← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ν. Ζήσης Πολυχρόνης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1283/14, 20/3/2023

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ν. Ζήσης Πολυχρόνης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1283/14, 20/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1283/14 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ενάγουσα και

  1. Ζήσης Πολυχρόνης
  2. Αναστασία Γιασεμή
  3. Νεόφυτος Γιασουμή Γιασουμή Εναγόμενοι Ημερομηνία: 20 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Μαλέκου για Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: κα Χατζηκωσταντή για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 το ποσό των €225.356,58 ως υπόλοιπο δανείου με τόκο προς 14% ετησίως από 10/09/2013 με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Εναντίον της Εναγόμενης 2 αξιώνει και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που αφορά την υποθήκη Υ.2858/
  4. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στις 02/06/2011 καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία για παραχώρηση δανείου τακτής προθεσμίας στους Εναγόμενους 1 και 2 του ποσού των €190.
  5. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 36 μηνιαίες δόσεις εκ €1.051,59 από 10/10/2011 με σταθερό επιτόκιο 4.5% και ακολούθως με 264 μηνιαίες δόσεις εκ €1.116,07 από 10/10/2014 με επιτόκιο 6 μηνών Euribor, ήτοι 5.1660%. Παραχωρήθηκε το ποσό των €190.000 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 με την Εναγόμενη 2 να παραχωρεί προς εξασφάλιση του δανείου την υποθήκη Υ.2858/11 σε ακίνητο δικής της ιδιοκτησίας. Ο Εναγόμενος 3 παραχώρησε, προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2, προσωπική συνεχή εγγύηση έκτασης €190.000 πλέον τόκους και έξοδα. Για καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεών τους, οι Εναγόμενοι 1 και 2, εκχώρησαν προς όφελος της Ενάγουσας τα συμβόλαια ζωής τους στην εταιρεία Cyprialife Ltd. Οι όροι τροποποιήθηκαν με συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 31/07/
  6. Λόγω μη αποπληρωμής των συμφωνηθέντων δόσεων η Ενάγουσα με επιστολές της, ημερομηνίας 07/08/2013 και 10/09/2013, τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και κάλεσε τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν το υπόλοιπο του χρέους το οποίο ανερχόταν στις €225.356,58 πλέον τόκους προς 14% από 10/09/2013 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές στον χρόνο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση ενώ ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε τη δική του. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 προέβαλαν προδικαστική ένσταση η οποία αφορά τη έλλειψη δικαιοδοσίας και τοπικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην εκδίκαση της αγωγής. Επιπρόσθετα προώθησαν ως Υπεράσπιση ότι δεν τους είχαν παραδοθεί αντίγραφα τόσο των όρων της συμφωνίας καθώς και της ίδιας της συμφωνίας δανείου και ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Νομοθεσία για να καταστεί η συγκεκριμένη συμφωνία έγκυρη και εκτελεστή. Περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι η Ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς τις οποιεσδήποτε χρεώσεις ή και να καθορίζει αυθαίρετα το διεκδικούμενο ποσό και ότι δεν δικαιούτο να χρεώσει τόκους υπερημερίας, αφού οι συγκεκριμένοι τόκοι συνιστούν πρόστιμο ή και ποινικές ρήτρες. Σε σχέση με τα έγγραφα της υποθήκης, η Εναγόμενη 2 προώθησε τη θέση ότι δεν της δόθηκαν αντίγραφα των συγκεκριμένων εγγράφων ή και ότι δεν τα υπέγραψε ή και δεν τηρήθηκε η νομοθεσία και οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας. Υποστηρίζει δε ότι δεν είχε δικαιοπρακτική βούληση ή και ελεύθερη συναίνεση κατά την υπογραφή των εγγράφων της υποθήκης. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 3 έχει το ίδιο περιεχόμενο με την Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2 αλλά περαιτέρω προωθείται, ως υπεράσπιση, το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν φερεγγυότητα ή και περιουσία που να ικανοποιεί τις υποχρεώσεις τους προς την Ενάγουσα και ζητά όπως η οποιαδήποτε εκδοθείσα απόφαση εναντίον του ανασταλεί. Μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της Ενάγουσας δόθηκε από τον Ν. Ν., Μ.Ε.1, ο οποίος εργάζεται στη Μονάδα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Παρέθεσε γραπτώς τις θέσεις του και το κείμενο σημειώθηκε ως Έγγραφο
  7. Στη γραπτή του δήλωση αναφέρεται στη μεταβίβαση των εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της Κ.Δ.Π.104/
  8. Όσον αφορά τα γεγονότα καταγράφει ότι παραχωρήθηκε στεγαστικό δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 02/06/2011, ύψους €190.000, με την προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου
  9. Η συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση τροποποιήθηκε στις 31/07/
  10. Και οι δύο συμφωνίες περιείχαν τους όρους υπό τους οποίους παραχωρήθηκε η συγκεκριμένη τραπεζική διευκόλυνση στους Εναγόμενους 1 και 2, τους οποίους όρους αποδέχθηκαν με την υπογραφή τους. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 27 μηνιαίες δόσεις εκ €1.051,59 από 10/07/2012 με σταθερό επιτόκιο 4.5% και ακολούθως με 264 μηνιαίες δόσεις εκ €1.145,29 από 10/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως με επιτόκιο 6 μηνών Euribor. Όσο αφορά τον τόκο υπερημερίας συμφωνήθηκε ότι θα είναι 10% μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο. Ο Εναγόμενος 3 είχε προσυπογράψει σχετικό έγγραφο εγγύησης των δανειακών υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 και ενημερώθηκε πλήρως σε σχέση με την πιστωτική διευκόλυνση που είχαν λάβει. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2, η Εναγόμενη 2 υποθήκευσε κτήμα ιδιοκτησίας της στην Λάρνακα με την υποθήκη Υ.2858/
  11. Το συγκεκριμένο δάνειο, κατά τον τερματισμό του, είχε υπόλοιπο ύψους €329.931,28 πλέον τόκο 6.50% από 18/02/2022 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. Η Ενάγουσα κάλεσε με επιστολή της ημερομηνίας 07/08/2013 τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως εξοφλήσουν τις καθυστερήσεις εντός 21 ημερών και παράλληλα ενημέρωσε τον Εναγόμενο 3 για τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν καθώς και για το χρεωστικό υπόλοιπο. Λόγω μη ανταπόκρισης η δανειακή συμφωνία τερματίστηκε με επιστολή ημερομηνίας 10/09/2013, η οποία αποστάληκε προς όλους τους Εναγόμενους στην διεύθυνση που οι ίδιοι είχαν παραχωρήσει και δεν επιστράφηκε. Επεξηγεί ότι όλα τα στοιχεία που αφορούν τη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και φυλάσσονται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οι οποίοι συνιστούν το τραπεζικό βιβλίο στο οποίο βιβλίο καταχωρούνται όλες οι τραπεζικές πράξεις που αφορούν τον λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και
  12. Το τραπεζικό βιβλίο βρισκόταν και συνεχίζει να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας. Από αυτό το βιβλίο παράχθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τη δανειακή σύμβαση των Εναγόμενων 1 και 2 και ο ίδιος τις σύγκρινε με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ετοίμασε και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από την οποία αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις της Τράπεζας και χρεώθηκε το συμβατικό επιτόκιο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1 την ειδική συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 02/06/2011, ως Τεκμήριο 2 την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 31/07/2012, ως Τεκμήριο 3 το εγγυητήριο έγγραφο, ως Τεκμήριο 4 την υποθήκη Υ.2858/11, ως Τεκμήριο 5 το νενομισμένο πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35

(3)του Κεφ.9 και τις καταστάσεις λογαριασμού της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης, ως Τεκμήριο 6 το πιστοποιητικό και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο 7 επιστολή ημερομηνίας 07/08/2013 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 σε σχέση με τις καθυστερήσεις, ως Τεκμήριο 8 ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 07/08/2013 προς τον εγγυητή σε σχέση με τις καθυστερήσεις, ως Τεκμήριο 9 επιστολή ημερομηνίας 10/09/2013 τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ως Τεκμήριο 10 επιστολή προς τον εγγυητή της ίδιας ημερομηνίας, ως Τεκμήριο 11 τις εντολές των Εναγόμενων 1 και 2 για άνοιγμα κοινού λογαριασμού και ως Τεκμήριο 12 σχετική επιστολή του εγγυητή ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Υποστήριξε ότι η διαφορά στο ποσό που παρατηρείται στο Τεκμήριο 5 σε σύγκριση με το Τεκμήριο 6, προκύπτει λόγω του γεγονότος ότι αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που είχαν γίνει στο δάνειο και χρησιμοποιήθηκε το συμβατικό επιτόκιο και από την ημερομηνία τερματισμού ο τόκος υπερημερίας περιορίστηκε στο 2%, δηλαδή το συμβατικό επιτόκιο κατά τον τερματισμό ήταν 4.25% και με τον τόκο υπερημερίας αυξήθηκε στο 6.5%. Υποστήριξε ότι υπάρχουν καταθέσεις - πιστώσεις μετά τον τερματισμό, στις 10/09/2013, οι οποίες φαίνονται και στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Συγκεκριμένα, στις 05/12/2013 κατατέθηκε το ποσό των €54,60, στις 27/09/2018 το ποσό των €8.132,00, στις 31/12/2018 το ποσό των €4.066 και στις 14/02/2019 το ποσό των €2.
  1. Καθόρισε, ως λόγο τερματισμού της συγκεκριμένης δανειακής διευκόλυνσης, το γεγονός των καθυστερήσεων που υπήρχαν κατά το
  2. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι δεν είχε λάβει μέρος στη σύναψη της συμφωνίας και ότι η γνώση του προέρχετο από το φάκελο της υπόθεσης. Προώθησε τη θέση ότι γνωρίζει την πρακτική που τηρείτο στην Τράπεζα και υποστήριξε ότι οι πελάτες είχαν αξιολογηθεί και είχαν εγκριθεί για τη χορήγηση του συγκεκριμένου δανείου και ήταν μόνο μετά που υπήρχαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή που η Τράπεζα είχε λάβει δικαστικά μέτρα. Σε σχέση δε με τις καταστάσεις λογαριασμού, επεξήγησε ότι εκτυπώνονται από το ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας. Όσον αφορά δε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, υποστήριξε ότι περιορίζεται σημαντικά το υπόλοιπο, αφού έχουν αφαιρεθεί οι χρεώσεις, αλλά αρνήθηκε την υποβολή ότι υπάρχει λάθος είτε στη μια είτε στην άλλη κατάσταση. Προώθησε τη θέση ότι η αφαίρεση των χρεώσεων στο λογαριασμό οδηγεί στο υπόλοιπο που καταγράφεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Η πλευρά των Εναγόμενων δεν προσέφερε μαρτυρία. Οι θέσεις των μερών προωθήθηκαν με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων προς το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο και των δυο γραπτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην αναφερθεί στην προδικαστική ένσταση η οποία καταγράφηκε στην Υπεράσπιση αλλά δεν προωθήθηκε με την προσκόμιση μαρτυρίας ή με την παροχή οποιασδήποτε επεξήγησης στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων. Θεωρείται από το Δικαστήριο ως εγκαταληφθείσα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Οι απαντήσεις του Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του ως προς τα θέματα που ερωτήθηκε πηγάζουν από την συμφωνία δανείου και τις καταστάσεις λογαριασμού. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 βασίστηκε και παρέπεμψε στη συμφωνία δανείου και τη συμπληρωματική συμφωνία καθώς και τη συμφωνία εγγύησης για να υποδείξει τους συμφωνημένους, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όρους ενώ επεξήγησε και την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, δίδοντας ολοκληρωμένες και πειστικές απαντήσεις. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο αλλά παρέμεινε σταθερή και επεξηγηματική καθ΄ολη τη αντεξέτασή του. Επομένως η μαρτυρία του κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη του θέση ότι υπό την εν λόγω ιδιότητα του ως Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια στο ίδιο Τμήμα της Τράπεζας Κύπρου παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε και ότι είχε στην κατοχή και φύλαξη του τα σχετικά έγγραφα και την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε καταστάσεις του δανειακού λογαριασμού συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήριο
  2. Στο Πιστοποιητικό που συνοδεύει το Τεκμήριο 5 ο Μ.Ε.1 αναφέρει την ιδιότητα του, ήτοι πως είναι ένας εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Ενάγουσας αναφορικά με τους λογαριασμούς των Εναγόμενων 1 και 2 και βεβαιώνει ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις συνιστούν μέρος του αρχείου. Το Δικαστήριο δέχεται τη βεβαίωση καθώς επίσης και την πιστοποίηση ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού των Εναγόμενων 1 και 2 αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Όπως και το ότι η Ενάγουσα, ως το αποκτών πρόσωπο έχει υποκαταστήσει και αντικαταστήσει αυτόματα την Λαϊκή Τράπεζα στα δικαιώματα της αναφορικά με την επίδικη διευκόλυνση και ότι η Τράπεζα καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι και την ημερομηνία μεταφοράς των λογαριασμών και του αρχείου στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τους λογαριασμούς των Εναγόμενων 1 και
  3. Οι καταστάσεις λογαριασμού παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αυτόματα και αφού συγκρίθηκαν από τον Μ.Ε.1 με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Έχει ήδη λεχθεί ότι αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Επίσης πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε ο Μ.Ε.1, Τεκμήριο 6, στην οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι τις 10/09/2013, τόκος προς 6.5% ως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία και ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, περιορίζοντας αναλόγως και την απαίτηση της Ενάγουσας. Και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Από τη στιγμή που η αναδομημένη κατάσταση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, το οποίο αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου αυτή γίνεται αποδεκτή. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά. Πολ. Έφ. 274/09, ημερ. 27/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:A
  4. Δέον να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1060 «εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε». Ως εκ τούτου το Δικαστήριο, υιοθετώντας πλήρως τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 29/03/2013 δυνάμει της Κ.Δ.Π.104/13 τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατόπιν αιτήματος των Εναγόμενων 1 και 2, Τεκμήριο 1, στις 02/06/2011 η Λαϊκή Τράπεζα συνήψε γραπτή συμφωνία με τους Εναγόμενους 1 και 2 για την παραχώρηση δανείου ή/και τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους €190.
  1. Η Λαϊκή Τράπεζα είχε ανοίξει στις 31/05/2011 κοινό λογαριασμό επ' ονόματι των Εναγόμενων 1 και
  2. Είχαν υπογράψει ότι είχαν παραλάβει αντίγραφο της συμφωνίας δανείου καθώς και τους όρους και τους κανονισμούς της Τράπεζας. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 παραχωρήθηκε προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου 3 μέχρι του ποσού των €190.000 πλέον τόκοι, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα, Τεκμήριο
  3. Στον Εναγόμενο 3 επεξηγήθηκε το γεγονός ότι μπορούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αλλά ο ίδιος υπέγραψε ότι δεν επιθυμούσε, Τεκμήριο
  4. Επίσης του είχε παραδοθεί η «Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων» ενώ του είχε παραχωρηθεί προς μελέτη η δανειακή σύμβαση πριν την υπογραφή, ως προκύπτει από τη σελίδα 4 του Τεκμηρίου
  5. Ως περαιτέρω εξασφάλιση της συγκεκριμένης δανειακής υποχρέωσης η Εναγόμενη 2 παραχώρησε προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας την υποθήκη Υ.2858/11, Τεκμήριο
  6. Η δανειακή συμφωνία είχε τροποποιηθεί όσο αφορά τον τρόπο πληρωμής του δανείου και καταρτίστηκε συμπληρωματική συμφωνία, Τεκμήριο
  7. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθυστέρησαν την πληρωμή των οφειλόμενων, δυνάμει του επίδικου λογαριασμού δανείου, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 07/08/2013 ζήτησε την πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων ύψους €13.016,92 αλλιώς θα προέβαινε σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, Τεκμήριο
  8. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης των Εναγόμενων 1 και 2, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 10/09/2013 τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου, Τεκμήριο
  9. Ο Εναγόμενος 3 ενημερώθηκε για τις ως άνω επιστολές προς τους Εναγόμενους 1 και 2, μέσω επιστολών της ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήρια 8 και
  10. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 μετά την καταχώριση της αγωγής προέβησαν στην καταβολή του ποσού των €14.285,60, το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου», βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Εφ. 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A126, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αμφισβητήθηκε, στις καταχωρησθείσες Υπερασπίσεις όλων των Εναγόμενων κατά πόσο τους είχαν δοθεί οι όροι της συμφωνίας και η ίδια η συμφωνία δανείου και εγγυήσεως. Προφανώς λησμόνησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ότι στην δανειακή συμφωνία την οποία υπέγραψαν καταγράφεται, μετά την παράγραφο 11, ότι έλαβαν αντίγραφο της συμφωνίας δανείου, τον κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων της Τράπεζας και τους γενικούς όρους και κανονισμούς της Τράπεζας, Τεκμήριο 1 σελίδα 3. Ο Εναγόμενος 3 επίσης υπέγραψε, στο Τεκμήριο 3 στην σελίδα 4, ότι παρέλαβε, μελέτησε και κατανόησε το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης πριν την υπογραφή της. Έχει νομολογηθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Μακρή ν. Χ΄Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203 ότι ο καθένας γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου που υπογράφει και ότι η υπογραφή δεσμεύει βλ. Πίττας ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Συνακόλουθα η συγκεκριμένη θέση δεν ευσταθεί αφού με τις υπογραφές τους δήλωσαν ότι είχαν παραλάβει αντίγραφο της συμφωνίας δανείου και ενημερώθηκαν για τους όρους του ενώ απέρριψαν την προτροπή για λήψη νομικής συμβουλής. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδικη συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων συνάφθηκε κατόπιν αιτήματος των Εναγόμενων 1 και 2 με σκοπό την εξόφληση του δανείου που οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατηρούσαν στην ΣΠΕ Ορμήδειας και τη μεταφορά του στην Λαϊκή Τράπεζα, παράγραφος 11 Τεκμήριο
  2. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 την αποδέχθηκαν οικειοθελώς και ουδέποτε εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρία όσον αφορά την εγκυρότητα και ή τον τρόπο λειτουργίας της. Εξ΄ου και ένα χρόνο αργότερα οι ίδιοι είχαν αιτηθεί την τροποποίηση των όρων με την μεταβολή των μηνιαίων δόσεων, Τεκμήριο
  3. Προκύπτει συνακόλουθα ότι με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχθηκαν τη λήψη της εκεί αναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης, με την παροχή των εκεί αναφερομένων εξασφαλίσεων και ότι η συμφωνία περιέχει τους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ των δύο μερών. Η δέσμευση μετουσιώθηκε σε σύμβαση παραχώρησης δανείου, το Τεκμήριο 1 η οποία συμπληρώθηκε με την σύμβαση ημερομηνίας 31/07/2012, Τεκμήριο
  4. Παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του Μ.Ε.1 πως οι προαναφερόμενες εξασφαλίσεις δόθηκαν ως εγγύηση για όλες τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 και οι προσωπικές εγγυήσεις για τα αντίστοιχα ποσά όπως αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα, Τεκμήριο 1 και
  5. Περαιτέρω είναι αδιαμφισβήτητο πως πριν την παροχή της εγγύησης ο Εναγόμενος 3 ενημερώθηκε για τους όρους και τις συνέπειες αυτής μέσω της κοινοποίησης των όρων, Τεκμήριο 3 εξ΄ ου και υπέγραψε κάτω από τη δήλωση πως μελέτησε και κατανόησε τους όρους της εγγύησης πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Προκύπτει ακόμα ότι κατά την παροχή της προσωπικής εγγύησης ο Εναγόμενος 3 γνώριζε, αντιλήφθηκε και κατανόησε πλήρως τη φύση και τις συνέπειες του εγγράφου που υπέγραφε, εξ' ου και υπέγραψε βεβαίωση πως δεν επιθυμούσε τη λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ούτε και την επεξήγηση των όρων και των πρακτικών συνεπειών της συμφωνίας εγγύησης, το Τεκμήριο
  6. Η συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων περιγράφει την πιστωτική διευκόλυνση που θα δίδετο στους Εναγόμενους 1 και 2, το ύψος αυτής, παράγραφος 1 του Τεκμηρίου 1, τους όρους αποπληρωμής ενώ περιλαμβάνει και τους όρους για τη χρέωση του τόκου και άλλων εξόδων και δικαιωμάτων, παράγραφος 6 των Ειδικών Όρων του Τεκμηρίου
  7. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στις Υπερασπίσεις τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 προβάλλουν τον γενικό ισχυρισμό περί συμπερίληψης καταχρηστικών και παράνομων ρητρών στην επίδικη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε ερώτηση στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Όμως ο Μ.Ε.1 παρέπεμψε στους σχετικούς όρους της συμφωνίας για τη δυνατότητα μεταβολής του επιτοκίου. Επεξήγησε πως είχε υπολογιστεί το οφειλόμενο ποσό χωρίς την επιβολή οποιωνδήποτε άλλων τόκων, πλην του επιτρεπόμενου από το Νόμο 2%. Γενικοί ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών δεν ισοδυναμούν με ισχυρισμό είτε για τη χρέωση μη προβλεπόμενου στις συμφωνίες τόκου είτε για ασάφεια των όρων των συμφωνιών. Αυτοί οι ισχυρισμοί θα έπρεπε να προβάλλονταν συγκεκριμένα και με σαφήνεια στην Υπεράσπιση ούτως ώστε οι θέσεις της άλλης πλευράς να ήταν γνωστές τόσο προς την αντίδικη πλευρά όσο και προς το Δικαστήριο. Το γεγονός πως κάποια μαρτυρία επιτράπηκε στη ροή των ερωτήσεων κατά την αντεξέταση δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ούτε την καθιστά επιτρεπτή. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/13, ημ. 03/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  1. Εν πάση περιπτώσει, οι εισηγήσεις της δικηγόρου των Εναγόμενων 1, 2 και 3 δεν βρίσκουν έρεισμα αφού στη συμφωνία δανείου περιέχεται όρος περί χρέωσης του τόκου. Αντίστοιχες είναι και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα της κεφαλαιοποίησης. Και πάλι στη συμφωνία, Τεκμήριο 1, παράγραφος 6(α) περιέχεται όρος που αφορά τον τρόπο τοκισμού του ποσού, επιλογή επιτοκίου καθώς και όρος πως θα πληρώνεται πρώτα ο τόκος και μετά το κεφάλαιο και σε περίπτωση μη πληρωμής, ο τόκος θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και ότι θα χρεώνεται και τόκος υπερημερίας, παράγραφος 7 του Τεκμηρίου
  2. Επομένως το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι συναφείς όροι στις δυο συμφωνίες δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αοριστία, ασάφεια ή αντιφατικότητα. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και όπως παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 5 οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με βάση τους όρους της συμφωνίας με αποτέλεσμα στις 07/08/2013 η Τράπεζα να τους αποστείλει προειδοποιητική επιστολή και ενημερωτική αυτής στον Εναγόμενο 3 ζητώντας άμεση εξόφληση, Τεκμήρια 7 και
  3. Λόγω μη συμμόρφωσης με αυτές, η Τράπεζα ακολούθως τους απέστειλε επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 10/09/2013 και ενημερωτική αυτής στον Εναγόμενο 3, Τεκμήρια 9 και
  4. Το ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν τεκμαίρεται από τη μη επιστροφή τους αφού στην παράγραφο 12 της δήλωσής του, Έγγραφο 1, ο Μ.Ε.1 δηλώνει ότι δεν είχαν επιστραφεί οι συγκεκριμένες επιστολές, οι οποίες είχαν σταλεί στις διευθύνσεις που είχαν παραχωρηθεί από τους Εναγόμενους. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιστολές που δεν επιστρέφονται θεωρούνται ότι παραδόθηκαν βλ. μεταξύ άλλων Πιττάκα ν. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου δεν καταβάλλονταν κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλόμενων, όπως προνοείτο στις συμφωνίες Τεκμήρια 1 και
  2. Οπόταν η Τράπεζα επέλεξε όπως τερματίσει τη συμφωνία και αξιώσει την καταβολή της πληρωμής του ποσού του δανείου αφού υπήρχε παραβίαση των όρων αποπληρωμής του δανείου. Έχει προβληθεί, μέσω της Υπεράσπισης, ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτεί η νομοθεσία και οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την υπογραφή της σύμβασης δανείου, της σύμβασης εγγύησης και της σύμβασης υποθήκης. Εν πρώτοις πρέπει να επισημανθεί ότι οι συγκεκριμένες θέσεις της Υπεράσπισης ήσαν γενικές και αόριστες και δεν συνοδεύτηκαν με οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη και στοιχειοθέτηση τους. Εν πάση δε περιπτώσει δεν έγιναν οποιεσδήποτε ερωτήσεις προς τον Μ.Ε.1 από τη συνήγορο των Εναγόμενων κατά την αντεξέτασή του. Οπόταν, φαίνεται να εγκαταλείφθηκαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Είναι φανερό ότι τόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθώς και ο Εναγόμενος 3, εγγυητής των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2, υπέγραψαν τα έγγραφα στα οποία απερίφραστα δήλωναν ότι έχουν αναγνώσει προσεκτικά και πλήρως κατανοήσει τις πρόνοιες της συμφωνίας και ότι ελευθέρα τη βούληση την υπέγραψαν. Εν κατακλείδι, στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι οι συμφωνημένες ρήτρες είναι καταχρηστικές ή ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένων Εγγυητών Νόμου Ν.197(Ι)/
  3. Όσο αφορά τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της υποθήκης ή και της δήλωσης υποθήκης προβλήθηκε τόσο γενικά και αόριστα που δεν χρήζει οποιασδήποτε εξέτασης, όπως έχει προαναφερθεί. Η συμφωνία δανείου περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου. Ενώ γίνεται χρέωση του προβλεπόμενου τόκου, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, τόσο στις προειδοποιητικές επιστολές όσο και στις επιστολές τερματισμού αναφέρεται χρέωση τόκου προς 14%, εντούτοις η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτηση της με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου το οποίο περιλαμβάνει το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία τερματισμού προς 4.5% συν ο τόκος υπερημερίας 2% χωρίς οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Επομένως, ανεξαρτήτως της ρύθμισης του ύψους του τόκου υπερημερίας με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2001, όπως τροποποιήθηκε δεν τίθεται ζήτημα ενασχόλησης με αυτόν από τη στιγμή που δεν απαιτείται τέτοιος τόκος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χρέωση τόκου υπερημερίας συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, όρος 7 του Τεκμηρίου
  4. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και ότι συνάδει με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, η κατάσταση παραμένει ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. .. οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Παρά τις αιτιάσεις της Υπεράσπισης διαπίστωσή του Δικαστηρίου είναι ότι ο Μ.Ε.1 εξήγησε με επάρκεια τι εφαρμόστηκε σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό. Πόσο μάλλον όταν η μαρτυρία δεν πλήγηκε από την αντεξέταση και συν τω χρόνω η Υπεράσπιση δεν κάλεσε οιαδήποτε μαρτυρία ώστε να καταρρίψει τα όποια συμπεράσματα και να ανατρέψει το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) που ο νόμος εναπόθεσε στους ώμους της. Βάσει όλων των ανωτέρω έπεται ότι η εκ πρώτης όψεως απόδειξη του αναδομημένου λογαριασμού δεν πλήγηκε και συνεπώς καθίσταται επαρκής απόδειξη του υπολοίπου. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 6, περιέχει τον ορθό υπολογισμό των ποσών καθότι από την ημερομηνία τερματισμού υπολογίζεται το βασικό επιτόκιο προς 4.5%, ως ίσχυε κατά την ημερομηνία τερματισμού, συν το επιτρεπόμενο ποσοστό τόκου υπερημερίας που δεν υπερβαίνει το 2%. Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνεται ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2% εφόσον στην επίδικη συμφωνία δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτήν, αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας, όρος 7 του Τεκμηρίου 1. Η εγγύηση έχει δοθεί για περιορισμένο ποσό πλέον τόκους και έξοδα και ως εκ τούτου ο εγγυητής είναι υπεύθυνος για το εν λόγω ποσό όπως προνοείται στη σχετική συμφωνία, όρος 3 του Τεκμηρίου 3. Προωθήθηκε, στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων, ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 είναι εξ΄ ακοής και δεν μπορεί να αποδείξει την αξίωση. Όμως στην προκειμένη προκύπτει σαφώς από τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 ότι τις καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 5 και 6 τις έλεγξε, συγκρίνοντας τις με τις αρχικές καταχωρήσεις των συναλλαγών και διαπίστωσε ότι είναι ορθές προκύπτει ότι η αξίωση αποδεικνύεται. Έχει αποφασιστεί ότι σε σχέση με τα τεκμήρια αυτά συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9. Ως έχει αναφερθεί και στη σχετική νομολογία, το συγκεκριμένο άρθρο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο βλ. Vourna Limited κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Πολ. Εφ. 295/2013 ημερ. 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:A170. Η κατάθεση των λογαριασμών συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου τους και το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους της άλλης πλευράς για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το τελευταίο επιτυγχάνεται εφόσον η άλλη πλευρά αποδείξει την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357, Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.ά., Πολ. Έφ. 149/2013, ημερ. 14/04/2020), ECLI:CY:AD:2020:A
  1. Το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης προς κατάρριψη του εν λόγω τεκμηρίου. Οι Εναγόμενοι όχι μόνο δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αλλά δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο τις καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 5 και
  2. Καταληκτικά είναι νομολογημένο ότι η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.ά., Πολ. Εφ. 246/2013 ημερ. 11/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το βάσιμο της αξίωσής της. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €329.931,28 πλέον τόκο προς 6.5% ετησίως από τις 18/02/2022, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30 Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 2 για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στην υποθήκη Υ.2858/11 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και όπως το προϊόν της πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγόμενης
  2. Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.