← Κύπρος

Cac Coral Limited ν. Promontory Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 525/15, 29/5/2023

Cac Coral Limited ν. Promontory Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 525/15, 29/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 525/15 Μεταξύ: Cac Coral Limited Ενάγουσας, και 1. Promontory Trading Limited 2. Ανδρέας Αντωνίου Εναγομένων. 29 Μαϊου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Η κα Μ.Αβραάμ για X. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους: H κα. Μ. Χατζηκωνσταντή με κ. Μ. Μαρκουλλή για Γ.Πιττάτζιη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής θα καλείται «η Τράπεζα») παραχώρησε στην εναγομένη 1 (
  2. i)στις 3.10.07, δάνειο για το ποσό των ελβετικών φράγκων (CHF) 1.110.000 (
  3. ii)στις 27.3.08 πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο το ποσό των €20,000 και τέλος, (iii) την ίδια ημέρα (27.3.08) δάνειο για το ποσό των €46.000. Ο εναγόμενος 2, στις 3.10.07, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1, που απορρέουν από το πρώτο δάνειο, μέχρι ποσού CHF 1.110.000 πλέον τόκους και άλλα έξοδα και στις 27.3.08 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 μέχρι ποσού €100.000. Επιπρόσθετα, η τελευταία παραχώρησε, προς όφελος της τράπεζας, υποθήκη για το ποσό των Λ.Κ 500.000 πλέον τόκους και έξοδα. Η ενάγουσα προβάλλει ότι, οι εναγόμενοι δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες. Το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου που παραχωρήθηκε σε ξένο νόμισμα μετατράπηκε σε ευρώ, από την τράπεζα, κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγομένους, ως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, το ποσό των: (
  4. i)€461.286,83 πλέον τόκος προς 5,2744% από 6.5.15 μέχρι εξόφλησης (
  5. ii)€19.004,97 πλέον τόκος προς 9,5% από 6.5.15 μέχρι εξόφλησης και (iii) €9.641,96 πλέον τόκος προς 7,995% από 6.5.15 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους ως επίσης, αξιώνει και την έκδοση διατάγματος για εκποίηση της πιο πάνω υποθήκης. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τα επίδικα ζητήματα, όπως περιορίστηκαν από το συνήγορο των εναγομένων, κατά το στάδιο των προφορικών τελικών αγορεύσεων όπου εγκαταλείφθηκαν ζητήματα τα οποία εγείρονται με την γραπτή αγόρευση του, εστιάζονται στο ότι: (α) η ενάγουσα δεν δικαιούτο να υποκαταστήσει την τράπεζα καθότι, δεν στάλθηκε ειδοποίηση στους εναγομένους για αντικατάσταση της τελευταίας από την ενάγουσα (β) η τράπεζα δεν επεξήγησε στους εναγομένους 1 και 2 τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας σε ξένο νόμισμα (γ) ο όρος για το δικαίωμα της τράπεζας για μονομερή τροποποίηση του επιτοκίου είναι καταχρηστικός και τέλος (δ) οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν εξοφληθεί και περαιτέρω, δεν έχει αποδειχθεί το ύψος της οφειλής. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο των προφορικών αγορεύσεων εγκαταλείφθηκαν ζητήματα τα οποία ηγέρθηκαν στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων και ειδικότερα ότι, δεν τερματίστηκαν νομότυπα οι επίδικες συμφωνίες ως επίσης και το νομότυπο του ύψους επιβολής τόκων στις τρεις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την τράπεζα. [1] Η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε συνολικά 3 μάρτυρες και ειδικότερα, τους Δ.Μ., Κ.Κ. και Α.Κ. ενώ από την άλλη πλευρά έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος 2 ως επίσης κλήθηκε ως μάρτυρας και ο Ε.Π. Τονίζεται ότι, το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του τόσο το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του όσο και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), το Δικαστήριο έθεσε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας

(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Ο Δ.Μ, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι από το 2019 είναι εργοδοτούμενος στην Altamira Asset Management (Cyprus Ltd) στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Η τελευταία ενεργεί, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, για λογαριασμό της ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της. Ως δήλωσε, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος τόσο από την ενάγουσα όσο και την Altamira (βλ.Τεκ.1). Το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και τη γνώση του την άντλησε από το αρχείο της ενάγουσας και τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του, τα οποία και παρουσίασε (βλ.Τεκ.1-27). Αναφέρθηκε στις συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ της τράπεζας και των εναγομένων ως εκτίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Ήταν η θέση του ότι, αποστάλθηκε στην εναγομένη 1, επιστολή ημερ. 26.10.18, και στον εναγόμενο 2, επιστολή ημερ. 14.1.19, αναφορικά με την πρόθεση της τράπεζας να μεταβιβάσει τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, που παραχωρήθηκαν σ΄αυτούς, στην ενάγουσα (βλ.Τεκ.5). Οι εν λόγω επιστολές, τις οποίες παρουσίασε για μεν την εναγομένη 1 αναγράφει τη διεύθυνση που δόθηκε με σχετικό έγγραφο (βλ.Τεκ.21) και για δε τον εναγόμενο 2 αναγράφει τη διεύθυνση, ως αυτή καταγράφεται στις επίδικες συμφωνίες εγγύησης και τις επιστολές προσφορών οι οποίες παραλήφθηκαν από τον τελευταίο (βλ.Τεκ.13 και 15). Παρουσίασε, μεταξύ άλλων, αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1, ημερ. 3.10.07 και 27.3.08 (βλ.Τεκ.19 και 20), τις οποίες ο εναγόμενος 2 αναγνώρισε ότι υπέγραψε ως επίσης και ανακοινώσεις της τράπεζας στον τύπο (βλ.Τεκ.22) και επιστολές της τελευταίας προς την εναγομένη 1 για μεταβολή του επιτοκίου (βλ.Τεκ.23). Ως ανάφερε, ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικά υπόλοιπα πέραν του εγκεκριμένου ορίου και οι δόσεις των δανείων δεν καταβλήθηκαν κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέες. Έτσι η τράπεζα, με επιστολές της ημερ. 6.4.15 ζήτησε την πληρωμή όλων των καθυστερημένων ποσών από τους εναγομένους πλην όμως οι τελευταίοι δεν συμμορφώθηκαν (βλ.Τεκ.17). Ακολούθως, η τράπεζα με επιστολές της, ημερ. 6.5.15, που στάλθηκαν στους εναγομένους 1 και 2, τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες και αξίωσε το οφειλόμενο ποσό (βλ.Τεκ.18). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμού της συμφωνίας δανείου (βλ.Τεκ.25.1-25.3), του τρεχούμενου λογαριασμού (βλ.Τεκ.26) και της έτερης συμφωνίας δανείου (βλ.Τεκ.27) συνοδευόμενες από σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Επιπρόσθετα, παρουσίασε ένορκες δηλώσεις του Θ.Θ. (βλ.Τεκ.24.1 και 24.2) ο οποίος, ως ανάφερε, τέλεσε διευθυντής της τράπεζας μέχρι και το 2022 όπου και αποχώρησε. Το εν λόγω πρόσωπο, στο πλαίσιο των εν λόγω δηλώσεων, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο σχέδιο διακανονισμού το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 21.12.08 με το οποίο η τράπεζα μεταβίβασε στην ενάγουσα τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά της στοιχεία, ως αυτά ορίζονται στο σχέδιο. Στο στάδιο τούτο υπενθυμίζεται ότι για τα εν λόγω ζητήματα έχει δώσει σχετική μαρτυρία ο Δ.Μ., παρουσιάζοντας μάλιστα και σχετικά έγγραφα (βλ.Τεκ.4 και 5). Επισημαίνεται ότι, τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις (βλ.Τεκ.24.1 και 24.2) πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία η οποία, δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται υπόψη, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο στην εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου). Η πρωτογενής μαρτυρία, ιδιαίτερα όπου αυτή μπορεί να παρασχεθεί χωρίς πρόβλημα, η κλήτευση και παρουσία των προσώπων που προέβηκαν στις αρχικές δηλώσεις, προσφέρει στο Δικαστήριο τη μοναδική ευκαιρία να την κρίνει υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από την εξέταση και αντεξέταση όπου οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (βλ. Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα δεν κάλεσε ως μάρτυρα το εν λόγω πρόσωπο και δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι, δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία. Η ενάγουσα, θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, αλλά και τους υπόλοιπους παράγοντες που καθορίζονται στο άρθρο 27 του πιο πάνω Νόμου, για την αποδοχή ή μη εξ ακοής μαρτυρίας, δεν προσδίδεται οποιανδήποτε βαρύτητα και συνακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτό το περιεχόμενο των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων. Οι εναγόμενοι εκείνο που ουσιαστικά αμφισβήτησαν, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του Δ.Μ. ήταν τις καταστάσεις λογαριασμών τις οποίες παρουσίασε. Το δε υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, αφού, όπως έχει αναφερθεί, το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και τη γνώση του, την άντλησε από το αρχείο της ενάγουσας και των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του. Ο πιο πάνω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Παρέθεσε τα γεγονότα ως ο ίδιος τα γνώριζε. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του, με εξαίρεση την εξ ακοής μαρτυρία για την οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, για την οποία, να σημειωθεί, έκανε και ο ίδιος αναφορά. Ο Α.Κ., κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν στη διεύθυνση οριστικών καθυστερήσεων της ενάγουσας και ήταν το πρόσωπο που είχε αναλάβει την ετοιμασία και αποστολή των επιστολών τερματισμού ημερ. 6.5.15 (βλ.Τεκ.18). Αφού τις ετοίμασε, τις υπέγραψε μαζί με άλλη συνάδελφο του και στη συνέχεια παρέδωσε τους φακέλους στον αρμόδιο λειτουργό που ήταν υπεύθυνος για την ταχυδρόμηση. Με την επιστροφή του τελευταίου από το ταχυδρομείο, του παραδόθηκε αντίγραφο κατάστασης φακέλων απλής αλληλογραφίας (βλ.Τεκ.35). Δήλωσε ότι οι εν λόγω επιστολές τερματισμού, ως προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή του (βλ.Τεκ.21, 12 και 14), στάλθηκαν στους εναγομένους στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που είχαν δηλώσει οι ίδιοι στην τράπεζα. Αν δεν παραδίδονταν στους παραλήπτες, τότε θα επιστρέφονταν από το ταχυδρομείο στον ίδιο για να τις αρχειοθετήσει στο φάκελο. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι πιο πάνω επιστολές δεν επιστράφηκαν στην τράπεζα. Η μαρτυρία του πιο πάνω προσώπου ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ανεξάρτητα από αυτό, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Αναφέρθηκε στο τι έπραξε ο ίδιος χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις και υπερβολές. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του. Περαιτέρω, η ενάγουσα κάλεσε τον Κ.Κ., ο οποίος από το 1983 μέχρι το 2018 ήταν υπάλληλος της τράπεζας και από το 2019 είναι συνεργάτης της ενάγουσας και ακολούθως της Altamira. Το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Παρά ταύτα, ήταν η θέση του ότι αντίγραφα αυτών δόθηκαν στους πελάτες και σε σχέση με το επίδικο δάνειο σε ξένο νόμισμα, ήταν βέβαιος ότι επεξηγήθηκε στους εναγομένους τόσο προφορικά όσο και γραπτά ο συναλλαγματικός και επιτοκιακός κίνδυνος δανεισμού σε ξένο νόμισμα ενόψει της σχετικής οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 11.10.06 (βλ.Τεκ.34). Με την τελευταία, πληροφορούνταν οι τράπεζες ότι, πριν την υπογραφή οποιασδήποτε σύμβασης δανείου σε ξένο νόμισμα, θα πρέπει να γίνεται επεξήγηση στους πελάτες τους για τους κινδύνους. Ήταν η θέση του ότι, περί τούτου, δόθηκε σχετική επιστολή στους εναγομένους από την τράπεζα πλην όμως, δεν παρουσιάστηκε καθότι, ως ισχυρίστηκε, δεν ανευρίσκεται αφού, το συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας έκλεισε πριν περίπου ένα χρόνο. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του δήλωσε ότι, όταν ο πελάτης κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό, έναντι του δανείου σε ξένο νόμισμα, γινόταν μετατροπή αρχικά των λιρών Κύπρου και στη συνέχεια των ευρώ σε ελβετικά φράγκα με την ισοτιμία που ίσχυε κατ' εκείνη την ημέρα και πιστωνόταν στο λογαριασμό του δανείου (value date) την επομένη εργάσιμη ημέρα. Παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμού, του δανείου σε ξένο νόμισμα (βλ.Τεκ.28), του τρεχούμενου λογαριασμού (βλ.Τεκ.29) και του έτερου δανείου (βλ.Τεκ.30) συνοδευόμενες από σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Οι εν λόγω καταστάσεις, ως ανέφερε, προέρχονται από το ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας το οποίο φυλασσόταν σε αυτήν και από το 2018 μεταφέρθηκε ηλεκτρονικά στην ενάγουσα όπου φυλάσσεται από την τελευταία. Έχει ελέγξει τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες συμφωνούν με το ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο. Δήλωσε ότι, μετά τον τερματισμό των συμφωνιών, δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό στο πλαίσιο των πιο πάνω συμφωνιών. Επιπρόσθετα, και για τις τρεις πιστωτικές διευκολύνσεις, ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι και την 30.6.22, τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ.Τεκ.31, 32 και 33). Με τις τελευταίες καταστάσεις, δεν χρεώθηκαν τόκοι υπερημερίας, αφαιρέθηκαν όλα τα έξοδα που χρεώθηκαν οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί και περαιτέρω για τον υπολογισμό του επιτοκίου χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης ο αριθμός 365 και για το δίσεκτο έτος ο αριθμός 366 και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Δήλωσε ότι το δάνειο σε ξένο νόμισμα μετατράπηκε σε ευρώ κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, το υπόλοιπο κατά την 5.6.15 (α) του δανείου ανέρχεται στο ποσό των €461.286,83 πλέον τόκους (βλ.Τεκ.31) (β) του τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €19.004,97 πλέον τόκους (βλ.Τεκ.32) και (γ) του έτερου δανείου στο ποσό των €9.641,96 πλέον τόκους (βλ.Τεκ.33). Όπως έχει νομολογηθεί, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει εν όλω ή εν μέρει πιστευτός. Η σχετική δυνατότητα που παρέχεται στο Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκείται στη βάση μόνο, της πεποίθησης του Δικαστηρίου ως προς το αληθές ή μη ενός προβαλλόμενου ισχυρισμού. Θα πρέπει, συνάμα, να αιτιολογείται από το Δικαστήριο η σχετική προσέγγιση, με αναφορά στους λόγους που το οδηγούν, είτε στην αποδοχή, είτε στην απόρριψη μέρους της μαρτυρίας (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Στην υπό εξέταση περίπτωση, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή αναφορικά (α) με την πρακτική της τράπεζας να ενημερώνει τους πελάτες της αναφορικά με τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα (β) με τις καταστάσεις λογαριασμών συμπεριλαμβανόμενων και των αναδομημένων και (γ) με την συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιούσε η τράπεζα στην περίπτωση που ο πελάτης κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του δανείου σε ξένο νόμισμα και δη γινόταν μετατροπή αρχικά των λιρών Κύπρου και στη συνέχεια των ευρώ σε ελβετικά φράγκα με την ισοτιμία που ίσχυε κατ' εκείνη την ημέρα και ακολούθως πιστωνόταν στο λογαριασμό του δανείου (value date) την επομένη εργάσιμη ημέρα. Καμία ουσιαστική αμφισβήτηση περί αυτών. Ανεξάρτητα από αυτό, επί των συγκεκριμένων ζητημάτων παρέθεσε τα γεγονότα, ως ο ίδιος τα γνώριζε, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις και υπερβολές και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να συνθλίψει στην ολότητα την μαρτυρία του. Αντιθέτως, για τους λόγους που εξηγούνται, αμέσως πιο κάτω, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του Κ.Κ. ότι, επεξηγήθηκε στους εναγομένους τόσο προφορικά όσο και γραπτά οι συναλλαγματικοί και επιτοκιακοί κίνδυνοι συνομολόγησης συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα και περαιτέρω ότι απωλέστηκε το σχετικό έγγραφο. Όπως έχει επισημανθεί το εν λόγω πρόσωπο, δεν είχε οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή στον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών αφού, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε άλλη επαρχία. Το συμπέρασμα του ότι, επεξηγήθηκαν οι πιο πάνω κίνδυνοι στους εναγομένους είναι γενικό, αόριστο, ατεκμηρίωτο και αυθαίρετο. Το γεγονός ότι υφίστατο η πρακτική από μέρους της τράπεζας, για την οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, δεν είναι ικανό να καταδείξει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι ακολουθήθηκε στην υπό εξέταση περίπτωση. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι, η ενάγουσα, δικαιωματικά δεν κάλεσε ως μάρτυρες τα πρόσωπα, που είχαν άμεση εμπλοκή στον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών. Σε κάποια στιγμή το εν λόγω πρόσωπο πρόβαλε τη θέση ότι απωλέστηκε το σχετικό έγγραφο με το οποίο επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι πλην όμως, δεν ανάφερε στο Δικαστήριο τι ενέργειες έγιναν για να εντοπιστεί. Και κάτι ακόμη. Όλα τα σχετικά έγγραφα παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και το μοναδικό έγγραφο που κατ' ισχυρισμό απωλέστηκε ήταν το πιο πάνω. Τα όσα πρόβαλλε περί επεξήγησης των κινδύνων συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα και απώλειας του σχετικού εγγράφου, κατ' ελάχιστον κατατάσσονται ως μη πειστικά. Ο εναγόμενος 2, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, αναγνώρισε ότι πράγματι συνομολογήθηκαν οι επίδικες συμφωνίες και υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα (βλ.Τεκ.7-10, 12, 14, 15, 19 και 21). Ήταν η θέση του ότι, κατά την υπογραφή των συμφωνιών δεν παρέλαβε οποιοδήποτε έγγραφο. Αναγνώρισε ότι στην επιστολή τερματισμού, ημερ. 6.5.15, (βλ.Τεκ.18) και στην επιστολή, ημερ. 26.10.18, (βλ.Τεκ.5) αναγράφεται η διεύθυνση όπου διαμένει πλην όμως δήλωσε ότι, δεν τις παρέλαβε. Αναφορικά με την συμφωνία δανείου που συνομολογήθηκε σε ξένο νόμισμα, ήταν η θέση του ότι, δεν ήταν επιλογή της εναγομένης 1 και δεν του επεξηγήθηκε οτιδήποτε αναφορικά με τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους. Αντιθέτως, τον συμβούλευσαν ότι είναι προς το συμφέρον του να καταρτίσει την επίδικη συμφωνία καθότι, το επιτόκιο ήταν πιο χαμηλό. Στις αρχικές πληρωμές αντιλήφθηκε ότι η αξία του ελβετικού φράγκου ανέβαινε συνεχώς οπόταν ζήτησε από τον διευθυντή του καταστήματος να μετατρέψει το δάνειο σε ευρώ ώστε να μπορεί να το αποπληρώνει, πλην όμως δεν είχε οποιαδήποτε ανταπόκριση. Δεν παραπονέθηκε σε οποιοδήποτε λειτουργό της τράπεζας για τις χρεώσεις παρά μόνο για το δάνειο που δόθηκε σε ξένο νόμισμα. Επιπρόσθετα, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, δήλωσε ότι για τις υποχρεώσεις του, έναντι της τράπεζας, κατέβαλε €700.000 με €750.000 περίπου και έτσι, ως ισχυρίστηκε, έχει εξοφλήσει και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είχε και οποιαδήποτε ανταπόκριση από την τράπεζα, σταμάτησε να πληρώνει. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια το ποσό που κατέβαλε έναντι των υποχρεώσεων του προς την τράπεζα. Από τη μια ισχυριζόταν ότι έχει εξοφλήσει και από την άλλη δήλωνε ότι πιθανό να έχει μείνει ένα μικρό ποσό του δανείου. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της μαρτυρίας του «.Όταν κατάλαβα ότι είχα πληρώσει πάνω από 700.000 ευρώ και ότι έπρεπε να ήμουν εξοφλημένος ή να είχε μείνει ένα μικρό ποσό του δανείου, όταν μου επεξηγήθηκε ότι χρωστούσα σχεδόν τα ίδια λεφτά που δανείστηκα, ναι, σίγουρα ήταν μεγάλο σοκ για μένα και προσπαθούσα να βρω λύσεις.» ( Η υπογράμμισή του Δικαστηρίου). Με την τελευταία αναφορά του, αναίρεσε τα όσα αρχικά δήλωσε ότι έχει εξοφλήσει. Ο εναγόμενος 2, ως έχει ήδη αναφερθεί, αναγνώρισε ότι υπέγραψε τα έγγραφα εγγύησης (βλ.Τεκ.12 και 14). Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του δήλωσε ότι δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 εταιρείας δηλώνοντας χαρακτηριστικά «... δεν γνώριζα ότι έβαζα και τον εαυτό του σαν εγγυητή.», και σε άλλο σχετικό σημείο δήλωσε «.γνώριζα ότι αγόρασα μια εταιρεία και τίποτα παραπάνω. Δεν έβαλα προσωπικές εγγυήσεις σαν άτομο.» Όταν ευθέως ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση με τους όρους αποπληρωμής των επίδικων δανείων απέφυγε να απαντήσει με την αναμενόμενη ευθύτητα. Δήλωσε χαρακτηριστικά: «Όπως είπα και προηγουμένως έβαζα καταθέσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό και από εκεί η τράπεζα τα κατέθετε εκεί που έπρεπε.». Όταν δε ρωτήθηκε πότε σταμάτησε να πληρώνει, δήλωσε ότι δεν θυμόταν. Έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το Δικαστήριο κατά πόσο μέρος, της μαρτυρίας του εναγομένου 2, μπορούσε να γίνει αποδεκτό και δη εκείνο το μέρος για το οποίο δεν υπήρξε ουσιαστικός αντίλογος από την άλλη πλευρά, όπως ότι, κατόπιν παρότρυνσης της τράπεζας συνομολόγησε την επίδικη συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα και περαιτέρω ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι. Η μαρτυρία όμως, του πιο πάνω προσώπου, χαρακτηρίζεται από τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και υπεκφυγές που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή σε όση έκταση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η πλευρά των εναγομένων κάλεσε ως μάρτυρα τον χρηματοοικονομικό σύμβουλο Ε.Π., o οποίος είναι κάτοχος πτυχίου στο τομέα των χρηματοοικονομικών από το Πανεπιστήμιο του Manchester, κατέχει πτυχίο από το Ινστιτούτο Τραπεζιτών Λονδίνου και είναι chartered banker. Από το 1977 μέχρι το 2014 εργάστηκε σε δύο τράπεζες και από το 2014 διατηρεί το δικό του γραφείο. Η ιδιότητα, τα προσόντα και η εμπειρία του, ως αυτά καθορίζονται ανωτέρω, παρέμειναν αδιαμφισβήτητα από την άλλη πλευρά. Με βάση τα όσα ανάφερε, σε σχέση με τα αυτά, το Δικαστήριο τον αποδέχεται ως πραγματογνώμονα αναφορικά με χρηματοοικονομικά και τραπεζικά ζητήματα και η μαρτυρία του προσεγγίζεται ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 92, Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1992)1 A.A.Δ. 446, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65, Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα, με την οποία μάρτυρες πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης (βλ. κατ' αναλογία Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2004), στη σελ. 2183, αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με το καθήκον των πραγματογνωμόνων όταν αυτοί καταθέτουν υπό αυτή τους την ιδιότητα ενώπιον Δικαστηρίου: "The duty of the expert witness is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the judge or jury to form their own independent judgment by the application of those criteria to the facts proved in evidence;" Το Δικαστήριο τονίζει ότι έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή την μαρτυρία του Ε.Π. To εν λόγω πρόσωπο, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι, του δόθηκαν οδηγίες να μελετήσει τους επίδικους λογαριασμούς. Αναφορικά δε με το δάνειο σε ξένο νόμισμα επεσήμανε ότι, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας, ανερχόταν σε €667.348. Η πληρωμή του εν λόγω δανείου γινόταν από έναν άλλο συνδεδεμένο λογαριασμό (mirror account) στον οποίο οι δανειολήπτες κατέθεταν τα χρήματα. Ως ισχυρίστηκε, η τράπεζα, με τον πιο πάνω τρόπο, επωφελείτο διαχρονικά με κέρδος στη διαφορά των χρεωπιστώσεων καθότι, ο λογαριασμός του δανείου πιστωνόταν την επόμενη εργάσιμη ημέρα και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε σε τρεις συγκεκριμένες συναλλαγές. Ισχυρίστηκε ότι, η τράπεζα χρησιμοποιούσε την συναλλαγματική ισοτιμία κατά το δοκούν και ειδικότερα χρησιμοποιούσε το ψηλό επιτόκιο πώλησης του συναλλάγματος. Ήταν η θέση του ότι, στην περίπτωση που το δάνειο σε ελβετικά φράγκα παραχωρείτο σε ευρώ θα είχε εξοφληθεί. Ως ανάφερε, εξετάστηκε η περίοδος από 3.10.07 μέχρι 31.12.15. Στο εν λόγω δάνειο, εντόπισαν πιστώσεις ύψους CHF 1.267.302,40 και χρεώσεις τόκων, ύψους CHF 141.811,26 ως επίσης και τόκων υπερημερίας τους οποίους δεν καθόρισε. Επομένως, αφού λήφθηκε υπόψη το αρχικό υπόλοιπο με βάση την αρχική ισοτιμία, (€667.348) προστεθούν οι τόκοι και αφαιρεθούν οι πληρωμές (€761.920,51) το δάνειο, ως ισχυρίστηκε, ήταν εξοφλημένο από το 2015. Όταν ρωτήθηκε αν λήφθηκε υπόψη ότι, στην περίπτωση που υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις τότε, θα υπήρχε χρέωση τόκου υπερημερίας, αυτός απέφυγε να απαντήσει το πιο πάνω κρίσιμο ερώτημα με την απαραίτητη σαφήνεια και καθαρότητα που αναμενόταν, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Πάντοτε όταν μια δόση. Δεν καταβάλλεται στην ώρα της. Δύναται να υπάρξει τόκος υπερημερίας 2% και όχι 5% ως αναγράφεται στις συμβάσεις δανείων, οι οποίες τέθηκαν ενώπιόν μας. Οι συμβάσεις δανείων μιλάνε για τόκο υπερημερίας 5%.». Όπως έχει ήδη αναφερθεί, απέφυγε να απαντήσει αν έλαβε υπόψη του κατά πόσο υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις και σε τέτοια περίπτωση η τράπεζα νομιμοποιείτο να επιβάλλει τόκο υπερημερίας. Ευλόγως γεννάται το ακόλουθο ερώτημα. Χωρίς να λάβει υπόψη του το πιο πάνω στοιχείο πως κατέληξε ότι το δάνειο σε ξένο νόμισμα έχει εξοφληθεί; Καμία πειστική εξήγηση έδωσε και εμφανής ήταν η πρόθεση του, κατά τρόπο αδικαιολόγητο, να βοηθήσει την πλευρά των εναγομένων προβάλλοντας ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Η πιο πάνω προφορική ανάλυση του[2], ότι το δάνειο σε ξένο νόμισμα έχει εξοφληθεί, κατ' ελάχιστο κατατάσσεται ως άκρως επιφανειακή και το συμπέρασμα του αυθαίρετο. Δεν έδωσε στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και εχέγγυα ώστε επί αυτών να μπορεί να σχηματιστεί ανεξάρτητη σχετική γνώμη. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, προέβηκε σε ερμηνεία εγγράφων. Ανεξάρτητα από αυτό, δήλωσε ότι η εγγύηση που έδωσε ο εναγόμενος 2 στις 3.10.07 (βλ.Τεκ.12) δεν συγκεκριμενοποιεί το ποσό. Τα πράγματα δεν είναι έτσι αφού το εν λόγω εγγυητήριο διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ότι «.η εγγύηση του εγγυητού δεν θα ξεπερνά το ποσό των Ελβετικών Φράγκων Ενός Εκατομμυρίου Εκατό Δέκα Χιλιάδων Μόνο (CHF 1.110.000) .». Όταν, στο στάδιο της αντεξέτασης, του υποδείχθηκε η συγκεκριμένη πρόνοια εντούτοις, επέμενε. Εμφανής η πρόθεση του να βοηθήσει την πλευρά των εναγομένων. Στο στάδιο τούτο παρεμβάλλεται για να σημειωθεί ότι, δεν ήταν σε θέση να καθορίσει κατά πόσο έχουν εξοφληθεί ή όχι, η πιστωτική διευκόλυνση σε τρεχούμενο και το έτερο δάνειο που χορηγήθηκαν σε ευρώ καθότι, ως δήλωσε, δεν έλαβαν εγκαίρως τις καταστάσεις λογαριασμών. Παρά ταύτα, για το δάνειο των €46.000 ανάφερε ότι πιστώθηκε το ποσό των €46.811,88 και χρεώθηκε: (α) με τόκο ύψους €13.053,55 (β) με τραπεζικά έξοδα ύψους €140, (γ) με τόκο υπερημερίας ύψους €606,53, (δ) με άλλα έξοδα με το ποσό €3.521,20 και (ε) με το ποσό €58,71 ως έξοδα. Ήταν η θέση του ότι, εκτός από το νόμιμο επιτόκιο και τον τόκο ύψους €13.053,55, οι υπόλοιπες χρεώσεις δεν δικαιολογούνταν. Δεν έχει επεξηγήσει τους λόγους γιατί οι υπόλοιπες χρεώσεις δεν δικαιολογούνταν υπό τις περιστάσεις. Και πάλιν πρόκειται για ένα γενικό, αόριστο, ατεκμηρίωτο και αυθαίρετο συμπέρασμα. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η όλη παρουσία του συγκεκριμένου προσώπου στο Δικαστήριο δεν ήταν θετική. Δεν έδωσε στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και εχέγγυα ώστε επί αυτών, το τελευταίο, να μπορεί να σχηματιστεί ανεξάρτητη σχετική γνώμη. Η δε ανάλυση του κατατάσσεται ως επιφανειακή, το συμπέρασμα του, ότι το δάνειο σε ξένο νόμισμα έχει εξοφληθεί, ως αυθαίρετο και επιπρόσθετα, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία και υπεκφυγές. Εμφανής η πρόθεση του να βοηθήσει την άλλη πλευρά κατά τρόπο αδικαιολόγητο. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του σε όση έκταση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συντομία, έχουν ως ακολούθως: (
  1. i)Τόσο η τράπεζα όσο και η ενάγουσα είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένες. Η μεν πρώτη διεξάγει τραπεζικές εργασίες και η δε δεύτερη είναι αδειοδοτημένη εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (βλ.Τεκ.3 και 2 αντίστοιχα). (
  2. ii)Κατόπιν σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης 947/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 21.12.18, πιστωτικές διευκολύνσεις, μεταξύ αυτών και οι επίδικες, ως επίσης και οι εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν στο πλαίσιο αυτών έχουν μεταβιβαστεί στην ενάγουσα (βλ.Τεκ.4). Έγινε δε σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (βλ.Τεκ.5). (iii) Η εναγομένη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και διευθυντής και μέτοχος αυτής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι ο εναγόμενος 2 (βλ.Τεκ.6). (iν) Στις 3.10.07 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εναγομένη 1 δάνειο για το ποσό των CHF 1.110.000 με τους όρους που καθορίζονται σε αυτή και στην επιστολή προσφοράς της ίδιας ημερομηνίας η οποία έγινε αποδεκτή από την εναγομένη (βλ.Τεκ.7 και 8). Ο τρόπος αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου θα προερχόταν από το προϊόν πώλησης των διαμερισμάτων σε ποσοστό 70% στη τιμή πώλησης και σε περίπτωση καθυστέρησης με ισόποσες συνεχείς μηνιαίες δόσεις όπως αυτές θα υπολογίζονταν κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου, της πρώτης δόσης καταβλητέας την 1.3.08. Επιπρόσθετα, η πιο πάνω συμφωνία, διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από έξι μηνών libor πλέον 1,75% περιθώριο. Η τράπεζα, δικαιούτο να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία. Επίσης δικαιούτο όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της στον πελάτη ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο να καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο θα έχει εφαρμογή από την ημερομηνία της γνωστοποίησης στον ημερήσιο τύπο ή από την ειδοποίηση προς τον πελάτη. Η τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση στον πελάτη να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καθιστά απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο ή τραπεζική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε και να ζητήσει από αυτόν την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού. Κάθε ειδοποίηση μπορούσε να αποστέλλετο στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να επιδίδεται σε αυτόν δια χειρός στη διεύθυνση που έχει επιδώσει στην τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. (ν) Στις 27.3.08 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εναγομένη 1, πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο €20.000, με τους όρους που περιγράφονται σε αυτήν και στην επιστολή προσφοράς της ίδιας ημερομηνίας η οποία έγινε αποδεκτή από την εναγομένη 1 (βλ.Τεκ.9 και 10). Ο εν λόγω λογαριασμός έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της τράπεζας, το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ανερχόταν στο 4%, πλέον περιθώριο, 3%, ήτοι σύνολο 7%. (νi) Την ίδια ημέρα και δη στις 27.3.08 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εναγομένη 1 δάνειο για το ποσό των €46.000 με τους όρους που περιγράφονται σε αυτήν και στην επιστολή προσφοράς η οποία έγινε αποδεκτή από την εναγομένη 1 (βλ.Τεκ.9 και 10). Το εν λόγω δάνειο έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από ενός μηνός Euribor προσαυξημένο κατά 3% και θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις εκ €1100 η κάθε μία, η πρώτη δόση πληρωτέα την 1.6.08. (νii) Η πιο πάνω συμφωνία, παραχώρησης πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό και δανείου, ημερ. 27.3.08, διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα δικαιούτο να προβαίνει σε ανατοκισμό σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της με γραπτή ειδοποίηση προς τον πελάτη ή με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο να καθορίζει το ύψος του εκάστοτε επιτοκίου της τράπεζας και/ή πρόσθετου επιτοκίου και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο θα έχει εφαρμογή από την ημερομηνία της γνωστοποίησης στον ημερήσιο τύπο ή από την ειδοποίηση προς τον πελάτη. Η τράπεζα δικαιούτο οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση στον πελάτη να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καθιστά απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο ή τραπεζική διευκόλυνση παραχωρήθηκε και να ζητήσει την πληρωμή και εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού. Κάθε ειδοποίηση μπορούσε να αποστέλλετο στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να επιδίδεται σε αυτόν δια χειρός στη διεύθυνση που έχει επιδώσει στην τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. (νiii) Ο εναγόμενος 2, στις 3.10.07, για εξασφάλιση του δανείου που παραχωρήθηκε σε ξένο νόμισμα, εγγυήθηκε την πληρωμή των υποχρεώσεων, της εναγομένης 1, υφιστάμενων ή μελλοντικών, μέχρι του ποσού του CHF 1.110.000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ.Τεκ.12). Eπιπρόσθετα, ο εναγόμενος 2, στις 27.3.08, για εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν την ίδια ημέρα εγγυήθηκε την πληρωμή των υποχρεώσεων της εναγομένης 1, υφιστάμενων ή μελλοντικών μέχρι του ποσού των €100.000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ.Τεκ.14). (
  3. ix)Η εναγομένη 1, στις 11.10.06, για περαιτέρω εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης της είτε αυτή είναι υφιστάμενη ή μελλοντική, παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υ./06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου για το ποσό των ΛΚ500.000 με τόκο 7% από 11.10.06 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα (βλ.Τεκ.16). Η πιο πάνω υποθήκη διασπάσθηκε σε δύο, η μεν πρώτη, για το ποσό των €794.300,72 η οποία είναι προς όφελος της ενάγουσας και η δε δεύτερη, για το ποσό των €60.000, η οποία είναι προς όφελος της τράπεζας (βλ.Τεκ.16). (
  4. x)Ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα εμπερικλείει για τους δανειολήπτες επιτοκιακό και συναλλαγματικό κίνδυνο. Στην περίπτωση που το επιτόκιο του ξένου νομίσματος αυξηθεί ή η συναλλαγματική ισοτιμία του ενισχυθεί έναντι του εγχώριου νομίσματος, η καταβαλλόμενη δόση του δανειολήπτη δυνατό να αυξηθεί. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με εγκύκλιο επιστολή της, ημερ. 11.10.06, (βλ.Τεκ.34) επισήμανε στις τράπεζες τους πιο πάνω κινδύνους και τις καλούσε, μεταξύ άλλων, προτού προχωρήσουν σε παραχώρηση δανείου σε ξένο νόμισμα να ενημερώνουν λεπτομερώς τους πελάτες για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο που εμπερικλείει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα σε αντίθεση με το δανεισμό στο εγχώριο νόμισμα και μετά την ενημέρωση αν ο δανειζόμενος, ανεπηρέαστος αποφασίσει να προχωρήσει τότε, τις καλούσε να μεριμνήσουν ώστε να υπογράψει σχετική δήλωση η οποία επισυναπτόταν στην εν λόγω εγκύκλιο. (
  5. xi)Αποτελούσε πάγια τακτική της τράπεζας να ενημερώνει τους πελάτες της όταν, παραχωρούσε δάνειο σε ξένο νόμισμα ακόμη και στην περίπτωση που ο δανειολήπτης ήταν νομική οντότητα. Το Δικαστήριο θα επανέλθει σε ευρήματα όταν θα εξετάζονται οι εκατέρωθεν εισηγήσεις. Εισήγηση ότι η ενάγουσα δεν δικαιούτο να υποκαταστήσει την τράπεζα. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων ανάφερε ότι η ενάγουσα δεν δικαιούτο να υποκαταστήσει την τράπεζα καθότι, δεν υπήρξε συμμόρφωση με το άρθρο 18
(1)(α)(ii) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (Ν.169
(1)/15) καθότι, οι επιστολές δεν στάλθηκαν στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εναγομένης 1 εταιρείας όπως τάσσει το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου και έτσι, ως εισηγήθηκε, η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, προβάλλεται ότι μεταβιβάστηκαν από την τράπεζα στην ενάγουσα οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και οι εξασφαλίσεις καθώς και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές. Οι εναγόμενοι, με την τροποποιημένη υπεράσπιση τους, αρνούνται το σχετικό ισχυρισμό της έκθεσης απαίτησης και είναι η θέση τους ότι, «.οι ενάγοντες δεν υποκατέστησαν ή δεν δικαιούντο να υποκαταστήσουν .» την ενάγουσα. Δεν προβάλλεται, στο δικόγραφο των τελευταίων, οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παρανομίας ή θετικός ισχυρισμός ότι η τράπεζα πριν από την πώληση δεν τους ειδοποίησε σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 18
(1)(α)(ii)[3]. Όπως έχει νομολογηθεί, η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24) και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των δικογράφων. Η κάθε υπόθεση αποφασίζεται με βάση τους ισχυρισμούς που εγείρονται στα δικόγραφα (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (ανωτέρω) και Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλου ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών (βλ. Παρλάτα ν. Δημητρίου 2014 1Β Α.Α.Δ. 994 και Latifundia properties Ltd. v. Ψακή κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670). Περαιτέρω, αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι, η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στη δικογραφία προς ικανοποίηση της Δ.19 θ.13. Η ορθή δικογράφηση επιβάλλει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία και να αναδεικνύονται τα δεδομένα εκείνα που καθιστούν το σκοπό παράνομο ( βλ Αρκαδίου v. Posto Laa Estates Ltd
(2010)1G A.A.D 2035 και Bullen & Leake & Jacobs: Precedents of Pleadings 12 έκδ. σελ. 1106). Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι εναγόμενοι, με το δικόγραφο τους, δεν προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί παρανομίας παρά μόνο ότι, οι ενάγοντες δεν υποκατέστησαν ή δεν δικαιούντο να υποκαταστήσουν την ενάγουσα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνει και να συζητήσει θέματα άλλα από αυτά που παραμένουν επίδικα κατά την συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω επισήμανση, στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κατόπιν σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης 947/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 21.12.18, πιστωτικές διευκολύνσεις, μεταξύ αυτών και οι επίδικες και οι εξασφαλίσεις αυτών που παραχωρήθηκαν έχουν μεταβιβαστεί από την τράπεζα στην ενάγουσα (βλ.Τεκ.4). Έγινε δε και σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (βλ.Τεκ.5). Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλεται από μέρους των εναγομένων είναι ότι η επιστολή δεν αποστάλθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας αλλά στάλθηκε σε άλλη διεύθυνση. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, αποστάλθηκαν σχετικές επιστολές στην εναγομένη 1 - εταιρεία- στη διεύθυνση που η ίδια δήλωσε κατόπιν σχετικής επιστολής της (βλ.Τεκ.21) ως επίσης και στον εναγόμενο 2 - εγγυητή -, διευθυντή της εναγομένης 1, στη διεύθυνση που αναγράφεται στις επίδικες συμφωνίες εγγύησης και τις επιστολές προσφορών. Συνεπώς, οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν ειδοποιηθεί σχετικά με επιστολές. Και κάτι ακόμη. Η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου υφίσταται θεσπισμένη πρόνοια που να επιβάλλει την επίδοση της συγκεκριμένης επιστολής μόνο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Σύμφωνα δε με το δικονομικό δίκαιο της Κύπρου και δη τη Δ.5 θ.7 αν δεν υπάρχει θεσπισμένη πρόνοια που να ρυθμίζει επίδοση σε νομικό πρόσωπο, επίδοση αντιγράφου κλητηρίου εντάλματος ή άλλη επίδοση θα θεωρείται καλή αν γίνει επίδοση στο Πρόεδρο ή άλλο ανώτερο υπάλληλο ή στον ταμία ή γραμματέα τέτοιου οργανισμού ή αφεθεί αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στα γραφεία του Οργανισμού (βλ.Αurum Capital Ηoldings Inc, v. Fortis Bank Sa Πολ.Εφ.457/11 ημερ. 22.6.18). Πέρα δε τούτου, οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε διαβήματα για παραμερισμό ή και ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της αίτησης 945/18 με το οποίο, οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, μεταβιβάστηκαν στην ενάγουσα. Σύμφωνα δε με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 19
(4)του πιο πάνω Νόμου οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία εκκρεμεί κατά τον χρόνο της μεταβίβασης δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται από τον αγοραστή ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων απορρίπτεται. Στην υπό εξέταση περίπτωση, το Δικαστήριο καλείται να δώσει απαντήσεις και στα κάτωθι ερωτήματα: (i) Έχει εφαρμογή ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93
(1)/96) ή ο Νόμος που προβλέπει για την Προστασία του Καταναλωτή (Ν.112
(1)/21), ο οποίος κατάργησε τον πρώτο την 12.5.21; (
  1. ii)Ανεξάρτητα αν έχει εφαρμογή ο πιο πάνω Νόμος, η τράπεζα όφειλε να ενημερώσει τόσο την εναγομένη 1 - εταιρεία - όσο και τον εναγόμενο 2 - εγγυητή - για τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα; (iii) Στην περίπτωση που η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι καταφατική ποιος έχει το βάρος απόδειξης; Το έχει αποσείσει και αν όχι ποιες οι συνέπειες; (
  2. iv)Έχει εφαρμογή ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.197
(1)/2003); Αρχίζοντας από το τελευταίο. Έχει εφαρμογή ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.197
(1)/2003); Αναφορικά με τις εγγυήσεις που παρείχε ο εναγόμενος 2 στην εναγομένη 1 εταιρεία, στην Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η τράπεζα δεν τήρησε τους όρους ή και προϋποθέσεις που καθορίζει ο πιο πάνω Νόμος και δεν δεσμεύεται από αυτές. Το άρθρο 3 του πιο πάνω προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Ο παρών Νόµος εφαρµόζεται αναφορικά µε συµβάσεις εγγύησης µε την έννοια του περί Συµβάσεων Νόµου, στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο µε τη σύµβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή, να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωµής ολόκληρου ή µέρους του ποσού δανείου, σε περίπτωση µη εκπλήρωσης της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο Νοείται ότι ο παρών Νόµος δε θα εφαρµόζεται αναφορικά µε συµβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νοµικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύµβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συµβούλου του πρωτοφειλέτη.». Με βάση τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 3 του πιο πάνω Νόμου ο συγκεκριμένος Νόμος δεν εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, κατόπιν σχετικών συμφωνιών, η τράπεζα παραχώρησε στην εναγομένη 1, εταιρεία (α) στις 3.10.07, δάνειο σε ξένο νόμισμα ήτοι, CHF 1.110.000 (β) στις 27.3.08, πιστωτική διευκόλυνση σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο €20.000 και τέλος, (γ) στις 27.3.08, δάνειο για το ποσό των €46.000. Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων και περαιτέρω, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι διευθυντής της εναγομένης 1 εταιρείας (βλ.Τεκ.19 και 20). Έτσι, στην παρούσα υπόθεση δεν έχει εφαρμογή ο πιο πάνω Νόμος. Στην υπό εξέταση περίπτωση, έχει εφαρμογή ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93
(1)/96) ή ο Νόμος που προβλέπει για την προστασία του καταναλωτή (Ν.112
(1)/21), ο οποίος κατάργησε τον πρώτο την 12.5.21; Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων, στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, εισηγήθηκε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση υφίστανται καταχρηστικές ρήτρες στις επίδικες συμφωνίες. Ειδικότερα, παραχωρήθηκε δάνειο σε ξένο νόμισμα χωρίς η τράπεζα να επεξηγήσει στους εναγομένους τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους και περαιτέρω, με βάση τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών η τράπεζα δικαιούτο μονομερώς να αυξάνει το επιτόκιο. Κατά το χρόνο συνομολόγησης των επίδικων συμφωνιών βρισκόταν σε ισχύ ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93
(1)/96). Ο εν λόγω Νόμος καταργήθηκε την 12.5.21 από το Νόμο που προβλέπει για την Προστασία του Καταναλωτή (Ν.112
(1)/21). Με τον πρώτο Νόμο καταναλωτής σημαίνει «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του»[4] και ως διαλαμβάνεται σε αυτόν, ο εν λόγω Νόμος, «τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.»[5] Με τον Νόμο που προβλέπει για την Προστασία του Καταναλωτή του 2021 καταναλωτής «σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα.». Το Μέρος VII του Ν.112
(1)/21, το οποίο σχετίζεται με τις καταχρηστικές ρήτρες και δη το άρθρο 48 ρητά προνοεί ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(4), το εν λόγω Μέρος, τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευομένου και καταναλωτή. Όπως έχει αναφερθεί σε άλλο σημείο της απόφασης πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης οι τρεις πιο πάνω συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων συνομολογήθηκαν μεταξύ της τράπεζας και της εναγομένης 1, εταιρείας, και ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της τελευταίας. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, του εναγομένου 2, και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου, το δάνειο σε ξένο νόμισμα, έγινε για την αγορά των μετοχών της εναγομένης 1, στην οποία ανήκε συγκρότημα διαμερισμάτων. Περαιτέρω, οι λοιπές δύο πιστωτικές διευκολύνσεις αφορούν, δάνειο για την αγορά ακινήτου από την εναγομένη 1 εταιρεία και την παραχώρηση στην τελευταία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο (βλ.Τεκ. 10). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εναγόμενη 1 είναι νομική οντότητα. Ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής και μέτοχος αυτής και εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Ο τελευταίος δεν ενεργούσε για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του ενώ αντιθέτως, οι ενέργειες του εμπίπτουν στην επιχειρηματική - επαγγελματική του δραστηριότητα. Έτσι, το Δικαστήριο κρίνει ότι, οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είναι καταναλωτές στο πλαίσιο των πιο πάνω νομοθετημάτων. Συνεπώς, τα δύο πιο πάνω νομοθετήματα δεν έχουν εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Παρά ταύτα, τίθεται το ακόλουθο ερώτημα. Η τράπεζα όφειλε να ενημερώσει τόσο την εναγομένη 1 εταιρεία όσο, και τον εναγόμενο 2 εγγυητή, για τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα; Η ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι, η τράπεζα όφειλε να ενημερώσει τους εναγομένους για τους κινδύνους σύναψης συμφωνίας σε ξένο νόμισμα παρά το ότι η δανειολήπτης είναι νομική οντότητα. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας η οποία δήλωσε ότι δεν υφίστατο τέτοια υποχρέωση. Η έρευνα του Δικαστηρίου δεν οδήγησε σε εντοπισμό αποφάσεων είτε του Ανωτάτου Δικαστηρίου είτε του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες να καταπιάνονται με την υποχρέωση ή μη της τράπεζας να ενημερώσει νομική οντότητα για τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα. Αντιθέτως, η έρευνα οδήγησε σε αποφάσεις οι οποίες σχετίζονται με καταναλωτές στο πλαίσιο της έννοιας της οδηγίες 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Σύμφωνα με αυτές, στην περίπτωση καταναλωτή, η τράπεζα όφειλε να τον ενημερώσει για τους κινδύνους συνομολόγησης συμφωνίας σε ξένο νόμισμα. Στην υπόθεση Ruxandra Paula Andricicu κ.λ.π v. Banca Romaneasca SA, (C186/16 απόφαση ημερ. 20.9.2017 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) οι ενάγοντες, οι οποίοι εισέπρατταν τα εισοδήματα τους σε ρουμανικά λέι, συνήψαν με την τράπεζα συμβάσεις δανείου σε ελβετικό φράγκο για την απόκτηση ακινήτων, την αναχρηματοδότηση άλλων δανείων ή την κάλυψη προσωπικών αναγκών. Με βάση τη συμφωνία δανείου όφειλαν να εξοφλούν τις μηνιαίες δόσεις του δανείου σε ελβετικό φράγκο, με αποτέλεσμα να φέρουν οι ίδιοι εξολοκλήρου τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος συνεπάγεται αύξηση των μηνιαίων δόσεων σε περίπτωση υποχώρησης του λέι έναντι του ελβετικού φράγκου. Περαιτέρω, η τράπεζα είχε το δικαίωμα σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών, να αφαιρεί το σχετικό ποσό από τον λογαριασμό του δανειολήπτη και να προβαίνει σε μετατροπή στο νόμισμα της σύμβασης με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία. Κάθε διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας επιβάρυνε τους δανειολήπτες. Οι ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή ενώπιον πρωτοδικείου στην Ρουμανία ζητώντας από το Δικαστήριο να κρίνει ότι οι εν λόγω ρήτρες είναι άκυρες καθώς και να διατάξει την τράπεζα να καταρτίσει νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής που να προβλέπει την μετατροπή των δανείων σε ρουμάνικα λέι, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων δανείου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ρήτρα δεν ήταν καταχρηστική. Ακολούθως καταχώρισαν έφεση και το εφετείο ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάνθηκε ότι: «Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο όρος «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» κατά τη διάταξη αυτή καλύπτει συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία ετέθη σε σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και κατά την οποία το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο συνομολογήθηκε, δεδομένου ότι η εν λόγω ρήτρα καθορίζει κύρια παροχή χαρακτηρίζουσα τη συγκεκριμένη σύμβαση. Κατά συνέπεια, η εν λόγω ρήτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η απαίτηση μια συμβατική ρήτρα να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό επιτάσσει, στις περιπτώσεις συμβάσεων δανείου, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Συναφώς, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ρήτρα βάσει της οποίας η εξόφληση του δανείου πρέπει να γίνει στο ίδιο ξένο νόμισμα με εκείνο στο οποίο αυτό συνομολογήθηκε πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπικής και γραμματικής απόψεως όσο και ως προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, δύναται όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συναφθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στους αναγκαίους σχετικούς ελέγχους. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας πρέπει να γίνεται με βάση τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων τις οποίες μπορούσε να γνωρίζει ο επαγγελματίας κατά τον χρόνο αυτόν και οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεταγενέστερη εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης, και ιδίως λαμβανομένων υπόψη της εξειδικεύσεως και των γνώσεων του επαγγελματία, εν προκειμένω της τράπεζας, σχετικά με τις πιθανές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των εγγενών κινδύνων της συνομολογήσεως δανείου σε ξένο νόμισμα, την ύπαρξη ενδεχόμενης σημαντικής ανισορροπίας, υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.» Στην υπόθεση Kasler και Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, (C-26/13, ημερ. 30.4.2014 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) επισημάνθηκε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 4
(2)της Οδηγίας έχει την έννοια ότι όσον αφορά τη συμβατική ρήτρα, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνον αυτές να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται για αυτόν. Περαιτέρω, επισήμανε ότι το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας, επιτρέπεται στον εθνικό δικαστή να θεραπεύσει την ακυρότητα της καταχρηστικής ρήτρας με την εφαρμογή αντ' αυτής εθνικής διάταξης ενδοτικού δικαίου. Στο ίδιο πνεύμα και οι υποθέσεις BNP Paribas Personal Finance S.A. v. VE (C609/19 απόφαση ημερ. 10.6.2021 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και οι προδικαστικές παραπομπές C38/17 ημερ. 5.6.09 και C776/19-782/19 ημερ. 10.6.21. Στην υπό εξέταση περίπτωση, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν έχει εφαρμογή ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93
(1)/96) και ο μεταγενέστερος Νόμος που προβλέπει για την Προστασία του Καταναλωτή (Ν.112
(1)/21). Παρά ταύτα, τίθεται το ακόλουθο ερώτημα. Αποτελούσε εξυπακουόμενο όρο της επίδικης συμφωνίας, στο πλαίσιο της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι η τράπεζα όφειλε να ενημερώσει την εναγομένη 1, εταιρεία, και τον εναγόμενο 2, εγγυητή, για τους κινδύνους συνομολόγησης συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα. Ο όρος καλή πίστη δεν αναφέρεται μόνο στην εκπλήρωση υποχρεώσεων αλλά διέπει και τα δικαιώματα και τη συμπεριφορά του δανειστή. Σκοπός της είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων των συμβαλλομένων έτσι ώστε να αποφεύγονται αδικίες και να ομαλοποιείται η κοινωνική συμβίωση. Η αρχή της καλής πίστης λειτουργεί κυρίως συμπληρωματικά, ως βάση για τη δημιουργία εξυπακουόμενων υποχρεώσεων που δεν προβλέπονται στη σύμβαση. Τα δε συναλλακτικά ήθη πρόκειται για συνήθειες που έχουν επικρατήσει στις συναλλαγές και δύνανται να ληφθούν υπόψη για να διαπιστωθεί τι απαιτεί στην κάθε περίπτωση η καλή πίστη νοουμένου ότι τα συναλλακτικά ήθη δεν προσκρούουν στη καλή πίστη. Στην υπόθεση Berkeley Community Villages Ltd v. Pullen 2007 EWHC 1330 (Ch) o Morgan J. αναφορικά με τον όρο της καλής πίστης επεσήμανε «In all matters relating to this agreement the parties will act with the utmost good faith towards one another and will act reasonably and prudently at all times.» Καταλήγοντας ότι ο συγκεκριμένος όρος της καλής πίστης ενέχει «obligation to observe reasonable commercial standards of fair dealing in accordance with [the parties] actions will related to the agreement and also requiring faithfulness to the agreed common purpose and consistency with the justified expectations of the . Claimant.» Ακολούθως, στην υπόθεση Yam Seng Pte Ltd v. International Trade Corp Ltd 2013 ΕWHC 111 (QB) o Leggatt J. επισήμανε ότι το κριτήριο της καλής πίστης είναι «objective in the sense that it depends not on either parties perception of whether particular conduct is improper but on whether in the particular contents the conduct would be regarded as commercially unacceptable by reasonable and honest people.» (βλ. επίσης Royal Brunei Airlines v. Tan 1995 2 AC 378 και D & G Cars v. Essex Police Authority 2015 EWHC 226 QB). Στην υπόθεση Bristol Groundschool Ltd v. Intelligent Date Capture Ltd & Others 2014 EWHC 2145, ο Richard Spearman επισήμανε ότι «good faith extends beyond, but at the very least includes, the requirement of honesty». Tέλος, στην υπόθεση Mid Essex Hospital Services NHS Trust n. Compass Group UK and Ireland Ltd 2013 EWCA Civ 200 επεσημάνθηκε ότι: «The obligation to co-operate in good faith is not a general one which qualifies or reinforces all of the obligations on the parties in all situations where they interact. The obligation to co-operate in good faith is specifically focused upon the two purposes stated in the second half of that sentence. Those purposes are:
  1. i)the efficient transmission of information and instructions;
  2. ii)enabling the Trust or any beneficiary to derive the full benefit of the contract." Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα εμπερικλείει για τον δανειολήπτη επιτοκιακό και συναλλαγματικό κίνδυνο. Στην περίπτωση που το επιτόκιο του ξένου νομίσματος αυξηθεί ή η συναλλαγματική ισοτιμία του ενισχυθεί έναντι του εγχώριου νομίσματος, η καταβαλλόμενη δόση του δανειολήπτη δυνατό να αυξηθεί. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με εγκύκλιο επιστολή της, ημερ. 11.10.06, (βλ.Τεκ.34) επισήμανε στις τράπεζες τους πιο πάνω κινδύνους και τις καλούσε, μεταξύ άλλων, προτού προχωρήσουν σε παραχώρηση δανείου σε ξένο νόμισμα να ενημερώνουν λεπτομερώς τους πελάτες για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο που εμπερικλείει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα σε αντίθεση με το δανεισμό στο εγχώριο νόμισμα και μετά την ενημέρωση αν ο δανειζόμενος, ανεπηρέαστος αποφασίσει να προχωρήσει τότε, θα πρέπει να υπογράψει σχετική δήλωση η οποία επισυναπτόταν στην εν λόγω εγκύκλιο. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι, από τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1, ημερ. 3.10.07, προκύπτει ότι τόσο η εναγομένη 1 όσο και ο εναγόμενος 2 είχαν πλήρη επίγνωση των συναλλαγματικών κινδύνων. Στο εν λόγω έγγραφο (βλ.Τεκ.19) καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος 2, διευθυντής της εναγομένης 1, πληροφόρησε το διοικητικό συμβούλιο της τελευταίας ότι επιτεύχθηκε συμφωνία με την τράπεζα για να συνομολογηθεί νέο δάνειο για το ποσό των CHF1.110.000 και μετά από συζήτηση το διοικητικό συμβούλιο αποδέχθηκε την πρόταση και αποφάσισε να ορίσει τον εναγόμενο 2 να υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα για να καταρτιστεί η πιο πάνω συμφωνία. Από το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου δεν προκύπτει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους συνομολόγησης συμφωνίας σε ξένο νόμισμα. Με βάση δε το αποδεκτό μέρος της μαρτυρίας του Κ.Κ., που κλήθηκε από την ενάγουσα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, ενόψει και της πιο εγκυκλίου επιστολής της Κεντρικής Τράπεζας, αποτελούσε πάγια τακτική της τράπεζας να ενημερώνονται οι πελάτες της όταν, παραχωρούσε δάνειο σε ξένο νόμισμα ακόμη και στην περίπτωση που ο δανειολήπτης ήταν νομική οντότητα. Το συγκεκριμένο πρόσωπο δήλωσε χαρακτηριστικά: «.πάντοτε γινόταν η ενημέρωση του πελάτη.». Εξ ου και ως ισχυρίστηκε έγινε σχετική ενημέρωση. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Στην υπό εξέταση περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη: · την υποχρέωση της τράπεζας να ενεργεί κατά τρόπο δίκαιο και έντιμο ώστε, να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της, · τον κίνδυνο συνομολόγησης συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων σε ξένο νόμισμα όπως αυτός καθορίζεται πιο πάνω και την βαρύτητα έκθεσης στον κίνδυνο τόσο του δανειολήπτη όσο και του εγγυητή αυτού, · την πάγια τακτική της τράπεζας να ενημερώνει ακόμη και την νομική οντότητα για τους κινδύνους σύναψης τέτοιας συμφωνίας και · την στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων ως επίσης και την αρχή της αναλογικότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι, αποτελούσε εξυπακουόμενο όρο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, στο πλαίσιο και της καλής πίστης, ότι η τράπεζα όφειλε να ενημέρωνε τόσο την εναγομένη 1,εταιρεία, όσο και τον εναγόμενο 2, εγγυητή αυτής, για τους κινδύνους που εμπερικλείει η δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα. Ήταν η θέση του προσώπου που κλήθηκε από την ενάγουσα (Κ.Κ) ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, έγινε σχετική ενημέρωση από την τράπεζα στους πελάτες για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα πλην όμως το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγεί πιο πάνω, δεν έκαμε αποδεκτό το συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Επίσης, η μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση και με το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υφίσταται αποδεκτή μαρτυρία ότι η τράπεζα ενημέρωσε τους εναγομένους. To επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι. Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης ότι, η τράπεζα όφειλε να ενημερώσει τους πελάτες για τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα; Στις προδικαστικές παραπομπές C776/19-C782/19 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης ημερ. 10.6.21, επισημάνθηκε ότι: «η τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας και η επίτευξη του σκοπού της οδηγίες 93/13. δεν θα μπορούσαν να διασφαλιστούν αν ο καταναλωτής έφερε το βάρος απόδειξης του σαφούς και κατανοητού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής. 86. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αποτελεσματικότητα της ασκήσεως των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 93/13 δύναται να διασφαλιστεί εφόσον ο επαγγελματίας υποχρεούται, καταρχήν, να αποδείξει ενώπιον του δικαστηρίου την ορθή εκπλήρωση των προσυμβατικών και των συμβατικών υποχρεώσεών του που συνδέονται ιδίως με την απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών, όπως απορρέει ιδίως από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13. Κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να διασφαλιστεί η προστασία του καταναλωτή χωρίς να θιγεί δυσανάλογα το δικαίωμα του επαγγελματία σε δίκαιη δίκη (βλ., κατ' αναλογίαν, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, CA Consumer Finance, C-449/13, EU:C:2014:2464, σκέψη 28). 87. Συναφώς, διευκρινίζεται ακόμη, όσον αφορά τα «έγγραφα σχετικά με τις τεχνικές πώλησης», τα οποία αφορά ειδικώς το έβδομο ερώτημα, ότι η υποχρέωση του επαγγελματία να αποδείξει την ορθή εκπλήρωση των προσυμβατικών και συμβατικών υποχρεώσεών του πρέπει επίσης να καλύπτει την απόδειξη της παροχής πληροφοριών που περιέχονται στα έγγραφα αυτά στον καταναλωτή από τον επαγγελματία ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο συμμετείχε, για λογαριασμό του επαγγελματία αυτού, στην εμπορία των επίμαχων δανείων. Τούτο ισχύει ιδίως όταν κρίνεται ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμα για την εκτίμηση του σαφούς και κατανοητού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13. 88. Όπως ορθώς επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, εναπόκειται, εν τέλει, στον επαγγελματία να ελέγχει τους διαύλους διανομής των προϊόντων του, είτε πρόκειται για επιλογή των ενδιαμέσων είτε για την εμπορική επικοινωνία έναντι του καταναλωτή. Επομένως, θα πρέπει να διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι τα επίμαχα έγγραφα δεν χρησιμοποιήθηκαν ή δεν χρησιμοποιούνταν πλέον κατά την ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως, προκειμένου να αποδείξει την ορθή εκπλήρωση των προσυμβατικών και συμβατικών υποχρεώσεών του που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών. 89. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο έκτο και στο έβδομο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να φέρει ο καταναλωτής το βάρος αποδείξεως του σαφούς και κατανοητού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.». Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η απάντηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα αφορούσε ζητήματα που σχετίζονται με την πιο πάνω Οδηγία, η οποία καθορίζει την έννοια του καταναλωτή και περαιτέρω, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είναι καταναλωτές τόσο στο πλαίσιο της Οδηγίας όσο και στο πλαίσιο των δύο πιο πάνω Νόμων. Κατ' αναλογία των όσων αναφέρονται πιο πάνω, το βάρος απόδειξης της ορθής εκπλήρωσης των προσυμβατικών και των εξυπακουόμενων συμβατικών υποχρεώσεων και δη ότι, η νομική οντότητα και ο εγγυητής αυτής ενημερώθηκαν για τους κινδύνους που περικλείει η δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα ή ότι δεν είναι αναγκαία η πληροφόρηση υπό τις περιστάσεις, το φέρει η ενάγουσα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι συγκεκριμένοι όροι για σύναψη δανείου και καταβολή των δόσεων προς εξόφληση του σε ξένο νόμισμα και η εγγύηση που παρείχε ο εναγόμενος 2 σε ξένο νόμισμα δεν ήταν διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ενάγουσα παρέλειψε να προσκομίσει αποδεκτή μαρτυρία ότι πληροφόρησε τους εναγομένους 1 και 2 για τους πιο πάνω κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα ώστε, αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις, να γνωρίζουν το ενδεχόμενο ανατίμησης ή υποτίμησης του ξένου νομίσματος στο οποίο συνάφθηκε το δάνειο αλλά και να μπορούν να αξιολογούν τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες της συγκεκριμένης ρήτρας στις οικονομικές τους υποχρεώσεις και ειδικότερα ότι, υπάρχει πιθανότητα αύξησης των δόσεων της εναγομένης 1 σε περίπτωση υποχώρησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και σε τέτοια περίπτωση, αύξηση της αξίας του ξένου νομίσματος έναντι του ευρώ, ως αυτό ίσχυε, κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δανείου και εγγύησης. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πιο πάνω όροι της συμφωνίας που αφορούν τη δανειοδότηση της εναγομένης 1 εταιρείας και την εγγύηση σε ξένο νόμισμα που παρείχε ο εναγόμενος 2 προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρώτης, δημιουργεί σε βάρος τους σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Η ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει αποδεκτή μαρτυρία ότι, η τράπεζα παρείχε στους εναγομένους πληροφόρηση σε σχέση με τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα, ως αυτοί περιγράφονται πιο πάνω ή ότι δεν ήταν αναγκαία υπό τις περιστάσεις η πληροφόρηση τους. Η ενάγουσα δεν έχει επιτύχει να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι συμμορφώθηκε με τον πιο πάνω εξυπακουόμενο όρο. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο. Στην συνέχεια τίθεται το ακόλουθο ερώτημα. Ποιες οι συνέπειες της παράλειψης της ενάγουσας να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι συμμορφώθηκε με τον πιο πάνω εξυπακουόμενο όρο; Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ίδια η τράπεζα με τον τερματισμό της συμφωνίας, μετέτρεψε το δάνειο που παραχώρησε σε ελβετικά φράγκα σε ευρώ όχι με την ισοτιμία που ίσχυε κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας αλλά με ισοτιμία άλλη[6] . Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino, C-618/10 ημερ. 14.6.12, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας παρέχει στο Εθνικό Δικαστήριο την εξουσία, οσάκις κηρύσσει την ακυρότητα καταχρηστικής ρήτρας περιλαμβανομένης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, να συμπληρώνει την εν λόγω σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της ρήτρας αυτής.»[7]. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω απόφαση αφορούσε καταναλωτή. Στην υπό εξέταση περίπτωση, κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση, ο συγκεκριμένος όρος της επίδικης συμφωνίας δανείου και της εγγύησης σε ξένο νόμισμα δεν οδηγεί στην ακυρότητα των συμβάσεων στην ολότητα τους αφού, δύναται να συνεχίσουν να υφίσταται με την μετατροπή του ελβετικού φράγκου σε ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία συνομολόγησης τους και όχι με την ισοτιμία που χρησιμοποίησε η τράπεζα. Από τη μια, ο κίνδυνος που αναλήφθηκε από τους εναγομένους 1 και 2 με τη σύναψη των συμφωνιών σε ξένο νόμισμα μπορεί να εξαλειφθεί με την μετατροπή των σχετικών όρων της σύμβασης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο συνομολόγησης τους (3.10.07) αφού σε σχέση με αυτήν υφίσταται σχετική αποδεκτή μαρτυρία και από την άλλη η σύμβαση θα συνεχίσει να υφίσταται και η τράπεζα δύναται να ασκήσει τα δικαιώματα της που απορρέουν από αυτήν. Για τους λόγους που εξηγούνται, το ύψος του δανείου και της εγγύησης μετατρέπονται από CHF 1.110.000 σε €668.
  1. Εισήγηση ότι ο όρος για το δικαίωμα της τράπεζας για μονομερή τροποποίηση του επιτοκίου είναι καταχρηστικός. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι οι όροι που περικλείονται στις επίδικες συμφωνίες με τις οποίες παρέχεται το δικαίωμα στην τράπεζα να μεταβάλλει το επιτόκιο κατά την απόλυτη κρίση της είναι καταχρηστικοί. Τόσο η συμφωνία δανείου ημερ. 3.10.07 όσο και οι συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο με όριο και δανείου ημερ. 27.3.08 (βλ.Τεκ.7 και 9 αντίστοιχα) ρητά προνοούν ότι «. η Τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της στον πελάτη ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θε έχει εφαρμογή στη συμφωνία αυτή από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως δια του ημερήσιου τύπου ή της προς τον πελάτη ειδοποιήσεως.». Κατ΄ αρχάς επισημαίνεται ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι ο συγκεκριμένος όρος ήταν καταχρηστικός υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο όμως έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπάγγελτα τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία (βλ.αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro n. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω). Όπως έχει επισημανθεί, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, δεν έχει εφαρμογή ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 και ο Νόμος που προβλέπει για την Προστασία του Καταναλωτή του
  2. Ανεξάρτητα από την τελευταία αυτή επισήμανση. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, στην υπό εξέταση περίπτωση, με τις συμφωνίες που υπέγραψε, η εναγομένη 1 αναγνώρισε το πιο πάνω δικαίωμα της τράπεζας και με τους συγκεκριμένους όρους δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αδικία και κίνδυνος σε αυτήν και περαιτέρω, δεν υφίσταται οτιδήποτε που να κατατάσσει τη συγκεκριμένη ρήτρα ως καταχρηστική. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων, προς επίρρωση της πιο πάνω εισήγησης της, έθεσε το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι θα δεσμεύονταν στην περίπτωση που η τράπεζα αύξανε το επιτόκιο στο 300%. Η παρούσα όμως δεν είναι τέτοια περίπτωση. Συνακόλουθα, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων απορρίπτεται. Ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι, τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων τα οποία, σχετίζονται με τον παράτυπο τερματισμό των συμφωνιών έχουν εγκαταλειφθεί στο στάδιο των προφορικών αγορεύσεων. Ανεξάρτητα από αυτό. Όπως έχει νομολογηθεί, επιστολή η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς και δεν έχει επιστραφεί αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R.9, 18 και Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β.Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Εφ. 163/2006 ημερ. 5.5.09 και Έλληνας κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ.Εφ.87/2013 ημερ. 3.12.19). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1726, καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού που αναγράφονται επί της σύμβασης συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Α.Κ. ετοίμασε τις επιστολές τερματισμού ημερ. 6.5.15 (βλ.Τεκ.18) και στάλθηκαν στους εναγομένους 1 και 2, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που είχαν δηλώσει οι ίδιοι στην τράπεζα. Οι πιο πάνω επιστολές δεν επιστράφηκαν στην τελευταία. Με βάση τα πιο πάνω, ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών ήταν νομότυπος υπό τις περιστάσεις. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών και σε ακολουθία των όσων αναφέρθηκαν στις υποθέσεις, Έλληνας κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029, η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της τράπεζας τερματισμού των επίδικων συμφωνιών και απαίτηση πληρωμής των οφειλομένων ποσών. Εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος της οφειλής Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι, η τράπεζα απέτυχε να αποδείξει το ύψος της οφειλής. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της άλλης πλευράς. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι η εισήγηση, ότι το ύψος των χρεωθέντων τόκων δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις εγκαταλείφθηκε στο στάδιο των προφορικών αγορεύσεων. Παρά ταύτα, επισημαίνεται ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, η έγγραφη μαρτυρία αποκαλύπτει πως το σύνολο των επιτοκίων που εφαρμόστηκαν σε κάθε μία από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών και προς τούτο έγιναν σχετικές δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο (βλ.Τεκ.22) ως επίσης στάλθηκαν και σχετικές επιστολές στους εναγομένους (βλ.Τεκ.18, 23). Όπως έχει νομολογηθεί, η τράπεζα και στην υπό εξέταση περίπτωση η ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της (βλ. Κωμοδρόμου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 281/2013, ημερ. 11.3.2020), ECLI:CY:AD:2020:A99. Οι χρεώσεις των τόκων, όπως κάθε άλλη επιβάρυνση στους λογαριασμούς, θα πρέπει να είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Όπως έχει επισημανθεί στην πρόσφατη υπόθεση Γεωργιάδη κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Πολ.Εφ. 376/14 ημερ. 16.3.23, δοσμένης της κατάθεσης του πιστοποιητικού το βάρος ως προς το όποιο λανθασμένο των χρεοπιστώσεων βαραίνει πλέον αυτούς που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο (βλ. επίσης Χαραλάμπους ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ.405/12 ημερ. 27.12.19). Σε περίπτωση που η τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ.Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση επισήμανε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι καταστάσεις λογαριασμού δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απολήγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846, στην οποία υπήρχε κενό στην κίνηση του λογαριασμού. Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Πολ. Εφ. 294/12 ημερ. 18.6.2019), ECLI:CY:AD:2019:A232, οι μάρτυρες της τράπεζας κατέθεσαν έγγραφα ως μέρος της τραπεζικής πρακτικής και των αρχείων. Τονίστηκε ότι δεν ήταν ανάγκη να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους του οργανισμού. Το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 προνοεί τα ακόλουθα: «35.-
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)΄Εγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)΄Εγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό.». Στην υπόθεση Φωτίου κ.α. ν. Αlpha Bank Cyprus Ltd Πολ. Εφ. 39/12 ημερ. 3.5.18, οι καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Επισημάνθηκε ότι το άρθρο 35 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 θα είχε σημασία εάν προβαλλόταν ένσταση στην κατάθεση του οπότε το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει κατά όσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την αποδοχή του ως τεκμηρίου. Εφόσον κατατέθηκε ως τεκμήριο χωρίς ένσταση, τότε εφαρμόζεται το άρθρο 22
(1)του πιο πάνω Νόμου. Οι προϋποθέσεις ώστε, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο, να γίνει δεχτό ως απόδειξη, δυνάμει του άρθρου 22, εμπεριέχονται στα εδάφια 2 και 3 του πιο πάνω Νόμου και έχουν ως ακολούθως: · Κατά τον χρόνο καταχώρισης, το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. · Η καταχώρηση να έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. · Το βιβλίο να βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας και · Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Όπως έχει υποδειχθεί κατά τρόπο σαφή στην πολύ πρόσφατη απόφαση Αργυρού κ.α v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρία Μακράσυκας-Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Πολ. Εφ. 325/2014 ημερ. 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A135 «εντούτοις, η ικανοποίηση (ή όχι) των προαπαιτούμενων προς αποδοχή μαρτυρίας τού είδους που εννοείται στο Άρθρο 22, Κεφ.9 - και εν προκειμένω της Κατάστασης Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 - δεν αποκλείει, στη συνήθη πορεία του πράγματος, την κατ' επιλογή του διαδίκου, παράλληλη ή και επάλληλη παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης (προφορικής ή και έγγραφης) μαρτυρίας προς απόδειξη (εν όλω ή εν μέρει), της αφορώσας απαίτησης, πέραν ή και εναλλακτικώς του Άρθρου 22, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου και Άλλης ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 386/14, ημ. 20.3.23).». Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία παρουσιάστηκαν καταστάσεις λογαριασμού του δανείου σε ξένο νόμισμα (βλ.Τεκ.25.1-25.3 και Τεκ.28), του τρεχούμενου λογαριασμού (βλ.Τεκ.26 και Τεκ.29) και του έτερου δανείου (βλ.Τεκ.27 και Τεκ.30) συνοδευόμενες από σχετικό πιστοποιητικό του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. Σημειώνεται ότι τα τεκμήρια 29 και 30 κατατέθηκαν χωρίς ένσταση από μέρους της άλλης πλευράς ενώ σε σχέση με το τεκμήριο 28 δεν υπήρχε ένσταση στην κατάθεση του, ως έγγραφο που είχε στην κατοχή του ο μάρτυρας. Στην υπό εξέταση περίπτωση, κατά τον χρόνο καταχώρισης, το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώρηση έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Οι εν λόγω καταστάσεις προέρχονται από το ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας το οποίο φυλασσόταν σε αυτή και από το 2018 μεταφέρθηκε ηλεκτρονικά στην ενάγουσα όπου φυλάσσεται από την τελευταία. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού ελέχθηκαν και συμφωνούν με το ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο. Με βάση τα πιο πάνω, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και πρόκειται για τραπεζικό βιβλίο. Τόσο για το λογαριασμό των δύο δανείων όσο και για το λογαριασμό του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, ετοιμάστηκαν αναδομημένες καταστάσεις οι οποίες αρχίζουν από την συνομολόγηση των συμφωνιών μέχρι και την 30.6.22 (βλ.Τεκ. 30, 31 και 32). Με την ετοιμασία των τελευταίων δεν χρεώθηκαν τόκοι υπερημερίας, αφαιρέθηκαν όλα τα έξοδα που έχουν χρεωθεί οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί και περαιτέρω, για τον υπολογισμό του επιτοκίου χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης ο αριθμός 365 και για το δίσεκτό έτος ο αριθμός 366 και η κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Υπενθυμίζεται ότι η τράπεζα με τον τερματισμό της συμφωνίας μετέτρεψε το δάνειο από ελβετικά φράγκα σε ευρώ. Με την καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δεν δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολ. Εφ. 21/08 ημερ. 14.7.10, σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμα και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Συνήθως αυτό γίνεται για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία υπάρχει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο μάρτυρας, με την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων δεν έχει αλλοιώσει ούτε το τραπεζικό βιβλίο ούτε και το αρχείο της επιχείρησης της ενάγουσας. Αντιθέτως, στην υπό εξέταση περίπτωση, η ετοιμασία των συγκεκριμένων αναδομημένων λογαριασμών απολήγει προς όφελος των εναγομένων. Αναφορικά με το δάνειο σε ξένο νόμισμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όταν καταβαλλόταν συγκεκριμένο ποσό σε εγχώριο νόμισμα, το τελευταίο μετατρεπόταν σε ελβετικό φράγκο με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία της κατάθεσης και όχι με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας και στη συνέχεια, πιστωνόταν στο εν λόγω δάνειο. Οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμών παρουσιάζουν πιστώσεις σε ελβετικά φράγκα στη βάση όμως της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά την ημερομηνία καταβολής του ποσού και όχι στη βάση της ισοτιμίας που ίσχυε κατά την ημερομηνία συνομολόγησης συμφωνίας δανείου. Το δάνειο με τον τερματισμό της συμφωνίας, μετατράπηκε από την τράπεζα, σε ευρώ και δεν χρησιμοποιήθηκε η ισοτιμία που ίσχυε κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας αλλά η ισοτιμία 1,
  2. Η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου, το Δικαστήριο μπορεί να υπολογίσει το ποσό που καταβλήθηκε σε ευρώ ή σε ελβετικά φράγκα με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας και, σε τέτοια περίπτωση, πως θα διαμορφώνονταν οι τόκοι. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν υφίσταται μαρτυρία ποιο θα ήταν το υπόλοιπο του συγκεκριμένου δανείου αν λαμβανόταν υπόψη η ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο που ίσχυε κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας και πως θα διαμορφώνονταν οι χρεώσεις των επιβληθέντων τόκων, κάτι το οποίο αναγνώρισε και η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στο πλαίσιο των αγορεύσεων. Συνακόλουθα, η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το υπόλοιπο της συμφωνίας δανείου ημερ. 3.10.
  3. Αναφορικά με τις δύο έτερες πιστωτικές διευκολύνσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων στην προσπάθεια της να αποδομήσει τις καταστάσεις (Τεκ. 26 και 27) ανέφερε ότι από τις καταστάσεις του δανείου ημερ. 27.3.08 απουσιάζουν οι μήνες Απρίλιος και Μάϊος του 2008, Νοέμβριος του 2009 και Φεβρουάριος του 2010 και από τις καταστάσεις του τρεχούμενου απουσιάζουν οι μήνες Μάϊος και Ιούλιος του 2010 και Οκτώβριος του
  4. Τα πιο πάνω, όμως, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένες ως η σχετική εισήγηση της συνηγόρου των εναγομένων. Κατ' αρχάς, επί τούτου καμία αναφορά από μέρους της σε σχέση με τις λοιπές καταστάσεις λογαριασμών που αφορούν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις (βλ.Τεκ. 29 και 30) ως επίσης και για τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (βλ.Τεκ. 32 και 33). Επανερχόμενος στη σχετική εισήγηση επισημαίνεται ότι, πράγματι από τις καταστάσεις λογαριασμών (βλ.Τεκ. 26 και 27) απουσιάζουν οι μήνες για τους οποίους έκαμε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων πλην όμως, το υπόλοιπο του κάθε λογαριασμού που υπήρχε πριν τον μήνα που απουσιάζει είναι το ίδιο με το υπόλοιπο του λογαριασμού που καταγράφεται στον μήνα που έπεται του μήνα που απουσιάζει και δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι στους μήνες αυτούς καταβλήθηκε οποιονδήποτε ποσό. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας περιόρισε την απαίτηση της στη βάση των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει το υπόλοιπο της συμφωνίας δανείου ημερ. 27.3.08 και της πιστωτικής διευκόλυνσης της ίδιας ημερομηνίας, τα οποία παραχωρήθηκαν σε ευρώ. Το υπόλοιπο του δανείου ημερ. 27.3.08 με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €9.641,96 με τόκο 7,995% από 6.5.15 μέχρι εξόφλησης και το υπόλοιπο της άλλης πιστωτικής διευκόλυνσης ανέρχεται στο ποσό των €19.004,97 με τόκο 9,5% από 6.5.15 μέχρι εξόφλησης. Αντιθέτως, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, η ενάγουσα δεν έχει επιτύχει να αποδείξει το υπόλοιπο της συμφωνίας ημερ. 3.10.
  5. Στην παρούσα υπόθεση, η εναγομένη 1, σε χρόνο προγενέστερο της σύναψης των επίδικων συμφωνιών και δη στις 11.10.06, παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας, υποθήκη για το ποσό των Λ.Κ 500.000 πλέον τόκους και έξοδα το οποίο, ως προνοείται σε αυτήν, οφείλει να καταβάλει πρώτη ζήτηση (βλ.Τεκ 16). Η υποθήκη δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1771 και Stratis Enterprises Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας 2005 3 A.A.Δ 332). Είναι δικαιοπραξία χωριστή από τη συμφωνία δανείου, γιατί μετά την υπογραφή της δημιουργεί διαφορετικές νομικές συνέπειες. Όπως προκύπτει από το κείμενό του εγγράφου υποθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης υποθήκης, η τελευταία καλύπτει οποιανδήποτε υποχρέωση της εναγομένης 1, τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση που έγινε ή ενδέχεται να γίνει απαιτητή για οποιονδήποτε λογαριασμό. Αποτελεί εξασφάλιση και για μελλοντικές οφειλές της προς την τράπεζα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της σε σχέση με τις δύο πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώθηκαν στις 27.3.08 και περαιτέρω, δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης που μεταφέρθηκε στην ενάγουσα προς εξόφληση των πιο πάνω. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η τράπεζα έχει επιτύχει να αποδείξει μέρος της συνολικής απαίτησης της. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των (
  1. i)€9.641,96 με τόκο 7,995% από 6.5.15 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και (
  2. ii)€19.004,97 με τόκο 9,5% από 6.5.15 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Περαιτέρω, εναντίον της εναγομένης 1 εκδίδεται διάταγμα για εκποίηση της υποθήκης που έχει μεταφερθεί στην ενάγουσα, ως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο Δ της Έκθεσης Απαίτησης, προς ικανοποίηση του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους και οποιοδήποτε περίσσευμα να διατεθεί στην εναγομένη 1. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €10.000-€50.000, αφού το συνολικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ανέρχεται σε €28.646,93. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.). ........... Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. /ΑΚ. [1] Βλ. πρακτικό ημερ. 2.3.23 [2] Δικαιωματικά δεν ετοιμάστηκε σχετική έκθεση από μέρους του. [3] «18-
(1)Πριν από την πώληση. (ii) ειδοποιεί με επιστολή τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη, τους εγγυητές του και τους παρόχους εξασφάλισής του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία αποστολής της επιστολής αυτής, υποβάλουν πρόταση, εάν το επιθυμούν, για αγορά της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης .» [4] Βλ. άρθρο 2 του Ν.93(1/96. [5] Βλ. άρθρο 3
(1)του Ν.93
(1)/96. [6] Η ισοτιμία που ίσχυε κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας ήταν 1,66 ενώ η ισοτιμία που χρησιμοποίησε η τράπεζα για να μετατρέψει το δάνειο σε ευρώ ήταν 1,0430 [7] Βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Ν.93
(1)/96 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.