Νίκος Γ. Τζωρτζής ν. Λουγκριτία Κασιουρή, Αριθμός Αγωγής: 339/2015, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €2.000 - €10.000 Αριθμός Αγωγής: 339/2015 Μεταξύ: Νίκος Γ. Τζωρτζής Ενάγοντας και Λουγκριτία Κασιουρή Εναγόμενη Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Α. Πατσιάς για ΑΔΑΜΟΣ ΛΑΝΤΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Μ. Χ''Κωνσταντή για Γ.Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει εναντίον της Εναγομένης απόφαση για ποσό €5.239,71 ως οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίου πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγων είναι μηχανικός και εγγεγραμμένος στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου και διατηρεί γραφείο στη Δερύνεια εδώ και αρκετά χρόνια. Η Εναγόμενη, ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, περί τις 16.10.2005, ανέθεσε στον Ενάγοντα την μελέτη / επίβλεψη έργου για ανάπτυξη και συγκεκριμένα την ανέγερση κατοικιών στο Παραλίμνι. Την 17.7.2009 ο Ενάγων εξέδωσε σχετικά το τιμολόγιο με αρ. 137 για το ποσό των €5.239,71, ποσό το οποίο ουδέποτε η Εναγόμενη κατέβαλε, παρά τις οχλήσεις του Ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένης της επιστολής των δικηγόρων του προς αυτήν ημερ. 14.1.
- Στην υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι είναι απόφοιτη της Σχολής Δοξιάδη και εργάστηκε σε διάφορα αρχιτεκτονικά γραφεία ως υπάλληλος, απασχολούμενη με την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων όλων των τύπων και ειδών οικοδομών. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγομένης ότι συνεργάστηκε με τον Ενάγοντα επί σειρά ετών και ότι μέσα στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, αυτή ετοίμαζε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και ο Ενάγων ως αδειούχος αρχιτέκτονας τα ενέκρινε και τα υπέγραφε και μοιράζονταν την αμοιβή. Αναφορικά με το έργο στο οποίο γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, είναι ισχυρισμός της Εναγομένης ότι αυτή διαθέτει επί των επίδικων ακινήτων το 1/6 μερίδιο μαζί με τα αδέρφια και ξαδέρφια της. Προκειμένου να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής και να υποβληθεί αίτηση, οι συνδικαιούχοι του επίδικου ακινήτου ανέθεσαν στην Εναγομένη να ετοιμάσει σχέδια. Η Εναγομένη ετοίμασε πρότυπο σχέδιο και ανέθεσε στον Ενάγοντα να αντιγράψει το σχέδιο για την εξασφάλιση των αδειών και μόνο. Ως δικογραφείται στην Υπεράσπιση, ήτο ρητή και/ή εξυπακουόμενη συμφωνία, ότι η Εναγόμενη δεν θα χρεώνετο για την εργασία που θα εκπονούσε ο Ενάγων σε ότι αφορά στο 1/6 μερίδιο της δικής της ιδιοκτησίας, εις αντάλλαγμα του ότι αυτή είχε ετοιμάσει το πρότυπο σχέδιο και είχε επίσης συστήσει ως πελάτες τους συγγενείς της σε αυτόν. Τέλος, αποτελεί ισχυρισμό της Εναγομένης ότι η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον της έχει παραγραφεί. Στην Απάντηση που καταχώρισε ο Ενάγων αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγομένης, εξαιρουμένου του ότι στα επίδικα ακίνητα η Εναγόμενη διαθέτει 1/6 μερίδιο και ότι το έργο δεν ολοκληρώθηκε, πλην όμως ο Ενάγων πληρώθηκε από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του ακινήτου, αναλόγως του μεριδίου του καθενός. Συνοψίζοντας, οι θέσεις των μερών αποκλίνουν στο ότι ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η προφορική συμφωνία του με την Εναγομένη προέβλεπε την πληρωμή του για τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες και κατά το 1/6, ενώ η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι με βάση την προφορική συμφωνία τους δεν όφειλε κανένα ποσό στον Ενάγοντα για το 1/6 μερίδιο της ιδιοκτησίας της, καθώς συμφώνησαν όπως αυτή ετοιμάσει τα σχέδια του επίδικου έργου. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Από πλευράς Ενάγοντα κατέθεσε μόνο ο Ενάγων, ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: - Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε την ετήσια άδεια άσκησης επαγγέλματος για το έτος
- - Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε αντίγραφο της εξουσιοδότησης εντολέα σε εγγεγραμμένους μηχανικούς για παροχή υπηρεσιών ημερ. 16.10.2005 και ημερ. αποδοχής εντολής την 12.9.
- - Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε αντίγραφο του τιμολογίου με αρ. 000137 για το ποσό των €5.239,
- - Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 14.1.2015 δια της οποίας η Εναγόμενη κλήθηκε όπως καταβάλει το ποσό των €5.239,
- - Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε αντίγραφο του τιμολογίου με αρ. 000138 για το ποσό €3.348,
- Στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων μεταξύ άλλων αναφέρει ότι περί τις 16.10.2005 η Εναγόμενη του ανέθεσε την μελέτη του έργου για ανέγερση κατοικιών και σχετικά υπέγραψε γραπτή εξουσιοδότηση εντολέα ημερ. 12.9.
- Την 17.7.2009 ο Ενάγων εξέδωσε τιμολόγιο αναφορικά με την μελέτη του έργου, πλην όμως η Εναγομένη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ιδίου και των δικηγόρων του, ουδέποτε κατέβαλε το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες του ακινήτου. Τέλος, ο Ενάγων απορρίπτει τις θέσεις της Εναγομένης και αναφέρει ότι η μελέτη και η ετοιμασία του σχεδίου έγιναν εξ ολοκλήρου από αυτόν και καμία συμμετοχή δεν είχε η Εναγομένη. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι προσέλαβε την Εναγομένη ενόψει γνωριμίας του με τον σύζυγό της και ότι η συμφωνία τους ήταν όπως αυτή εργάζεται από το σπίτι. Περαιτέρω ανέφερε ότι η Εναγόμενη ετοίμαζε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και αυτός έκανε παρατηρήσεις, όμως τις στατικές μελέτες τις εκπονούσε ο ίδιος. Ως επίσης ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, η Εναγόμενη πληρωνόταν «με το κομμάτι» σε ποσοστό περίπου 50%. Αναφορικά με το επίδικο έργο, ο Ενάγων ανέφερε ότι η Εναγόμενη παρέπεμψε κοντά του τον αδερφό της για να ετοιμάσει αρχιτεκτονικά σχέδια, τα οποία ήταν η θέση του ότι ετοίμασε ο ίδιος και ότι πρόκειται για χειρόγραφα σχέδια στα οποία είναι εμφανής ο γραφικός χαρακτήρας. Ερωτηθείς πως έγινε η συμφωνία αναφορικά με το επίδικο έργο, ο Ενάγων ανέφερε ότι η Εναγόμενη του ζήτησε προσφορά και ότι όχι μόνο δεν ετοίμασε η ίδια τα αρχιτεκτονικά σχέδια, αλλά δεν πήγε ούτε να τα δει. Ήταν η θέση του ότι οι θέσεις και υποβολές της συνηγόρου της Εναγομένης, αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε επίσης ότι εξέδωσε το τιμολόγιο (Τεκ. 3) μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, αλλά δεν θυμόταν χρονικά να προσδιορίσει, καθώς παραχωρούσε χρόνο στην Εναγομένη να τον πληρώσει προτού αποταθεί σε δικηγόρο. Ίδια ήταν η θέση του και για το χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση του τιμολογίου μέχρι να αποταθεί σε δικηγόρο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το ΕΤΕΚ απαιτεί όπως η ανάθεση είναι γραπτή και απέρριψε τις υποβολές της συνηγόρου της Εναγομένης, ότι η τελευταία είχε αντιδράσει στο να το υπογράψει, εμμένοντας στην θέση ότι ήταν η πρώτη που υπέγραψε. Τέλος, ο Ενάγων δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις όταν ερωτήθηκε γιατί δεν αποτάθηκε σε διαιτησία αναφορικά με το θέμα, ως οι όροι του Τεκμηρίου
- Από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε μόνο η Εναγομένη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β) και κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: - Ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε επιστολή ημερ. 9.2.2015 των δικηγόρων της προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα, με την οποία απορρίπτει ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. - Ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε τηλεομοιότυπο αποστολής του Τεκμηρίου
- - Ως Τεκμήριο 8 κατέθεσε δέσμη αρχιτεκτονικών σχεδίων. Ως αναγράφεται, μεταξύ άλλων, στη γραπτή δήλωση της Εναγομένης, σπούδασε βοηθός αρχιτέκτονα και επί σειρά ετών εργοδοτήθηκε σε διάφορα αρχιτεκτονικά γραφεία. Αποτάθηκε στον Ενάγοντα επειδή χρειαζόταν συνεργάτη πολιτικό μηχανικό για τις υπογραφές των σχεδίων και την επίβλεψη και συμφώνησαν να του καταβάλλει τα έξοδα για την στατική μελέτη και την υπογραφή, αλλά ουδέποτε υπήρξε υπάλληλός του. Ως επίσης αναφέρεται στη γραπτή δήλωση της Εναγομένης, περί το 2005 αποφάσισαν μαζί με τα αδέρφια και ξαδέρφια της να προχωρήσουν με την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και την εξασφάλιση άδειας σε σχέση με ένα ακίνητο κοινής τους ιδιοκτησίας. Αφού αποτάθηκε στον Ενάγοντα, ο οποίος ήταν συνεργάτης της, έλαβε χώρα συνάντηση στο περιβόλι τους όπου ήταν παρόντες η Εναγόμενη, ο σύζυγός της και ο Ενάγων. Κατά την εν λόγω συνάντηση, ανέφερε στον Ενάγοντα ότι έπρεπε να κατατεθούν άμεσα τα σχέδια και ότι η ίδια θα του έδινε τα πρότυπα σχέδια τριών τύπων κατοικιών. Αυτός αποδέχθηκε και συμφώνησαν ότι δεν θα χρέωνε την Εναγομένη αναφορικά με το 1/6 μερίδιο ιδιοκτησίας της επί του επίδικου ακινήτου, εφόσον θα του έδινε τα πρότυπα σχέδια και του σύστησε πελάτες. Αφού συμφώνησαν του έδωσε τα σχέδια που είχε ετοιμάσει και όταν τον επισκέφθηκε στο γραφείο του είδε τη σύζυγό του να τα αντιγράφει, ενώ ο Ενάγων τη διαβεβαίωσε ότι η συμφωνία τους ισχύει. Ακολούθως ο Ενάγων υπέβαλε τα σχέδια και στις 2.2.2006 εξασφαλίστηκε πολεοδομική άδεια και πληρώθηκαν τα σχετικά δικαιώματα. Ως επίσης η Εναγόμενη αναφέρει στην γραπτή της δήλωση, ο Ενάγων ουδέποτε την όχλησε και το τιμολόγιο ημερ. 17.7.2009 δεν το παρέλαβε ποτέ. Κατά το 2009,ο Ενάγων της τηλεφώνησε για να της ζητήσει το αξιούμενο ποσό και αυτή του ανέφερε ότι βάσει της συμφωνίας τους, δεν του όφειλε οποιοδήποτε ποσό. Ο Ενάγων την όχλησε ξανά περί το 2015, με επιστολή των δικηγόρων του. Εις απάντηση της εν λόγω επιστολής, οι δικηγόροι της απέστειλαν το Τεκμήριο
- Αναφορικά με την εξουσιοδότηση εντολέα (Τεκμήριο 2), η Εναγόμενη την υπέγραψε καθ' υπόδειξη του Ενάγοντα, ο οποίος της ανέφερε ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία που απαιτείτο έτσι ώστε να υποβάλει τα σχέδια για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε κάποια γραπτή συμφωνία να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και ότι όλες οι συμφωνίες με τον Ενάγοντα έγιναν προφορικά καλή τη πίστει. Καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 2, συμφώνησε ότι αυτό υπογράφτηκε μεταγενέστερα από τη συνάντηση στο περιβόλι στην οποία αναφέρθηκε στη γραπτή της δήλωση και συγκεκριμένα όταν ολοκληρώθηκε η αντιγραφή των σχεδίων. Ήταν η θέση της ότι το εν λόγω έγγραφο το υπέγραψε διότι ο Ενάγων της είπε ότι ήταν αναγκαίο να το υπογράψει για σκοπούς διαδικασίας, παρόλο που διαμαρτυρήθηκε εφόσον θεωρούσε ότι δεν θα πληρώσει και ο Ενάγων την διαβεβαίωσε προφορικά ότι η συνεργασία τους ισχύει. Ήταν η κατηγορηματική θέση της Εναγομένης, ότι η ετοιμασία των σχεδίων ήταν δική της δουλειά, ότι ο Ενάγων απλώς αντέγραψε τα σχέδια και ότι επέλεξε τον Ενάγοντα επειδή δεν θα την χρέωνε, ειδάλλως δεν θα έδινε τη δουλειά της χωρίς κανένα όφελος. Σε υποβολή του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι έλαβε το εκδοθέν τιμολόγιο την 17.7.2009 αρνήθηκε και ανέφερε ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη τιμολογίου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι κατέθεσαν τις γραπτές αγορεύσεις τους, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[1] ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να παρατεθεί με λεπτομέρεια, επισημαίνεται δε ότι ολόκληρη η μαρτυρία έχει μελετηθεί πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα απόφαση.[2] Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[4] Περαιτέρω, η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6] Επουσιώδεις δε αντιφάσεις, δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.[7] Τέλος, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8] Αναφορικά με τον Ενάγοντα, παρατηρώ ότι δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ωστόσο, μου έδωσε την εντύπωση ότι απέφευγε σε αρκετά σημεία της αντεξέτασής του να απαντήσει ευθέως στις θέσεις που του υπέβαλλε η συνήγορος της Εναγομένης. Περαιτέρω, εντοπίζω ένα ουσιαστικό κενό στη μαρτυρία του: παρόλο που η ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων ήταν σημείο μεγάλης αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων και η υπεράσπιση της Εναγομένης ήταν γνωστή στον Ενάγοντα, τα περί ων ο λόγος αρχιτεκτονικά σχέδια δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια ήταν προϊόν δικής του εργασίας και ότι τα έχει στην κατοχή του. Ωστόσο τα σχέδια αυτά δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ώστε τελικά να διαφανεί ποιος τα ετοίμασε μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Ως γνωστό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εικασίες αλλά αποφασίζει με βάση το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιόν του.[9] Επιπλέον, ενώ το όλο ζήτημα αφορούσε στην κατ' ισχυρισμό οφειλή της Εναγομένης προς τον Ενάγοντα για την παροχή υπηρεσιών μελέτης, παραμένει άγνωστο για το Δικαστήριο το τι ακριβώς αφορούσε η εν λόγω μελέτη. Τόσο στη γραπτή δήλωση του Ενάγοντα, όσο και στην Έκθεση Απαίτησης, γίνεται αναφορά σε «μελέτη του έργου», ωστόσο δεν διευκρινίστηκε το τι συμπεριλάμβανε η εν λόγω μελέτη και αν τελικά συμπεριλάμβανε την ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων ή την απλή μελέτη και υπογραφή τους. Στο Τεκμήριο 2 υπάρχουν πολύ γενικές αναφορές αναφορικά με τις οποίες δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Δεν μου διαφεύγει ότι στην δήλωση του Ενάγοντα, ο τελευταίος αναφέρεται σε ετοιμασία σχεδίων από τον ίδιο, ωσάν να επρόκειτο για μέρος της εν λόγω μελέτης. Ωστόσο, επαναλαμβάνω ότι τα περί ου ο λόγος σχέδια, δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Επισημαίνω δε, ότι ο Ενάγων δεν αρνήθηκε ότι ήταν συνήθης πρακτική μεταξύ αυτού και της Εναγομένης στο παρελθόν το να ετοιμάζει η Εναγομένη τα σχέδια και αυτός να κάνει τις παρατηρήσεις. Ως προς το Τεκμήριο 2, λαμβανομένης υπόψη της θέσης του του Ενάγοντα ότι το ΕΤΕΚ απαιτεί η ανάθεση να είναι γραπτή, το εν λόγω Τεκμήριο δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο θα βασίσει την κρίση του, ώστε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, ότι τα πράγματα έγιναν ως ο Ενάγων διατείνεται. Ως εκ των ανωτέρω, αποδέχομαι μερικώς τη μαρτυρία του Ενάγοντα και ειδικότερα τα εξής: - Ο Ενάγων είναι δεόντως εγγεγραμμένος πολιτικός μηχανικός και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο. - Περί τις αρχές του 1980 η Εναγομένη προσέγγισε τον Ενάγοντα μέσω του συζύγου της και ήτο συνήθης πρακτική μεταξύ τους όπως η Εναγόμενη ετοιμάζει τα αρχιτεκτονικά σχέδια, επί των οποίων ο Ενάγων έκανε παρατηρήσεις και τα υπέγραφε. - Περί τον Οκτώβριο του 2005 ο Ενάγων προσεγγίσθηκε από την Εναγομένη, αναφορικά με την ανάπτυξη έργου σε ακίνητο συνιδιοκτησίας αυτής και συγγενικών της προσώπων. - Ο Ενάγων κατέληξε με τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένης της Εναγομένης, σε προφορική συμφωνία παροχής υπηρεσιών και σχετικά υπεγράφη η εξουσιοδότηση εντολέα (Τεκμήριο 2). - Ο Ενάγων πληρώθηκε αναφορικά με την εργασία του από όλους τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου πλην της Εναγομένης. - Ο Ενάγων εξέδωσε τιμολόγιο την 17.7.2009 το οποίο αντιστοιχούσε στο 1/6 μερίδιο της Εναγομένης. - Ο Ενάγων κάλεσε τηλεφωνικώς την Εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των €5.239,
- - Ο Ενάγων απέστειλε επιστολή απαίτησης πληρωμής μέσω του δικηγόρου του προς την Εναγομένη την 9.2.2015, η οποία με απαντητική επιστολή των δικηγόρων της απέρριψε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό. Αναφορικά με την Εναγομένη, έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση και η μαρτυρία της ήταν λογική και σταθερή. Η μάρτυρας με σταθερότητα και συνέπεια απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υπεβλήθησαν, χωρίς υπεκφυγές, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι επέλεξε να συνεργαστεί με τον Ενάγοντα λόγω του ότι δεν θα τη χρέωνε, ενώ ως χαρακτηριστικά ανέφερε, εκείνη ετοίμασε τα σχέδια των κατοικιών, εφόσον ήθελε να μοιάζουν με «πίνακα ζωγραφικής». Συνεπακόλουθα, η Εναγόμενη κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και της δικογραφίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: - Η Εναγόμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτρια κατά το 1/6 του ακινήτου που βρίσκεται στο Παραλίμνι και συγκεκριμένα εντός των τεμαχίων με αρ. [ ], [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ] Φ/Σχ. 33/47W
- Συνιδιοκτήτες ήταν συγγενικά της πρόσωπα. - Περί τις αρχές του 1980 η Εναγόμενη προσέγγισε τον Ενάγοντα μέσω του συζύγου της και ήτο συνήθης πρακτική μεταξύ τους όπως η Εναγομένη ετοιμάζει τα αρχιτεκτονικά σχέδια, επί των οποίων ο Ενάγων έκανε παρατηρήσεις και τα υπέγραφε. - Περί τον Οκτώβριο του 2005 ο Ενάγων προσεγγίσθηκε από την Εναγομένη, αναφορικά με την ανάπτυξη έργου στο ακίνητο συνιδιοκτησίας αυτής και συγγενικών της προσώπων. - Το έργο αφορούσε στην ανάπτυξη κατοικιών και το πρότυπο σχέδιο ετοιμάστηκε από την Εναγομένη. - Κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και των συνιδιοκτητών του ακινήτου, υπογράφτηκε από όλους τους ιδιοκτήτες η εξουσιοδότηση εντολέα (Τεκμήριο 2). - Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση εντολέα (Τεκμήριο 2), ο Ενάγων εξουσιοδοτείτο όπως προβεί σε «μελέτη του έργου». - Μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης συμφωνήθηκε όπως για το 1/6 μερίδιο ιδιοκτησίας της, η Εναγομένη δεν χρεωθεί, εφόσον είχε ετοιμάσει το πρότυπο σχέδιο, το οποίο έδωσε στον Ενάγοντα. - Τα αρχιτεκτονικά σχέδια κατατέθηκαν από τον Ενάγοντα στο αρμόδιο τμήμα και εκδόθηκε πολεοδομική άδεια, πλην όμως το έργο δεν προχώρησε. - Οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου κατέβαλαν στον Ενάγοντα τα συμφωνηθέντα μεταξύ των ποσά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο Ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[10] Ως ορθά αμφότεροι οι συνήγοροι των δύο πλευρών επιχειρηματολογούν στις γραπτές αγορεύσεις τους, το τιμολόγιο αυτό καθ' αυτό δεν αποτελεί τη βάση της αγωγής. Ως προτάσσει η ισχύουσα νομολογία, σε υποθέσεις όπου ο Ενάγων αξιώνει κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά δυνάμει τιμολογίου, η βάση της αγωγής σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η προηγηθείσα συμφωνία βάσει και κατ' ακολουθίαν της οποίας εκδόθηκε το τιμολόγιο.[11] Εν προκειμένω, στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγων έχει δικογραφήσει ότι αξιώνει ποσό €5.239,71 δυνάμει τιμολογίου και ότι προ της έκδοσης του ρηθέντος τιμολογίου, η Εναγόμενη του είχε αναθέσει την «μελέτη/επίβλεψη» έργου για ανάπτυξη. Συνεπώς, το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα προκύπτει από την ισχυριζόμενη ανάθεση εργασίας προς αυτόν από την Εναγομένη, δηλ. την ύπαρξη συμφωνίας παροχής υπηρεσιών έναντι αμοιβής. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων αναφέρει χαρακτηριστικά: «παρόλο που έχω εκπληρώσει την συμβατική μου υποχρέωση για μελέτη του έργου, η Εναγόμενη ουδέποτε μου πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του τιμολογίου ημερομηνίας 17/07/2009». Περαιτέρω, στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντος, γίνεται αναφορά σε συνομολόγηση συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ του τελευταίου και της Εναγομένης για την μελέτη του έργου (βλ. σελ. 7). Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, μία συμφωνία μπορεί να είναι γραπτή, προφορική ή μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική, ή δυνατό να συνάγεται από τη συμπεριφορά των μερών. Αναφορικά με τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας, σχετικά παραπέμπω στην Σολωμού Οικονόμου κ.α. ν. Γ. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436 όπου αναφέρθηκε ότι είναι τα ακόλουθα: (α) Σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων της συμφωνίας και διατύπωση των όρων με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση των συμβαλλομένων μερών για δημιουργία νομικής δέσμευσης. (δ) Να υπάρχει αντάλλαγμα το οποίο να πηγάζει από την υπόσχεση, εκτός και αν πρόκειται για δωρεά. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στον δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγομένης αναφορικά με το ζήτημα της παραγραφής. Κατόπιν εξέτασης όλων των στοιχείων τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι ο αναφερθείς ισχυρισμός δεν προωθείται στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης, συνεπώς θεωρείται εγκαταληφθείς. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, εφόσον πρόκειται για δικογραφημένο ισχυρισμό της υπεράσπισης και σχετική επιχειρηματολογία παρατίθεται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Ενάγοντος, έχω μελετήσει το ζήτημα και διαπιστώνω ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να προσμετρήσει τον χρόνο παραγραφής, καθώς δεν τέθηκαν ενώπιόν μου εκείνα τα στοιχεία με βάση τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί με βεβαιότητα πότε ολοκληρώθηκε η βάση της αγωγής και ανέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος, ώστε να μπορέσει να προσμετρηθεί ο χρόνος της παραγραφής. Ούτε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Εναγόμενη οποιαδήποτε μαρτυρία για το θέμα αυτό. Ως αναφέρεται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει εικάζοντας, αλλά στη βάση της μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιόν του. Εν πάση δε περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι η εφαρμογή των χρόνων παραγραφής ήταν ανεσταλμένη ενόψει των τροποποιητικών Νόμων Ν.60(Ι)/2007, Ν.28(Ι)/2008, Ν.34(Ι)/2008, Ν.16
(1)/2009, Ν.20(Ι)/2010 και Ν.111(Ι)/2010 οι οποίοι ανέστελλαν τις πρόνοιες του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, Ν.110(Ι)/
- Την 1.7.2012 τέθηκε σε εφαρμογή ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012, Ν.66(Ι)/2012, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος παραγραφής προσμετράται από 1.1.2016, εξαιρουμένων των διατάξεων των άρθρων 24 και
- Ανατρέχοντας στις εν λόγω νομοθετικές διατάξεις, δεν καταλήγω ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει σε αυτές. Σχετικά παραπέμπω στην ΧΧΧ Μιχαήλ ν. ΧΧΧ Ανδρέου Πολ. Εφ. αρ. 229/2014 ημερ. 19.1.
- Συνεπακόλουθα, δεν καταλήγω σε συμπέρασμα ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το κατά πόσο ο Ενάγων κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει κατά κανόνα, εξαρτάται από το κατά πόσο τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν, στον απαιτούμενο βαθμό, συμπέρασμα περί ύπαρξης συμφωνίας με την Εναγόμενη, σύμφωνα με τα λεγόμενά του. Σταθμίζοντας τα δεδομένα τα οποία τέθηκαν ενώπιόν μου, κρίνω ότι δεν έχει επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εναγόμενη προέβαλε την θέση ότι η συμφωνία της με τον Ενάγοντα προνοούσε κάτι διαφορετικό και συγκεκριμένα ότι αυτή θα ετοίμαζε τα πρότυπα σχέδια και θα τα προσκόμιζε στον Ενάγοντα και ότι ο Ενάγων δεν θα την χρέωνε. Ως ανέφερε αντεξεταζόμενη, σε αντίθετη περίπτωση δεν θα παραχωρούσε τη δουλειά της. Ως έχω αναφέρει ανωτέρω, τα εν λόγω σχέδια δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα, παρόλο που βάσει των δικογράφων αυτά κατέστησαν επίδικο ζήτημα, άμεσα συνυφασμένο με το περιεχόμενο της συμφωνίας που είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων, με το βάρος αποδείξεως να παραμένει στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος στη γραπτή του δήλωση υποστηρίζει ότι τα ετοίμασε εξ' ολοκλήρου. Τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η Εναγομένη είχε συναινέσει στην πληρωμή του ποσού που αξιώνει ο Ενάγων. Με άλλα λόγια, ελλείπουν εκείνα τα ευρήματα σε σχέση με ενέργειες ή γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα συνομολόγησης συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων ως ο Ενάγων ισχυρίζεται, και ακολούθως παράβασής της από την Εναγομένη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο Ενάγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση του. Συνεπακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Εναγομένης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει υπό τις περιστάσεις οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.)..................................... Χρ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238. [2] Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.ά. ν. Tiba Publishing Co. Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1894). [3] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B267 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B267 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [5] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). [6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [8] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [9] Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. [10] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [11] Θεοδώρου ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1492 & Νεοκλέους Ανδρέας Σία ν. Μάριος Αφάμης Γενικές Κατασκευές Λίμιτεδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1661. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο