Εναγόμενος 2 ήταν υπεύθυνος για τις αγορές από την Ενάγουσα και από το 2008 είχε διοριστεί ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 Εταιρείας μέχρι το
- Στη συνέχεια, ανέλαβε εκ νέου καθήκοντα διευθυντή τον Σεπτέμβριο
- Μέχρι και τον Οκτώβριο 2013 η Ενάγουσα πωλούσε και παρέδιδε στους Εναγόμενους προϊόντα, μετά από τηλεφωνική παραγγελία του Εναγόμενου 2 και εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια, τα οποία παραδίδονταν μαζί με τα προϊόντα. Οι Εναγόμενοι λάμβαναν κατάσταση λογαριασμού ανά τακτά χρονικά διαστήματα και δεν είχαν αμφισβητήσει τις καταχωρημένες χρεώσεις και πιστώσεις. Τον Δεκέμβριο 2013, οι Εναγόμενοι είχαν ετοιμάσει τη δική τους κατάσταση λογαριασμού για σκοπούς επαλήθευσης του υπολοίπου. Ο ίδιος είχε ελέγξει τη συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού και είχε συμφωνήσει με το υπόλοιπο, το οποίο στις 27/06/2013 ανερχόταν στις €186.044,
- Τον Δεκέμβριο 2013, το υπόλοιπο των Εναγόμενων ανερχόταν στις €200.647,
- Ζητήθηκε επανειλημμένα η εξόφληση του υπολοίπου των €186.044,79 από την Ενάγουσα πλην όμως δεν έχει εξοφληθεί. Παράλληλα, οι Εναγόμενοι κατακρατούν 4517 κιβώτια, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, αξίας €5,00 έκαστο, δηλαδή συνολικής αξίας €22.585,00, τα οποία οφείλουν να πληρώσουν αφού δεν τα έχουν επιστρέψει. Καταγράφει ότι λόγω των πολλών ενοχλήσεων και τηλεφωνημάτων που έκανε ο ίδιος στον Εναγόμενο 2 σε σχέση με την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών, ο Εναγόμενος 2 άλλαξε αριθμό τηλεφώνου. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο δικαστικής απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, ως Τεκμήριο 3 κατάθεσε την κατάσταση λογαριασμού που αφορά την Εναγόμενη 1, ως Τεκμήριο 4 την κατάσταση λογαριασμού που αποστάλθηκε από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία στην Ενάγουσα, ως Τεκμήριο 5 την κατάσταση λογαριασμού που αποστάλθηκε στον Εναγόμενο 2 για την περίοδο 2014 και 2022 και ως Τεκμήριο 6 την κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τα κιβώτια. Υποστήριξε ότι η Ενάγουσα μέχρι το 2008 λειτουργούσε ως Σ.Ε.ΔΙ.ΓΕ.Π. Παραλιμνίου και μετά μετονομάστηκε σε Οργάνωση Παραγωγών Σ.Ε.ΔΙ.ΓΕ.Π. Παραλιμνίου. Αντεξετασθείς, υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €186.044,79 ως υπόλοιπο για τα προϊόντα και €22.585,00 για την αξία των κιβωτίων. Παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε γραπτή δέσμευση για ανάληψη υποχρέωσης αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Όμως, ο ίδιος είχε καθημερινώς την προφορική διαβεβαίωσή του ότι θα πλήρωνε το οφειλόμενο ποσό. Ήταν η θέση του ότι περί τα τέλη του 2011, σε συνεδρία που έγινε με την Επιτροπεία της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν διαβεβαιώσει ότι θα αναλάμβαναν προσωπικά το οφειλόμενο ποσό. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, πρόβλημα με την υγεία του όμως προώθησε τη θέση του ότι τον παρακινούσε να παραδίδει προϊόντα για να συνεχίσει η ομαλή λειτουργία της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και όλα θα γίνονταν καλύτερα όταν θα επέστρεφε ο ίδιος στην εργασία του. Επέμενε στη θέση του ότι υπήρχε συνεχής διαβεβαίωση από τον Εναγόμενο 2 για την ανάληψη προσωπικής ευθύνης για την αποπληρωμή του ποσού. Μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο 2, Μ.Υ.1, προς υποστήριξη των θέσεών του. Παράθεσε γραπτώς τις θέσεις του και η δήλωσή του σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη Γραπτή του Δήλωση καταγράφει ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία λειτουργεί από το 1980 και ότι ο ίδιος διετέλεσε διευθυντής της από τις 11/09/2008 μέχρι τις 30/06/2010 και ήταν εύρωστη κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών. Λόγω εσωτερικών διαφωνιών αλλά και για λόγους υγείας, ο ίδιος παραιτήθηκε από τη διεύθυνση της εταιρείας στις 30/06/
- Μετά την επιστροφή του στην Εταιρεία, μετά από επέμβαση ανοικτής καρδίας, τον Σεπτέμβριο 2011, η ανάμιξή του ήταν περιορισμένη λόγω του γεγονότος ότι συνέχιζε να έχει προβλήματα υγείας. Υποστηρίζει ότι πράγματι υπήρχε συνεργασία της Εναγόμενης 1 Εταιρείας με την Ενάγουσα, όμως, ο ίδιος δεν γνωρίζει το οφειλόμενο υπόλοιπο γιατί δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με το λογιστήριο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας αλλά ούτε και οποιαδήποτε πρόσβαση στα αρχεία της. Ο ίδιος προσωπικά δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό αλλά ούτε και γνωρίζει εάν οφείλονται, από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, οποιαδήποτε ποσά. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι εισπράχθηκαν από την Ενάγουσα εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, αφού υπήρξαν πάρα πολλές δοσοληψίες μεταξύ των δύο εταιρειών. Με αναφορά στις καταστάσεις λογαριασμού, ισχυρίστηκε ότι εκδίδονταν στο όνομα του πατέρα του παρόλο που η Εναγόμενη 1 Εταιρεία εμπορευόταν με το πλήρες όνομά της. Ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τις αναφερόμενες οφειλές. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές στις 13/06/2013 και παρά το γεγονός αυτό υπάρχουν χρεώσεις μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία στις καταστάσεις λογαριασμού. Υποστηρίζει ότι ουδέποτε του ζητήθηκε η ανάληψη προσωπικής εγγύησης για την αποπληρωμή του χρέους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, ότι ουδέποτε είχε τεθεί τέτοιο θέμα από την Ενάγουσα και ότι συνιστά εκ των υστέρων σκέψη ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προωθήθηκε, για να εισπράξουν τα χρήματα που τους οφείλονται από μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν εφάρμοσε ποτέ τη συγκεκριμένη πρακτική με καμιά εταιρεία με την οποία συνεργάζεται. Εξηγεί ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ήταν για πολλά χρόνια επικερδής αλλά λόγω του ότι είχε τη διαχείριση των φρουταριών των Υπεραγορών Ορφανίδη δημιουργήθηκαν τεράστιες οφειλές και ως επακόλουθο, η Εναγόμενη 1 Εταιρεία, άφησε εκτεθειμένους τους συνεργάτες προμηθευτές της αφού της οφείλεται το ποσό των €2.000.000,00 το οποίο δεν κατάφερε να εισπράξει. Σε καμιά περίπτωση δεν είχε συζητηθεί με τον ίδιο η ανάληψη προσωπικής ευθύνης για αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να το αποπληρώσει γιατί δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Ο ίδιος ήταν επιφορτισμένος με τη διαβίβαση και την παραλαβή των παραγγελιών μαζί με άλλα πρόσωπα και δεν είχε σχέση με το λογιστικό κομμάτι. Όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 16/12/2013, Τεκμήριο 5, λόγω του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε τεθεί υπό διαχείριση ο μόνος που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει το υπόλοιπο είναι ο Διαχειριστής Κρις Ιακωβίδης, ο οποίος έχει πρόσβαση στα βιβλία της Εταιρείας. Καταλήγει, ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και σε καμιά περίπτωση οι μέτοχοι της Εταιρείας και/ή διευθυντές και/ή υπάλληλοί της δεν ανέλαβαν προσωπική ευθύνη για τις οφειλές της. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 φωτοτυπίες των καταστάσεων του τραπεζικού λογαριασμού της Εναγόμενης 1 Εταιρείας του 2008 και 2009, ως Τεκμήριο 8 πιστοποιητικό του American Heart Medical Center και ως Τεκμήριο 9 τη μετοχική κατάσταση της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Αντεξετασθείς, ανάφερε ότι σε σχέση με τα ίδια γεγονότα είχε γίνει ξανά διαδικασία στην Υπόθεση Αρ. 139/2014, η οποία αφορούσε τα ίδια ποσά και τον ίδιο αριθμό κιβωτίων. Ερωτηθείς, ανάφερε ότι ο ίδιος ασχολείτο μόνο με τις αγορές και τις πωλήσεις και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το λογιστήριο. Παραδέχθηκε ότι η σύζυγός του εργαζόταν στο λογιστήριο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας μέχρι το 2010 και ότι ο ίδιος, μετά την επέμβαση, λόγω των διαφωνιών που είχε στον τρόπο λειτουργίας της Εταιρείας εργοδοτήθηκε αλλού και μετά από πολλές πιέσεις επανήλθε στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία την 01/09/2011, ως διευθυντής της, μέχρι και την εκκαθάρισή της. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 πιστοποιητικό των Διευθυντών της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Όμως, επέμενε στη θέση του ότι τα καθήκοντά του περιορίζονταν στην τοποθέτηση παραγγελιών και την παραλαβή των προϊόντων και ότι δεν ασχολείτο ποτέ με τα λογιστικά της Εταιρείας. Προώθησε τη θέση ότι ήταν μια οργανωμένη οικογενειακή επιχείρηση, δομημένη με τέτοιο τρόπο που ο καθένας έκανε τη δουλειά του και χωρίς προβλήματα. Στο λογιστήριο ήταν η αδελφή του και ο αδελφός του, ο οποίος ήταν και μέτοχος στην Εταιρεία. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι με τον κ. Μαούρη είχε τακτική επικοινωνία για τα θέματα των παραγγελιών και ότι είχε γίνει μια συνάντηση το 2011 στα γραφεία της Ενάγουσας, στην παρουσία των Εναγόμενων 2, 3 και 4, με θέμα τη συνεργασία και τα διάφορα προβλήματα που προέκυπταν. Ισχυρίστηκε ότι ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις με στόχο την καλή λειτουργία και συνεργασία των δύο εταιρειών. Αρνήθηκε ότι τόσο ο ίδιος καθώς και οι άλλοι δύο Εναγόμενοι είχαν δώσει διαβεβαίωση ότι θα αναλάμβαναν προσωπικά να αποπληρώσουν οποιοδήποτε ποσό. Ο ίδιος ποτέ δεν είχε προβλέψει ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία θα καταστρεφόταν, ότι θα έχανε τόσα πολλά χρήματα και ότι τόσος πολύς κόσμος θα έχανε τη δουλειά του. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε ασχοληθεί με το λογιστήριο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και ότι δούλευε 15 με 16 ώρες την ημέρα ασχολούμενος με τις αγορές και τις πωλήσεις και δεν είχε ούτε υπολογιστή στο γραφείο του. Ανάφερε ότι ο ίδιος δεν είχε επ΄ ονόματί του ακίνητη ιδιοκτησία ή μετοχές και μετά την εγχείρηση του 2010 δεν είχε ούτε μετρητά γιατί τα είχε δώσει στα παιδιά του. Παραδέχθηκε ότι έχει λειτουργήσει νέα εταιρεία στον ίδιο ακριβώς χώρο που λειτουργούσε η Εναγόμενη 1 Εταιρεία, όμως, αρνήθηκε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία έχει στην κατοχή της τα κιβώτια που αφορούν την υπό κρίση αγωγή και εξήγησε ότι τα κιβώτια βρίσκονταν σε ένα κτίριο που είχε ενοικιάσει η Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι δεν λάμβαναν μερίδια από τα κέρδη, τον καιρό που η Εναγόμενη 1 ήταν κερδοφόρα, αλλά λάμβαναν μισθούς. Εξήγησε ότι δόθηκαν, τέλος του 2012, στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία από την Εταιρεία Ορφανίδη τρεις επιταγές που ξεπερνούσαν το μισό εκατομμύριο, οι οποίες όμως δεν τιμήθηκαν και αυτό έφερε την ανατροπή. Το ποσό που οφειλόταν στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία, από πελάτες της, ξεπερνούσε τα δυόμισι εκατομμύρια. Προώθησε τη θέση ότι μπορεί να είχε φιλικές σχέσεις με τον κ. Μαούρη αλλά ποτέ δεν του υποσχέθηκε ή του έδωσε οποιαδήποτε διαβεβαίωση ότι θα αναλάβει προσωπικά το χρέος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Κατάθεσε επίσης ο Γιώργος Ιωάννου, Μ.Υ.2, λειτουργός στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Ανάφερε ότι είχε στην κατοχή του τον φάκελο της Αγωγής Αρ. 139/2014, η οποία αφορούσε τη Σ.Ε.ΔΙ.ΓΕ.Π. ν. Ανδρέας Δαμιανού και Υιοί Λτδ. Κατάθεσε το Κλητήριο Ένταλμα ως Τεκμήριο
- Αντεξετασθείς, ανάφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και ότι ο ίδιος είχε μόνο στην κατοχή του το φάκελο του Δικαστηρίου που αφορά την Αγωγή Αρ. 139/
- Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύεων. Το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων κατά νου και θα αναφερθεί σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας προώθησε τη θέση ότι με τον Εναγόμενο 2 υπήρχε συμφωνία εγγύησης δυνάμει των άρθρων 84, 85, 86 και 87 του περί Συμβάσεως Νόμου και εισηγήθηκε ότι οι υποσχέσεις πρέπει να τηρούνται στο Δίκαιο των Συμβάσεων. Όσον αφορά το θέμα της προφορικής συμφωνίας, παρέπεμψε σε νομολογία και ισχυρίστηκε ότι είναι θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας. Σε σχέση με το δεδικασμένο, παρέπεμψε επίσης στη νομολογία. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου 2 παρέπεμψε στις αρχές που αφορούν την αυτοτέλεια της νομικής οντότητας από τους μετόχους της για να καταλήξει ότι οι οφειλές μιας εταιρείας δεν μπορούν να μεταφερθούν στους διευθυντές ή τους μετόχους τους. Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του κανόνα για άρση του εταιρικού πέπλου. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να αποδειχθεί η αξίωση της Ενάγουσας. Δεν προώθησε το θέμα του δεδικασμένου στην αγόρευσή της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
- Αναφορά γίνεται και στο Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» όπου στη σελίδα 196 και επέκεινα διαβάζονται τα ακόλουθα: «Στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζύγιου των πιθανοτήτων.» Μαρτυρία για την Ενάγουσα δόθηκε από τον Παναγιώτη Μαούρη, Μ.Ε.1, ο οποίος είναι διευθυντικό στέλεχος της Ενάγουσας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του, διαπιστώνεται ότι υπάρχουν σοβαρά κενά στα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Η Ενάγουσα Εταιρεία ενεγράφη ως Συνεργατική εταιρεία από το 2008, δηλαδή ασχολείται με το εμπόριο για πολλά χρόνια. Γεννάται το ερώτημα, πώς είναι δυνατό να δέχθηκε προφορική δέσμευση των διευθυντών της Εναγόμενης 1 Εταιρείας για αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού που ανερχόταν σε πολλές χιλιάδες ευρώ χωρίς να καταγραφεί γραπτώς. Ενώ παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν υπεύθυνος για τις παραγγελίες, παράλληλα ισχυρίζεται ότι ήταν γνώστης των οικονομικών της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Ακόμα ένα γεγονός που αποδυναμώνει την εκδοχή του, είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας τον Μάϊο 2010 οπόταν θα ήταν το λιγότερο απερίσκεπτο να ζητηθεί από την Ενάγουσα, μια Εταιρεία που εμπορεύεται για τόσα χρόνια, προφορικά, από ένα διευθυντή που μόλις είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας, προσωπική δέσμευση σε σχέση με ένα τόσο μεγάλο ποσό. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι πράγματι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως τα εξιστόρησε. Ο ίδιος, ως ανάφερε, είναι πτυχιούχος νομικής, οπόταν, γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν μπορεί κάποιος διευθυντής εταιρείας να θεωρηθεί υπεύθυνος για τα χρέη της εταιρείας, πόσο μάλλον να αναλάβει προφορικά την προσωπική ευθύνη αποπληρωμής. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα διασφάλιζε ότι θα υπογράφετο ένα έγγραφο στο οποίο να δηλώνεται η προθυμία των Εναγόμενων 2, 3 και 4 να δεσμευθούν και να εγγυηθούν την αποπληρωμή των χρεών της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν προς υποστήριξη του αξιούμενου ποσού, Τεκμήριο 3, καταγράφουν ως οφειλέτη τον Ανδρέα Δαμιανού, ο οποίος δεν συνδέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο με τα γεγονότα. Όλες αυτές οι διαπιστώσεις καθιστούν τη μαρτυρία του αδύνατη και ακροσφαλή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 θεωρώ ότι είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Ο ίδιος είχε προβλήματα υγείας από το 2010 και σίγουρα δεν θα αναλάμβανε χρέη τα οποία δεν ήταν δικά του αλλά της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Ήταν ειλικρινής και παραδέχθηκε τη μακροχρόνια συνεργασία μεταξύ των δύο Εταιρειών. Επίσης, παραδέχθηκε ότι είχε σχέση φιλίας με τον Μ.Ε.1 αλλά όχι τέτοια που να πειστεί να δεσμευτεί ή να εγγυηθεί προσωπικά την καταβολή ενός ποσού που δεν ήξερε το ύψος του και που δεν ήταν δικό του. Η θέση του ότι δεν εμπλέκετο στα λογιστικά της Εναγόμενης 1 Εταιρείας ενισχύθηκε και από τις θέσεις που πρόβαλε ο Μ.Ε.
- Επίσης, δεν αρνήθηκε ότι είχαν γίνει συναντήσεις με την Επιτροπεία της Ενάγουσας για συζήτηση των προβλημάτων που υπήρχαν και για την καλύτερη συνεργασία μεταξύ των δύο Εταιρειών. Η προσέγγισή του είναι πιο κοντά στη λογική αλλά και την αλήθεια. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη συγκεκριμένη εκδοχή ως πιο αληθοφανή από την εκδοχή του Μ.Ε.
- Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα: Ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είχε μακροχρόνια συνεργασία με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία την οποία προμήθευε με αγροτικά προϊόντα ή και φθαρτά ή και προϊόντα του συγκεκριμένου είδους. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Μετά το 2011 και κατά το 2012, η συνεργασία συνεχίστηκε αλλά υπήρχαν προβλήματα στις πληρωμές λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία προμήθευε τις Υπεραγορές Ορφανίδη με φθαρτά και άλλα προϊόντα του είδους και άφησε την Εναγόμενη 1 εκτεθειμένη οικονομικά, όπως και πολλούς άλλους εμπορευόμενους, ήτοι με επιταγές που επιστράφηκαν. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση από τους πιστωτές της στις 13/06/2013 και διορίστηκε εκκαθαριστής της ο Κρις Ιακωβίδης αφήνοντας την Ενάγουσα Εταιρεία απλήρωτη μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 09/11/
- Προφανώς, η Ενάγουσα, διαβλέποντας ότι θα δυσκολευόταν να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας από τον Διαχειριστή της, αποφάσισε να κυνηγήσει τους μετόχους ή και τους διευθυντές της επικαλούμενη προφορική τους δέσμευση για προσωπική καταβολή των οφειλόμενων, από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, ποσών. Αν όντως εδίδετο τέτοια σοβαρή δέσμευση, θα καταγράφετο σε έγγραφο για να είναι πράγματι δεσμευτική. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αποτελεί βασική αρχή του εταιρικού δικαίου ότι μια εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα και οι μέτοχοι και αξιωματούχοι αυτής δεν υπέχουν προσωπική ευθύνη. (βλ. Αποστόλου Μάριος και άλλη ν. Ροδούλας Ιωάννου κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 604, όπου γίνεται αναφορά στο εταιρικό πέπλο και την άρση του σε εξαιρετικές περιστάσεις ως ακολούθως: «Συνήθης περίπτωση κατά την οποία τα Αγγλικά Δικαστήρια αίρουν την προστασία του εταιρικού πέπλου είναι εκεί όπου η εταιρεία χρησιμοποιείται από τον ελέγχοντα την εταιρεία, απλά ως ένα τεχνητό μέσο, μια ασπίδα προς αποφυγή προϋπαρχουσών υποχρεώσεων. (Trustor AB v. Smallborne and other (No.2) [2001] J 1 W.L.R. 1177). » Σύμφωνα με τις αρχές που είχαν τεθεί στη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon & Co
(1897)A.C. 22, κάθε εταιρεία είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με δικό της ενεργητικό και παθητικό. Επομένως, οι διευθυντές και οι μέτοχοι της εταιρείας τυγχάνουν προστασίας δυνάμει της αρχής του «εταιρικού πέπλου» (corporate veil). Η νομολογία, τόσο η αγγλική όσο και η κυπριακή, αναγνωρίζει ωστόσο ότι υπάρχει η δυνατότητα άρσης του εταιρικού πέπλου σε ορισμένες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, όπου η σύσταση της εταιρείας χρησιμοποιήθηκε σαν μέσο παρανομίας ή καταδολίευσης. Διαβάζονται τα ακόλουθα στην απόφαση Ρούσος ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 2208, στη σελίδα 2216: «Μόνο για να αποτραπεί η κατίσχυση της παρανομίας ή η καταδολίευση του δημοσίου, και τούτο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, υπάρχει δυνατότητα απόκλισης από την αρχή της Salomon ν. Salomon & Co
(1817)A.C. 22, που καθιέρωσε την αυτοτέλεια και ανεξάρτητη υπόσταση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης από τα πρόσωπα που τη συγκροτούν.» Καθοδηγούμενη από τη νομολογία, θεωρώ ότι η υπό κρίση αγωγή δεν συνιστά κατάλληλη περίπτωση για άρση του εταιρικού πέπλου. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν παρατίθενται οποιαδήποτε επαρκή γεγονότα ή λεπτομέρειες πέραν των γενικών ισχυρισμών του Μ.Ε.1 που να δικαιολογούν την κατάληξη ότι επαληθεύεται τέτοια βάση αξίωσης εναντίον του Εναγόμενου 2, ο οποίος είναι εκ των μετόχων και ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας (βλ. Exalco S. v. Αλουμινέξ Λτδ κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 991). Συνεπακόλουθα, η αγωγή, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Στην περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη κριθεί λανθασμένη, η Ενάγουσα Εταιρεία αντιμετωπίζει και πραγματικό πρόβλημα απόδειξης της αξίωσής της. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ΄ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν, εφόσον τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν μέσω αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης το οποίο εγείρεται μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση (βλ. D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263, A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς βέβαια, χωρίς οτιδήποτε που να το τεκμηριώνει, δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από ένα απλό ισχυρισμό που στερείται αποδεικτικής αξίας και είναι για τον λόγο αυτό που η νομολογία επιβάλλει όπως, σε υπόθεση αυτής της φύσης, απαιτείται θετική μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύονται οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΡΑΣΑΡΗΣ ν. CYPRUS INVERSTMENT & SECURITIES CORPORATION LTD, Πολ. Έφεση 95/2010 ημερ. 10/07/2015 και D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited (ανωτέρω)). Στην υπό κρίση, όμως, υπόθεση κατατέθηκαν καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 3, το περιεχόμενο των οποίων όχι μόνο δεν επεξηγήθηκε αλλά φαίνεται να μην αφορούν την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, αφού αφορούν κάποιον Ανδρέα Δαμιανού. Ο Μ.Υ.1 δεν αναγνώρισε οποιαδήποτε εκ των εγγραφών στις καταστάσεις λογαριασμού. Αντίθετα, στην Υπεράσπιση υπάρχει άρνηση του υπολοίπου. Η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν είναι αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο του λογαριασμού. Εναπόκειτο στην Ενάγουσα Εταιρεία να προσκομίσει όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούσαν τον λογαριασμό ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι υπήρχε αυτή η οφειλή. Η Ενάγουσα Εταιρεία δεν απέδειξε την υπόθεσή της επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων Kωνσταντινίδης Λτδ (ανωτέρω), CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Πολ. Έφεση 45/2009 ημερ. 14/05/
- Όσον αφορά δε την αξία των κιβωτίων, κατατέθηκε το Τεκμήριο 6 χωρίς να στοιχειοθετηθεί από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Το Τεκμήριο 6, εκτός από το γεγονός ότι δεν επεξηγήθηκε, επίσης αφορά τον Ανδρέα Δαμιανού και όχι την Εναγόμενη 1 Εταιρεία ή τον Εναγόμενο
- Δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τον Ανδρέα Δαμιανού με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία και το οφειλόμενο υπόλοιπο καθώς και το γεγονός της ισχυριζόμενης κατακράτησης των κιβωτίων. Οπόταν, ακόμη και αν η Ενάγουσα είχε αποδείξει ότι ο Εναγόμενος 2 είχε εγγυηθεί προσωπικά την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού, δεν έχει καταφέρει να αποδείξει το οφειλόμενο ποσό λόγω μη προσκόμισης της απαιτούμενης μαρτυρίας αλλά και της σύνδεσής του με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 2 και εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο