← Κύπρος

IVAN BOTNARU ν. I.M.K.A. QUALITY FARM LTD, Αριθμός Αγωγής: 259/2014, 24/5/2023

IVAN BOTNARU ν. I.M.K.A. QUALITY FARM LTD, Αριθμός Αγωγής: 259/2014, 24/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Αριθμός Αγωγής: 259/2014 Μεταξύ: IVAN BOTNARU Ενάγων και I.M.K.A. QUALITY FARM LTD Εναγομένης Ημερομηνία: 24 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Κ. Ανδρέου για ΚΥΠΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Χ. Χατζηγιάγκου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. μαζί με κ. Σ. Σωτηρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή του ο ενάγων αξιοί την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων πλέον νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα της αγωγής, αναφορικά με κατ' ισχυρισμό ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα την 3.10.

  1. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν 52 ετών και ήταν Ρουμάνος υπήκοος. Βρισκόταν στην Κύπρο και εργαζόταν ως υπάλληλος της εναγομένης στην φάρμα που διατηρεί (στο εξής η «φάρμα») και με βάση τη συμφωνία τους, η εναγόμενη θα παρείχε διαμονή και διατροφή στον ενάγοντα και θα τον πλήρωνε το ποσό των €500,00 μηνιαίως. Την 3.10.2013 περί την 04:30 το πρωί, προτού ο ενάγων ξεκινήσει την εργασία του στην φάρμα, μετέβη σε παρακείμενη ανεγειρόμενη ημιτελή οικοδομή της εναγομένης η οποία βρισκόταν απέναντι από τον χώρο διαμονής του για να μαζέψει ρούχα τα οποία είχε απλώσει, με αποτέλεσμα να πέσει μέσα σε ανοιχτή υπόγεια τάφρο και να υποστεί σωματικές βλάβες και απώλειες. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια και παράβαση των καθηκόντων της εναγομένης και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων της, οι οποίοι: - παρέλειψαν να τοποθετήσουν λοξή διαγράμμιση και περιμετρικό θωράκιο κατά μήκος της τάφρου, - παρέλειψαν να τοποθετήσουν φωτισμό και περίφραξη, - δεν διέθεταν σύστημα ασφάλειας και υγείας, - παρέλειψαν να έχουν γραπτή εκτίμηση κινδύνων στον χώρο εργασίας και διαμονής του προσωπικού, - επέτρεψαν και/ή υπέδειξαν στο προσωπικό της φάρμας και/ή στον ενάγοντα να εισέρχεται στην ημιτελή οικοδομή και/ή να τη χρησιμοποιεί αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, - παρέλειψαν να τοποθετήσουν προστατευτική σχάρα και/ή κάλυμμα και/ή να κλείσουν την υπόγεια τάφρο, - παρέλειψαν γενικά να διατηρούν τους χώρους της φάρμας ασφαλείς χωρίς να προκαλείται κίνδυνος στο προσωπικό, - παρέλειψαν να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα προς αποφυγή του ατυχήματος και εξέθεσαν τον ενάγοντα στον κίνδυνο πρόκλησης του ατυχήματος, - αδιαφόρησαν για τους χώρους εργασίας και διαμονής του ενάγοντα, - γενικά ενήργησαν αμελώς και κατά παράβαση των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών, αυτές ανέρχονται σε συνολικό ποσό €1.766,00 ενώ ως προς τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων, δικογραφείται πρόσθιο συμπιεστικό κάταγμα 1ου οσφυϊκού σπονδύλου, φυσιοθεραπεία - κινησιοθεραπεία και πόνος. Κατά ή περί την 7.10.2013 ο ενάγων εγκατέλειψε τον χώρο διαμονής του και μετακόμισε σε διαμέρισμα στη Λάρνακα, αναλαμβάνοντας τα έξοδα διαμονής, διατροφής και συντήρησης του διαμερίσματος για διάστημα 2 μηνών. Με το δικόγραφο της Υπεράσπισής της, η εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, εξαιρουμένου του ότι πράγματι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούσε τον ενάγοντα ως εργάτη στη φάρμα ζώων που διατηρούσε, όπου διέμενε ο ενάγων σε υποστατικά που διέθετε και παραχώρησε στο προσωπικό της φάρμας για σκοπούς διαμονής. Η εναγόμενη αρνείται ότι έλαβε χώρα το ατύχημα που ισχυρίζεται ο ενάγων και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ενημερώθηκε αναφορικά με οποιοδήποτε συμβάν, από οιονδήποτε εργοδοτούμενό της, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντα. Περαιτέρω, αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της ότι διαπίστωσε την απουσία του ενάγοντα την 3.10.2013 κάποια στιγμή πριν το μεσημέρι και τον εντόπισε, αφού τον αναζήτησε, στον χώρο όπου διέμενε. Τότε για πρώτη φορά τους πληροφόρησε ότι είχε τραυματιστεί και τον μετέφερε σε κλινική όπου ο γιατρός ο οποίος τον εξέτασε δεν διαπίστωσε ότι έφερε οποιουσδήποτε τραυματισμούς. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της εναγομένης, ότι ακόμα και αν ο ενάγων τραυματίστηκε καθ' ον χρόνο βρισκόταν στα υποστατικά της, ο τραυματισμός του προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα volenti non fit injuria και περαιτέρω παραθέτει τις ακόλουθες λεπτομέρειες αμέλειας: - Παρά το ότι ο ενάγων γνώριζε την ύπαρξη της τάφρου και το ότι ο χώρος όπου βρίσκεται η τάφρος φωτιζόταν ικανοποιητικά, έπεσε σε αυτήν από δική του απροσεξία και/ή διότι τελούσε σε κατάσταση μέθης. - Εισήλθε εν καιρώ νυκτός στον χώρο όπου βρισκόταν η τάφρος χωρίς να έχει οποιονδήποτε λόγο ή εργασία στον εν λόγω χώρο. - Παρά το ότι στον χώρο όπου ισχυρίζεται ότι πήγε υπήρχε πρόσβαση και από άλλες πλευρές και μπορούσε μέσω αυτών να μεταβεί στον εν λόγω χώρο με ασφάλεια, επέλεξε να διέλθει από τον χώρο όπου υπήρχε η τάφρος. - Εξέθεσε εθελούσια τον εαυτό του σε κίνδυνο τον οποίο γνώριζε, κατά τρόπο που συνάγεται ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα να αξιώσει αποζημιώσεις σε περίπτωση τραυματισμού του συνεπεία της ανάληψη του εν λόγω κινδύνου. Μέσω του δικογράφου της Απάντησής του, ο ενάγων αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης, στον βαθμό που βρίσκονται σε αντίθεση με την έκθεση απαίτησής του και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του, ως η έκθεση απαίτησης. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι κατόπιν δήλωσης των συνηγόρων, οι ειδικές αποζημιώσεις δηλώθηκαν επί πλήρους ευθύνης στο ποσό των €326,00 και ως απώλεια εισοδημάτων δηλώθηκε το ποσό των €850,00 για την περίοδο από 3.10.2013 - 3.12.
  2. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά, ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς η μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Από πλευράς ενάγοντα κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες. Πρώτος προσέφερε μαρτυρία ο ενάγων, ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α1 και Α2) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η φάρμα ήταν περιφραγμένη με ψηλή περίφραξη και ότι διέμενε σε υποστατικό διαμονής (στο εξής το «υποστατικό διαμονής») το οποίο βρισκόταν εντός του περιφραγμένου χώρου της φάρμας και το οποίο η εναγόμενη παρείχε τόσο στον ίδιο, όσο και στο υπόλοιπο προσωπικό. Απέναντι από το υποστατικό διαμονής και εντός του περιφραγμένου χώρου της φάρμας, η εναγόμενη ανήγειρε ημιτελή οικοδομή η οποία δεν ήταν περιφραγμένη (στο εξής η «ημιτελής οικοδομή») και εντός της οικοδομής αυτής, υπήρχε υπόγεια τάφρος (λάκκος) (στο εξής η «τάφρος»). Η εν λόγω τάφρος ήταν ανοιχτή και χωρίς περίφραξη ή άλλη προστατευτική επισήμανση ή φωτισμό ή κάλυψη ή άλλα προστατευτικά μέτρα. Την 3.10.2013 και ώρα 04:30, προτού ξεκινήσει την εργασία του, πήγε στην ημιτελή οικοδομή για να μαζέψει τα ρούχα του τα οποία ήταν απλωμένα σε σχοινί το οποίο ήταν ενωμένο με τις κολώνες της ημιτελούς οικοδομής, ως τους υπέδειξε ο εργοδότης τους να πράττουν και έπεσε μέσα στην τάφρο, την οποία ο εργοδότης του δεν είχε καλύψει. Μετά το ατύχημα, οι συνάδελφοί του ενημέρωσαν σχετικά τον εργοδότη του, ο οποίος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον και δεν τον πήγε σε γιατρό, αλλά τον άφησε να υποφέρει από τους πόνους, λέγοντάς του ότι δεν έχει τίποτε και να πάει στην δουλειά του. Την 3η ημέρα μετά το ατύχημα λόγω τρομερών πόνων, επικοινώνησε με την σύζυγο του κ. Ανδρέου την οποία γνώριζε σε προσωπικό επίπεδο και ζήτησε τη βοήθειά της. Τότε ο κ. Ανδρέου και η σύζυγός του πήγαν στη φάρμα για να παραλάβουν τον ενάγοντα, όπου οι εναγόμενοι είχαν κλείσει την καγκελλόπορτα και δεν του επέτρεπαν να εξέλθει, ενώ του είχαν πάρει το διαβατήριο και τα έγγραφά του. Εν τέλει ο ενάγων κατόρθωσε να εξέλθει της φάρμας και πήγε σε ακτινολόγο και ορθοπεδικό, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι είχε υποστεί συμπιεστικό κάταγμα οσφυϊκού σπονδύλου και του συνέστησαν ειδική θεραπεία και να παραμείνει εκτός εργασίας για τουλάχιστον 2 μήνες και να χρησιμοποιεί ειδική ζώνη. Σχετικά κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη 2 πιστοποιητικών ημερ. 7.10.2013 σε σχέση με τις ακτινογραφίες και ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε την άδεια ασθενείας ημερ. 7.10.
  3. Σύμφωνα με την ακτινογραφία διαφάνηκε ελαφρό πρόσθιο συμπιεστικό κάταγμα 1ου οσφυϊκού σπονδύλου και χρόνια εκφυλιστική σπονδυλοαρθροπάθεια εκ της οσφυικής μοίρας και ελαφρά σκολίωση, καθώς επίσης και στένωση των Ο4 - Ο5 και Ο5 - Ι1 των μεσοσπονδύλιων διαστημάτων, παρατηρήθηκαν δε οστεόφυτα. Ακολούθως ο ενάγων διέμεινε σε διαμέρισμα που του είχε παραχωρήσει ο κ. Ανδρέου, ο οποίος κατέβαλλε τα έξοδα διατροφής του. Τέλος, ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε την Έκθεση την οποία ετοίμασε το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι για την εργασία του λάμβανε τις εντολές των εργοδοτών του μέσω διερμηνέα, ο οποίος πήγαινε στον χώρο εργασίας τους κάθε πρωί και τους έδινε τις οδηγίες. Σε σχετική ερώτηση, εάν εργαζόταν ως βοηθός του I.V., ο ενάγων απάντησε ότι δεν θυμάται κάποιο άτομο με αυτό το όνομα. Τα καθήκοντά του ως ανέφερε, άρχιζαν στις 05:00 το πρωί και το ατύχημα έγινε περί τις 04:30, όταν βγήκε έξω για να πάρει τα ρούχα που είχε απλώσει για να τα φορέσει. Ως ανέφερε, ο χώρος της φάρμας ήταν μεγάλος όμως δεν υπήρχε στεγασμένος χώρος για να απλώνουν τα ρούχα τους, οπότε τα άπλωναν στο συγκεκριμένο σημείο. Ερωτηθείς εάν έβρεχε εκείνη την ημέρα, απάντησε καταφατικά και ανέφερε ότι ο εργοδότης τους, τους είπε να απλώνουν τα ρούχα στο σημείο όπου τα άπλωναν, για να μην βρέχονται. Ως ανέφερε επίσης κατά την αντεξέτασή του, ο χώρος ήταν όλος ανοιχτός και όταν κατά τις βροχερές ημέρες θα άπλωναν τα ρούχα τους οι υπάλληλοι της εναγομένης, μετέβαιναν στην ημιτελή οικοδομή η οποία είχε στέγη και πηδούσαν πάνω από την τάφρο. Επιπρόσθετα ο ενάγων αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι παρόλο που για να εισέλθει κάποιος στην ημιτελή οικοδομή υπήρχε πόρτα στο πλάι, λόγω διαφόρων αντικειμένων που βρίσκονταν στο σημείο εκείνο για το κτίσιμο, ήταν κλειστή, επομένως έπρεπε να πηδήξει πάνω από την τάφρο για να εισέλθουν στην ημιτελή οικοδομή. Παρόλες τις οχλήσεις των υπαλλήλων προς τον εργοδότη τους να καλύψει την τάφρο, αυτός δεν το έπραξε, ούτε τους υπέδειξε άλλο σημείο για να απλώνουν τα ρούχα τους όταν έβρεχε. Παρόλο που ο ενάγων στη γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι στο παρελθόν υπήρξε και άλλο περιστατικό υπαλλήλου που έπεσε στην τάφρο, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το όνομά του, απαντώντας ότι ήταν Ινδός. Ο ενάγων αρνήθηκε ότι ο εργοδότης του τον μετέφερε στην κλινική αμέσως μόλις πληροφορήθηκε για το ατύχημα. Ήταν η θέση του ότι τον μετέφεραν σε κάποιο φίλο του εργοδότη του 3 ημέρες μετά το ατύχημα για να τον εξετάσει, όταν πήγε ο διερμηνέας στη φάρμα και ο ίδιος του το ζήτησε, λόγω του έντονου πόνου που αισθανόταν. Δεν τον μετέφεραν σε νοσοκομείο λόγω του κόστους και ως ανέφερε αντεξεταζόμενος, δεν γνώριζε εάν το πρόσωπο που τον εξέτασε ήταν γιατρός ή κτηνίατρος. Ως επίσης ανέφερε αντεξεταζομενος, όταν έπεσε στην τάφρο έχασε τις αισθήσεις του και τον τράβηξαν οι συνάδελφοί του. Αισθανόταν έντονο πόνο στην πλάτη και στο πόδι. Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος προσέφερε μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα ήταν ο κ. Δ.Μ. (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος εργάζεται στο Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας και είναι ο συντάκτης του Τεκμηρίου 3, καθώς προέβη σε διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας κατέθεσε το Τεκμήριο 3 Α που είναι το Τεκμήριο 3, δηλ. η έκθεση διερεύνησης ατυχήματος με έγχρωμες φωτογραφίες. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας ειδοποιήθηκε για πρώτη φορά αναφορικά με το ατύχημα στις 7.10.2013 από τον δικηγόρο του παθόντα. Επισκέφθηκε τον χώρο του ατυχήματος την επόμενη ημέρα, ήτοι την 8.10.
  4. Λόγω απουσίας και αδυναμίας εύρεσης του ενάγοντα, επισκέφθηκε ξανά τον χώρο του ατυχήματος την 4.11.
  5. Ο ΜΕ1 έλαβε πληροφορίες για τη διερεύνηση του ατυχήματος από τα πρόσωπα που καταγράφονται στην έκθεσή του και σε αυτά συμπεριλαμβάνεται ο ενάγων και ο Διευθυντής της εναγομένης. Στην έκθεση περιγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε το ατύχημα και επιπλέον σημειώνεται ότι το ατύχημα συνέβη εκτός των ωρών εργασίας του ενάγοντα. Η τάφρος, η οποία είχε μήκος περί τα 8,10μ και βάθος περί το 1,75μ ήταν ακόμα υπό κατασκευή και δεν διέθετε φωτισμό και δεν υπήρχε λοξή διαγράμμιση και περιμετρικό θωράκιο κατά μήκους του χείλους της. Περαιτέρω στην έκθεση αναφέρεται ότι η εναγόμενη δεν διέθετε σύστημα διαχείρισης ασφάλειας και υγείας, ούτε γραπτή εκτίμηση των κινδύνων στην εργασία. Όταν ο ΜΕ1 επισκέφθηκε τον χώρο του ατυχήματος διαπίστωσε ότι υπήρχε πρόχειρη περίφραξη της τάφρου, ενώ μετά το ατύχημα η εργοδότρια έχτισε τοίχο περιμετρικά της τάφρου ύψους 1.10εκ. περίπου, εκτός από την είσοδο όπου είχαν τοποθετηθεί σανίδια για εμπόδια. Ο ΜΕ1 κατέθεσε την ενημερωτική επιστολή που στάλθηκε προς το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας από τον δικηγόρο του ενάγοντα, μαζί με το αποδεικτικό αποστολής μέσω τηλεομοιότυπου, ως Τεκμήριο
  6. Ως περαιτέρω ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, η ημιτελής οικοδομή δεν ήταν περιφραγμένη ικανοποιητικώς ως όφειλαν οι εργοδότες με βάση τον Κανονισμό ΚΔΠ 172/2002 που ήταν τότε σε ισχύ. Η υποχρέωση αυτή, ως ανέφερε, αφορά σε όλα τα εργοτάξια με σκοπό να απαγορεύεται η πρόσβαση και προς αποφυγή ατυχημάτων. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι υπάρχουν 2 ειδών ατυχήματα βάσει των κανονισμών και ότι στην περίπτωση του ενάγοντα, αυτός βρισκόταν εκτός εργασίας κατά την ώρα του ατυχήματος. Το επίδικο ατύχημα περιλαμβάνεται στον Κανονισμό 2

(1)(γ) της ΚΔΠ 531/2007, ενώ σχετικά παρέπεμψε και στο άρθρο 13 του Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου του
  1. Ερωτηθείς εάν το εν λόγω ατύχημα δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα, ο ΜΕ1 απάντησε ότι θεωρείται ατύχημα που συνέβη σε τρίτο πρόσωπο, καθώς δεν υπήρξε έναρξη της εργασίας του εργοδοτουμένου. Ως επίσης ανέφερε ο μάρτυρας, ο εργοδότης γύρω στις 10:00 - 11:00 έλαβε γνώση αναφορικά με το ατύχημα και σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό έπρεπε να ενημερώσει άμεσα το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας. Αυτόπτης μάρτυρας δεν υπήρχε και δεν λήφθηκαν γραπτές καταθέσεις. Σε υπόδειξη των φωτογραφιών 1, 2 και 3 επί του Τεκμηρίου 3, ο μάρτυρας απάντησε ότι η κορδέλα που φαίνεται σε αυτές δεν υπήρχε τη στιγμή που έγινε το ατύχημα με βάση τα λεγόμενα του ενάγοντα και ότι εν πάση περιπτώσει, και να υπήρχε, ούτε η κορδέλα, ούτε τα βαρέλια συνιστούν ικανοποιητική περίφραξη. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η τάφρος ήταν σε γνώση του ενάγοντα, ενώ σε ερώτηση εάν υπήρχε και άλλη διαδρομή για να πάει να απλώσει τα ρούχα του, απάντησε ότι ο χώρος είναι ανοιχτός από παντού και υπήρχε πρόσβαση από διάφορες πλευρές, ωστόσο πάνω από την τάφρο ήταν η πιο σύντομη διαδρομή. Υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι δεν διερεύνησε ορθά το ατύχημα, καθώς εάν το έπραττε θα εντόπιζε ότι υπήρχε άλλος χώρος για το άπλωμα των ρούχων των υπαλλήλων, ως φαίνεται στην φωτογραφία 2 επί του Τεκμηρίου
  2. Ο μάρτυρας απάντησε ότι η συγκεκριμένη φωτογραφία λήφθηκε την 8.10.2013 και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν γινόταν το ίδιο και σε άλλες ημερομηνίες, ενώ αυτό που φαίνεται στην φωτογραφία είναι μία περίφραξη η οποία χρησιμοποιήθηκε για άπλωμα ρούχων και τα υπόλοιπα είναι εικασίες. Τέλος, από πλευράς ενάγοντα προσέφερε μαρτυρία ο Π.Π. (στο εξής ο «ΜΕ2»), ο οποίος είναι ακτινολόγος και έχει ιδιωτικό ιατρείο στη Λάρνακα. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΕ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως ακτινογραφία την οποία έκανε ο ίδιος στον ενάγοντα και ανέφερε τα ευρήματά του, σύμφωνα με τα οποία ο ενάγων έφερε πρόσθιο συμπιεστικό κάταγμα του 1ου οσφυϊκού σπονδύλου. Τέτοιου είδους κατάγματα, ως εξήγησε, προέρχονται από πτώση ή μεγάλο ατύχημα καθώς χρειάζεται να ασκηθεί μεγάλη πίεση ώστε να προκύψει κάταγμα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ενάγων στα 52 έτη του είναι νέος ο οποίος ασχολείται με χειρωνακτικές εργασίες και οι σπόνδυλοι του είναι συμπαγείς, επομένως το κάταγμα δεν μπορεί να αποδοθεί σε άλλη αιτία. Ως επίσης ανέφερε, ο ενάγων παρουσίασε και σπονδυλοαρθρίτιδα, η οποία δεν σχετίζεται με το κάταγμα, εφόσον είναι συνήθης σε άτομα τα οποία ασχολούνται με χειρωνακτικές εργασίες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι έκανε την ακτινογραφία στον ενάγοντα την ίδια ημέρα που τον παρέπεμψε κοντά του ο ορθοπεδικός. Αφού περιέγραψε τι είναι το πρόσθιο κάταγμα σπονδύλου, ερωτηθείς εάν κάποιος μπορεί να το πάθει οικειοθελώς επειδή πήδηξε από ύψος, απάντησε χαρακτηριστικά «αν πεταχτεί που 3 μέτρα μπορεί να το πάθει βέβαια. Πρέπει ναν πελλός». Ερωτηθείς τι είναι η οστεοαρθρίτιδα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειται για αλλοιώσεις της σπονδυλικής στήλης τις οποίες παρουσιάζει ο περισσότερος κόσμος από κάποια ηλικία και μετά και οι οποίες οφείλονται σε διάφορα αίτια, όπως το είδος της εργασίας ή η κληρονομικότητα. Σε υποβολή σχετικής ερώτησης, ότι εξέτασε τον ενάγοντα στις 7.10.2013 ενώ το ατύχημα έλαβε χώρα την 3.10.2013, ο ΜΕ2 απάντησε ότι το συμπιεστικό κάταγμα φαίνεται ακόμα κ αν περάσουν 10 μέρες και ότι συνήθως τα κατάγματα παραμένουν τα ίδια και σιγά σιγά οστεοποιούνται. Από πλευράς εναγομένης, μαρτυρία προσέφεραν δύο μάρτυρες. Πρώτος προσέφερε μαρτυρία ο Διευθυντής της εναγομένης (στο εξής ο «ΜΥ1»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Β). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων είναι ευρωπαίος πολίτης και ως εκ τούτου ουδέποτε συμφώνησε με την εναγόμενη ότι θα διαμένει στην φάρμα. Η εναγόμενη, έχει υποχρέωση να παρέχει στέγη και διατροφή στους υπαλλήλους της όταν αυτοί είναι υπήκοοι τρίτων χωρών και όχι όταν είναι ευρωπαίοι πολίτες. Εν προκειμένω ο ενάγων άρχισε να εργάζεται στην φάρμα περί τις αρχές Ιουνίου και ανέφερε ότι διέμενε μαζί με κάποιο φίλο του στην Ορμήδεια. Ο ίδιος πληροφορήθηκε για το ατύχημα όταν την 3.10.2013 περί τις 10:00 - 11:00, είδε τον I.V. να εργάζεται μόνος και ρώτησε που βρισκόταν ο ενάγων. Αμέσως μετέφερε τον ενάγοντα στην κλινική ΛΗΤΩ στο Παραλίμνι και αφού τον εξέτασε ιατρός, τον παρέπεμψαν για ακτινογραφίες. Έπειτα μετέφερε τον ενάγοντα πίσω στη φάρμα. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε τις βεβαιώσεις της ακτινολόγου, η οποία του ανέφερε ότι ο ενάγων δεν είχε οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα. Στην εν λόγω ακτινογραφία, αναγράφεται 20% μείωση πρόσθιου ύψους Ο1 σπονδύλου και κάταγμα με ερωτηματικό. Περαιτέρω, αναγράφεται στένωση Α5 - Α6, Α6 - Α7 μεσοσπονδύλιων διαστημάτων και μικρά οστεόφυτα στο πλαίσιο οστεοαρθρίτιδας, ήπια σκολίωση, στένωση 05 - Ι1, Ο4 - Ο5 μετασπονδύλιων διαστημάτων και μικρά οστεόφυτα στο πλαίσιο οστεοαρθρίτιδας. Συνομιλώντας με τον ενάγοντα, πληροφορήθηκε ότι πήγε στην τάφρο για να απλώσει τα ρούχα του για να στεγνώσουν και στην επιστροφή έπεσε μέσα στην καταπακτή η οποία χρησιμοποιείται για αλλαγή λαδιών των οχημάτων. Δεν κατάλαβε για ποιο λόγο ο ενάγων προέβη σε αυτή την ενέργεια, αφού στην φάρμα όχι μόνο δεν έπρεπε ο ίδιος να διαμένει, αλλά υπάρχει και ξεχωριστό σημείο όπου οι εργάτες οι οποίοι διαμένουν στην φάρμα μπορούν να απλώνουν τα ρούχα τους. Στην οικοδομή όπου ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε, δεν υπάρχει σύρμα ή δοκοί ώστε να μπορούν να απλώνουν τα ρούχα τους εκεί. Ούτε και έδωσε ποτέ άδεια, στον οποιονδήποτε υπάλληλο της εναγομένης, να πηγαίνει στην εν λόγω οικοδομή. Περαιτέρω, μερίμνησε ώστε οι εγκαταστάσεις της φάρμας να είναι φωτισμένες, ενώ γύρω από την τάφρο υπήρχαν πλαστικές νάιλον λωρίδες για να οριοθετούν την περίμετρό της, εφόσον οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι ακόμα και αν ο ενάγων τραυματίστηκε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, αυτό οφείλεται σε δική του αμέλεια καθώς ουδέποτε του δόθηκε άδεια να μεταβεί στην εν λόγω οικοδομή. Περαιτέρω, παρόλο που γνώριζε για την ύπαρξη της τάφρου και παρόλο που αυτή φωτιζόταν ικανοποιητικά, έπεσε από δική του απροσεξία, εισήλθε στον συγκεκριμένο χώρο κατά τη διάρκεια της νύχτας μη έχοντας εργασία και παρόλο που υπήρχε πρόσβαση και από αλλού, επέλεξε να διέλθει από το σημείο που υπήρχε η τάφρος. Σε υπόδειξη του Τεκμηρίου 3Α, ο μάρτυρας περιέγραψε τους χώρους και ανέφερε ότι πίσω φαίνεται ένα μικρό κομμάτι από την κατασκευή που είχε κάνει για να απλώνουν τα ρούχα τους οι υπάλληλοι. Ως περαιτέρω ανέφερε, αρχικά δεν ενημέρωσε το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας αναφορικά με το ατύχημα διότι μετέφερε τον ενάγοντα στην κλινική ΛΗΤΩ και με βάση τα όσα είπαν οι γιατροί ο ενάγων δεν είχε κάτι. Μετά την παρέλευση 4 ημερών, τον κάλεσε τηλεφωνικώς ένας κύριος από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και του είπε ότι έπρεπε να αναφερθεί το ατύχημα. Τέλος, ανέφερε ότι δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και δεν επικοινώνησε μαζί του οποιοσδήποτε για να του ζητήσει κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δεν θυμόταν να αναφέρει εάν είχαν συνάψει συμβόλαιο εργασίας με τον ενάγοντα. Ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε έντυπο με τις δηλωμένες απολαβές του ενάγοντα στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τον ίδιο να απαντά ότι ο ενάγων ήταν δηλωμένος με βάση τον συμφωνηθέντα μισθό. Ερωτηθείς γιατί γνωστοποίησε ατύχημα, εφόσον είναι η θέση του ότι ατύχημα δεν έλαβε χώρα, ο ΜΥ1 απάντησε ότι του είχαν πει ότι έπρεπε να το δηλώσει σαν ατύχημα για να έρθει το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας και να επιθεωρήσει. Ερωτηθείς εάν τοποθέτησε περίφραξη γύρω από την οικοδομή, καθ' υπόδειξη της δεύτερης φωτογραφίας του Τεκμηρίου 3Α, ο ΜΥ1 απάντησε ότι υπήρχε κορδέλα. Σε υποβολή ότι αν υπήρχε κορδέλα κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων θα την τραβούσε μαζί του, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό δεν μπορεί να έγινε καθώς η κορδέλα ήταν 2 ½ μέτρα μπροστά από την τάφρο και αν πήγε στο σημείο αυτό, θα πέρασε κάτω από την κορδέλα. Ως περαιτέρω ανέφερε, ανήγειρε τοίχο γύρω από την οικοδομή, ως η 5η φωτογραφία του Τεκμηρίου 3Α, διότι όταν ολοκληρώθηκε η οικοδομή αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε να γίνει μηχανουργείο και να φυλάγονται τα κλειδιά και να μην παραμείνει έτσι. Ερωτηθείς εάν υπήρχε ανακοίνωση ή οτιδήποτε που να απαγορεύει να εισέρχεται οποιοσδήποτε στην ημιτελή οικοδομή, ο μάρτυρας απάντησε ότι υπήρχε η κορδέλα. Περαιτέρω ανέφερε ότι υπήρχε φωτισμός στον χώρο, τον οποίο εξέπεμπε το διπλανό κτήριο το οποίο διαθέτει φωτισμό που φέγγει μέχρι 300 μέτρα. Σε υποβολή ότι δεν διέθετε σύστημα ασφάλειας και υγείας και γραπτή εκτίμηση κινδύνων ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση, ενώ απάντησε επίσης ότι δεν γνωρίζει αν ο ενάγων ήταν μεθυσμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Τέλος, μαρτυρία προσέφερε για την πλευρά της εναγομένης η Μ.Α.Ζ. (στο εξής η «ΜΥ2»). Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΥ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 και ανέφερε ότι οι εν λόγω ακτινογραφίες έγιναν στο ακτινολογικό κέντρο όπου εργάζεται και αφορούν τον ενάγοντα. Εξηγώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, η ΜΥ2 ανέφερε ότι η εικόνα του ενάγοντα παρουσίαζε ένα εκφυλιστικό χρόνιο πρόβλημα χωρίς εικόνα κάκωσης, καθώς επίσης και κύφωση με αγκυλωτικές αλλοιώσεις στην θωρακική μοίρα, επίσης χρόνιο πρόβλημα. Τα ανωτέρω, εξήγησε, επιβεβαιώνει η ύπαρξη οστεοφύτων στα σημεία, τα οποία είναι προεξοχές πάνω στους σπονδύλους οι οποίες δημιουργούνται με τα χρόνια λόγω εκφυλιστικών αλλαγών, λόγω βάρους, δουλειάς, κληρονομικότητας και άλλων αιτιών. Εν προκειμένω, τα οστεόφυτα είναι διάχυτα, ενώ όταν πρόκειται για οστεόφυτο το οποίο δημιουργείται από παλαιό τραύμα, το οστεόφυτο θα υπάρχει σε ένα σημείο. Σύμφωνα με την ΜΥ2 οι ακτινογραφίες παρουσίαζαν μια μείωση του πρόσθιου ύψους του Ο1 σπονδύλου σε βαθμό 20% και έθεσε ερωτηματικό εάν αυτό ήταν κάταγμα ή αν ήταν φυσιολογική μείωση του ύψους. Ενόψει τούτου, σύστησε κλινική εκτίμηση. Ως Τεκμήριο 7 η μάρτυρας κατέθεσε δέσμη εγγράφων από σχετική βιβλιογραφία αναφορικά με το πότε τέτοιου είδους μείωση θεωρείται φυσιολογική. Αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, η μάρτυρας ανέφερε ότι η εν λόγω ακτινογραφία έγινε 4 ημέρες μετά το ατύχημα και καλύπτει μόνο την οσφυϊκή μοίρα. Η διαφορά της με τον ακτινολόγο που προέβη στην εν λόγω ακτινογραφία, είναι ότι παρόλο που και οι δύο παρατηρούν την μείωση του ύψους του πρώτου οσφυϊκού σπονδύλου, δίδουν διαφορετική ερμηνεία στο εύρημα. Ενώ ο ΜΕ2 υποστηρίζει ότι επρόκειτο για κάταγμα, η ίδια υποστηρίζει ότι η μείωση αυτή δεν υποδηλοί απαραίτητα κάταγμα και επομένως συνέστησε κλινική εκτίμηση. Ως επίσης ανέφερε η μάρτυρας, τον ενάγοντα έστειλε κοντά τους γιατρός η οποία εργαζόταν στις Πρώτες Βοήθειες της Πολυκλινικής ΛΗΤΩ την 3.10.
  3. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε στην κατοχή της το παραπεμπτικό της γιατρού για να το παρουσιάσει, λόγω της χρονολογίας. Σε σχετική υποβολή, ότι δεν υπάρχει η τελική εκτίμηση της γιατρού που παρέπεμψε τον ενάγοντα για ακτινογραφία, ώστε να μπορεί με βεβαιότητα να πει ποια είναι η αιτία της μείωσης που παρατηρείται στα ευρήματα των ακτινογραφιών του ενάγοντα, η μάρτυρας συμφώνησε. Ως επίσης ανέφερε, η μείωση στην προκειμένη περίπτωση ήταν σε ποσοστό 20% και δεν μπορεί να είναι σίγουρη εάν επρόκειτο για συμπιεστικό ή για φυσιολογικό κάταγμα. Ήταν η θέση της ότι όταν δεις ένα κάταγμα δεν μπορείς να γνωρίζεις εάν είναι παλιό ή νέο και ότι μέχρι σήμερα υπάρχει αμφιβολία στους ακτινολογικούς κύκλους αναφορικά με το κατά πόσο ένα κάταγμα που προκαλείται από πτώση ή ατύχημα διαφέρει από το κάταγμα που προκαλείται από χρόνια πάθηση. Ερωτηθείσα εάν στην περίπτωση του ενάγοντα η μεσαία κολώνα παρέμεινε ανέπαφη, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με βεβαιότητα, καθώς ως ανέφερε, δεν είχε μπροστά της τις εικόνες. Σε υποβολή ότι ο ενάγων υπέστη συμπιεστικό κάταγμα μόνο στο πρόσθιο μέρος του οστού, η ΜΥ2 απάντησε ότι αυτό συμβαίνει και με τους φυσιολογικούς σπονδύλους. Έχοντας παραθέσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ σε αξιολόγησή της. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[3] Περαιτέρω, η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις δε αντιφάσεις, δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.[6] Τέλος, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Όσον αφορά στην μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και στην αξιολόγηση τους, αυτή δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εξαιρουμένου του ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που αποτελεί ένα από τα στοιχεία κρίσεως της αξίας της γνώμης του. Το Δικαστήριο, πρέπει πρωτίστως να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και ακολούθως να εξετάσει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του.[8] Περαιτέρω, οι εμπειρογνώμονες, οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης.[9] Το κατά πόσο ένας μάρτυρας διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα ώστε να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου,[10] το οποίο μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, σε συνάρτηση με τα θέματα αναφορικά με τα οποία καλείται να καταθέσει.[11] Έτσι, ένα πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πραγματογνώμονας, όχι μόνο βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων του, αλλά και βάσει της εμπειρίας του.[12] Στη βάση των ανωτέρω αρχών, αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ2, επί τη βάσει των αδιαμφισβήτητων προσόντων και εμπειρίας τους, είναι και εμπίπτουν στην κατηγορία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, ο καθένας βεβαίως στον τομέα που έχει αναφέρει και περιγράψει. Αναφορικά με τον ενάγοντα, μου έκανε θετική εντύπωση καθώς απαντούσε με φυσικότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο κατά την αντεξέτασή του. Αναφορικά με το ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τα ονόματα των συναδέλφων του, δεν θεωρώ ότι τούτο επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του, λαμβανομένου υπόψη του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει διαρρεύσει από το επίδικο ατύχημα. Εντούτοις, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, αξιολογώντας τη μαρτυρία του ενάγοντα σε συνάρτηση και αντιπαραβολή με το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του μερικώς για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Αρχικά παραπέμπω στο Τεκμήριο 5, το οποίο τεκμαίρει ότι την ημέρα του ατυχήματος ο ενάγων υπεβλήθη σε ακτινογραφία, ενώ κατονομάζεται σε αυτό ο γιατρός που παρέπεμψε τον ενάγοντα (i.e. «Referring Doctor»). Ως εκ τούτου, ο ενάγων εξετάσθηκε από γιατρό αυθημερόν και η αναφορά του σε κτηνίατρο είναι υπερβολή. Περαιτέρω, σε σχέση με την αναγκαιότητα να πηδήξει πάνω από την τάφρο για να μεταβεί στο σημείο όπου πήγαινε, η μαρτυρία του ενάγοντα έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος ανέφερε ότι υπήρχαν και άλλες διαδρομές πρόσβασης στην ημιτελή οικοδομή, εφόσον ο χώρος είναι ανοιχτός από παντού, ωστόσο πάνω από την τάφρο ήταν η πιο σύντομη διαδρομή. Συνεπακόλουθα, για τα ανωτέρω σημεία η μαρτυρία του ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή. Ειδικότερα, από την μαρτυρία του ενάγοντα αποδέχομαι ότι διέμενε και εργαζόταν στην φάρμα, κατόπιν συμφωνίας του με την εναγομένη. Αποδέχομαι επίσης ότι η εναγομένη έδωσε οδηγίες στους υπαλλήλους της όπως απλώνουν τα ρούχα τους στην ημιτελή οικοδομή κατά τις βροχερές ημέρες και ότι ο ίδιος είχε ζητήσει από την εναγομένη να λάβει μέτρα αναφορικά με την τάφρο, η οποία δεν ήταν περιφραγμένη. Επιπρόσθετα αποδέχομαι ότι την 3.10.2013 ο ενάγων μετέβη στην ημιτελή οικοδομή και έπεσε μέσα στην τάφρο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να υποστεί συμπιεστικό κάταγμα σπονδύλου. Την 7.10.2013 μετέβη σε ορθοπεδικό και ακτινολόγο και ακολούθως διέμεινε σε διαμέρισμα που του είχε παραχωρηθεί. Αναφορικά με τον ΜΕ1, έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν λογική και σταθερή και σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε, ούτε διαφάνηκε ότι κατέθετε με οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Ο μάρτυρας με σταθερότητα και συνέπεια απάντησε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν, οι οποίες συνήδαν με την πραγματική μαρτυρία που προσκομίστηκε και ήταν γνώστης του αντικειμένου του και της υπόθεσης. Ως προς τις ερωτήσεις που τέθηκαν στον ΜΕ1 αναφορικά με την διερεύνηση της υπόθεσης, ο μάρτυρας με ειλικρίνεια και ευθύτητα, απάντησε ότι λαμβάνει οδηγίες από τον προϊστάμενό του ως προς τον χρόνο και την προτεραιότητα που θα δώσει σε κάθε υπόθεση, ενόψει της ελλιπούς στελέχωσης του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας στην επαρχία Αμμοχώστου. Τούτων λεχθέντων, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολό της και κρίνω ότι με την μαρτυρία που προσέφερε ως ειδικός, προσκόμισε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα βάσει των οποίων το Δικαστήριο είναι σε θέση να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη γνώμη επί των επιδίκων ζητημάτων. Τέλος, ο ΜΕ2 μου έκανε επίσης θετική εντύπωση, καθότι απαντούσε με αμεσότητα και φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο κατά την αντεξέτασή του, εξηγώντας με σαφήνεια και σε κατανοητή γλώσσα τα ευρήματα στα οποία κατέληξε όταν έκανε ακτινογραφία στον ενάγοντα την 7.10.
  4. Η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασής του, ούτε και αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του, ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτός κατέθετε με αλλότριο κίνητρο. Ως εκ τούτου, καταλήγω σε αποδοχή της μαρτυρίας του στο σύνολό της καθώς αυτή θα βοηθήσει το Δικαστήριο να εξάξει τα συμπεράσματά του, διαμορφώνοντας ανεξάρτητη κρίση. Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΥ1, παρόλο που ο μάρτυρας απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο κατά την αντεξέτασή του, για τους λόγους που θα εξηγήσω, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου. Εν πρώτοις σημειώνω ότι στο δικόγραφο της υπεράσπισης, υπάρχει ρητή παραδοχή του ισχυρισμού του ενάγοντος, ότι ο τελευταίος διέμενε στην φάρμα της εναγομένης σε υποστατικό της το οποίο του παραχώρησε η ίδια η εναγομένη (βλ. παρα. 2 της Υπεράσπισης). Ο ΜΥ1 κατά το ακροαματικό στάδιο της υπόθεσης υποστήριξε ότι ο ενάγων ήταν ευρωπαίος πολίτης και όχι υπήκοος τρίτης χώρας, επομένως η εναγομένη, κατά τον ίδιο, δεν υποχρεούτο να του παρέχει διαμονή. Η μαρτυρία αυτή δεν θεωρώ ότι καλύπτεται από το δικόγραφο της Υπεράσπισης. Ως γνωστό, ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου και η μαρτυρία, στηρίζεται και καθορίζεται από αυτά.[13] Έστω δε και αν για ορισμένα μη δικογραφημένα ζητήματα δοθεί μαρτυρία χωρίς την προβολή ένστασης από την άλλη πλευρά, τέτοια μαρτυρία δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.[14] Συνεπακόλουθα, αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Επιπλέον, η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν συνήδε απόλυτα με την μαρτυρία της ΜΥ2 και το Τεκμήριο
  5. Ενώ ο ΜΥ1 ανέφερε ότι στην κλινική η ακτινολόγος του ανέφερε ότι ο ενάγων δεν είχε οτιδήποτε, η ακτινολόγος στην μαρτυρία της δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Ο δε ισχυρισμός του ΜΥ1, ότι ουδέποτε έδωσε άδεια στους υπαλλήλους να πηγαίνουν στην ημιτελή οικοδομή για τον σκοπό απλώματος των ρούχων δεν γίνεται αποδεκτός, καθότι οι φωτογραφίες επί του Τεκμηρίου 3Α δεν αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος επί του θέματος, εφόσον λήφθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Αυτό το οποίο οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν εν πάση περιπτώσει, είναι ένα ανοιχτό χώρο, ενώ στην 2η φωτογραφία φαίνονται κάποια ρούχα απλωμένα στην εξωτερική περίφραξη της φάρμας και όχι κάποιος ειδικά διαμορφωμένος χώρος. Τέλος, δεν αποδέχομαι την θέση του μάρτυρα ότι υπήρχε κορδέλα 2 ½ μέτρα μπροστά από την τάφρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και αν ακόμα υπήρχε η εν λόγω κορδέλα, τούτο υποδηλοί τη λήψη ικανοποιητικών μέτρων. Επισημαίνω ότι δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οιαδήποτε πραγματική μαρτυρία ή άλλη, ούτε προς επίρρωση της ύπαρξης της εν λόγω κορδέλας προ της πτώσης του ενάγοντα, ούτε και αναφορικά με το που η εν λόγω κορδέλα κατέληξε μετά την πτώση του ενάγοντα. Λελογισμένη αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού δεν με οδηγεί σε αποδοχή της θέσης αυτής του ΜΥ
  6. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του ΜΥ1 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου μερικώς και αποδέχομαι ότι όταν πληροφορήθηκε για το ατύχημα μετέφερε τον ενάγοντα στην κλινική ΛΗΤΩ στο Παραλίμνι, όπου αφού τον εξέτασε ιατρός, τον παρέπεμψε για ακτινογραφίες. Έπειτα μετέφερε τον ενάγοντα πίσω στη φάρμα. Αποδέχομαι επίσης ότι ο χώρος ήταν ανοιχτός και υπήρχε πρόσβαση από πολλές πλευρές στην ημιτελή οικοδομή και όχι μόνο πάνω από την τάφρο και ότι φως εξέπεμπε το διπλανό κτήριο σε όλο τον χώρο της φάρμας. Αποδεκτή είναι επίσης η μαρτυρία του σύμφωνα με την οποία ανέφερε το περιστατικό στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, αφού έλαβε σχετικό τηλεφώνημα από το ίδιο το Γραφείο και ότι ουδέποτε έδωσε κατάθεση στην αστυνομία σχετικά με το συμβάν. Η ΜΥ2 μου έκανε θετική εντύπωση, καθότι απαντούσε με φυσικότητα και αυθορμητισμό και καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, αλλά ούτε και αναδύθηκε μέσω της μαρτυρίας, ότι η μάρτυρας κατέθετε με αλλότριο κίνητρο. Ό,τι ανέφερε η συγκεκριμένη μάρτυρας στο Δικαστήριο, με περισσή επεξηγηματικότητα, ήταν ότι το εύρημα συμπιεστικού κατάγματος που παρουσιάστηκε στις ακτινογραφίες του ενάγοντα, ενδεχομένως να προκλήθηκε και από φυσιολογικά αίτια. Τούτο δεν αποκλείει, το ενδεχόμενο να προκλήθηκε και εξαιτίας του ατυχήματος. Ήταν η θέση της, την οποία επαναλάμβανε, ότι ακριβώς λόγω αυτού του ερωτηματικού η ίδια συνέστηκε κλινική εκτίμηση. Συμφώνησε δε αντεξεταζόμενη, με τον συνήγορο του ενάγοντα, ότι η εκτιμήση της γιατρού που ζήτησε την ακτινογραφία δεν υπήρχε και συνεπώς δεν ήταν σε θέση, ελλείψει τόσο της ακτινογραφίας, όσο και της εκτίμησης της γιατρού, να τοποθετηθεί με βεβαιότητα επί της αιτίας πρόκλησης του συμπιεστικού κατάγματος. Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΥ2 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου και ότι παρείχε υπό την ιδιότητά της στο Δικαστήριο όλα τα απαιτούμενα εχέγγυα, ώστε το Δικαστήριο να σχηματίσει την ανεξάρτητη γνώμη του επί των επίδικων ζητημάτων. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο ενάγων άρχισε να διαμένει και να εργάζεται στην φάρμα της εναγομένης περί τον Ιούνιο του 2013, σύμφωνα με τη συμφωνία τους. Στον χώρο της φάρμας υπήρχε μια ημιτελής οικοδομή, όπου οι υπάλληλοι της εναγομένης καθ' υπόδειξή της, άπλωναν τα ρούχα τους για να στεγνώσουν, όταν είχε υγρασία ή έβρεχε. Φως εξέπεμπε στον χώρο της φάρμας το διπλανό κτίριο. Στην ημιτελή οικοδομή υπήρχε τάφρος, η οποία δεν ήταν περιφραγμένη και δεν διέθετε φωτισμό. Η τάφρος είχε βάθος περί το 1,75μ. και μήκος περί τα 8,10μ. Η εναγόμενη δεν διέθετε σύστημα διαχείρισης Ασφάλειας και Υγείας, ούτε Γραπτή Εκτίμηση Κινδύνων. Την 3.10.2013 περί την 04:30 ο ενάγων μετέβη στην ημιτελή οικοδομή, με σκοπό να πάρει τα ρούχα που είχε προηγουμένως απλώσει στην ημιτελή οικοδομή για να στεγνώσουν. Η συντομότερη διαδρομή για το σημείο προς το οποίο ο ενάγων κατευθυνόταν ήταν το πέρασμα πάνω από την τάφρο, ωστόσο υπήρχε πρόσβαση και από άλλες πλευρές της ημιτελούς οικοδομής. Αφού πήρε τα ρούχα που είχε απλώσει, ο ενάγων επέλεξε να ακολουθήσει την διαδρομή κατά την οποία έπρεπε να πηδήξει πάνω από την τάφρο. Κατά την προσπάθειά του να πηδήξει πάνω από την τάφρο, έπεσε μέσα σε αυτήν. Μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στην κλινική ΛΗΤΩ από όπου τον παρέπεμψαν για ακτινογραφίες και έπειτα ο ΜΥ1 τον μετέφερε πίσω στην φάρμα. Την 6.10.2013 ο ενάγων επικοινώνησε με την σύζυγο του κ. Ανδρέου ζητώντας βοήθεια, ενόψει του πόνου που αισθανόταν. Αυθημερόν η κα Ανδρέου μαζί με τον σύζυγό της μετέβησαν στην φάρμα, από όπου παρέλαβαν τον ενάγοντα και τον μετέφεραν για εξετάσεις την επόμενη μέρα. Συνεστήθη στον ενάγοντα ειδική θεραπεία, να φοράει ειδική ζώνη στην μέση, καθώς επίσης και αποχή από την εργασία του για διάστημα τουλάχιστον δύο μηνών. Αποτελεί εύρημά μου ότι συνεπεία της πτώσης του μέσα στην τάφρο, ο ενάγων υπέστη συμπιεστικό κάταγμα οσφυϊκού σπονδύλου. Ως προς τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις της σπονδυλικής στήλης τις οποίες κατέδειξαν οι ακτινογραφίες, καθώς επίσης και τα οστεόφυτα, αποτελεί εύρημά μου ότι αυτά οφείλονται σε φυσικά αίτια. Τέλος, αποτελεί εύρημά μου ότι ο ενάγων υπέστη τις ειδικές ζημιές και την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων τα οποία δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, ως καταγράφεται ανωτέρω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[15] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[16] Το πρώτο ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση, είναι το κατά πόσο ο ενάγων βρισκόταν νόμιμα στην φάρμα κατά τον χρόνο του ατυχήματος, εφόσον το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα εκτός των ωρών εργασίας του ενάγοντα. Το αρ. 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, κωδικοποιεί τις αρχές που διέπουν το τι συνιστά αμέλεια, όπως επίσης και το πότε υπάρχει υποχρέωση να μην επιδεικνύεται αμέλεια. Ως αναφέρεται στο εδάφιο
(2)(β) του εν λόγω άρθρου, ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου που τελεί νόμιμα, καθώς και έvαvτι τoυ κυρίoυ oπoιασδήπoτε ιδιoκτησίας πoυ απoκτήθηκε vόμιμα, εvτός, επί ή τόσov πλησίov της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας ώστε κατά τη συvήθη πoρεία τωv πραγμάτωv vα επηρεάζεται από τηv αμέλεια. Σύμφωνα με το αρ. 2 του κεφ. 148, «κάτoχoς σημαίvει πρόσωπo τo oπoίo δικαιoύται έvαvτι τoυ κυρίoυ ακίvητης ιδιoκτησίας vα κατέχει ή χρησιμoπoιεί αυτή, και ελλείψει τέτoιoυ πρoσώπoυ τov κύριo της ιδιoκτησίας αυτής». Ως προς την ευθύνη κατόχου ιδιοκτησίας, παραπέμπω στην Σχολικής Εφορείας Στροβόλου ν. Μαρίνας Στεργίδου κ.α. Πολ. Εφ. υπ' αρ. 8/2011 ημερ. 4.3.2016, όπου λέχθηκε ότι το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες του αρ. 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Λέχθηκε επίσης ότι κάτοχος «είναι εκείνος που έχει τον έλεγχο και την άμεση επίβλεψη της ιδιοκτησίας, με εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την είσοδο σ΄αυτήν. Η ευθύνη βασίζεται στην κατοχή και τον έλεγχο». Παραθέτω τα ακόλουθα σχετικά αποσπάσματα από την ανωτέρω απόφαση: «Όπως εξηγήθηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Α.Π. Φραγκεσκίδης & Σία Λτδ, ο κάτοχος έχει δύο καθήκοντα: για τη στατική κατάσταση των πραγμάτων (κατάσταση, συντήρηση και επιδιόρθωση του ακινήτου) και για τη λειτουργία της δραστηριότητας ή επιχείρησής του. Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία για τη ρύθμιση του κοινοδικαίου η οποία κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 51
(2)(β), με βάση την οποία, η ευθύνη του κατόχου διαφοροποιείται αναλόγως του κατά πόσο το πρόσωπο που βρίσκεται στο υποστατικό είναι «προσκεκλημένος» («invitee») ή «απλός δικαιούχος» («bare licensee»). «Προσκεκλημένος» είναι το πρόσωπο που βρίσκεται στη ιδιοκτησία με πρόσκληση του κατόχου, ρητή ή εξυπακουόμενη, για τους σκοπούς της επιχείρησης ή της δραστηριότητας του κατόχου, υπό την έννοια ότι ο κάτοχος έχει κάποιο χρηματικό ή υλικό συμφέρον, όπως συμφέρον έχει και ο προσκεκλημένος. Με άλλα λόγια, ο προσκεκλημένος είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία με τη συγκατάθεση του κατόχου για σκοπούς κάποιας εργασίας αναφορικά με την οποία ο κάτοχος και ο προσκεκλημένος έχουν κοινό συμφέρον (βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1 ΑΑΔ 1712). «Απλός δικαιούχος» είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία νόμιμα, όχι όμως σε σχέση με εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος, ούτε κατά τη νόμιμη εκτέλεση δημοσίου καθήκοντος, όπως ρητώς εξηγείται στο άρθρο 51
(2)(β). Σε ότι αφορά τις «δραστηριότητες» στα υποστατικά του κατόχου, το καθήκον έναντι «προσκεκλημένου» και «απλού δικαιούχου» είναι ταυτόσημο και έγκειται σε υποχρέωση λήψης λογικών μέτρων ώστε το υποστατικό να είναι ασφαλές από κινδύνους την ύπαρξη των οποίων ο κάτοχος γνωρίζει ή θα όφειλε, ως λογικός άνθρωπος, να γνωρίζει. Σε ότι όμως αφορά την στατική κατάσταση του ακινήτου, το καθήκον επιμέλειας του κατόχου έναντι «απλού δικαιούχου» περιορίζεται σε προειδοποίηση για κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο τον οποίο γνωρίζει ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει (βλ. Α.Π. Φραγκεσκίδης & Σία Λτδ, ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Tenekedzian
(1994)1 ΑΑΔ 504)». Στην Αγγελίδης ν. Λούτσιου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 200 γίνεται σαφής διαφοροποίηση ως προς το καθήκον του κατόχου ακινήτου το οποίο πηγάζει από τη στατική κατάσταση του ακινήτου, έναντι απλού αδειούχου και προσκεκλημένου. Ως ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο, κάτοχος ενός ακινήτου ή μέρους ακινήτου είναι το πρόσωπο που έχει επαρκή βαθμό ελέγχου του ακινήτου ώστε να του επιβάλλεται το καθήκον της επιμέλειας προς τα πρόσωπα που έρχονται ή βρίσκονται νόμιμα σε αυτό. Ο βαθμός ελέγχου, θεωρείται εκ πρώτης όψεως επαρκής, αν είναι τέτοιος ώστε το άτομο που τον ασκεί να συνειδητοποιήσει ότι η παράλειψή του να ασκήσει επιμέλεια μπορεί να καταλήξει σε βλάβη ή ζημιά προσώπου που έρχεται ή βρίσκεται στο ακίνητο. Περαιτέρω, την ιδιότητα του κατόχου καθορίζουν τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Μικρή πιθανότητα εκδηλώσεως κινδύνου δεν απαλλάσσει τον κάτοχο από το καθήκον λήψης προστατευτικών μέτρων, εφόσον ο κίνδυνος είναι προβλεπτός. Το εύλογο δε των μέτρων εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης, όπως η φύση της πρόσκλησης, η φύση του κινδύνου και η γνώση του «προσκεκλημένου».[17] Η πρόσκληση ή η άδεια που παρέχεται από τον κάτοχο σε άλλο πρόσωπο να εισέλθει ή να χρησιμοποιήσει τα υποστατικά του μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη. Άδεια μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εξυπακουόμενη όταν το κοινό κατά συνήθεια χρησιμοποιεί τα υποστατικά εν γνώσει του κατόχου και κανένα διάβημα δεν λαμβάνεται για να εμποδιστεί η χρήση. Πρόσωπα που εισέρχονται σε υποστατικά για να εξασφαλίσουν παραγγελίες ή για να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κάτοχο θεωρούνται αδειούχοι εφ' όσον περιορίζονται στο μέρος εκείνο του υποστατικού που εξασφαλίζει τη συνήθη προσπέλαση προς το υποστατικό, εκτός αν η είσοδος τους έχει απαγορευθεί είτε με ρητή απαγόρευση, είτε ύστερα από γενική γνωστοποίηση. Aν ο αδειούχος παρεκκλίνει από τη συνήθη πρόσβαση καθίσταται παρανόμως επεμβαίνων.[18] Στην Ελενόδωρος Παπασπύρου ν Βασίλη Γαστρινάκη
(2001)1 ΑΑΔ 1818 λέχθηκε ότι ο κάτοχος του ακινήτου υπείχε ευθύνη για τη λήψη μέτρων προστασίας κάθε προσώπου που βρισκόταν στο υπό την κατοχή του ακίνητο με τη δική του πρόσκληση ή συγκατάθεση από μη διακριτούς κινδύνους. Ως επίσης αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αποδώσει συντρέχουσα αμέλεια στον ενάγοντα ήταν δικαιολογημένη, ενόψει του ότι ο κίνδυνος ήταν απρόβλεπτος και η ύπαρξή του δυσδιάκριτη. Στην Μιχαήλ ν. Ι. & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494 διαβάτης τραυματίστηκε σοβαρά από πτώση σε ακάλυπτο τσιμεντένιο φρεάτιο, σε βατό υπό κατασκευή δρόμο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε συντρέχουσα αμέλεια εφόσον ο κίνδυνος ήταν προβλεπτός, κατάληξη η οποία ανατράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την εφετειακή προσέγγιση, ο κίνδυνος δεν ήταν προβλεπτός και συνεπώς δεν ετίθετο θέμα συντρέχουσας αμέλειας. Η δε υπεράσπιση ότι ο πεζός είχε την ιδιότητα καταπατητή (trespasser) απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο με παραπομπή στην Δημοκρατία ν. Παπαζησίμου
(1989)1 Α.Α.Δ. έκρινε ότι ο κάτοχος έχει καθήκον να λαμβάνει προστατευτικά μέτρα για τυχόν ζημιές ή κακώσεις που μπορεί να προκληθούν και σε πρόσωπα που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επέμβουν στη γη του, κατ' επιβολή του κοινού ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης προς τον πλησίον. Ως περαιτέρω αναφέρθηκε στην εν λόγω υπόθεση, η εκπλήρωση του καθήκοντος προς τρίτους εξαρτάται από τη γνώση και τα μέσα που διαθέτει ο κάτοχος για παρεμπόδιση πρόκλησης τέτοιας ζημιάς. Στην Δήμος Λεμεσού ν. Χριστάκη Χαραλάμπους
(1989)1E ΑΑΔ 423 εξετάστηκε η εμβέλεια του αρ. 51
(2)(β) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και το εύρος της ευθύνης του εργοδότη, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφαίνεται ότι η αναφερθείσα διάταξη διαφέρει από την ευθύνη του εργοδότη για παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας προς τους εργοδοτουμένους. Ως επίσης αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τη λογική ασφάλεια των προσώπων που εργοδοτεί και την ανάγκη αποφυγής προβλεπτών κινδύνων, σε συσχετισμό με τις επικρατούσες περιστάσεις και να επιδεικνύει εύλογη φροντίδα, η οποία στην κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και όχι νομικό. Για να απαντήσει δε το ερώτημα αυτό το Δικαστήριο, μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε ει­σήγηση με βάση το κριτήριο της κοινής λογικής σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Αναφορικά με την ευθύνη του εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του για παροχή ασφαλούς συστήματος και χώρου εργασίας, αλλά και αποφυγή έκθεσης σε «περιττό κίνδυνο», διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Χριστόφορου Χριστοφόρου, Πολ. Εφ. υπ' αρ. 82/2010 και 82Α/2010, ημερ. 5.2.2015. Στην υποχρέωση του εργοδότη για επίδειξη εύλογης φροντίδας περιλαμβάνεται και η υποχρέωση για διασφάλιση ασφαλούς τόπου εργασίας και ασφαλούς πρόσβασης σε αυτόν. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα κατά πόσο ο τόπος εργασίας είναι ασφαλής, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση του χώρου. Περαιτέρω, παρόλο που ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση προς τους εργοδοτούμενούς του ως προς την ασφάλεια υποστατικών που κατέχονται από άλλον, δεν παύει να είναι υπόχρεος να παραχωρήσει ένα σύστημα εργασίας κατάλληλο για τα υποστατικά αυτά.[19] Αντλώντας καθοδήγηση από την παγίως καθιερωμένη νομολογία, καταλήγω ότι ο ενάγων βρισκόταν νόμιμα στην φάρμα ως προσκεκλημένος κατά τον χρόνο που επισυνέβη το ατύχημα. Ο ενάγων διέμενε στο υποστατικό στη βάση συμφωνίας του με την εναγομένη και ρητής συγκατάθεσής της, ενόψει του ότι ο χώρος διαμονής του θα ήταν και ο χώρος εργασίας του. Ως εκ τούτου, τόσο ο ενάγων όσο και η εναγομένη, είχαν συμφέρον το οποίο προέκυπτε από την παρουσία του ενάγοντα στην φάρμα. Διαμονή και εργασία, υπό τις περιστάσεις, ήτο αλληλένδετα. Συνεπακόλουθα, ο ενάγων δεν μπορεί να θεωρηθεί απλός αδειούχος υπό τις περιστάσεις, εφόσον η φάρμα ήταν ο τόπος διαμονής του. Εφόσον έχω καταλήξει ότι ο ενάγων βρισκόταν νόμιμα στην φάρμα, προχωρώ σε εξέταση της ισχυριζόμενης αμέλειας. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν προς στοιχειοθέτηση της ισχυριζόμενης αμέλειας σε αγωγή είναι (α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, (β) η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, (γ) η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και (δ) η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.[20] Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και αποφασίζεται κατά τη δίκη. Θέμα πραγματικό μπορεί να είναι και ο λόγος πρόκλησης του ατυχήματος.[21] Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων μου, στα οποία έχω προβεί κατόπιν αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, καταλήγω ότι ο ενάγων απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι η εναγομένη υπείχε καθήκον επιμέλειας έναντί του ως κάτοχος του ακινήτου, δηλ. του χώρου της φάρμας, στην οποία ο ενάγων διέμενε ως προσκεκλημένος. Υπό τις περιστάσεις, η εναγόμενη έφερε την ευθύνη της στατικής κατάστασης του ακινήτου και είχε καθήκον προς τον ενάγοντα όπως το υποστατικό είναι εύλογα ασφαλές. Όφειλε δηλαδή να λάβει μέτρα προς αποφυγή του προβλεπτού και ορατού κινδύνου που προκαλούσε η ύπαρξη της τάφρου, η οποία βρισκόταν εντός του περιφραγμένου χώρου της φάρμας, όπου εργάζονταν και διέμεναν οι εργοδοτούμενοί της. Όχι μόνο δεν το έπραξε, καθώς δεν έλαβε μέτρα προφύλαξης περιφράσσοντας την τάφρο, αλλά έδωσε και οδηγίες στα άτομα που διέμεναν στον χώρο της φάρμας να απλώνουν τα ρούχα τους στην ημιτελή οικοδομή όπου βρισκόταν η τάφρος. Ο κίνδυνος που προκαλούσε η στατική κατάσταση του ακινήτου ήταν σε γνώση της εναγομένης και ήταν προβλεπτός, ωστόσο δεν έλαβε κανένα μέτρο προφύλαξης ως θα λάμβανε ο μέσος συνετός και λογικός άνθρωπος· η δε αναφορά στην ύπαρξη κορδέλας γύρω από την τάφρο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ικανοποιητική περίφραξη. Η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η παράλειψη της εναγομένης να περιφράξει την τάφρο και το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήταν η πτώση του ενάγοντα σε αυτήν. Ως εκ τούτου, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ισχυριζόμενης αμέλειας της εναγομένης και του τραυματισμού του ενάγοντα, έχει τεκμηριωθεί.[22] Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την Χαράλαμπος Μιχαήλ ν. Ττουνιά κ. ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 19: «Όσον αφορά την ευθύνη του κατόχου, είναι θεμελιωμένο ότι ένας κάτοχος υποστατικού έχει, προς όλους τους νόμιμα ευρισκομένους στο υποστατικό του, το κοινό καθήκον φροντίδας το οποίο εξυπακούει ότι ο κάτοχος θα πρέπει να επιδεικνύει τέτοια φροντίδα όση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι εύλογη, ώστε να διασφαλίζει ότι το οποιοδήποτε νόμιμα ευρισκόμενο στα υποστατικά πρόσωπο θα είναι εύλογα ασφαλές κατά τη χρήση των υποστατικών, για τους σκοπούς για τους οποίους ευρίσκεται νόμιμα στο χώρο». Ως εκ των άνω, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας πληρούνται. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης και σχετική επιχειρηματολογία παρατίθεται στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της εναγομένης, ότι ο ενάγων εξέθεσε εθελούσια τον εαυτό του σε κίνδυνο και ότι τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα volenti non fit injuria.[23] Σχετικό είναι το άρθρο 59 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η αρχή volenti non fit injuria συνιστά υπεράσπιση η οποία απαλλάσσει τον προκαλέσαντα τη ζημία από κάθε ευθύνη. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο ενάγων αναλαμβάνει τον κίνδυνο από τον οποίο προέκυψε η ζημιά, αποποιούμενος, ταυτοχρόνως, κάθε δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Δεν πρόκειται δηλαδή για λόγο μετριασμού των αποζημιώσεων, όπως στην περίπτωση της συντρέχουσας αμέλειας.[24] Η ειδική αυτή υπεράσπιση έχει πολύ περιορισμένη εμβέλεια και εφαρμογή σε ότι αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας διότι πρέπει να προκύψει πρώτον, ότι ο ενάγων εκούσια εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο και δεύτερον, ότι είχε ουσιαστικά αναλάβει τις επιπτώσεις της ενδεχόμενης αμέλειας του εναγομένου και απεμπόλησε το όποιο δικαίωμα ενδεχομένως να είχε σε περίπτωση αμέλειας του εναγομένου.[25] Ως προς το στοιχείο της «εκούσιας» έκθεσης στον κίνδυνο, διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο χωρίο από την Bowater v Rowley Regis [1944] KB 476: «With regard to the doctine 'volenti non fit injuria' I would add one reflection of a general kind. That general maxim has to be applied with specially careful regard to the varying facts of human affairs and Human nature in any particular case just because it is concerned with the intangible factors of mind and will. For the purpose of the rule, if it be a rule, a man cannot be said to be truly 'willing' unless he is in a position to choose freely, and freedom of choice predicates, not only full knowledge of the circumstances on which the exercise of choice is conditioned, so that he may be able to choose wisely, but the absence from his mind of any feeling of constraint so that nothing shall interfere with the freedom οf his will». Στην Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ετίθετο ζήτημα ανάληψης κινδύνου από τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν θεατής σε αγώνες ράλλυ και τραυματίστηκε. Κατέληξε ωστόσο σε επιμερισμό της ευθύνης στη βάση συντρέχουσας αμέλειας, καθώς ο ενάγων στεκόταν πολύ κοντά στον δρόμο και δεν έλαβε τις αναγκαίες προφυλάξεις. Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν προκύπτει με βάση την ενώπιόν μου τιθέμενη μαρτυρία ότι ο ενάγων είχε εθελούσια αναλάβει το ρίσκο του κινδύνου και των συναφών επιπτώσεων, αποποιούμενος το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα την οποία έχω αποδεχθεί, αφενός μεν αυτός αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, αφετέρου δε ζήτησε την λήψη μέτρων σε σχέση με την τάφρο. Η Dandan v. C. & A. Toumazis Co. Ltd
(2004)1(B) Α.Α.Δ. 1346 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαιδευτοι συνήγοροι της εναγομένης διαφοροποιείται από την παρούσα, καθότι σε εκείνη την περίπτωση το ατύχημα έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντα, ο οποίος ακολούθησε έναν τρόπο εργασίας που δεν είχαν προβλέψει οι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν λάβει πέραν του δέοντος προστατευτικά μέτρα. Ως εκ των άνω, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ότι ο ενάγων δια της συμπεριφοράς του είχε αποδεχθεί το ρίσκο και εθελούσια εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο, απεμπολώντας το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω και αφού έχω αποφασίσει ότι η εναγομένη υπείχε καθήκοντος επιμέλειας έναντι του ενάγοντα, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσο προκύπτει συντρέχουσα αμέλεια από πλευράς ενάγοντος βάσει του αρ. 57 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Επί τούτου, η νομολογία προστάζει ότι σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα της απόδοσης αμέλειας, αποφασίζεται το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων και αναλόγως μειώνεται το ποσό των αποζημιώσεων.[26] Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολ. Εφ. Αρ. 189/11, ημερ. 15.5.2017: «Η συντρέχουσα αμέλεια που έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό της ευθύνης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Η εναπόθεση συντρέχουσας αμέλειας αποτιμάται στο σύνολο των γεγονότων, ως θέμα νομικής και λογικής συνέπειας. Έχει σημασία η γενεσιουργός αιτία ενός ατυχήματος, η αιτιώδης συνάφεια της επιδεικνυόμενης αμέλειας και του συμβάντος και ο βαθμός φροντίδας και προσοχής που θα πρέπει να επιδειχθεί και από το άλλο εμπλεκόμενο μέρος. (Παναγή ν. Παναγιώτου
(2008)1 ΑΑΔ 1267 και Σαμαρά ν. Πιπονίδου
(2013)1 ΑΑΔ 629). Το Εφετείο δύναται να επέμβει στον καταμερισμό ευθύνης όπου διαφαίνεται ότι ο καταμερισμός ήταν εμφανώς λανθασμένος. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων έναντι των εναγομένων, αλλά στο καθήκον περί αυτοπροστασίας, με βάρος απόδειξης που φέρει ο εναγόμενος, (Charlesworth & Perry on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147, παρ. 3-11 και Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif
(2012)1 ΑΑΔ 28)». Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας, φέρει ο εναγόμενος που την επικαλείται και ο ενάγων δεν φέρει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης.[27] Τούτο βεβαίως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να αποδώσει συντρέχουσα αμέλεια, όταν αυτή συμπεραίνεται από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, ως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο.[28] Εν προκειμένω, ο ενάγων είχε γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της τάφρου. Διέμενε στην φάρμα και εργαζόταν εκεί από τον Ιούνιο του 2013, επισκεπτόταν δε την ημιτελή οικοδομή, εφόσον ως ανέφερε, εκεί συνήθιζε να απλώνει τα ρούχα του όταν έβρεχε. Ως επίσης ο ίδιος ανέφερε στην μαρτυρία του, είχε ζητήσει από τον εργοδότη του να περιφράξει την τάφρο. Παρά ταύτα, την 3.10.2013 επέλεξε τη συντομότερη διαδρομή, ήτοι να πηδήξει πάνω από την τάφρο, ενώ κάλλιστα μπορούσε να φτάσει στο επιθυμητό για εκείνον σημείο, από άλλη πλευρά της ημιτελούς οικοδομής. Όφειλε επομένως ο ενάγων να ήταν προσεκτικότερος και να επιλέξει ασφαλέστερη διαδρομή, αφής στιγμής η διαδρομή πάνω από την τάφρο δεν ήταν η μόνη του επιλογή. Τούτων λεχθέντων, έχω την άποψη ότι ο ενάγων φέρει συντρέχουσα αμέλεια για το ατύχημα κατά 40%. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Δια της επιδίκασης αποζημιώσεων σκοπείται η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν και όχι η τιμωρία του εναγομένου. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων συνοψίζονται στην Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 μέσα στο πλαίσιο της οποίας λέχθηκε ότι στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε, χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγήσαντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και το ποσό που θα επιδικασθεί να είναι δίκαιο και εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, παρατηρείται σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση η οποία αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη λόγω της περιθωριοποίησης από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Παραμένει βεβαίως ακλόνητη η αρχή ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές και να στοχεύουν στην αποκατάσταση και όχι στην τιμωρία.[29] Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων καθίσταται περισσότερο άσκηση διακριτικής ευχέρειας παρά συνηθισμένη πράξη λήψης απόφασης[30] και οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με την επιδίκαση αποζημιώσεων έχουν μόνο ενδεικτική σημασία, καθώς κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της.[31] Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες όπως μπορούν να εξακριβωθούν με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων, ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό, ανατρέχοντας σε υποθέσεις του παρελθόντος, στον βαθμό που αυτές, σε περιπτώσεις αυτής της φύσης, θα μπορούσαν να είναι βοηθητικές.[32] Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, τον τραυματισμό, την έκταση, τη φύση και τις συνέπειές του, τον πόνο, την ταλαιπωρία που ο ενάγων υπέστη στα 52 του χρόνια, αλλά και τη νομολογία που διέπει παρόμοιας φύσεως τραύματα,[33] κρίνω ότι η επιδίκαση του ποσού των €10.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιη και εύλογη. Επισημαίνω ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μου καμία μαρτυρία αναφορικά με μόνιμα κατάλοιπα ή μόνιμης φύσεως περιορισμό, αναπηρία ή πόνο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προσκομισθεισα μαρτυρία, ο ενάγων δεν παρέμεινε κλινήρης σε νοσοκομείο και δεν υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, αλλά ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία ότι αναμένεται ή ενδέχεται να χειρουργηθεί μελλοντικά εξαιτίας του τραύματος που υπέστη συνεπεία της πτώσης του στην τάφρο. Ως προς το ζήτημα της επιδίκασης τόκων, αντλώντας καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία, το αρ. 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148) και το αρ. 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επιδικασθεί από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, εφόσον υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης. Ειδικότερα, ενώ ο ενάγων ήταν σε επικοινωνία με τους δικηγόρους του αμέσως μετά το ατύχημα και οι κατατεθείσες ακτινογραφίες λήφθησαν χωρίς καθυστέρηση, η αγωγή καταχωρίστηκε την 25.2.2014, δηλ. 5 περίπου μήνες μετά το ατύχημα και η έκθεση απαίτησης την 19.6.2014, δηλ. 9 περίπου μήνες μετά το ατύχημα.[34] Οι ειδικές αποζημιώσεις και η απώλεια εισοδημάτων δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών. Όσον αφορά στον τόκο αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστεί τόκος για τη μισή περίοδο από την ημέρα γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων θα φέρει νόμιμο τόκο από 3.10.2013 κατά το ½ μέχρι εξοφλήσεως.[35] Υπό το φως όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για τα ακόλουθα ποσά, μειωμένα βάσει του ποσοστού συντρέχουσας αμέλειας που έχει επιμερισθεί: (α) €195,60 ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού μειωμένο κατά το ½ από 3.10.2013 μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης και νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης μέχρι εξοφλήσεως. (β) €510,00 ως απώλεια εισοδημάτων με νόμιμο τόκο από την έκδοση της παρούσας.[36] (γ) €6.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά στα έξοδα, δεν θεωρώ ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Χρ. Γ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B267 &MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:B267 &MOSSA (MUSSA) MOHAMMEDMUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). [9] Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2016), Β' Έκδοση, σελ. 580 - 584. [10] Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984. [11] Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 110). [12] Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825. [13] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [14] Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. [15] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [16] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ
  1. [17] Σχολικής Εφορείας Στροβόλου ν. Μαρίνας Στεργίδου κ.α. Πολ. Εφ. υπ' αρ. 8/2011 ημερ. 4.3.
  2. [18] Λάζαρος Ππόλος & Υιοι Λτδ ν. Θεοφάνους κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 673. [19] Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. [20] Παπακώστας ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, Πολ. Εφ. Αρ. 214/2013, ημερ. 24.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  2. [21] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζηπίτη κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 749 & Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453. [22] Ζωή Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Phassouri Plantations Co. Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [23] Γεωργιου Σοφοκλέους Οικοδομικές Κατασκευές Λτδ ν xxx Πουγιούκκα Πολ. Εφ. αρ. 16/14 ημερ. 17.2.
  2. [24] Μιχαλάκης Ευαγγέλου ν. Ναυτιλιακής Εταιρείας Αμαθούς Λτδ κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 187 & Χριστοδούλου ν. Περικλέους
(1998)1Β Α.Α.Δ. 1122. [25] Vasiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389. Βλ. επίσης Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Η Αμέλεια στο Κυπριακό Δίκαιο
(2019), Λευκωσία, Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, σελ. 470 - 478. [26] Μακρίδης ν. Dharaghii κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 1013. [27] Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28. [28] Μιχαήλ ν. Ι. & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494. [29] Κώστας Ιακώβου ν. Αλέξανδρος Παπαδάκη
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079. [30] Ανδρέου v. Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1501. [31] Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή, Πολ. Εφ. αρ. 9342 & 9333, ημερ. 9.3.1998 & Φοινικαρίδης κ.α. v. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 457. [32] Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014. [33] Βλ. μεταξύ άλλων, Χ¨Θεοδοσίου ν. Κ. Στ. Διονυσίου
(2007)1 ΑΑΔ 1121, Χαραλάμπους ν. Χριστοφόρου
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2812, Κωνσταντινίδης ν. Παπαμιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ 733, Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1373, Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1709, Γιαννάκης Ερωτοκρίτου 2. Alouminex LTD ν. Μιχάλη Καραολή
(1998)1Α Α.Α.Δ 445, Χατζηθεοδοσίου Χρήστος ν. Κώστα Στυλιανού Διονυσίου
(2007)1 ΑΑΔ 1121, Novichkova Daria v. Θέμη Βλάμη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111 & ΧΧΧΧ Πατουνά ν. Home Art Trading Ltd, Αρ. αγωγής 3418/11 ημερ. 5.10.2018. [34] Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475. [35] Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475. [36] Λεριός ν. Αλεξίου κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1220. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.