G.J. ν. Λ.Λ., Αρ. Αγωγής 987/2015, 27/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιονː Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα εξόδων: €10.000 - €50.000 Αρ. Αγωγήςː 987/2015 Μεταξύ: G.J. Ενάγουσα και Λ.Λ. Εναγόμενος Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Α. Δημητρίου για ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο / Καθ' ου η αίτηση: κ. Μαρκουλλής για ΓΙΩΡΓΟΣ Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 24.11.2022 αναφορικά με την καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί η Αίτηση ημερ. 24.11.2022 (η «Αίτηση»), δια της οποίας η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αποφασίζεται η εκδίκαση νομικού σημείου σχετικά με την καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πριν την ακρόαση της αγωγής, καθώς επίσης και διατάγματος με το οποίο να παραπέμπεται η αγωγή στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας, ήτοι το Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.27 ΘΘ 1-4, Δ.48 ΘΘ 1, 2, 4, 8 και 9, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, άρθρα 22, 61 και 64Α, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 111, στο άρθρο 17 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990, Ν. 23/90, στα άρθρα 14 και 21 του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νομου του 1991, Ν. 232/91 και επί των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζουν την Αίτηση, εκτίθεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Α.Χ., ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι υπάρχουν τα ακόλουθα κοινώς παραδεκτά γεγονότα στην υπόθεση, τα οποία καθιστούν αναρμόδιο το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου να εκδικάσει την υπόθεση: - Οι διάδικοι τέλεσαν γάμο την 20.1.
- - Η επίδικη συμφωνία επίλυσης των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων συνήφθη την 2.10.2013 (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). - Η οριστική διάσταση των διαδίκων επήλθε περί τον Δεκέμβριο του
- - Το διαζύγιο των διαδίκων εκδόθηκε την 16.12.2015 (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2). Προς τεκμηρίωση της θέσης του ότι η διάσταση των διαδίκων επήλθε μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, ο ομνύων επισυνάπτει ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα την αίτηση διαζυγίου υπ' αρ. 34/2015 που καταχωρίστηκε από τον εναγόμενο και την υπεράσπιση και ανταπαίτηση που είχε καταχωριστεί μέσα στο πλαίσιό της από την ενάγουσα. Αποτελεί ισχυρισμό του ομνύοντος, ότι η συμφωνία ημερ. 2.10.2013 είναι εξ υπαρχής άκυρη και ενόψει τούτου, η διαφορά εμπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της άλλης πλευράς, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση δεν είναι αποδεκτά και αντίκεινται στις δικογραφημένες θέσεις της Αιτήτριας. (β) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. (γ) Το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο επικαλείται η Αιτήτρια ότι έχει καθ' ύλην το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει παραγραφεί. (δ) Δεν έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα». Η Ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Κ. 4-8, Δ.27 Κ. 1-4, στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991, Ν. 232/91, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 23/90 και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/
- Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Λ.Λ., στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι παραπλανητικοί και απορρίπτονται. Περαιτέρω αναφέρεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας στηρίζεται στη συμφωνία ημερ. 2.10.2013 και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη και συνεπώς εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Είναι η θέση του ομνύοντος, ότι αρμόδιο Δικαστήριο για να επιδικάσει την υπόθεση, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Τέλος, ο ομνύων επικαλείται παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο δεν θα μπορεί να επικαλεστεί σε περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Δια της αγωγής της η ενάγουσα αξιοί την έκδοση απόφασης υπέρ της με την οποία να αποφασίζεται ότι η συμφωνία ημερ. 2.10.2013 είναι άκυρη καθότι δεν καταρτίστηκε με την ελεύθερη της συναίνεση, αλλά αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού, ψυχικής απάτης, ψευδών παραστάσεων και πλάνης που άσκησε ο εναγόμενος προς αυτήν πλέον γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αξιοί επίσης το ποσό των €10.712,50 ως ειδικές αποζημιώσεις, ως το ½ των δωρεών που λήφθηκαν κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων και δήλωση ότι δικαιούται το 1/3 μερίδιο της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ως αποτέλεσμα της συμβολής και/ή συνεισφοράς της κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ή και με την προοπτική του γάμου των. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, την 20.1.2008 οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο, ωστόσο σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου οι άλλοτε αρμονικές μεταξύ τους σχέσεις διαταράχθηκαν. Ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ενάγουσα, εξαιτίας του ψυχολογικού πολέμου που της έκανε και αφού την εκφόβιζε και την τρομοκρατούσε, κατόπιν εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης και ψευδών παραστάσεων, την παρότρυνε να υπογράψει τη συμφωνία ημερ. 2.10.
- Ως δικογραφείται στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, «ο εναγομενος πίεζε και εκβίαζε την ενάγουσα όπως υπογράψει συμφωνία με την οποία θα δήλωνε η ενάγουσα ότι δεν έχει οποιανδήποτε απαίτηση επί της περιουσίας του εναγομένου, κινητής ή και ακίνητης», ενώ παρατίθενται και σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με την ετοιμασία της ισχυριζόμενης επίδικης συμφωνίας, καθώς επίσης και των ισχυριζόμενων πιέσεων και παροτρύνσεων στις οποίες, με βάση τα λεγόμενα της ενάγουσας, προέβαινε ο εναγόμενος. Ως περαιτέρω δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος δήλωνε στην ενάγουσα ότι σε περίπτωση που υπογράψει την επίδικη συμφωνία θα της κατέβαλλε το ποσό που της αναλογούσε από τα χρηματικά ποσά του γάμου τους και €500,00 μηνιαίως. Μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, ένεκα της χειροτέρευσης της συμπεριφοράς του εναγομένου απέναντι στην ενάγουσα, η τελευταία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη συζυγική κατοικία τον Δεκέμβριο του 2013, όταν και επήλθε η οριστική διάσταση στη σχέση των διαδίκων. Εν τέλει ο γάμος λύθηκε με την έκδοση του διαζυγίου, την 16.12.
- Με την Υπεράσπισή του ο εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ζήτησε να μελετήσει το έγγραφο της συμφωνίας ημερ. 2.10.2013 και το υπέγραψε σε μεταγενέστερο χρόνο, κατόπιν προσεκτικής μελέτης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν εξανάγκασε την ενάγουσα να εγκαταλείψει τη συζυγική οικία και ότι καταβάλλει σημαντικά ποσά ως συνεισφορά για τις δαπάνες της ανήλικης θυγατέρας τους. Ο εναγόμενος παραδέχεται μόνο την ημερομηνία λύσης του γάμου των διαδίκων, ενώ ισχυρίζεται ότι αγαπούσε την ενάγουσα και ότι δεν αληθεύει ότι την εξανάγκασε να εγκαταλείψει την συζυγική οικία. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά το ακροαματικό στάδιο της Αίτησης, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των μερών περιορίστηκαν στην καταχώρηση των ικανών γραπτών τους αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεών τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[1] Έχω δε μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης, καθώς επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η Αίτηση βασίζεται σε δύο σκέλη: σε αίτημα για προδικαστική απόφανση επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας και σε αίτημα για παραπομπή της αγωγής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Ως προς την εξέταση προδικαστικών ζητημάτων, σχετική είναι η Διαταγή 27 Θεσμοί 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης και η οποία καλύπτει αιτήματα για προδικαστική εκδίκαση οποιουδήποτε νομικού σημείου το οποίο εγείρεται στα δικόγραφα, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ειδικότερα: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just». Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, αιτήματα για προδικαστική εκδίκαση εγειρόμενων νομικών σημείων εγκρίνονται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις και όχι σε περιπτώσεις όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση, ή σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Επίσης η αίτηση για την έκδοση τέτοιου διατάγματος πρέπει να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα.[2] Είναι λοιπόν αναγκαίο όπως το απαιτούμενο υπόβαθρο γεγονότων τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η επίλυση της διαφοράς.[3] Ως προς την φύση του ζητήματος το οποίο το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει προδικαστικώς, αυτό αφορά στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, ζητήματα δικαιοδοσίας είναι δυνατό να εγείρονται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.[4] Είναι επί αυτής της βάσης που θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία του αιτήματος παραπομπής της υπόθεσης σε Οικογενειακό Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των εξουσιών που μου προσδίδει το αρ. 64Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, καθώς δεν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις, τυγχάνουν εφαρμογής οι σχετικές πρόνοιες της Διαταγής
- Επί τούτου επισημαίνω ότι η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ενώ δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα. Αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο δεν άκουσε μαρτυρία, θα ήταν ακροσφαλές να στηριχτεί επί της θέσης της μιας πλευράς, εκλαμβάνοντάς την ως παραδεκτό γεγονός, ή να στηριχτεί στα δικόγραφα άλλων διαδικασιών. Αποτελεί άξονα της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων της Αιτήτριας, με παραπομπή στην Α.Δ. ν Δ.Π. Αρ. Αίτησης 117/05 ημερ. 23.9.2009, ότι η συμφωνία ημερ. 2.10.2013 είναι εξ υπαρχής άκυρη, ενόψει του ότι, κατά κοινή παραδοχή των μερών, υπογράφτηκε κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων και ενόσω η συμβίωση εξακολουθούσε να υφίσταται. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουν, αρμόδιο προς επιδίκαση της διαφοράς είναι το Οικογενειακό και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Στον αντίποδα η άλλη πλευρά υποστηρίζει πως ό,τι επιχειρείται από την Αιτήτρια είναι η παραπομπή της υπόθεσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ενόψει του ότι το αγώγιμο δικαίωμά της έχει παραγραφεί και δεν μπορεί πλέον με σχετική αίτηση να αποταθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο, αξιώνοντας τυχόν συνεισφορά της στην περιουσία του εναγομένου. Ως περαιτέρω επιχειρηματολογεί ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της αγωγής εν πάση περιπτώσει δεν παρέχουν υπόβαθρο για παραπομπή της υπόθεσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, εφόσον σχετίζονται με την κατ' ισχυρισμό ακυρότητα της σύμβασης ημερ. 2.10.2013 και όχι με τυχόν περιουσιακές διαφορές των διαδίκων. Έχω εξετάσει όλες τις σχετιζόμενες με το εγειρόμενο θέμα παραμέτρους και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια, δεν θεωρώ ότι η Αίτηση μπορεί να έχει επιτυχή έκβαση. Καταρχάς διαπιστώνω ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την Α.Δ. ν Δ.Π. Αρ. Αίτησης 117/05 ημερ. 23.9.2009, στη βάση του σκεπτικού της οποίας προωθήθηκε η υπό κρίση Αίτηση, παρότι πρόκειται για καθοδηγητική για το παρόν Δικαστήριο απόφαση. Σε εκείνη την περίπτωση, αφού ακούστηκε μαρτυρία, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν συμφωνία επίλυσης όλων των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων, η οποία υπογράφτηκε μετά την διάσταση των διαδίκων και στην οποία ειδική αναφορά γίνετο σε σπίτι, κτήμα, μετρητά, αυτοκίνητα, καταθέσεις και μετοχές, δηλ. στο σύνολο των περιουσιακών διαφορών των συζύγων. Όπως μάλιστα αναφέρει το Δικαστήριο στην απόφασή του ημερ. 23.9.2009, στην επίδικη συμφωνία οι περιουσιακές διαφορές των μερών ρυθμίζονταν κατά τρόπο εξαντλητικό, γεγονός το οποίο καταδείκνυε ότι πρόθεσή τους ήταν να ρυθμίσουν με τη συμφωνία τους όλες τις περιουσιακές τους διαφορές. Στην παρούσα ωστόσο περίπτωση, το Δικαστήριο δεν έχει ακούσει μαρτυρία έτσι ώστε να προβεί σε ευρήματα και συμπεράσματα ως προς τη συνομολόγηση ή το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας και εν γένει σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Ανεξαρτήτως τούτου, χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση του Τεκμηρίου 1 ή σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς την ουσία της υπόθεσης, παρατηρώ ότι εν πάση περιπτώσει η συμφωνία ημερ. 2.10.2013 συνιστά ένα μονοσέλιδο έγγραφο στο οποίο δεν γίνεται καμία αναφορά σε τυχόν περιουσιακά στοιχεία ιδιοκτησίας των διαδίκων ή σε πρόθεση διαμοιρασμού τους ή σε διευθέτηση διαμοιρασμού τους, πράγμα το οποίο συνηγορεί υπέρ της ανωτέρω κατάληξης του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, έρευνα του Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα περιστατικά της παρούσας διαφοροποιούνται από τις αυθεντίες οι οποίες καταπιάνονται με παρόμοια ζητήματα. Στην Σ. Κοζάκη ν. Γ Κοζάκη
(2002)1 ΑΑΔ 1710, οι διάδικοι είχαν διευθετήσει εξωδικαστηριακώς τις διαφορές τους μέσω σύμβασης, ενόσω εκκρεμούσε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Ακολούθησε δεύτερη αγωγή για παράβαση της εν λόγω σύμβασης, την οποία στη συνέχεια η ενάγουσα ακύρωσε και καταχώρισε αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο προς επίλυση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση περιουσιακών διαφορών, με την οποία αποφάνθηκε ότι η αιτούμενη θεραπεία δεν αναφερόταν στην αύξηση της περιουσίας λόγω συνεισφοράς της εφεσείουσας, αλλά στην εξέταση του κύρους της συμφωνίας του 1999. Περαιτέρω, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο συμφώνησε με το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, εφόσον όλες οι διαφορές των διαδίκων μετατράπηκαν σε όρους που συμπεριλήφθηκαν στην έγγραφη συμφωνία, η οποία μετέφερε τη διαφορά τους εκτός των προνοιών του Νόμου 232/91. Στην Σ. Κοζάκη ν. Γ Κοζάκη
(2003)1 ΑΑΔ 1047, η οποία αφορούσε την δεύτερη αγωγή που αναφέρεται ανωτέρω και της οποίας η βάση της αγωγής ήταν η παράβαση της σύμβασης, το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για την εξέταση της ουσίας της διαφοράς και του παρεμπίπτοντος διατάγματος είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο, καθώς η μεταξύ των διαδίκων διαφορά, παρά την ύπαρξη της σύμβασης, συνέχιζε να αφορά τις περιουσιακές τους σχέσεις. Κατ' έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο παρερμήνευσε το σκεπτικό της Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1347, στην οποία λήφθηκε ως δεδομένη η εκκρεμότητα της μεταξύ των συζύγων περιουσιακής διαφοράς. Στην Κοζάκη ωστόσο, η περιουσιακή διαφορά που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση, η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πλέον αποκλειστικώς στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Για ό,τι αξίζει, σημειώνω ότι η διαφορά των διαδίκων στην υπόθεση αυτή ήταν η συζυγική κατοικία. Στην Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1347 είχε καταχωριστεί αγωγή ενόσω οι διάδικοι τελούσαν σε διάσταση, αναφορικά με όχημα το οποίο βάσει των ισχυρισμών του ενάγοντα ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εναγομένης ως καταπιστευματοδόχου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο παρέπεμψε την εν λόγω υπόθεση στο Οικογενειακό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η υπόθεση απτόταν περιουσιακών διαφορών και ενέπιπτε στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν.232/91). Ακολούθως, το Οικογενειακό Δικαστήριο ήγειρε αυτεπάγγελτα το θέμα της δικαιοδοσίας και αποφάνθηκε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, καθότι οι επίδικες θεραπείες ως θεμελιώνονταν από τα γεγονότα της υπόθεσης, συναρτώντο με τη δημιουργία εμπιστεύματος και δεν βασίζονταν στις εξουσίες του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Κατ' έφεση, αποφασίστηκε ότι ορθά η υπόθεση είχε παραπεμφθεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, καθώς η κείμενη νομοθεσία, ως είχε πλέον τροποποιηθεί, προέβλεπε ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να επιδικάζει «όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 232/91. Επομένως από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Νόμου 26(Ι)/98) αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής». Στην Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 1015, ο εφεσείων καταχώρισε αίτηση περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο και αξίωνε ως συνεισφορά το ½ της αξίας της συζυγικής κατοικίας, η οποία είχε ανεγερθεί σε οικόπεδο ιδιοκτησίας εταιρείας στην οποία μέτοχοι ήταν οι γονείς της εφεσίβλητης. Οι εφεσίβλητοι αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο συμφώνησε με τις εισηγήσεις τους και παρέπεμψε τη διαφορά μεταξύ του εφεσείοντος και της εφεσίβλητης εταιρείας στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αφήνοντας την υπόθεση μεταξύ των συζύγων ενώπιόν του. Κατ' έφεση, αποφασίστηκε ότι δικαιοδοσία είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ως λέχθηκε μεταξύ άλλων από το Δικαστήριο, «ζητήματα συνεισφοράς από τον ένα σύζυγο στον άλλο, εμπίπτουν κατ' εξοχήν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στη δικαιοδοσία του οποίου, όπως έχει επιβεβαιώσει κατ' επανάληψη η νομολογία, ο νομοθέτης, με τις τροποποιήσεις που επέφερε στη νομοθεσία, θέλησε να εντάξει κάθε πιθανή διαφορά». Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, παραπέμπω στο αρ. 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν. 232/1991), το οποίο διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφ' ότου τελέστηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Παραπέμπω επίσης στο αρ. 2 του Ν. 232/91, στο οποίο ως «περιουσία» καθορίζεται η κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους και ως «συνεισφορά» καθορίζεται η οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας. Σχετικές είναι επίσης οι πρόνοιες του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990, Ν. 23/1990 και ειδικότερα το αρ. 11, σύμφωνα με το οποίο «τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου». Ως περαιτέρω διαλαμβάνει το αρ. 2 του εν λόγω νομοθετήματος, ως «περιουσιακές σχέσεις» νοούνται οι «σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999». Σχετικά παραπέμπω στην Re Μιχαήλ Γιάγκος
(1999)1 ΑΑΔ 1348 όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι οι εξουσίες του Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν είναι περιορισμένες, αλλά εξειδικευμένες. Η εν λόγω αγωγή αφορούσε σε αξίωση μεταβίβασης του ½ της συζυγικής οικίας, για την ανέγερση της οποίας συνεισέφεραν οι διάδικοι και οι γονείς τους, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή παράβαση καταπιστεύματος και αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την ερμηνεία της έννοιας «περιουσιακές σχέσεις», κατέληξε ότι η υπόθεση αφορούσε σε περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων και ενόψει τούτου, αρμόδιο ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας, θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης δεν θεμελιώνουν το υπόβαθρο το οποίο θα αιτιολογούσε την παραπομπή της υπόθεσης, έστω και σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο, στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Παρόλο που η Αιτήτρια στο παρακλητικό της αγωγής της συμπεριλαμβάνει αξιώσεις περί συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση, ουδείς σχετικός ισχυρισμός παρατίθεται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Ως ορθά αντέταξε ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση, η όλη απαίτηση της Αιτήτριας στην αγωγή της περιστρέφεται γύρω από τους ισχυρισμούς της περί ακυρότητας της συμφωνίας του 2013. Ως γνωστό, ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου.[5] Ως αναφέρθηκε από τον Έντιμο Ναθαναήλ Δ. στην Ορφανού ν. Ορφανού Αρ. Εφ. 27/2013 ημερ. 21.2.2017, το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί κάθε περιουσιακής διαφοράς που αναδύεται από την έγγαμη σχέση και καλύπτει περιουσία που αποκτάται με προοπτική το γάμο, αλλά και περιουσία που βρίσκεται εγγεγραμμένη επ' ονόματι τρίτου προσώπου, η οποία όμως ανήκει στην ευρύτερη περιουσία του ζεύγους διότι αποκτήθηκε πριν, με προοπτική το γάμο, ή, κατά τη διάρκεια του γάμου. Κατόπιν λοιπόν μελέτης των δικογράφων, δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε ισχυρισμό ή αναφορά στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης που να σχετίζεται με αξίωση συνεισφοράς της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, μετά την λύση του γάμου ή την διάσταση, ή που να σχετίζεται με αξιώσεις της επί συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, ώστε η υπό κρίση περίπτωση να εμπίπτει στις πρόνοιες του αρ. 14 του Ν. 232/91.[6] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Δ.Π. το Γένος Ε.Χ. ν. Α.Π., Πολ. Εφ. αρ. 241/2014 ημερ. 5.12.2022, της οποίας τα περιστατικά προσομοιάζουν με της παρούσας, με την διαφορά - και τούτο έχει τη σημασία του κατ' επέκταση των ανωτέρω - ότι η επίδικη συμφωνία σε εκείνη την υπόθεση έκανε σαφή αναφορά στα περιουσιακά στοιχεία των διαδίκων: «Με άλλο λόγο έφεσης (2ο) η Εφεσείουσα αναφέρει ότι εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο «αποφάσισε ότι η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί διαφορά οικογενειακής φύσεως και ότι για την εν λόγω διευθέτηση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων δεν είχε σχέση ο Νόμος 232/91». Να υπενθυμίσουμε, για ό,τι αξίζει, πως και η ίδια η Εφεσείουσα επικαλέστηκε τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου και αξίωσε θεραπείες που αφορούσαν στις περιουσιακές της διαφορές με τον Εφεσίβλητο. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τα ακόλουθα σε σχέση με το κατά πόσο είχε δικαιοδοσία: «Υπήρξε θέση της εναγομένης ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας ασκούσε σωματική βία επί της ίδιας και της [.], αποκλείει από τον ενάγοντα το δικαίωμα στις αιτούμενες θεραπείες δυνάμει του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (Ν.232/1991). Θα πρέπει να τονιστεί ότι η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί υπόθεση ρυθμίσεως περιουσιακών σχέσεων συζύγων όπου θα εφαρμόζετο ο νόμος αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση εξετάζεται η εγκυρότητα σύμβασης με την οποία διευθετήθηκαν οι περιουσιακές διαφορές των διαδίκων. Σημειώνεται ότι η επίδικη συμφωνία υπεγράφη ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία ρύθμισης περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το Οικογενειακό Δικαστήριο όμως δεν θα μπορούσε να εξετάσει την εγκυρότητα αυτής της συμφωνίας (βλ. Μαρία Πετράκη ν. Μάριου Φωτίου, Έφ. Αρ. 35/2010, ημερ. 3.4.2012, του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου) και ορθά η υπόθεση αποσύρθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Δεν θεωρώ επίσης το γεγονός ότι η υπόθεση παρέμεινε σε εκκρεμότητα μετά την υπογραφή της συμφωνίας ότι συνηγορεί υπερ της θέσης της εναγομένης ότι αυτό επηρεάζει την εγκυρότητα της συμφωνίας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου (Τεκμ.73), αυτό που ουσιαστικά γινόταν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν μία προσπάθεια υλοποίησης της συμφωνίας χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δήλωση του συνηγόρου της εναγομένης που να υποδηλεί οτιδήποτε περί μη εγκυρότητας η μη προώθησης της εκτέλεσης της συμφωνίας.» Συμφωνούμε. Αν κάποιος μελετήσει προσεκτικά το περιεχόμενο της συμφωνίας, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει πως οι διάδικοι συμφώνησαν με την εν λόγω συμφωνία να διευθετήσουν και διευθέτησαν όλες τις περιουσιακές τους διαφορές. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1 ΑΑΔ 1047: «..οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και η εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο». Το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Το γεγονός ότι για κάποιο χρονικό διάστημα παρέμενε σε εκκρεμότητα η αίτηση του Εφεσίβλητου ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, η οποία στη συνέχεια απεσύρθη και απερρίφθη, ουδόλως αλλάζει τα πράγματα και δεν καθιστά την επίδικη συμφωνία άκυρη. Και αυτός ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορρίπτεται». Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η κατάληξη της Αίτησης επισφραγίζεται και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Χ'' Οικονόμου ν Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1(Β) ΑΑΔ 949. [3] Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 990. [4] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας κ.α. ν. Κωνσταντίνου Κουκκουρή κ.α.
(1993)3 ΑΑΔ 598. [5] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [6] Βλ. κατ' αναλογία Κυθρεώτης ν Ward
(2001)1 ΑΑΔ 1480. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο