← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ν. Πογιατζή Χρίστος Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 80/15, 3/5/2023

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ν. Πογιατζή Χρίστος Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 80/15, 3/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 80/15 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Ενάγουσας -και- 1.Πογιατζή Χρίστος Γεωργίου 2.Παξιόλα Αντωνία Τάσου Εναγόμενων ------ Ημερομηνία: 03 Μαϊου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: O κ. Μ. Μιτσίδης, για Μάριος Κ. Μιτσίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: O κ. Κ. Μουτσουρής, για Κωστάκης Μουτσουρής και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγομένη 2 το ποσό των €151.415,38 ως υπόλοιπο δανείου με τόκο 6,50% ετησίως από 14/11/2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους καθώς και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ1891/08, ημερομηνίας 21/03/

  1. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα, Σ.Π.Ε. Άχνας, όπως ήταν τότε, στις 21/03/2008 παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 και 2, ως πρωτοφειλέτες, πιστωτικές διευκολύνσεις ή και δάνειο για το ποσό των €110.000,
  2. Το συγκεκριμένο δάνειο θα αποπληρωνόταν με 206 ισόποσες μηνιαίες δόσεις εκ €900,00 μηνιαίως, της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 30/06/2008 και μέχρι αποπληρωμής ολόκληρου του ποσού, των τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων. Προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου, η Εναγόμενη 2 παραχώρησε την υποθήκη Υ1891/08 η οποία αφορούσε κατοικία στη Λάρνακα. Στις 30/06/2014, το χρεωστικό υπόλοιπο του συγκεκριμένου δανείου ανερχόταν στο ποσό των €151.415,38, λόγω του ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις και η Ενάγουσα στις 14/11/2013 απέστειλε επιστολή, μέσω του δικηγόρου της, με την οποία τερμάτισε τη συγκεκριμένη συμφωνία, καθιστώντας απαιτητό ολόκληρο το υπόλοιπο της συγκεκριμένης συμφωνίας δανείου. Εναντίον του Εναγομένου 1 εκδόθηκε απόφαση, στην απουσία του, στις 16/03/
  3. Η Εναγόμενη 2 στην Υπεράσπισή της παραδέχεται ότι είχαν αιτηθεί, μαζί με τον Εναγόμενο 1, την παροχή στεγαστικού δανείου από την Ενάγουσα, όμως, ισχυρίζεται ότι η υποθήκη Υ1891/08 είναι άκυρη γιατί δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/
  4. Περαιτέρω, προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να απαιτεί τόκο υπερημερίας γιατί συνιστά ποινική ρήτρα ή/και αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης και Συναφών Θεμάτων Νόμο του
  5. Υποστηρίζει ότι από το 2008 έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των €70.000,00 στην Ενάγουσα οπόταν το χρεωστικό υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο. Όσον αφορά τον τερματισμό, ισχυρίζεται ότι είναι παράνομος αφού η ίδια δεν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού. Ανταπαιτεί απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Ενάγουσα είχε προβεί σε παράνομες χρεώσεις ή/και παρέβηκε τις διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης και Συναφών Θεμάτων Νόμου καθώς επίσης και απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 14/11/2013, είναι παράνομη και δεν παράγει οποιοδήποτε αποτέλεσμα και συνεπακόλουθα ο τερματισμός είναι άκυρος. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες. Κλήθηκε η Παρασκευούλλα Λίπερου, Μ.Ε.1, της οποίας η μαρτυρία παρατέθηκε σε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  6. Στη γραπτή δήλωσή της καταγράφει ότι είναι λειτουργός στην Altamira Asset Management (Cyprus) Limited, ασχολείται με τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων και είναι εξουσιοδοτημένη, δυνάμει πληρεξουσίου, στην παρουσίαση μαρτυρίας. Κατέγραψε τη διαδικασία μεταφοράς των εργασιών της Ενάγουσας στην εταιρεία Altamira και παρέθεσε το ιστορικό για τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στην Εναγόμενη 2 από τη Συνεργατική Άχνας στην Altamira. Υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν, στις 21/03/2008, συμφωνία δανείου για το ποσό των €110.000,00 την οποία είχε χειριστεί ο Γιώργος Κωνσταντή, τότε υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας. Ως μάρτυρες της υπογραφής των Εναγομένων 1 και 2 υπέγραψαν άλλοι δύο λειτουργοί του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας. Προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου, υπογράφηκαν έγγραφα υποθήκης και ενεγράφηκε η υποθήκη με αριθμό Υ1891/08 επί ακινήτου στη Λάρνακα. Το συγκεκριμένο ποσό παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 26/03/2008, πλην όμως δεν τήρησαν τους όρους αποπληρωμής του δανείου με αποτέλεσμα, στις 14/11/2013, ο λογαριασμός τους να δεικνύει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €144.282,49 πλέον έξοδα και τόκους. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανταποκρίθηκαν εξ ου και στις 14/11/2013 τερματίστηκε, με επιστολή η οποία τους είχε αποσταλεί από τη δικηγόρο της Ενάγουσας, η λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού. Η ίδια είχε εκτυπώσει σε ηλεκτρονική μορφή αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού, έχοντας διασφαλίσει ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής της Ενάγουσας λειτουργούσε κανονικά. Είχε αντιπαραβάλει την εκτυπωθείσα κατάσταση λογαριασμού με το ηλεκτρονικό βιβλίο της Ενάγουσας, το οποίο τηρείται στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, με τις αρχικές καταχωρίσεις που βρίσκονται σ' αυτό και έχει διαπιστώσει ότι είναι απόλυτα ορθές. Κατά την ημέρα του τερματισμού, ήτοι στις 14/11/2013, το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στις €144.282,
  7. Είχε ετοιμάσει και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία φέρει τόκο υπερημερίας 1% από την ημέρα τερματισμού και σ΄αυτήν έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και συγκεκριμένα έχει αφαιρεθεί το ποσό των €22.632,64, με αποτέλεσμα το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο να ανέρχεται στις €246.914,01 με τόκο 7,50%, περιλαμβανομένου του τόκου υπερημερίας 1% και κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατέγραψε ότι η Ενάγουσα περιορίζει την αξίωσή της στο συγκεκριμένο ποσό. Υποστήριξε ότι το βασικό επιτόκιο, κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, ήταν 4% και το περιθώριο 2,5% με αποτέλεσμα το συνολικό επιτόκιο να ανέρχεται στα 6,5%. Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας, αυτός καθορίστηκε από την Ενάγουσα στο 1% και ενεργοποιήθηκε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας στις 14/11/
  8. Προώθησε τη θέση ότι η Ενάγουσα δανείστηκε και η ίδια λεφτά από τους καταθέτες της για να παραχωρήσει τη συγκεκριμένη τραπεζική διευκόλυνση και αυτό οδήγησε στο να υπέχει ζημιά ίση με τους αναλογούντες τόκους που απέδωσε στους καταθετικούς λογαριασμούς. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων που αφορά τη μετονομασία της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 2 γενικό πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο την εξουσιοδοτεί να δίδει μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 3 τη συμφωνία δανείου, ως Τεκμήριο 4 το έγγραφο υποθήκης, ως Τεκμήριο 5 τη δήλωση υποθήκης, ως Τεκμήριο 6 το πιστοποιητικό εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο 7 την επιστολή τερματισμού, ως Τεκμήριο 8 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 9 το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 3 παράγραφος 3, το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και υποστήριξε ότι το βασικό επιτόκιο δεν έχει μεταβληθεί σε σχέση με τη συγκεκριμένη σύμβαση και το ίδιο ισχυρίστηκε σε σχέση με το περιθώριο. Με αναφορά στα Τεκμήρια 8 και 9, υπέδειξε ότι δεν έγιναν ουσιαστικές μεταβολές και ότι οι λογαριασμοί είναι ορθοί. Ερωτηθείσα, εξήγησε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν επανειλημμένα οχληθεί για τις καθυστερήσεις, ως η πάγια τακτική της Ενάγουσας, ενώ τους αποστέλλονταν και επιστολές. Με αναφορά στο Τεκμήριο 7, υπέδειξε ότι η συγκεκριμένη επιστολή αφορά και τους δύο Εναγόμενους και εξήγησε ότι από τη στιγμή που δεν επιστράφηκε, είχε περιέλθει στην αντίληψη και των δύο. Εξήγησε ότι οι επιστολές αποστέλλονται στον καθένα ξεχωριστά, ανεξάρτητα από το αν γράφουν δύο ονόματα ως αποστολείς. Όσον αφορά τη ζημιά της Ενάγουσας, εξήγησε ότι λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν πλήρωναν τις δόσεις τους, η Ενάγουσα αναγκάστηκε να καταχωρίσει την αγωγή και να υποστεί έξοδα. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση της ότι η Ενάγουσα δανείζεται τα ποσά τα οποία παραχωρεί στους αιτητές δανείων από άλλους καταθέτες στους οποίους καταβάλλει τόκο. Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν σταμάτησε να χρεώνεται τόκους όταν τερματίστηκε αλλά τοκιζόταν στο ποσοστό του 7,5% λόγω του τόκου υπερημερίας. Παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα δεν δανείζει πλέον λεφτά σε πελάτες και αυτό ξεκίνησε από το
  9. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Κούλη Ξενή, Μ.Ε.2, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση προς υποστήριξη των θέσεών του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  10. Στη γραπτή δήλωσή του καταγράφει ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιώτης επιδότης και ασκεί το επάγγελμα από το
  11. Ο ίδιος είχε εμπλακεί στην επίδοση των επιστολών τερματισμού καθώς και του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής προς τους Εναγόμενους. Στις 14/11/2013 είχε ενημερωθεί από δικηγόρο ότι είχαν ετοιμαστεί δύο επιστολές τερματισμού τις οποίες επιθυμούσε η δικηγόρος να επιδώσει στους Εναγόμενους 1 και
  12. Τις παρέλαβε και στις 16/12/2013 επέδωσε την επιστολή τερματισμού που αφορούσε την Εναγόμενη 2 στη μητέρα και συγκάτοικό της, Μαρία Πάτσιου. Το Κλητήριο Ένταλμα το είχε επιδώσει στην ίδια την Εναγόμενη 2 στις 07/09/
  13. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 10 την ένορκη δήλωση επίδοσης της επιστολής τερματισμού και ως Τεκμήριο 11 σχετική ειδοποίηση προς τη δικηγόρο ότι η συγκεκριμένη επιστολή είχε επιδοθεί. Εξήγησε ότι το αρχικό έντυπο επίδοσης που είχε καταρτιστεί είχε χαθεί και ο ίδιος είχε εντοπίσει στο μητρώο του την ημερομηνία επίδοσης, εξ ου και κατάρτισε αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν καταχωρεί έγγραφα στους φακέλους των υποθέσεων αλλά τα παραδίδει στο πρωτοκολλητείο για καταχώριση εντός του φακέλου, ενώ τις ειδοποιήσεις επιδόσεως τις παραδίδει στα δικηγορικά γραφεία. Ερωτηθείς, ανάφερε ότι το 2013 του είχαν δοθεί τέσσερις επιστολές τερματισμού για τα ίδια πρόσωπα και είχε προχωρήσει στην επίδοσή τους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε ετοιμάσει το Τεκμήριο 11 εκ των υστέρων και επέμενε στη θέση του ότι την επιστολή ημερομηνίας 14/11/2013 την είχε παραδώσει στη μητέρα της Εναγόμενης 2 στις 16/12/
  14. Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη επίδοση είχε διενεργηθεί στη διεύθυνση της Εναγόμενης 2, στην οποία είχε μεταβεί, όπου του άνοιξε η μητέρα της και παρέλαβε την επιστολή για την ίδια και τον γαμπρό της. Και ήταν η ιδία η μητέρα της που τον ενημέρωσε ότι είναι συγκάτοικοι. Η συγκεκριμένη κατοικία είναι πάνω και κάτω και η μητέρα της Εναγόμενης 2 παρέλαβε τις επιστολές και υπόγραψε. Όσον αφορά το Κλητήριο Ένταλμα, υποστήριξε ότι το είχε επιδώσει στην οδό Παύλου Βαλδασερίδη, στην Εναγόμενη
  15. Η πλευρά της Εναγόμενης 2 κάλεσε τρεις μάρτυρες. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η Καλυψώ Θεοδότου, Μ.Υ.1, η οποία εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα στο Τμήμα Αδειοδοτήσεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, στις 28/01/2019 αδειοδοτήθηκε η ΣΕΔΙΠΕΣ και της εκδόθηκαν δύο άδειες, εξαγοράς πιστώσεων και διεξαγωγής εργασιών ως πιστωτικού ιδρύματος. Εξήγησε ότι δόθηκε δικαίωμα αγοράς πιστώσεων, δηλαδή η ΣΕΔΙΠΕΣ να εξαγοράζει προβληματικά δάνεια από άλλες οντότητες. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι μέτοχος της ΣΕΔΙΠΕΣ είναι το κράτος και ότι η συγκεκριμένη δεν διεξαγάγει τραπεζικές εργασίες. Την ίδια φύση, σύμφωνα με τη μάρτυρα, έχει και η ΚΕΔΙΠΕΣ, η οποία έχει αδειοδοτηθεί στις 31/08/2018 ως εταιρεία εξαγοράς προβληματικών δανείων. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ακολούθως, δόθηκε μαρτυρία από την Εναγόμενη 2, Μ.Υ.2, η οποία παράθεσε τις θέσεις της γραπτώς και η δήλωσή της σημειώθηκε ως Έγγραφο
  16. Στη γραπτή δήλωσή της παραδέχεται ότι είχε λάβει δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας στις 21/03/2008, όμως, διαφώνησε με τα ποσά και υποστήριξε ότι είναι πλήρως λανθασμένα και γι΄ αυτό τον λόγο είχε αναθέσει στον εμπειρογνώμονα, Ανδρέα Δημοσθένους, να ετοιμάσει σχετική έκθεση αναφορικά με τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Όσον αφορά δε την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 14/11/2013, ισχυρίστηκε ότι δεν της επιδόθηκε και ότι από το 2000 διαμένει σε ξεχωριστή κατοικία από τη μητέρα της στη Λάρνακα. Παραδέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη οδό υπάρχουν δύο ξεχωριστές κατοικίες και ότι στη μία διαμένει η μητέρα της και στην άλλη διαμένει η ίδια με την οικογένειά της και ότι η μητέρα της δεν την είχε ενημερώσει ότι είχε παραλάβει οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενη, υποστήριξε ότι αντιλήφθηκε το λανθασμένο των οφειλόμενων ποσών όταν αυτά εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, εξ ου και εργοδοτήθηκε εμπειρογνώμονας για υποβοήθηση της ίδιας και για παράθεση των σωστών ποσών. Ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας δανείου διέμενε στην ίδια διεύθυνση που διαμένει και σήμερα. Προώθησε τη θέση ότι δεν εργάζεται και ούτε κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης δανείου εργαζόταν. Έχει τρία τέκνα, τα δύο από αυτά ανήλικα. Ερωτηθείσα, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη κατοικία στην οποία διαμένει έχει δύο ξεχωριστές εισόδους και αυτό είχε δηλωθεί στην Ενάγουσα και τα δύο σπίτια έχουν διαφορετικούς τίτλους ιδιοκτησίας. Όσον αφορά δε τη σχέση της με τη μητέρα της, υποστήριξε ότι δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση από τον καιρό που η μητέρα της διαζεύχθηκε τον πατέρα της. Ούτε με τα παιδιά της έχει οποιεσδήποτε σχέσεις η μητέρα της. Εξήγησε ότι η ίδια ήταν 15 ετών όταν χώρισαν οι γονείς της και έκτοτε δεν διατηρεί οποιαδήποτε σχέση με τη μητέρα της και για τη συγκεκριμένη επιστολή η ίδια ενημερώθηκε στο Δικαστήριο. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Ανδρέας Δημοσθένους, Μ.Υ.3, ο οποίος ετοίμασε Έκθεση σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό που αφορούσε την Εναγόμενη 2, την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο
  17. Εξήγησε ότι ο ίδιος κατέχει πτυχίο λογιστικής, είχε εργαστεί 17 χρόνια σε Τράπεζα, στον τομέα των δανείων και διατηρεί λογιστικό γραφείο με τη σύζυγό του. Ήταν η θέση του ότι το σημερινό υπόλοιπο του δανείου, όπως είχε υπολογιστεί από τον ίδιο, ανέρχεται στις €133.692,
  18. Ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει περιθώριο 2,5%, αφού είχε εντοπίσει τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και από αυτά καθόρισε το βασικό επιτόκιο που θα χρησιμοποιούσε. Παρέπεμψε στο Παράρτημα 3 της Έκθεσής του, όπου παρατίθεται η χρονολογία, το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο και ακολούθως ο υπολογισμός. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στην ετοιμασία της Έκθεσης είχε λάβει υπόψη του τη συμφωνία δανείου που υπογράφηκε, τις καταστάσεις λογαριασμού από το 2008 μέχρι το 2021, το βασικό επιτόκιο Euribor καθώς και το περιθώριο που καθορίστηκε από την Τράπεζα στην αρχική συμφωνία. Όταν του υποβλήθηκε ότι το επιτόκιο δεν καθοριζόταν με βάση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη δανειακή σύμβαση, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει το περιθώριο που χρησιμοποίησε η Τράπεζα, το 2,5%, όπως ήταν τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και όχι το 4% που συνιστούσε το συμφωνηθέν βασικό επιτόκιο. Παραδέχθηκε ότι η σύμβαση δανείου δεν καταγράφει ότι το επιτόκιο θα είναι σύμφωνα με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης, παραδέχθηκε ότι τα γεγονότα που χρησιμοποίησε δεν έχαν οποιαδήποτε σχέση με τη συμφωνία δανείου και ότι τα ευρήματά του βασίστηκαν στο περιθώριο επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή χρησημοποίησε ως βασικό επιτόκιο το 2,5% αντί το 4% που χρησημοποιούσε η Ενάγουσα. Συμφώνησε ότι στη συμφωνία δεν προβλέπεται Euribor ή Libor, όμως ο ίδιος αυτό είχε χρησιμοποιήσει για να καταλήξει στα αποτελέσματά του. Προώθησε τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να χρεώνει τόκο γιατί δεν συνιστά τραπεζικό ίδρυμα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 2 προώθησε τη θέση ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της δανειακής σύμβασης γιατί η Εναγόμενη 2 δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή ημερομηνίας 14/11/
  19. Επίσης, υποστήριξε ότι τα οφειλόμενα ποσά, όπως καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού, είναι λανθασμένα αφού ο λογαριασμός έπρεπε να χρεωθεί με διαφορετικό επιτόκιο. Κατέληξε ότι ο όρος 3 της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικός, δυνάμει των διατάξεων του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε, με αναφορά στη νομολογία, ότι η επιστολή τερματισμού τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκε αφού δεν επιστράφηκε. Παράλληλα, προώθησε τη θέση ότι από το Τεκμήριο 7 αλλά και τα Τεκμήρια 10 και 11 προκύπτει ότι η επιστολή τερματισμού είχε αποσταλεί ενώ είχε επιδοθεί νομότυπα και σύμφωνα με τους Θεσμούς. Όσον αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο, υποστήριξε ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αντικατοπτρίζουν το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο αφού ουδέποτε υποβλήθηκε στη μάρτυρα που τις κατέθεσε ότι είναι λανθασμένες. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων και θα αναφερθεί με περισσότερη λεπτομέρεια σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του κάθε μάρτυρα και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Η Μ.Ε.1 ήταν μάρτυρας γεγονότων. Οι απαντήσεις της, τόσο κατά την κυρίως εξέτασή της αλλά και κατά την αντεξέταση της, ως προς τα θέματα που ερωτήθηκε, πηγάζουν από τη συμφωνία δανείου και τις καταστάσεις λογαριασμού. Συγκεκριμένα, η Μ.Ε.1 βασίστηκε και παρέπεμψε στη συμφωνία δανείου για να υποδείξει τους συμφωνημένους, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όρους ενώ επεξήγησε και την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού δίδοντας ολοκληρωμένες και πειστικές απαντήσεις. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο αλλά παρέμεινε σταθερή και επεξηγηματική καθ΄ολη την αντεξέτασή της ιδιαίτερα στο θέμα της ζημιάς που προκλήθηκε στην Ενάγουσα λόγω της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης 2 με τους όρους της σύμβασης δανείου. Επομένως, η μαρτυρία της κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Γίνεται, επίσης, δεκτή η αναντίλεκτη θέση της ότι υπό την ιδιότητά της ως Λειτουργός στο Τμήμα που χειρίζεται δικαστικές υποθέσεις στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd παρέλαβε τον φάκελο που αφορά την υπόθεση καθώς και τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε και ότι τα είχε στην κατοχή και φύλαξή της. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε αναλυτικές καταστάσεις του δανειακού λογαριασμού συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήριο
  1. Στο Πιστοποιητικό που συνοδεύει το Τεκμήριο 8, η Μ.Ε.1 αναφέρει την ιδιότητα της, ήτοι πως είναι μια εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Ενάγουσας αναφορικά με τους λογαριασμούς των Εναγόμενων 1 και 2 και βεβαιώνει ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις συνιστούν μέρος του αρχείου. Το Δικαστήριο δέχεται τη βεβαίωση καθώς επίσης και την πιστοποίηση ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Όπως και το ότι η Ενάγουσα καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή και ότι το λογισμικό σύστημα λειτουργούσε πάντοτε κανονικά. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο της Ενάγουσας και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τους λογαριασμούς των Εναγομένων 1 και
  2. Οι καταστάσεις λογαριασμού παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αυτόματα και αφού συγκρίθηκαν από την Μ.Ε.1 με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Έχει ήδη λεχθεί ότι αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Επίσης, πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε η Μ.Ε1, Τεκμήριο 9, στην οποία υπολογίζεται τόκος προς 7,5% από 01/01/2022 και ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, περιορίζοντας αναλόγως και την απαίτηση της Ενάγουσας. Και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Από τη στιγμή που η αναδομημένη καταστάση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, το οποίο αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, αυτή γίνεται αποδεκτή. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd. κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 274/09, ημερ. 27/04/
  3. Ενόψει της συγκεκριμένης διαπίστωσης, σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι την απόφαση Στέλιου Γεωργιάδη κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Πολ. Έφεση 376/14 ημερ. 16/03/2023 στην οποία λέχθηκε ότι «το βάρος απόδειξης ως προς το όποιο λανθασμένο των επίμαχων χρεοπιστώσεων βάραινε πλέον τους Εφεσείοντες (Χαραλάμπους κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 405/12, ημερ. 27.12.2019, Φωτίου κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση 39/12, ημερ. 3.5.18, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2287, 2293-2295, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491, 1498-1499)». Καθώς επίσης και τις αποφάσεις Πέτρου Κόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Πολ. Έφεση 386/14 ημερ. 20/03/2023 και Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας-Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ Πολ. Έφεση 325/14 ημερ. 07/04/2023, η πλευρά της Εναγομένης 2 φέρει το βάρος να αποδείξει το λανθασμένο το υπόλοιπο του λογαριασμού. Όσον αφορά τη μαρτυρία του επιδότη, Μ.Ε.2, δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρξε επίδοση της επιστολής τερματισμού στην μητέρα της Εναγομένης 2. Αυτό που αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν κατά πόσο η επίδοση ήταν ορθή γιατί η Εναγόμενη 2 δεν διατηρεί σχέσεις με τη μητέρα της παρά το ότι ζουν η μια πάνω από την άλλη. Αυτό, ο Μ.Ε.2 σίγουρα δεν είχε τρόπο να το γνωρίζει. Οπόταν, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, ήταν μάρτυρας αδιαμφισβήτητων γεγονότων εξ ου και δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 2, Μ.Υ.2, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί εκφεύγει της λογικής. Υποστήριξε ότι στο Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι τα ποσά είναι λανθασμένα και απέφυγε να απαντήσει σε ποιο σημείο της διαδικασίας είχε αντιληφθεί το λάθος. Όμως, οι καταστάσεις λογαριασμού της αποστέλλονταν και δεν φαίνεται να είχε γίνει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τα υπόλοιπα. Η ίδια δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τις κατ΄ισχυρισμό πληρωμές δόσεων προς την Ενάγουσα. Οπόταν, πώς αντιλήφθηκε ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν λανθασμένο και γιατί η ίδια το θεωρούσε λανθασμένο, είναι ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα. Όσον αφορά τη σχέση της με τη μητέρα της και τον ισχυρισμό ότι δεν της παραδόθηκε η επιστολή τερματισμού, ακόμα και αν γίνει αποδεκτή η συγκεκριμένη θέση δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εξέλιξη της υπόθεσης, για τους λόγους που θα διαφανούν κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Ο Μ.Υ.3, λογιστής στο επάγγελμα, έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Ως προς το καθήκον των εμπειρογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου, αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», έκδοση 2014, σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους, Π.Ε.320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν. Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).». Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη θέση του Μ.Υ.3 ότι τα γεγονότα που χρησημοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα που καταγράφει στο Τεκμήριο 12 δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη δανειακή σύμβαση. Δεν χρησημοποίησε το βασικό επιτόκιο που συμφωνήθηκε και ενώ η δανειακή σύμβαση δεν προέβλεπε τη χρήση του Euribor ή του Libor, ο ίδιος τα χρησιμοποίησε καταργώντας, στην ουσία, αυτά που είχαν γραπτώς συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Το γεγονός αυτό οδηγεί το Δικαστήριο στη μη αποδοχή της συγκεκριμένης Έκθεσης και της εν γένει μαρτυρίας του, αφού η ίδια η Εναγόμενη 2 έχει παραδεχθεί ότι έχει υπογράψει τη σύμβαση δανείου η οποία διέπει τη σχέση της με την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, ενόψει της προηγηθείσας αξιολόγησης, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: Τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας μεταβιβάστηκαν στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, η οποία συνήψε συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με την Ενάγουσα. Οι Εναγομένοι 1 και 2, στις 21/03/2008, συνήψαν γραπτή συμφωνία με την Ενάγουσα για την παραχώρηση δανείου ή/και τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους €110.000,00, Τεκμήριο
  1. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2, υποθηκεύτηκε ακίνητο της Εναγομένης 2 στη Λάρνακα, Τεκμήριο
  2. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθυστέρησαν στην πληρωμή των οφειλόμενων δυνάμει του επίδικου λογαριασμού δανείου, η Ενάγουσα, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 14/11/2013, ζήτησε την εξόφληση όλου του υπολοίπου και τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού, Τεκμήριο
  3. Η συγκεκριμένη επιστολή επιδόθηκε με επιδότη στις 16/12/
  4. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς καταγράφηκαν χωρίς να εξειδικευθούν, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ., μεταξύ άλλων, Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Ο ισχυρισμός που αφορά την ακυρότητα της υποθήκης Υ1891/08, παράγραφος 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης καθώς και ο ισχυρισμός της καταβολής του ποσού των €70.000,00 προς εξόφληση του συγκεκριμένου δανείου, δεν έχουν προωθηθεί, οπόταν δεν θα εξεταστούν. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ. μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη 2 η υπογραφή της σύμβασης και οι όροι της. Εν πάση περιπτώσει, στο κάτω μέρος της κάθε σελίδας του Τεκμηρίου 3 υπάρχουν τα αρχικά των Εναγόμενων 1 και 2 ότι έλαβαν γνώση των όρων. Η Εναγόμενη 2 επίσης υπέγραψε, στο Τεκμήριο 4, στη σελίδα 3, ότι αντιλαμβάνεται το δικαίωμά της να διερευνήσει τις πρόνοιες της σύμβασης με δικηγόρο της επιλογής της και ότι έχει αναγνώσει προσεκτικά τη σύμβαση εγγύησης και έχει κατανοήσει πλήρως τις πρόνοιές της και ότι την υπέγραψε με ελεύθερη βούληση. Έχει νομολογηθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Μακρή ν. Χ΄Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203 ότι ο καθένας γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου που υπογράφει και ότι η υπογραφή δεσμεύει (βλ. Πίττας ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 110). Συνακόλουθα, με την υπογραφή της, η Εναγόμενη 2 ενημερώθηκε για τους όρους του εγγράφου που υπέγραφε ενώ απέρριψε την προτροπή για λήψη νομικής συμβουλής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδικη συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων συνάφθηκε κατόπιν αιτήματος των Εναγόμενων 1 και 2 και οι όροι είχαν συμφωνηθεί, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο
  1. Η Εναγόμενη 2 αποδέχθηκε οικειοθελώς όπως παραχωρήσει, ως εγγύηση, την κατοικία της στη Λάρνακα, Τεκμήρια 3, 4 και 5 και ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρία όσον αφορά την εγκυρότητα και ή τον τρόπο λειτουργίας της δανειακής σύμβασης. Προκύπτει, συνακόλουθα, ότι με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης η Εναγόμενη 2 αποδέχθηκε τη λήψη της εκεί αναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης, με το εκεί αναφερόμενο επιτόκιο και παρείχε ως εξασφάλιση την υποθήκευση της οικίας της. Παρέμεινε αδιαμφισβήτητο πως πριν την παροχή της εγγύησης η Εναγόμενη 2 ενημερώθηκε για τους όρους και τις συνέπειες αυτής μέσω της κοινοποίησης των όρων, Τεκμήριο 4, εξ ου και υπέγραψε κάτω από τη δήλωση πως μελέτησε και κατανόησε τους όρους της εγγύησης πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Προκύπτει ακόμα και ότι κατά την παροχή της εγγύησης η Εναγόμενη 2 γνώριζε, αντιλήφθηκε και κατανόησε πλήρως τη φύση και τις συνέπειες του εγγράφου που υπέγραφε, εξ ου και δεν έλαβε νομική συμβουλή ενώ είχε ενημερωθεί ότι μπορούσε να το πράξει. Η συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων περιγράφει την πιστωτική διευκόλυνση που θα δίδετο στους Εναγόμενους 1 και 2, το ύψος αυτής, παράγραφος 1 του Τεκμηρίου 3, τους όρους αποπληρωμής ενώ περιλαμβάνει και τους όρους για τη χρέωση του τόκου και άλλων εξόδων και δικαιωμάτων, παράγραφος 3 του Τεκμηρίου
  2. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στην Υπεράσπισή της, παράγραφος 6, η Εναγόμενη 2 προβάλλει τον γενικό ισχυρισμό περί συμπερίληψης καταχρηστικών και παράνομων ρητρών στην επίδικη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Μ.Ε.1 παρέπεμψε στους σχετικούς όρους της συμφωνίας για τη δυνατότητα μεταβολής του επιτοκίου τονίζοντας, όμως, ότι δεν υπήρξε καμιά μεταβολή του βασικού επιτοκίου ή του περιθωρίου. Επεξήγησε πως το οφειλόμενο ποσό είχε υπολογιστεί χωρίς την επιβολή οποιωνδήποτε άλλων εξόδων στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Γενικοί ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών δεν ισοδυναμούν με ισχυρισμό είτε για τη χρέωση μη προβλεπόμενου στις συμφωνίες τόκου είτε για ασάφεια των όρων των συμφωνιών. Αυτοί οι ισχυρισμοί θα έπρεπε να προβάλλονταν συγκεκριμένα και με σαφήνεια στην Υπεράσπιση ούτως ώστε οι θέσεις της άλλης πλευράς να ήταν γνωστές τόσο προς την αντίδικη πλευρά όσο και προς το Δικαστήριο. Το γεγονός πως κάποια μαρτυρία επιτράπηκε στη ροή των ερωτήσεων κατά την αντεξέταση, δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ούτε την καθιστά επιτρεπτή. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 87/13, ημερ. 03/12/
  1. Εν πάση περιπτώσει, οι εισηγήσεις του δικηγόρου της Εναγόμενης 2 δεν βρίσκουν έρεισμα, αφού στη συμφωνία δανείου περιέχεται όρος περί χρέωσης βασικού επιτοκίου ύψους 4% και περιθωρίου ύψους 2%. Αντίστοιχες είναι και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα της κεφαλαιοποίησης. Και πάλι, στη συμφωνία, Τεκμήριο 3 παράγραφος 3(α), περιέχεται όρος που αφορά τον τρόπο τοκισμού του ποσού. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι συναφείς όροι δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αοριστία, ασάφεια ή αντιφατικότητα. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και όπως παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, η Εναγόμενη 2 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με βάση τους όρους της συμφωνίας με αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας στις 14/11/
  2. Η συγκεκριμένη επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 7, είχε επιδοθεί στη μητέρα της Εναγόμενης 2 η οποία κατοικεί στο σπίτι κάτω από το δικό της. Η Δ. 5 θ.2
(1)(ι) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών κατατάσσει ως ορθή την επίδοση αν το έγγραφο, το οποίο πρέπει να επιδοθεί, αφεθεί σε μέλος της οικογένειας του προσώπου στο οποίο πρέπει να επιδοθεί. Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, η επιστολή τερματισμού επιδόθηκε στη μητέρα της Εναγόμενης 2, στη διεύθυνση που η ίδια η Εναγόμενη 2 είχε παραχωρήσει προς την Ενάγουσα. Ας επιτραπεί στο Δικαστήριο η υιοθέτηση του σκεπτικού της απόφασης του Πρόεδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Μαλαχτού, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd. ν. Μάριου Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής 2323/2012 ημερ. 27/05/2016 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την επιστολή τερματισμού ημερ. 12.9.2011 ο Εναγόμενος αρνείται τη σχετική παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι «...παρανόμως και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων τερματίστηκαν και ή έκλεισαν οι σχετικοί λογαριασμοί και ή κάρτα και ή δανειοδότηση». Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι «... κακώς και κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους η Ενάγουσα τον κάλεσε ως η παρ.15 να εξοφλήσει τυχόν υπόλοιπα». Στην παρ.15 της Έκθεσης Απαίτησης γινόταν αναφορά στην επιστολή ημερ. 6.2.2012 όπου εμπεριέχετο η πληροφορία ότι η Τράπεζα είχε από 12.9.2011 τερματίσει τη λειτουργία αμφότερων των λογαριασμών. Εμμέσως πλην σαφώς, παραδέχεται τον τερματισμό αμφοτέρων των επιδίκων λογαριασμών» [.] Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, που δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Τράπεζα τερμάτισε αμφότερες τις Συμφωνίες. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία ότι η επιστολή ημερ. 12.9.2011 ετοιμάστηκε από την Τράπεζα, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι η Τράπεζα έλαβε την απόφαση να τερματίσει και τερμάτισε τις συμφωνίες. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η λήψη της από τον Εναγόμενο
  1. Προς τούτο δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από την υπεράσπιση, και σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε καθοριστική σημασία εάν ο Εναγόμενος 1 πράγματι δεν παρέλαβε την επιστολή. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αμφότερες οι επίδικες Συμφωνίες τερματίστηκαν από την Τράπεζα και τα χρεωστικά υπόλοιπα αμφοτέρων των επιδίκων λογαριασμών κατέστησαν απαιτητά και πληρωτέα προς την Τράπεζα. Εφόσον δεν εξοφλήθηκαν η Τράπεζα νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής.». Το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλόμενων, όπως προνοείτο στη συμφωνία Τεκμήριο
  2. Οπόταν, η Τράπεζα επέλεξε όπως τερματίσει τη συμφωνία και αξιώσει την καταβολή της πληρωμής του ποσού του δανείου αφού υπήρχε παραβίαση των όρων αποπληρωμής του δανείου. Σύμφωνα με τον όρο 5 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 3, όταν «οποιοδήποτε μέρος του δανείου ήθελε ζητηθεί από τη Συνεργατική θα καθίσταται απαιτητό...». Ενώ κάθε ειδοποίηση που αφορά τη δανειακή σύμβαση, σύμφωνα με τον όρο 12, μπορεί να σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα ή σε οποιαδήποτε διεύθυνση δώσει ο χρεώστης στη Συνεργατική. Ερνηνεύοντας και εφαρμόζοντας τους συγκεκριμένους όρους, η επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 7, είχε επιδοθεί στη διεύθυνση που είχε δοθεί από την ίδια την Εναγόμενη 2 στη μητέρα της, Τεκμήριο
  3. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δέχθηκε την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι η επιστολή τερματισμού επιδόθηκε κανονικά στη διεύθυνση της Εναγόμενης 2, όπως αυτή καταγράφεται στη συμφωνία δανείου (βλ. Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2059) και ως εκ τούτου, τεκμαίρεται η παραλαβή της. Όμως, ακόμη και αν υποθέσει το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 2 δεν παρέλεβε τη συγκεκριμένη επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 7, σύμφωνα με τον λόγο της απόφασης Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 87/13 ημερ. 03/12/2019, η καταχώριση της ίδιας της αγωγής συνιστά τερματισμό της δανειακής σύμβασης. Παρατίθεται το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Το ότι η αγωγή τερμάτιζε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία το αποδέχονται και οι ίδιοι οι εφεσείοντες στο περίγραμμα τους με μόνη διαφορά ότι ο τερματισμός ενεργοποιείτο από 5.7.2006, αντί από 11.1.2006, που ήταν η ημερομηνία επιστολής του τερματισμού.». Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, το ύψος του οποίου αποτελεί κοινό έδαφος ότι είναι επίδικο και επομένως παραμένει προς εξέταση. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη σχετική νομολογία, είναι ότι εκεί όπου αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ως οφειλόμενου ποσού θα πρέπει να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει τις χρεοπιστώσεις και κίνηση του επίδικου λογαριασμού και τον τρόπο που υπολογίστηκε ο τόκος από την έναρξη της ισχύος του λογαριασμού μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Η συμφωνία δανείου, είναι κοινώς αποδεκτό ότι περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου. Η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο περιλαμβάνει το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία τερματισμού προς 4% συν το περιθώριο 2,5% πλέον τόκος υπερημερίας 1%, χωρίς οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χρέωση τόκου υπερημερίας μέχρι 2% συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, όρος 3(α) του Τεκμηρίου 3. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και ότι συνάδει με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, η αναδομημένη κατάσταση παραμένει ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. .. οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Επίσης, σχετικές είναι και οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηριου στις αποφάσεις Πέτρου Κόκκινου κ.α ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ανωτέρω) και Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ (ανωτέρω). Παρά τις αιτιάσεις της Υπεράσπισης, διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι η Μ.Ε.1 εξήγησε με επάρκεια τι εφαρμόστηκε σε σχέση με τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Πόσο μάλλον όταν η μαρτυρία δεν πλήγηκε από την αντεξέταση και συν τω χρόνω η μαρτυρία που κλήθηκε από την Υπεράσπιση δεν κατατάχθηκε ικανή ώστε να καταρρίψει τα όποια συμπεράσματα και να ανατρέψει το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) που ο νόμος εναπόθεσε στους ώμους της. Βάσει όλων των ανωτέρω, έπεται ότι η εκ πρώτης όψεως απόδειξη του αναδομημένου λογαριασμού δεν πλήγηκε και συνεπώς καθίσταται επαρκής απόδειξη του υπολοίπου. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 9, περιέχει τον ορθό υπολογισμό των ποσών καθότι από την ημερομηνία τερματισμού υπολογίζεται το βασικό επιτόκιο προς 4%, ως ίσχυε κατά την ημερομηνία τερματισμού, συν το επιτρεπόμενο ποσοστό περιθωρίου 2,50% πλέον τόκος υπερημερίας 1%, ήτοι που δεν υπερβαίνει το 2%. Καταληκτικά, είναι νομολογημένο ότι η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 246/2013 ημερ. 11/12/2019). Στην υπό κρίση υπόθεση, η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το βάσιμο της αξίωσής της και σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον της Εναγόμενης 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1, για το ποσό των €246.914,01 πλέον τόκο προς 7,5% ετησίως από τις 01/01/2022, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 2 για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στην υποθήκη Υ1891/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και όπως το προϊόν της πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγόμενης 2. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας. Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) .................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.