B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. LA LENIA JEWELLERY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1467/14, 21/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1467/14 Μεταξύ: B2KAPITAL CYPRUS LTD Ενάγουσας -και- 1.LA LENIA JEWELLERY LIMITED 2.Γ.Π.Κ. 3.Ε.Α.Γ 4.Λ.Π.Κ. 5.Π.Π.Κ. Εναγόμενων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23/03/22 B2KAPITAL CYPRUS LTD Ενάγουσας -και- 1.LA LENIA JEWELLERY LIMITED 2.Γ.Π.Κ. 3.Ε.Α.Γ 4.Λ.Π.Κ. 5.Γ.Κ., ως διαχειριστής της περιουσίας του Π.Π.Κ. Εναγόμενων Ημερομηνία: 21 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Η κα. Ε. Παπαγεωργίου με κα Ε. Σιναπίδου, για Δ. Σύζινος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1-5: Ο κ. Δημοσθένους με κα Δημοσθένους, για Αργυρού & Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, αξιώνει από τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 5 το ποσό των €10.145,73 πλέoν τόκους ως οφειλόμενο, δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού και το ποσό των €237.756,96 πλέον τόκους ως οφειλόμενο, δυνάμει συμφωνίας δανείου. Παράλληλα, ζητά την έκδοση διατάγματος εκποίησης, με δημόσιο πλειστηριασμό, του ενυπόθηκου ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη Υ2455/04 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, η οποία αφορά χωράφι το οποίο ανήκει στους Εναγόμενους 2 και
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στις 27/04/1990, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η Τράπεζα συμφώνησε να παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, Πρωτοφειλέτιδα, τρεχούμενο λογαριασμό ή και τραπεζικές διευκολύνσεις, αρχικά χωρίς όριο, ήτοι με το όριο να αυξομειώνεται ανάλογα με τις ανάγκες της Εναγομένης 1 και ακολούθως το προσδιόρισε, στις 05/08/2011, στα €1.000,
- Στις 09/08/2011 παραχωρήθηκε, μετά από αίτημα της Εναγομένης 1 εταιρείας, δάνειο ύψους €210.000,
- Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι το δάνειο θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή με 120 μηνιαίες δόσεις ύψους €2.533,45 έκαστη από 02/09/2011 και ότι ο τόκος θα υπολογιζόταν ανά τριμηνία και θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο. Με συμπληρωματική συμφωνία, που καταρτίστηκε στις 05/01/2012, συμφωνήθηκε ότι οι δόσεις για αποπληρωμή του συγκεκριμένου δανείου θα καταβάλλονταν μόνο κατά τους μήνες Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο και το ποσό της μηνιαίας δόσης θα ανερχόταν στις €5.872,50 μηνιαίως. Η Ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα να μεταβάλλει, κατά την κρίση της, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας και των πιστωτικών κανόνων, το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες ή/και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και να επιβαρύνει με αυτά τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε από τις δόσεις με τους τόκους και τα δικαιώματα της Ενάγουσας, καθιστούσε το εν λόγω δάνειο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5, στις 09/08/2011, εγγυήθηκαν γραπτώς, με συνεχή εγγύηση, όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας, που προέκτυπταν από τη συγκεκριμένη συμφωνία με την Ενάγουσα, μέχρι του ποσού των €230.000,00 πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις, τραπεζικά έξοδα και δαπάνες. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραχώρησαν στις 11/03/2004, ως εξασφάλιση, την υποθήκη με αριθμό Υ.2455/04 επί ακινήτου στην Επαρχία Λευκωσίας. Με σχετικό έγγραφο ημερομηνίας 09/08/11, συγκατατέθηκαν όπως η υποθήκη συνεχίσει να εξασφαλίζει όλες τις διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Εναγομένη 1 εταιρεία. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία, προς εξασφάλιση της Τράπεζας, παραχώρησε ή/και διατήρησε Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 25/06/1990 για το ποσό των £10.000 (ήτοι €17.086,01) πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 27/06/
- Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 1 εταιρεία, παραχώρησε ή/και διατήρησε στην Τράπεζα δεύτερο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 07/05/1991, για το ποσό των £10,000 ( ήτοι €17.086,01) πλέον τόκους και έξοδα το οποίο ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 08/05/
- Το τρίτο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης υπογράφτηκε στις 15/04/2002 για το ποσό των £30.000 (ήτοι €51.258,04) το οποίο ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 29/04/2002 και το τέταρτο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης υπογράφτηκε στις 02/03/2004 για το ποσό των £50.000 (ήτοι €85.430,07) το οποίο ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 10/03/
- Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 εκχώρησε στην Τράπεζα τα δικαιώματα που προέκυπταν από την ασφάλεια ζωής του, ημερομηνίας 25/05/2006, στην Liberty Life. Επίσης, στις 16/08/2010, η Εναγόμενη 1 υπέγραψε συμφωνία για ενεχυρίαση κινητών αξιών προς όφελος της Τράπεζας ενώ στις 25/06/2010 υπέγραψε αννέκλητη υποχρέωση ενεχυρίασης αξιογράφων κεφαλαίου προς όφελος της Τράπεζας. Λόγω του ότι ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 εταιρείας, παρουσίαζε καθυστερήσεις, στις 30/10/2012 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολές προς τους Εναγόμενους γνωστοποιώντας τους τις καθυστερήσεις και καλώντας τους όπως συμμορφωθούν εντός 21 ημερών, χωρίς όμως οι Εναγόμενοι να συμμορφωθούν. Ακολούθησε επιστολή ημερομηνίας 09/01/2013 με την οποία τερματίστηκαν οι συμφωνίες δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων τρεχουμένου. Στις 27/10/2014, οι λογαριασμοί της Εναγόμενης 1 εταιρείας έδειχναν υπόλοιπο, ο τρεχούμενος λογαριασμός ύψους €10.419,67 πλέον τόκος 12% από 10/06/2014 και ο λογαριασμός δανείου €237.756,96 πλέον τόκο προς 12% από 01/07/2014, με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά εξάμηνο. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ξεχωριστές Υπερασπίσεις. Στην Υπεράσπισή της η Εναγόμενη 1 εταιρεία αμφισβητεί την ορθότητα και νομιμότητα των διαδικασιών που έλαβαν χώρα δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013 με την οποία όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 27/04/1990 για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, όμως, προωθεί τη θέση ότι υπήρχε καθορισμένο όριο το οποίο προσαρμοζόταν αναλόγως των εκάστοτε συμφωνιών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 εταιρείας με ανώτατο παραχωρηθέν όριο, στις 05/08/2011, τις €136.688,00 το οποίο μειώθηκε στις 09/08/2011 στο ποσό των €1.000,
- Η Εναγόμενη 1 είχε εξαναγκαστεί όπως υπογράψει την ενοποίηση της πιστωτικής διευκόλυνσης του τρεχούμενου λογαριασμού με άλλη διευκόλυνση που είχε παραχωρηθεί υπό μορφή δανείου με αρχικό ποσό €136.689,00, ο οποίος εξυπηρετείτο κανονικά χωρίς οποιεσδήποτε καθυστερήσεις και με υπόλοιπο, στις 25/06/2010, €81.503,
- Οι όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας είχαν καθοριστεί από την Τράπεζα, η οποία είχε δεσπόζουσα θέση και επέβαλλε όρους κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας, οι οποίοι όροι ήταν προδιατυπωμένοι και δεν υπήρχε η δυνατότητα διαπραγμάτευσής τους. Το δε καθορισθέν επιτόκιο ήταν κατά παράβαση του επιτοκίου που είχε καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και συνιστά κερδοσκοπία και τοκογλυφία. Προωθείται η θέση ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος Ν.160(Ι)/99 είναι αντισυνταγματικός γιατί παραβιάζει τα Άρθρα 8, 9 και 26 του Συντάγματος και διαζευκτικά ότι δεν είναι εναρμονισμένος με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες. Διαζευκτικά, προωθείται ως Υπεράσπιση ότι ενσωματώθηκαν καταχρηστικές ρήτρες εν τη εννοία του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου Ν.93(Ι)/96, στις συγκεκριμένες συμφωνίες παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων οι οποίες αφορούν τη χρέωση του τόκου, του τόκου υπερημερίας και της κεφαλαιοποίησης. Αμφισβητούνται δε τα οφειλόμενα ποσά και καταγράφεται ότι η Ενάγουσα επέβαλλε επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από τον Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Όσον αφορά τη συμφωνία 09/08/2011, παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας για το ποσό των €210.000,00 και το άνοιγμα του λογαριασμού και την υπογραφή της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 05/01/
- Προωθεί τη θέση ότι για δύο δεκαετίες οι λογαριασμοί λειτουργούσαν χωρίς προβλήματα και η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε παράσχει εξασφαλίσεις υπό τη μορφή δέσμευσης μετρητών ύψους €170.860,00, το οποίο μειώθηκε από την Ενάγουσα, με επιστολή ημερομηνίας 02/10/2007, στο ποσό των €102.345,00 γιατί οι παρασχεθείσες εξασφαλίσεις υπερκάλυπταν το σύνολο των πιστωτικών διευκολύνσεων. Την ίδια περίοδο είχαν ενεχυριαστεί και 247.608 μετοχές εταιρείας εισηγμένης στο Χ.Α.Κ., οι οποίες είχαν σημαντική αξία. Η Εναγόμενη 1 απέκτησε, εκβιαστικά ή με δόλιο τρόπο, αξιόγραφα της Marfin Popular Bank τα οποία ενεχυρίασε προς όφελος της Ενάγουσας. Στις 09/08/2011, η Ενάγουσα απαίτησε την αναδιοργάνωση των λογαριασμών της Εναγομένης 1 εταιρείας, ήτοι του λογαριασμού δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού, λόγω μη επαρκών εξασφαλίσεων. Η Εναγόμενη 1 τηρούσε διαχρονικά τα συμφωνηθέντα ενώ υπήρχε μια ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης η οποία είχε εδραιωθεί από τα 20 χρόνια συνεργασίας. Κατά τους υπολογισμούς της Εναγόμενης 1, αυτή όφειλε το ποσό των €115.397,
- Ουσιαστικά, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα τη ξεγέλασε και μετέτρεψε τις εξασφαλίσεις ύψους €103.000,00 σε αξιόγραφα με αποτέλεσμα να υποστεί η ίδια ζημιά. Εξανάγκασαν την Εναγόμενη 1 εταιρεία να αποδεσμεύσει το ποσό των €102.345,00 το οποίο είχε παραχωρηθεί ως εξασφάλιση με σκοπό την αγορά αξιογράφων της, κατά δική της απαίτηση. Ανταπαιτεί την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να κηρύσσεται ως παράνομος ή/και αυθαίρετος ή/και αντισυμβατικός ο τερματισμός της συμφωνίας ημερομηνίας 09/08/2011 καθώς και του τρεχούμενου λογαριασμού και συμψηφισμού του ποσού των €102.345,00 με το οφειλόμενο ποσό. Διαζευκτικά, ζητά διάταγμα διαγραφής του ποσού των €102.345,00 από την οφειλή καθώς και σωρεία άλλων διαταγμάτων. Απαιτεί το ποσό των €102.345,00 ως ζημιά που υπέστη η οποία προέκυψε λόγω της παράβασης των εκ του Νόμου καθηκόντων της Ενάγουσας και ή της δόλιας και ή παράνομης και αυθαίρετης συμπεριφοράς της. Στις ίδιες γραμμές κινούνται και οι Υπερασπίσεις των Εναγόμενων 2, 3, 4 και
- Αμφισβητείται η νομιμότητα και η ορθότητα της μεταφοράς των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου και προβάλλεται η αντισυνταγματικότητα του Ν.160(Ι)/
- Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 προωθεί τη θέση ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων του δανείου αφού η τελευταία δόση ύψους €5.872,00 καταβλήθηκε στις 03/12/2012, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 05/01/2012 και η επόμενη δόση θα ήταν πληρωτέα τον Ιούνιο
- Οπόταν, ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου ήταν παράνομος ή/και αυθαίρετος ή/και αντισυμβατικός ή/και καταχρηστικός. Σε σχέση με τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού, υποστηρίζει ότι έγινε με δόλο ή/και παράνομα ή/και προς εξαπάτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας γιατί υπήρχε οργανωμένο σχέδιο για να σταλεί η Εναγόμενη 1 και ο ίδιος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η συγκατάθεσή του ημερομηνίας 09/08/2011 για συνέχιση της υποθήκης Υ2455/04, είναι άκυρη γιατί λήφθηκε λόγω απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και δόλου. Ανταπαιτεί δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παραχωρηθείσα προσωπική εγγύηση εξασφαλίστηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή/και ψυχολογικής βίας ή/και απόκρυψης ουσιωδών πληροφοριών. Ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η παραχωρηθείσα προσωπική εγγύηση ημερομηνίας 09/08/
- Σε σχέση δε με την υπογραφείσα έγγραφη «Συγκατάθεση» του, ζητά δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η παραχωρηθείσα συγκατάθεσή του για συνέχιση και διατήρηση της υποθήκης Υ.2455/
- Επίσης, ζητά παρεμφερή διατάγματα. Στη δική τους Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι η εγγύηση που είχαν παραχωρήσει στις 09/08/2011, σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, είναι άκυρη γιατί η Τράπεζα παρέβηκε τις πρόνοιες της Νομοθεσίας που αφορά την προστασία των εγγυητών. Συγκεκριμένα, ότι η Τράπεζα ουδέποτε ενημέρωσε τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις ή/και τους ενημέρωσαν με μεγάλη καθυστέρηση από την ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη 1 εταιρεία ξεκίνησε να μη συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της. Καταγράφονται, ως λεπτομέρειες αμέλειας ή/και δόλου ή/και παραβιάσεις των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Τράπεζας, ότι παρέλειψε να παραδώσει την επιστολή στην οποία να αποκαλύπτονται ή/και να καταγράφονται τα ποσά του δανείου ή/και της πιστωτικής διευκόλυνσης του τρεχούμενου λογαριασμού. Ότι παρέλειψε να παραδώσει τη γραπτή δήλωση της Εναγομένης 1 εταιρείας σχετικά με τα περιουσιακά της στοιχεία. Ότι επέτρεψε όπως ο τρεχούμενος λογαριασμός τεθεί εκτός των συμφωνηθέντων πιστωτικών ορίων από τις 26/08/
- Ανταπαιτούν την απαλλαγή τους από την προσωπική εγγύηση αφού, κατά τον ισχυρισμό τους, είναι άκυρη λόγω της απόκρυψης γεγονότων ή/και των ψευδών παραστάσεων ή/και της ψυχολογικής βίας δυνάμει της οποίας είχε αποσπαστεί η υπογραφή τους. Η Ενάγουσα προώθησε την υπόθεσή της με τη μαρτυρία ενός μάρτυρα, του Α.Β., Μ.Ε.1, Λειτουργού στο Τμήμα μη Εξυπηρετούμενων Δανείων της Ενάγουσας και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, λόγω της προηγούμενης εργοδότησής του στην Τράπεζα Κύπρου, γνωρίζει την πρακτική που τηρείτο από τη συγκεκριμένη Τράπεζα στα θέματα δανειοδότησης. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη γραπτή του δήλωση αναφέρεται στη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Ltd στην Τράπεζα Κύπρου και ακολούθως της συγκεκριμένης τραπεζικής διευκόλυνσης από την Τράπεζα Κύπρου στην Ενάγουσα. Καταγράφει ότι όλοι οι Εναγόμενοι είχαν ενημερωθεί για την πρόθεση της πώλησης των επίδικων διευκολύνσεων προς την Ενάγουσα, με επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 24/01/2020 και ακολούθως ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα, με επιστολή ημερομηνίας 13/05/2020, για την απόκτηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προέκυπταν από τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις. Οι Εναγόμενοι δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με τη μεταφορά των τραπεζικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα παρά τη λήψη των επιστολών. Όμως, η διαδικασία αποστολής επιστολών επαναλήφθηκε το 2021, γιατί αυτό κρίθηκε απαραίτητο, με την Τράπεζα να αναλαμβάνει εκ νέου τις συγκεκριμένες διευκολύνσεις. Οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν, με την επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 19/03/2021, για την ανάληψη και κάποιους μήνες μετά, την 01/07/2021, η Τράπεζα ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι οι συγκεκριμένες διευκολύνσεις θα μεταφέρονταν στην Ενάγουσα και στάληκαν οι δέουσες επιστολές. Καταγράφει ότι η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως Πρωτοφειλέτης και οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 ως εγγυητές της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Οι δε Εναγόμενοι 2 και 3, ενάγονται, επίσης, με την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη. Ως προς τα γεγονότα, καταγράφει ότι στις 27/04/1990, με αίτημα της Εναγόμενης 1 εταιρείας, συμφωνήθηκε η παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων και συγκεκριμένα υπογράφτηκε συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού το όριο του οποίου αυξομειωνόταν σύμφωνα με τις ανάγκες της Εναγομένης 1 εταιρείας. Η Τράπεζα, έχοντας εξετάσει την οικονομική κατάσταση καθώς και τις δυνατότητες αποπληρωμής του συγκεκριμένου τρεχούμενου λογαριασμού, στη συνέχεια χορήγησε, στις 15/04/2002, δάνειο στην Εναγόμενη 1 με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο ύψους 7,8% και τον τόκο να υπολογίζεται ανά τριμηνία και να ανατοκίζεται δύο φορές τον χρόνο. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, στις 10/09/2009, το υπόλοιπο ανερχόταν στις €25.000,00 και χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο ύψους 9%. Στις 05/08/2011, το ύψος της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού μειώθηκε στα €1.000,
- Ο τρόπος λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού είχε καθοριστεί με απόφαση της Εναγόμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 05/08/
- Ενώ, στις 15/04/2002, είχε υπογραφτεί συμφωνία αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού της Εναγομένης 1 και/ή οι όροι χορήγησης οποιωνδήποτε δανείων. Όσον αφορά το αίτημα της Εναγόμενης 1 για παροχή δανείου, αυτό εγκρίθηκε στις 05/08/2011 και της παραχωρήθηκε δάνειο για το ποσό των €210.000,00 με συγκεκριμένες εξασφαλίσεις και υπογράφτηκε προς τούτο, στις 09/08/2011, η συμφωνία δανείου. Οι όροι της συμφωνίας δανείου ήταν ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 120 μηνιαίες διαδοχικές δόσεις εκ €2.533,45 από 02/09/2011 και ότι θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 8%, ότι ο τόκος θα ήταν πληρωτέος ανά τριμηνία, ότι παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης καθιστούσε ολόκληρο το ποσό απαιτητό και ότι η Τράπεζα δικαιούτο να μεταβάλει τον τόκο, κατά την κρίση της, στα πλαίσια των ισχύοντων πιστωτικών κανόνων. Ως εξασφάλιση των δανειακών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 παρείχαν προσωπική εγγύηση μέχρι του ποσού των €230.000,
- Επιπρόσθετα, υποθηκεύτηκε ακίνητο ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 2 και
- Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, παραχωρήθηκε το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που είχε υπογραφτεί στις 25/06/1990 για το ποσό των €17.086,01 και υπογράφτηκε δεύτερο Ομόλογο, στις 07/05/1991, για το ποσό των €17.086,01, τρίτο Ομόλογο στις 15/04/2002 για το ποσό των €51.258,04 για να ακολουθήσει και τέταρτο Ομόλογο Επιβάρυνσης, το οποίο υπογράφτηκε στις 02/03/2004, ύψους €85.430,
- Ακολούθως, στις 16/08/2010, η Εναγόμενη 1 εταιρεία υπόγραψε Συμφωνία Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών καθώς και Ανέκκλητη Ανάληψη Υποχρέωση Ενεχυρίασης Αξιογράφων Κεφαλαίου. Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης της ασφάλειας ζωής του στις 25/05/
- Στις 05/01/2012 υπογράφτηκε συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ των Μερών για αλλαγή της ημερομηνίας εξόφλησης του δανείου, από 02/08/2021 σε 02/06/2021, καθώς και του χρόνου καταβολής των δόσεων, ήτοι θα καταβάλλονταν δόσεις ύψους €5.872,50 για 6 μήνες τον χρόνο, ήτοι από τον Ιούλιο μέχρι τον Δεκέμβριο εκάστου έτους. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με το πρόγραμμα καταβολής των συμφωνημένων δόσεων, τόσο σε σχέση με τη συμφωνία δανείου καθώς και σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, η Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 30/10/2012 προς τους Εναγόμενους 1 μέχρι
- Παρά την αποστολή, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, των επιστολών, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση και ακολούθως με επιστολή ημερομηνίας 09/01/2013, προς όλους τους Εναγόμενους, η Τράπεζα προχώρησε σε τερματισμό της συμφωνίας δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού ενημερώνοντας για την επιβολή επιτοκίου προς 12%. Κατά τον τερματισμό των συγκεκριμένων λογαριασμών, ήτοι τον Οκτώβριο 2014, ο τρεχούμενος λογαριασμός της Εναγόμενης 1 έδειχνε ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €10.419,67 με τόκο 12% από 10/06/2014, ενώ ο λογαριασμός δανείου έδειχνε ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €237.756,96 πλέον τόκο 12% από 01/07/
- Ανέφερε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τις συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις συνιστούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο διατηρείται συστηματικά και αδιάλειπτα σε ηλεκτρονική μορφή, ήτοι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με την αντικατάσταση της Τράπεζας από την Ενάγουσα, οι επίδικοι λογαριασμοί και το ηλεκτρονικό αρχείο μεταφέρθηκαν αυτούσιοι στην Ενάγουσα από την Τράπεζα Κύπρου και έκτοτε συνέχισαν να λειτουργούν και να τηρούνται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο ως το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας Κύπρου. Ο ίδιος είχε ελέγξει τις καταχωρίσεις στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό αρχείο και τις είχε αντιπαραβάλει και είχε καταρτίσει και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποκαλύπτεται ότι το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο για το δάνειο ανέρχεται στις €479.076,51 και για τον τρεχούμενο λογαριασμό στις €20.606,
- Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 1, πιστοποιητικό σύστασης της Ενάγουσας εταιρείας, ως Τεκμήριο 2, την άδεια λειτουργίας της, ως Τεκμήριο 3, πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την αλλαγή του ονόματος της Λαϊκής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 4, επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 24/01/2020 που διαβιβάστηκε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία σε σχέση με την πρόθεση της πώλησης πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 5, επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία και τους εγγυητές της, ημερομηνίας 14/05/2020, με την οποία ενημερωνόταν η Εναγόμενη 1 εταιρεία για τη μεταφορά των συγκεκριμένων τραπεζικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα. Ως Τεκμήριο 6, επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 13/05/2020 με την οποία ενημέρωνε την Εναγόμενη 1 εταιρεία και τους εγγυητές της για την αγορά των συγκεκριμένων τραπεζικών διευκολύνσεων, ως Τεκμήριο 7, επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 19/03/2021 για την επιστροφή του δανειακού πακέτου πίσω στην Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 8, δέσμη επιστολών της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 10/05/2021 για την παραλαβή των συγκεκριμένων πσιτωτικών διευκολύνσεων και ως Τεκμήριο 8Α, επιστολές της Ενάγουσας με την ίδια ημερομηνία προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία και τους εγγυητές της για επιστροφή των τραπεζικών διευκολύνσεων στην Τράπεζα. Ως Τεκμήριο 9, κατατέθηκε δέσμη επιστολών της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 01/07/2021 για την πώληση των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα και ως Τεκμήριο 9Α, επιστολές της ίδιας ημερομηνίας της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους για τη μεταφορά των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ως Τεκμήριο 10, κατατέθηκε επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς όλους τους Εναγόμενους, ημερομηνίας 12/05/2021, με την οποία κοινοποιείτο η πρόθεση πώλησης των συγκεκριμένων διευκολύνσεων. Ως Τεκμήριο 11, κατατέθηκε το ιδρυτικό έγγραφο της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ως Τεκμήριο 12, δέσμη από πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών που αφορούν την Εναγόμενη 1 εταιρεία και τη σύνθεσή της. Ως Τεκμήριο 13, κατατέθηκε η αίτηση για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού από την Εναγόμενη 1 εταιρεία, ως Τεκμήριο 14, κατατέθηκε η απόφαση της Εναγομένης 1 εταιρείας, ημερομηνίας 05/08/1998, αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, ως Τεκμήριο 15, κατατέθηκε η συμφωνία ημερομηνίας 15/04/2002 που αφορούσε τον τρόπο λειτουργίας των τραπεζικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στην Εναγομένη 1 εταιρεία. Ως Τεκμήριο 16, κατατέθηκε η επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 10/09/2009 σε σχέση με την ανανέωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ως Τεκμήριο 17, η επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 05/08/2011 σε σχέση με την παραχώρηση δανείου και της μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, ως Τεκμήριο 18, κατατέθηκε η σύμβαση δανείου ενώ, ως Τεκμήριο 19, κατατέθηκε η εξουσιοδότηση για άνοιγμα λογαριασμού με σκοπό την αναδιάρθρωση των διευκολύνσεων. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 07/09/2009, που αφορούσε τις συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20 και ως Τεκμήριο 21 κατατέθηκε η αίτηση της Εναγόμενης 1 για αναθεώρηση του δανείου της ή και των τραπεζικών διευκολύνσεών της, ημερομηνίας 15/09/
- Η επιστολή προσφοράς, ημερομηνίας 05/01/2012, σε σχέση με τις τροποποιημένες διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 23, κατατέθηκε η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 09/08/2011, ως Τεκμήριο 24, το έγγραφο της υποθήκης Υ2455/04 και ως Τεκμήριο 24Α, τα έγγραφα του Κτηματολογίου που αφορούσαν την κατάθεση της υποθήκης στο Κτηματολόγιο. Ως Τεκμήριο 25, κατατέθηκε το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Ως Τεκμήριο 26, κατατέθηκε η συγκατάθεση των Εναγόμενων 2 και 3 για εξασφάλιση όλων των τραπεζικών διευκολύνσεων της Εναγομένης 1 εταιρείας με την υποθήκη Υ2455/
- Ως Τεκμήριο 27, κατατέθηκε η δέσμη των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που είχαν υπογραφεί από την Εναγόμενη 1 εταιρεία προς όφελος της Τράπεζας. Ως Τεκμήριο 28, κατατέθηκε το έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών. Ως Τεκμήριο 29, κατατέθηκε το έντυπο ενημέρωσης των εμπλεκόμενων μερών σε ενέχυρο, ημερομηνίας 03/12/
- Ως Τεκμήριο 30, κατατέθηκε το εκχωρητήριο έγγραφο της ασφάλειας ζωής του Εναγόμενου
- Ως Τεκμήριο 31 κατατέθηκε δέσμη προειδοποιητικών επιστολών 21 ημερών προς όλους τους Εναγόμενους που αφορούσε την ενημέρωση για την υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό και για την καθυστέρηση στη δόση του δανείου, ως Τεκμήριο 32, δέσμη επιστολών ημερομηνίας 09/01/2013, προς όλους τους Εναγόμενους, που αφορούσε τον τερματισμό της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού και της συμφωνίας δανείου. Η δέσμη των λεπτομερών καταστάσεων λογαριασμού της δανειακής σύμβασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33, ως Τεκμήριο 34, κατατέθηκε η δέσμη καταστάσεων λογαριασμού που αφορούν τον τρεχούμενο λογαριασμό, ως Τεκμήριο 35, ο αναδομημένος λογαριασμός σε σχέση με τη σύμβαση δανείου, ως Τεκμήριο 36, ο αναδομημένος λογαριασμός που αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, ως Τεκμήριο 37, τα νενομισμένα πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9 και ως Τεκμήριο 38, κατατέθηκαν οι ανακοινώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στον έντυπο τύπο σε σχέση με τα επιτόκια. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι αντί 8,89%, που ήταν ο τόκος, η Τράπεζα είχε χρησιμοποιήσει το 8% στις αναδομεμένες καταστάσεις λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν είναι τράπεζα, αλλά συνιστά εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Αντεξετασθείς, αναγνώρισε στα Τεκμήρια 4, 5 και 6 τις επιστολές της Τράπεζας Κύπρου προς την Εναγόμενη εταιρεία για την πώληση τόσο των διευκολύνσεων του δανείου καθώς και του τρεχούμενου λογαριασμού. Εξήγησε ότι γνωστοποιείτο στις συγκεκριμένες επιστολές το δικαίωμα των Εναγόμενων να διευθετήσουν, εντός 45 ημερών, τις υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα. Λόγω του ότι αυτό δεν έγινε, στάληκαν από την Τράπεζα, στις 05/02/2020, τα «Goodbye letter». Ήταν η θέση του ότι η επιστολή, Τεκμήριο 4, δεν είχε σταλεί προς όλους τους εμπλεκόμενους γι΄ αυτό κρίθηκε ορθό να επαναληφθεί η διαδικασία. Εξήγησε ότι στη συνέχεια οι συγκεκριμένες τραπεζικές υποχρεώσεις επιστράφηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και προς τούτο ενημερώθηκαν όλοι οι Εναγόμενοι με τις επιστολές ημερομηνίας 19/03/2021 και 10/05/
- Eρωτηθείς, ανέφερε ότι κάποιες από τις επιστολές είχαν αποσταλεί με κανονικό ταχυδρομείο και κάποιες συστημένες, όμως, από τη στιγμή που δεν υπάρχει στον φάκελο οποιαδήποτε επιστραφείσα επιστολή, θεωρείται ότι έχει παραληφθεί. Οι επιστολές της Τράπεζας είχαν σταλεί συστημένες και οι επιστολές της Ενάγουσας με απλό Ταχυδρομείο. Σε ερώτηση που του τέθηκε εξήγησε, με αναφορά στο Τεκμήριο 17, ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε δύο λογαριασμούς, ένα λογαριασμό δανείου και ένα τρεχούμενο. Όταν χορηγήθηκε το δάνειο ύψους €210.000,00, τότε μειώθηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από €186.689,00 σε €1.000,
- Ως εξασφάλιση για τις τραπεζικές διευκολύνσεις δόθηκαν προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 2 μέχρι 5 ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 συγκατατέθηκαν όπως η υποθήκη Υ.2455/04 καλύπτει όλες τις διευκολύνσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι τα αξιόγραφα αξίας €103.000,00 προϋπήρχαν και δεν αγοράστηκαν κατά τον επίδικο χρόνο. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 22, υποστήριξε ότι συνιστούσε τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 05/01/2012 με την οποία μεταφερόταν η ημερομηνία εξόφλησης του δανείου στις 02/06/2021 ενώ, παράλληλα, είχε διαμορφωθεί ο τρόπος αποπληρωμής έτσι ώστε να καταβάλλεται δόση μόνο στους μήνες Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο έκαστου έτους. Υποστήριξε ότι οι εγγυητές είχαν υπογράψει την εγγύηση κατά την ημερομηνία χορήγησης του δανείου, τον Αύγουστο 2011, σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Με αναφορά στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου 23, υπέδειξε τις υπογραφές τους. Όταν ερωτήθηκε για τα Τεκμήρια 17 και 22, παραδέχθηκε ότι δεν καταγράφεται το όνομα του Εναγόμενου 2 ολογράφως εκεί που υπέγραψε, όμως, ο ίδιος ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 1 εταιρείας και μπορούσε να υπογράφει για την εταιρεία, αφού ήταν εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό της Συμβούλιο. Παραδέχθηκε ότι είχαν καταβληθεί ποσά, ακόμα και μετά την αποστολή των επιστολών, Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι μετά τις 30/10/2012 ο λογαριασμός είχε χρεωθεί καθ' υπέρβαση του ορίου για να πιστωθεί στο δάνειο. Ήταν η θέση του ότι η οδηγία πληρωμής εκτελείται αυτόματα, όμως, ισχυρίστηκε ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός δεν είχε διαθέσιμο το ποσό της δόσης κατά τον χρόνο εκτέλεσης της συγκεκριμένης οδηγίας και είχε δοθεί εντολή να εκτελεστεί το συγκεκριμένο αίτημα πληρωμής ανεξάρτητα από το υπόλοιπο, πλην όμως, δεν καλύφθηκε η διαφορά από την Εναγόμενη 1 και γι' αυτό τον λόγο αντιλογίστηκε η συγκεκριμένη πράξη και υπάρχει η καθυστερημένη δόση του Οκτωβρίου. Παραδέχθηκε ότι στα 33 χρόνια που οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες της Τράπεζας υπήρχαν συνεχείς επαφές με τους συγκεκριμένους και έδιναν υποσχέσεις, εξ ου και η δόση του Σεπτέμβρη ήταν πληρωμένη με υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού, ενώ του Οκτώβρη δεν πληρώθηκε ποτέ. Με αναφορά στο Τεκμήριο 32, εξήγησε ότι στο υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού, που ανέρχεται στις €8.877,85, δεν περιλαμβάνεται η δόση Οκτωβρίου. Κατέληξε ότι η Τράπεζα δικαιούτο να τερματίσει τους λογαριασμούς ενόψει της κατάστασης που επικρατούσε σε σχέση με τις πληρωμές από την Εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία χρησημοποιούσε τα λεφτά της Τράπεζας για να πληρώνει το δάνειο. Για την Υπεράσπιση, μαρτυρία δόθηκε από τον Εναγόμενο 2, Μ.Υ.1, διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας από το
- Κατέγραψε τις θέσεις του σε έγγραφο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Εξήγησε ότι στις 27/04/1990 η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε υπογράψει συμφωνία παροχής διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού με τη Λαϊκή Τράπεζα και έκτοτε μεσολάβησαν αλλεπάλληλες ανανεώσεις και τροποποιήσεις του ορίου του συγκεκριμένου λογαριασμού καθώς και παραχωρήσεις δανείων, τα οποία εξοφλήθηκαν. Όμως, με βάση τη γραπτή συμφωνία, το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού ανερχόταν στις €25.000,
- Ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε υπερβάσεις οι οποίες επιτρέπονταν από την Τράπεζα, ήτοι στις 10/11/2010 το υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στις €172.372,01, όμως δεν ήταν προβληματικός. Το 2011, η Εναγόμενη 1 εταιρεία ζήτησε όπως μετατρέψει το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού σε δάνειο για να εξοφληθεί σταδιακά και υπέβαλε αίτηση ημερομηνίας 05/08/2011 προς την Τράπεζα. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, συμφωνήθηκε η μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού στα €1.000,00 και ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στις €137.942,
- Η συμφωνία δανείου ύψους €210.000,00 υπογράφτηκε στις 09/08/2011 με όρους όπως το συγκεκριμένο δάνειο εξοφληθεί με 120 μηνιαίες δόσεις εκ €2.533,45 αρχομένης της πρώτης δόσης από 02/09/2011, με κυμαινόμενο επιτόκιο ύψους 8% (βασικό 5,5% πλέον περιθώριο 2,5%). Παραχωρήθηκαν, προς εξασφάλιση του δανείου, προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 3, 4 και 5 μέχρι του ποσού των €230.000,00 πλέον τόκοι και έξοδα. Επίσης, ενεχυριάστηκαν 103 αξιόγραφα κεφαλαίου ονομαστικής αξίας €1.000,00 έκαστο, υποθηκεύτηκε ακίνητο με την υποθήκη Υ2455/04, συνομολογήθηκαν τα τέσσερα
(4)Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και εκχωρήθηκε η ασφάλεια ζωής του Εναγόμενου 2 ύψους €170.860,
- Ακολούθως, στις 05/01/2012, η Τράπεζα τροποποίησε εγγράφως τη συμφωνία αλλάζοντας, ουσιαστικά, όλους τους όρους της αρχικής συμφωνίας ημερομηνίας 09/08/
- Η συγκεκριμένη συμφωνία είχε υπογραφεί μόνο από τον Εναγόμενο 2 και οι Εναγόμενες 3 και 4 δεν είχαν λάβει γνώση γιατί δεν ήταν διευθύντριες. Αρχές Νοεμβρίου του 2012, ο ίδιος είχε λάβει επιστολή της Τράπεζας με την οποία κλήθηκε η Εναγόμενη 1 να καλύψει μια καθυστερημένη δόση δανείου ύψους €5.872,50 καθώς και την υπέρβαση στον λογαριασμό της που ανερχόταν στο ποσό των €5.564,
- Από μελέτη της κατάστασης του τρεχούμενου λογαριασμού, φαίνεται να εκτελέστηκε η αυτόματη εντολή πληρωμής της δόσης δανείου ημερομηνίας 02/10/2012 και στη συνέχεια, στις 19/10/2012, για άγνωστο λόγο, η συγκεκριμένη πληρωμή ανακλήθηκε και αποστάληκε η επιστολή ημερομηνίας 30/10/
- Με τη γνωστοποίηση της συγκεκριμένης ενέργειας, ο ίδιος είχε προβεί σε σωρεία καταθέσεων πλην όμως η Τράπεζα τις αγνόησε παντελώς. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα πραγματικά αίτια της αλλαγής της πολιτικής της Τράπεζας και γιατί δεν δόθηκε χρόνος στην Εναγομένη 1 να λάβει διορθωτικά μέτρα, αφού υπήρχε μακροχρόνια συνεργασία. Προωθεί τη θέση ότι η Τράπεζα, με συνοπτικές διαδικασίες και καταχρηστικά, τερμάτισε τη συνεργασία της με την Εναγόμενη 1 και τοποθέτησε τόσο την Εναγόμενη 1 καθώς και τους εγγυητές της στο σύστημα «Άρτεμις». Με αυτή της την ενέργεια, η Τράπεζα απέκλεισε την Εναγόμενη 1 εταιρεία από την οποιαδήποτε συνεργασία με άλλη τράπεζα. Εισηγείται ότι κακώς προχώρησε η Τράπεζα στη συγκεκριμένη ενέργεια, συμπεριφέρθηκε αλόγιστα, καταχρηστικά και παράνομα, αφού παρέβηκε κάθε αρχή του Νόμου και κάθε οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 39, έρευνα του Εφόρου Εταιρειών, σε σχέση με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, ως Τεκμήριο 40, καταστάσεις λογαριασμού της Εναγόμενης 1 εταιρείας που αφορούσαν τον τρεχούμενο λογαριασμό για την περίοδο 01/01/2010 - 06/06/2014, ως Τεκμήριο 41, ενημερωτικό δελτίο της Λαϊκής Τράπεζας που αφορούσε τα αξιόγραφα κεφαλαίου και ως Τεκμήριο 42, συγκριτικό πίνακα που είχε ετοιμάσει ο ίδιος και αφορούσε την εξόφληση του δανείου με μηνιαίες δόσεις. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι κάθε χρόνο η Τράπεζα λάμβανε τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 εταιρείας καθώς και τους ετήσιους λογαριασμούς της, οι οποίοι καταδείκνυαν ποιοι ήταν οι διευθυντές της. Παραδέχθηκε ότι στις 05/01/2012, ο Εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1, όμως οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 δεν ήταν και επέμενε ότι η Τράπεζα γνώριζε τις αλλαγές. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 20, παραδέχθηκε ότι οι αλλαγές στη δομή της Εναγόμενης 1 είχαν γίνει την 01/09/2011, μετά τον καταρτισμό του Τεκμηρίου 20, χωρίς να γνωστοποιηθούν στην Τράπεζα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την αυτόματη πληρωμή, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη πληρωμή είχε ανατραπεί από την Τράπεζα χωρίς να παραχωρηθούν οποιεσδήποτε εξηγήσεις, ενώ η Τράπεζα θα μπορούσε να τον καλέσει να προβεί σε κατάθεση. Όσον αφορά τους τόκους από τα αξιόγραφα, υποστήριξε ότι αυτοί δεν είχαν πιστωθεί πλην μιας και μοναδικής φοράς. Όταν του υποβλήθηκε ότι από τις 30/06/2012 αναστάληκε η καταβολή των τόκων, αυτός ισχυρίστηκε ότι δεν το γνώριζε. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι παρέθεσε τα γεγονότα από γνώσεις δικές του και οι απόψεις που εκφράζει αφορούν τον ίδιο. Κατά τη δική του άποψη, δεν έχει λογική μια τράπεζα, για την καθυστέρηση μιας και μόνο δόσης, να τερματίσει τα δάνεια από τη στιγμή που υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήταν υποθηκευμένα στην τράπεζα. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Χ.Φ., Μ.Υ.2, διπλωματούχο Διοίκησης Επιχειρήσεων. Οι θέσεις του παρατέθηκαν σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Κατέγραψε ότι για 40 και πλέον χρόνια εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα και για τα έτη 1980 ‑ 1985 κατείχε τη θέση του διευθυντή του κεντρικού υποκαταστήματος στο Παραλίμνι. Αφυπηρέτησε από τη συγκεκριμένη Τράπεζα τον Δεκέμβριο
- Γνώριζε τους Εναγόμενους 2 μέχρι 5, αφού ήταν πελάτες της Τράπεζας και είχαν καλό όνομα. Ο δε αποβιώσας Εναγόμενος 5, ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας στην περιοχή Αμμοχώστου. Ο ίδιος είχε παραχωρήσει την έγκριση για άνοιγμα του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγόμενης 1 εταιρείας, το
- Η Εναγόμενη 1 εταιρεία συνιστούσε γρήγορα αναπτυσσόμενη εταιρεία και είχε καταστήματα στις καλύτερες τοποθεσίες στην Αγία Νάπα και τον Πρωταρά και κατά καιρούς της είχαν παραχωρηθεί πιστωτικές διευκολύνσεις στη μορφή δανείων. Τότε, η Τράπεζα βασιζόταν στη συνήθη πρακτική, δηλαδή τον κώδικα συμπεριφοράς προς τους πελάτες και τον χειρισμό τους. Εκδόθηκαν οδηγίες από την Κεντρική Τράπεζα, οι οποίες οδήγησαν στη θέσπιση Νόμων καθώς και Κώδικα. Ως προς τον τρόπο χειρισμού των πελατών της Λαϊκής Τράπεζας, εκδόθηκε σχετική οδηγία και στο Παράρτημα 2 περιέχεται ο Κώδικας Συμπεριφοράς για τον Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Ο λόγος θέσπισης των συγκεκριμένων Οδηγιών ήταν η δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των πελατών και της Τράπεζας αλλά και η μείωση του πιστωτικού κινδύνου. Κατά τον χρόνο του τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων που είχε η Εναγόμενη 1 εταιρεία, ο ίδιος είχε αφυπηρετήσει, όμως, μελετώντας τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού τόσο του δανείου καθώς και του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγόμενης 1 εταιρείας, την επιστολή προσφοράς διευκολύνσεων και την τροποποιητική επιστολή προσφοράς, ο ίδιος είχε καταλήξει ότι οι αλλαγές που έγιναν με την τροποποιητική προσφορά, ημερομηνίας 05/01/2012, έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στους εγγυητές. Η μη κοινοποίησή τους, κατά τη δική του άποψη, συνιστά σοβαρή παράλειψη που παραβιάζει τη συνήθη τραπεζική πρακτική. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι είναι απαράδεχτο να εκτελούνται αυτόματες τραπεζικές εντολές και μετά να αναιρούνται χωρίς να ενημερώνεται ο πελάτης της Τράπεζας. Συνιστά παραβίαση της συνήθους τραπεζικής πρακτικής. Ισχυρίστηκε ότι λόγω της θετικής ανταπόκρισης της Εναγομένης 1 εταιρείας με την καταβολή δύο δόσεων, η επιστολή ημερομηνίας 30/10/2012 έπαυσε να υφίσταται. Εν πάση περιπτώσει, η μόνη δόση που παρέμεινε καθυστερημένη ήταν αυτή του Δεκεμβρίου, αφού οι δόσεις πληρώνονται με τη σειρά και όχι επιλεκτικά και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως σοβαρός λόγος για τερματισμό της σύμβασης. Σε σχέση με τους τόκους των αξιογράφων, ο ίδιος είχε εντοπίσει μία μόνο πίστωση, στις 10/07/
- Οπόταν, οφείλονται στην Εναγόμενη 1 εταιρεία ποσά από τους τόκους των αξιογράφων. Ο ίδιος δεν θα κατέληγε στη συγκεκριμένη απόφαση λόγω του ότι υπήρχε μια συνεργασία 22 ετών με την Εναγομένη 1 εταιρεία, οι εγγυητές της ήταν πελάτες της Τράπεζας και ήταν αξιόχρεοι ενώ υπήρχαν και εξασφαλίσεις. Ο ίδιος θα καλούσε τον πελάτη στην Τράπεζα και θα απέστελλε και δεύτερη και τρίτη επιστολή για να διαπιστώσει τις προθέσεις του πελάτη σε σχέση με την αναδιάρθρωση. Παρά τις δυσκολίες που βίωνε η Λαϊκή Τράπεζα το 2012, ο συγκεκριμένος τερματισμός δεν δικαιολογείτο λόγω της εμβέλειας του πελάτη. Αντεξεταζόμενος, προώθησε τη θέση ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 δεν είχαν ενημερωθεί για την καθυστερημένη δόση, αφού οι επιστολές ημερομηνίας 30/10/2012 δεν κάνουν αναφορά σε «reversal transaction». Κατά τη δική του άποψη, είχε γίνει η καταβολή της δόσης οπόταν δεν θα μπορούσε να τερματιστεί η σύμβαση. Με αναφορά στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, υπέδειξε ότι ο λογαριασμός είχε, σε κάποια δεδομένη στιγμή στο παρελθόν, ξεπεράσει τις €150.000,00 και έθεσε το ερώτημα πώς γίνεται με λιγότερη υπέρβαση ο συγκεκριμένος λογαριασμός να θεωρηθεί ως προβληματικός. Ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά της Τράπεζας είναι αντιφατική. Παραδέχθηκε ότι έγινε αναδιάρθρωση των διευκολύνσεων, όμως, προώθησε την άποψη ότι οι εγγυητές δεν είχαν ενημερωθεί και συνεπώς δεν προστατεύθηκαν όπως έπρεπε. Επίσης, παραδέχθηκε ότι η αναδιάρθρωση ήταν θετικό βήμα, όμως ο χειρισμός από την Τράπεζα κατά τον τερματισμό, κατά τη δική του άποψη, δεν ήταν ορθός γιατί δεν μπορεί μια τράπεζα με την ύπαρξη μιας καθυστερημένης δόσης να τερματίζει τους λογαριασμούς. Αναφορικά με την αξία των αξιογράφων, ερωτηθείς, ανάφερε ότι το 2012 δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη για το τι θα ακολουθούσε. Όσον αφορά την αναστολή καταβολής των τόκων στα αξιόγραφα, υποστήριξε ότι δεν είχε υπόψη του το Διάταγμα του Υπουργού για αναστολή καταβολής των τόκων. Υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένοι πελάτες έπρεπε να τύχουν διαφορετικού χειρισμού. Μετά την ολοκήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες φρόντισαν να διαβιβάσουν προς το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο γραπτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Η δικηγόρος της Ενάγουσας, στην εκτεταμένη αγόρευσή της, έκανε αναφορά στη νομολογία που διέπει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να μεταβληθούν οι όροι συμφωνίας και στο κατά πόσο θα πρέπει να ενημερώνονται οι εγγυητές. Έκανε αναφορά στο άρθρο 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/03 και στο άρθρο 41 του Ν.66(Ι)/97 και στις περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίες του 2013 και του 2014 για να εισηγηθεί ότι ακόμη και να υπήρξε παραβίασή τους, από μόνη της η παραβίαση δεν καθιστά τη δανειακή σύμβαση άκυρη ιδιαίτερα όταν η ύπαρξη χρέους είναι παραδεκτή. Κατέληξε ότι η αξίωση της Ενάγουσας έχει αποδειχθεί. Ο δικηγόρος των Εναγόμενων, στην αγόρευσή του, ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με νομικά ζητήματα. Εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός της δανειακής σύμβασης ήταν λανθασμένος και ότι η αποδοχή καταβολής δύο δόσεων μετά τον τερματισμό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Τράπεζα παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να τερματίσει τη δαινειακή σύμβαση. Εισηγείται ότι η Ενάγουσα κωλύεται να επικαλείται τον τερματισμό της σύμβασης λόγω της συμπεριφοράς της. Όμως, δεν προωθήθηκε η Υπεράσπιση της νομιμοποίησης της μεταφοράς των εργασιών της Τράπεζας στην Ενάγουσα ούτε και η υπεράσπιση που σχετίζεται με την αντισυνταγματικότητα του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160(Ι)/99, οπόταν, θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκαν. Σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατέθηκε, μεταξύ άλλων στην απόφαση Γεωργίου ν. Widson Bros κ.α. Πολ. Έφεση 269/13 ημερ. 30/04/2020, ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει υποχρέωση να προσάγει μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
- Τόσο οι θέσεις του Μ.Ε.1 καθώς και οι απαντήσεις του κατά την αντεξέταση ως προς τα θέματα που ερωτήθηκε πηγάζουν από τη συμφωνία δανείου και τις καταστάσεις λογαριασμού. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 βασίστηκε και παρέπεμψε στη συμφωνία δανείου, την τροποποιητική συμφωνία και τη συμφωνία εγγύησης για να υποδείξει τους συμφωνημένους, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όρους ενώ επεξήγησε και την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, δίδοντας πειστικές απαντήσεις ιδιαίτερα ως προς τον λόγο του τερματισμού. Εξήγησε ότι τον Σεμπτέμβριο 2012 η δόση του δανείου είχε πληρωθεί με υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού αφού υπήρχε σταθερή εντολή ενώ για τον Οκτώβριο 2012 η δόση δεν καταβλήθηκε καθόλου. Υπέδειξε ότι υπήρχαν συνεχώς προβλήματα στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 εταιρείας και γι΄ αυτό οδηγήθηκαν οι συμφωνίες στον τερματισμό. Όσον αφορά το θέμα της μη ενημέρωσης των εγγυητών για την τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας στις 05/01/2012, Τεκμήριο 22, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 23 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 η οποία επέτρεπε στην Τράπεζα την εξουσία τροποποίησης των συμφωνιών χωρίς την αναγκαιότητα παροχής συγκατάθεσης από τους εγγυητές. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο αλλά παρέμεινε σταθερή και επεξηγηματική καθ΄ολη την αντεξέτασή του. Επομένως, η μαρτυρία του κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Γίνεται, επίσης, δεκτή η αναντίλεκτη του θέση ότι υπό την εν λόγω ιδιότητά του ως Λειτουργός στο Τμήμα μη Εξυπηρετούμενων Δανείων της Τράπεζας παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε και ότι είχε στην κατοχή και φύλαξή του τα σχετικά έγγραφα και την ευθύνη παρακολούθησης των λογαριασμών. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε καταστάσεις των δύο λογαριασμών συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήρια 33, 34, 35, 36 και
- Στο Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 37, αναφέρει την ιδιότητά του, ήτοι πως είναι ένας εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Τράπεζας αναφορικά με τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 εταιρείας και βεβαιώνει ότι τα όσα αναφέρει ακολούθως είναι ορθά και αληθή. Επιπρόσθετα, εξηγεί πως μεταφέρθηκε το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας στην Ενάγουσα Το Δικαστήριο δέχεται τη βεβαίωση καθώς επίσης και την πιστοποίηση ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμών της Τράπεζας αφορούν την Εναγόμενη 1 εταιρεία και αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Όπως και το ότι η Ενάγουσα, ως το αποκτόν πρόσωπο έχει υποκαταστήσει και αντικαταστήσει αυτόματα την Τράπεζα Κύπρου στα δικαιώματά της αναφορικά με τις επίδικες διευκολύνσεις και ότι η Τράπεζα καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι και την ημερομηνία μεταφοράς των λογαριασμών και του αρχείου στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 εταιρείας. Οι καταστάσεις λογαριασμού παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Μ.Ε.1 αυτόματα και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Έχει ήδη λεχθεί ότι αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Επίσης πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ετοίμασε ο Μ.Ε.1, Τεκμήρια 35 και
- Και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 παρέμεινε αναντίλεκτο, αφού δεν αντεξετάστηκε επί του υπολοίπου των δύο λογαριασμών. Καταληκτικά, η μαρτυρία του υποστηρίχθηκε από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατέθεσε. Από τη στιγμή που η αναδομημένη καταστάση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, το οποίο αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου, αυτή γίνεται αποδεκτή. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 274/09, ημερ. 27/04/
- Δέον να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαϊδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1060 «εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε». Ο Μ.Υ.1 και ο Μ.Υ.2 είχαν τα δικά τους συμφέροντα να εξυπηρετήσουν. Δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.1 παραδέχθηκε ότι δέσμευε την εταιρεία, Εναγομένη 1, ως διευθυντής και ότι μαζί με τους Εναγόμενους 3 και 4 καθώς και τον αποβιώσαντα Εναγόμενο 5 είχαν εγγυηθεί όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 εταιρείας. Προσπάθησε να πείσει ότι οι υπερβάσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 εταιρείας ήταν το αποτέλεσμα εμπιστοσύνης της Τράπεζας προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία και όχι ένδειξη προβληματικότητας του λογαριασμού, παρά την παραδοχή του ότι ήταν ανορθόδοξος ο τρόπος που λειτουργούσε ο συγκεκριμένος λογαριασμός. Επίσης, υποστήριξε ότι λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε πλέον ανάγκη το μεγάλο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού, το 2011, γι΄ αυτό αποφάσισε να το μετατρέψει σε δάνειο για να το εξοφλήσει σταδιακά. Αυτή του η θέση, όμως, έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της Υπεράσπισής του στην οποία ισχυρίστηκε ότι με δόλο και απάτη η Τράπεζα εξανάγκασε την Εναγομένη 1 εταιρεία στη λήψη του συγκεκριμένου δανείου των €230.000,
- Γεννώνται δύο ερωτήματα από τις θέσεις του, πρώτον, γιατί δεν εξόφλησε η Εναγομένη 1 εταιρεία την υπέρβαση στο όριο του τρεχούμενου αν δεν την είχε ανάγκη και αν δεν είχε οικονομικά προβλήματα και μετέτρεψε το ποσό της υπέρβασης σε δάνειο. Σημειώνεται ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε φθάσει στο ποσό των €137.942,
- Δεύτερον, γιατί να γίνει αναδιάρθρωση των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγομένης 1 εταιρείας αν δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Προωθεί, επίσης, την εκτός λογικής θέση ότι η Τράπεζα όφειλε να πιστώνει στο λογαριασμό τους τόκους από τα αξιόγραφα παρά το γεγονός ότι υπήρχαν οδηγίες να μην καταβάλλονται τόκοι σε σχέση με αξιόγραφα, από τις 30/06/2012, γιατί αυτή ήταν η συμφωνία με την Τράπεζα. Ουσιαστικά, παραπονείται γιατί η Τράπεζα είχε γίνει πιο αυστηρή στη συνεργασία της με την Εναγόμενη 1 εταιρεία παραβλέποντας τους όρους πάνω στους οποίους χτίστηκε η συγκεκριμένη συνεργασία, ήτοι τους όρους της δανειακής σύμβασης. Υποστήριξε εμφαντικά ότι λόγω της μη καταβολής της μίας δόσης του δανείου, η Τράπεζα τερμάτισε τη δανειακή σύμβαση προφανώς λησμονώντας ότι οι διαχρονικές υπερβάσεις είχαν αναγκάσει την Εναγόμενη 1 εταιρεία να προβεί σε αναδιάρθρωση των τραπεζικών της διευκολύνσεων, τον Αύγουστο 2011, όπως καταγράφεται και στην επιστολή προσφοράς του δανείου, Τεκμήριο 17, κάτω από τον τίτλο «ΣΚΟΠΟΣ». Αν η συνεργασία ήταν τόσο άψογη όπως την παρουσίαζε, γιατί η Τράπεζα ζητούσε συνεχώς περισσότερες εξασφαλίσεις. Υπήρχαν Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, υποθήκη, προσωπικές εγγυήσεις, ενεχυρίαση κινητών αξιών και εκχώρηση ασφάλειας ζωής από τον Εναγόμενο
- Αν όλα έβαιναν καλώς, γιατί να χρειάζονται όλες αυτές οι εξασφαλίσεις, είναι ένα ερώτημα που δεν απαντήθηκε. Ο Μ.Υ.2 προσπάθησε, για δικούς του λόγους, να βοηθήσει τους Εναγόμενους. Προκύπτει ότι με τη δική του έγκριση υπήρχε χαλαρότητα στο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού και ενώ το όριο ήταν €25.000,00, στις 10/09/2009, Τεκμήριο 16, ο ίδιος το άφησε να φθάσει στις €136.689,00, Τεκμήριο
- Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη συγκεκριμένη πρακτική τονίζοντας συνεχώς ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν πολύ καλή πελάτις και οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 καθώς και ο αποβιώσας, Εναγόμενος 5, ήταν αξιόχρεοι. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε ότι είχε ανασταλεί η καταβολή των τόκων στα αξιόγραφα, παρά το γεγονός ότι τελούσε τραπεζικός υπάλληλος για χρόνια, για να προωθήσει τη θέση ότι η Τράπεζα οφείλει λεφτά στην Εναγόμενη 1 εταιρεία. Δεν έπεισε, αφού οι θέσεις του βρίσκονταν σε αντίθεση με τις οδηγίες της Τράπεζας. Προφανώς, λόγω του ότι ο ίδιος είχε εγκρίνει τις τραπεζικές διευκολύνσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ως έχει προλεχθεί, προσπάθησε να δικαιολογήσει την ανοχή της Τράπεζας, μπορεί και του ίδιου, στις μεγάλες υπερβάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ο ίδιος, ως τραπεζικός υπάλληλος, γνώριζε τα δικαιώματα της Τράπεζας ως αυτά διασφαλίζονταν από τη δανειακή σύμβαση και τη σύμβαση παραχώρησης τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 εταιρείας και των εγγυητών της. Επέλεξε να τα παραγνωρίσει και να προσφέρει επιλεκτική μαρτυρία αναφορικά με τη συνεργασία της Εναγομένης 1 εταιρείας με την Τράπεζα. Η τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 34 επιμαρτυρεί ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον Μ.Υ.2 δεν αναποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το πώς θα ενεργούσε ο ίδιος είναι ένα θέμα και το πώς λειτούργησαν οι υπεύθυνοι της Τράπεζας σε σχέση με τους συγκεκριμένους λογαριασμούς τη δεδομένη στιγμή είναι άλλο θέμα. Δεν έπεισε για τις θέσεις του. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο, υιοθετώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και έχοντας υπόψη τις παραδοχές του Εναγομένου 2, διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 29/03/2013, δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/13, τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατόπιν, η Τράπεζα Κύπρου πώλησε μέρος των δανείων της στην Ενάγουσα. Μεταξύ αυτών, ήταν οι τραπεζικές διευκολύνσεις της Εναγομένης Εταιρείας
- Διαφάνηκε ότι, μετά από αίτημα της Εναγομένης 1 εταιρείας, Τεκμήριο 13, στις 27/04/1990 είχε ανοιχθεί τρεχούμενος λογαριασμός. Ο τρόπος λειτουργίας του συγκεκριμένου τρεχούμενου λογαριασμού είχε καθορισθεί με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 15/04/2002, Τεκμήριο
- Οι συγκεκριμένες διευκολύνσεις ανανεώθηκαν στις 10/09/2009, Τεκμήριο 16 και το όριο καθορίστηκε στις €25.000,
- Όμως, στις 30/06/2011 το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ανερχόταν στις €145.441,
- Οπόταν, η Τράπεζα, σε συννενόηση με την Εναγομένη 1 εταιρεία, αναγκάστηκε να βάλει τη σχέση μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγομένης 1 εταιρείας σε νέα βάση, μειώνοντας το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού σε €1.000,00, στις 09/08/
- Για την εξόφληση του υπόλοιπου ποσού της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού παραχωρήθηκε δάνειο ύψους €210.000,00 από την Τράπεζα, Τεκμήριο
- Το 2012 έγινε τροποποιητική συμφωνία αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των δόσεων, Τεκμήριο
- Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, παραχωρήθηκαν, εκτός από τα τέσσερα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, Τεκμήριο 27 και προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 5 μέχρι του ποσού των €230.000 πλέον τόκοι, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα, Τεκμήριο 23 καθώς επίσης παρατάθηκαν οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, ήτοι η υποθήκη Υ.2455/04 και ενεχυριάστηκαν κινητές αξίες ενώ εκχωρήθηκε και η ασφάλεια ζωής του Εναγόμενου
- Όμως, στις 30/10/2012 παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην καταβολή της δόσης του δανείου και αποστάλθηκε επιστολή προς όλους τους Εναγόμενους, Τεκμήριο
- Κλήθηκαν να εξοφλήσουν την καθυστέρηση εντός 21 ημερών. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατέβαλε δύο δόσεις μετά τη συγκεκριμένη επιστολή, τις δόσεις του δανείου για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2012, Τεκμήριο 33, χωρίς όμως να καταβάλει τη δόση του Οκτωβρίου
- Κατά την ίδια περίοδο, ο τρεχούμενος λογαριασμός φαίνεται να είχε υπέρβαση ύψους €8.822,96, Τεκμήριο
- Λόγω αυτών των δεδομένων, η Τράπεζα με επιστολή ημερομηνίας 09/01/2013 τερμάτισε τη λειτουργία και των δύο λογαριασμών, Τεκμήριο 32 και αξίωσε την καταβολή ολόκληρου του υπόλοιπου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς καταγράφηκαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως είτε αναπτύχθηκαν εκτενώς στη γραπτή αγόρευση των Εναγόμενων είτε δεν αναπτύχθηκαν καθόλου, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Έχει ήδη λεχθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και της σύμβασης δανείου είναι αποδεκτή και εν πάση περιπτώσει είναι παραδεκτές τόσο από τους Εναγόμενους στην Υπεράσπισή τους, παράγραφος 4, καθώς και από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του Εναγόμενου
- Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδικη συμφωνία παραχώρησης δανείου καθώς και η συμφωνία παραχώρησης διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού συνάφθηκε κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1 εταιρείας, η οποία και την αποδέχθηκε οικειοθελώς και ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρήθηκε όσον αφορά την εγκυρότητα και ή τον τρόπο λειτουργίας των δύο τραπεζικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για συμφωνία παροχής δανείου ύψους €210.000,00, Τεκμήριο 18 και τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπέρβασης €1.000,00, Τεκμήριο
- Δεν έχει, επίσης, αμφισβητηθεί πως η επιστολή κοινοποίησης των όρων της συμφωνίας, Τεκμήριο 17, περιλαμβάνει τους όρους και τις εξασφαλίσεις, τους οποίους η Εναγομένη 1 εταιρεία αποδέχθηκε με την υπογραφή των Τεκμηρίων 15, 16, 17 και 18, αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι με την υπογραφή των συμφωνιών η Εναγομένη 1 εταιρεία αποδέχθηκε τη λήψη των εκεί αναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων με την παροχή των εκεί αναφερόμενων εξασφαλίσεων και ότι οι συμφωνίες περιείχαν τους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ των δύο μερών. Παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του Μ.Ε.1 πως οι προαναφερόμενες εξασφαλίσεις δόθηκαν ως εγγύηση για όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 εταιρείας, ήτοι τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και οι προσωπικές εγγυήσεις για τα αντίστοιχα ποσά όπως αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 23, 24, 27, 28 και
- Όπως άλλωστε αναφέρεται σε αυτές, πρόκειται για συνεχείς εγγυήσεις αναφορικά με τις υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις τις οποίες η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, Εναγομένη 1 εταιρεία, θα λάμβανε από την Τράπεζα. Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο πως πριν την παροχή της εγγύησης οι Εναγόμενοι 3, 4 και ο αποβιώσας Εναγόμενος 5 καθώς και ο Εναγόμενος 2 ενημερώθηκαν για τους όρους και τις συνέπειες αυτής μέσω της κοινοποίησης των όρων, Τεκμήριο 23, εξ ου και υπέγραψαν κάτω από τη δήλωση πως μελέτησαν προσεκτικά και αντιλήφθηκαν πλήρως τις πρόνοιες και τους όρους της εγγύησης πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης και την υπέγραψαν ελεύθερα και ανεπιφύλακτα. Ο δε Εναγόμενος 2 είχε υπογράψει, ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας, τη σύμβαση δανείου στην οποία απερίφραστα δήλωσε ότι κατανοεί το δικαίωμά του να συμβουλευθεί δικηγόρο της επιλογής του και ότι έχει κατανοήσει πλήρως τις πρόνοιες της συμφωνίας, Τεκμήριο 18 όρος
- Όσον αφορά τη μη κοινοποίηση της τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας, Τεκμήριο 22, στους εγγυητές, οι ίδιοι είχαν αποποιηθεί του δικαιώματος να ενημερώνονται, στο Τεκμήριο 23 παράγραφος
- Στο συγκεκριμένο έγγραφο, όλοι οι Εναγόμενοι δήλωσαν απερίφραστα ότι το είχαν διαβάσει προσεκτικά και ότι το αντιλήφθηκαν πλήρως, σελίδα 4 του Τεκμηρίου 23 και έθεσαν τις υπογραφές τους. Οπόταν, δεν μπορούν να επικαλούνται έλλειψη ενημέρωσης για ακοπούς απαλλαγής τους από τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από την παροχή προσωπικής εγγύησης. Σχετική με το συγκεκριμένο θέμα είναι η απόφαση Λοφίτης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Πολ. Έφεση 220/13 ημερ. 27/11/2019 από την οποία παρατίθενται τα ακόλουθα σχετικά: «Ενώ οι υποχρεώσεις των εγγυητών πηγάζουν από τη σχετική σύμβαση, τα δικαιώματα τους είναι δημιούργημα των αρχών της επιείκειας, από την οποία πηγάζει η προστασία τους (China and South Sea Bank Ltd v. Tan [1900] 1 AC 536). Όπως ελέχθη από τον Pollock, CB, στην Watts v. Shuttleworth
(1860)5 H&N 235, 248: "The rights of a guarantor depend rather upon principles of equity than upon the actual contracts between him and the creditor". Τροποποιήσεις στη βασική συμφωνία μεταξύ πιστωτή-πρωτοφειλέτη, εκτός αν είναι σαφώς επυσιώδεις και εμφανώς δεν επηρεάζουν τον εγγυητή (Samuels Finance Group plc v. Beechmanor Ltd
(1993)67 P & CR 282 και National Westminster Bank plc v. Riley [1986] BCLC 268 CA) όπως και η παράταση χρόνου από τον πιστωτή προς τον πρωτοφειλέτη, χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή, είναι μεταξύ των περιστάσεων που, κατά τις αρχές της επιείκειας, μπορούν να οδηγήσουν σε απαλλαγή του εγγυητή από τη δική του ευθύνη (Samuels v. Howarth
(1817)3 Mer 272). Είναι όμως δυνατόν να περιλαμβάνονται πρόνοιες σε μια συμφωνία εγγύησης, με τις οποίες να αναγνωρίζεται δικαίωμα στο δανειστή να τροποποιήσει τη βασική συμφωνία του με τον πρωτοφειλέτη, ή να δώσει παράταση χρόνου, ή ακόμα και να απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη, ή να προβεί και σε άλλες πράξεις που κατά την επιείκεια κανονικά θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του εγγυητή. Σε τέτοια περίπτωση εξουδετερώνεται η προστασία που η επιείκεια, κατά τα άλλα, προσφέρει στον εγγυητή. Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε: British Motor Trust Co. v. Hyams
(1934)50 T.L.R. 230, Perry v. National Provincial Bank of England
(1910)1 Ch. 464, C.A., Yates v. Evans
(1892)61 L.J. Q.B. 446 και Cowper v. Smith
(1838)4 M & W
- Το ίδιο αποτέλεσμα δυνατόν να έχει και ρήτρα όπως ο όρος 4(ix) στην παρούσα συμφωνία όπου, ως άνω, ρητά αναφέρει ότι οι εγγυητές θα είχαν καθόλα ευθύνη ως πρωτοφειλέτες (Greenwood v. Francis [1899] 1 QB 312 και National Westminster Bank (ανωτέρω))» Το σκεπτικό της προαναφερθείσας απόφασης ισχύει και στην υπό εξέταση υπόθεση. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση που προβλήθηκε από τους Εναγόμενους 2, 3, 4 καθώς και τον αποβιώσαντα Εναγόμενο 5 είναι διαφορετική από τις θέσεις που προβλήθηκαν κατά την ακρόαση. Σχετική επί του συγκεκριμένου θέματος είναι η απόφαση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Πολ. Έφεση 167/2010 ημερ. 21/10/
- Εξετάζοντας αυτή τούτη τη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, διαπιστώνεται ότι περιγράφει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που θα εδίδοντο στην Εναγομένη 1 εταιρεία, το ύψος τους, τους όρους αποπληρωμής ενώ περιλαμβάνει και τους όρους για τη χρέωση του τόκου και άλλων εξόδων και δικαιωμάτων, Τεκμήριο
- Επίσης, καταγράφει το δικαίωμα της Τράπεζας, στην περίπτωση που πελάτης παραλείψει να καταβάλει οποιαδήποτε από τις δόσεις, να καταστήσει ολόκληρο το ποσό του δανείου απαιτητό. Παράλληλα, διαφυλάσσεται το δικαίωμα της Τράπεζας να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το οποιοδήποτε υπόλοιπο του δανείου. Σε σχέση δε με τον τρεχούμενο λογαριασμό στη συμφωνία, Τεκμήριο 15, προβλέπεται ότι χρεωστικό υπόλοιπο πέραν του συμφωνημένου ανώτατου ορίου θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό, όρος
- Ενώ η Τράπεζα κέκτηται δικαίωμα να τερματίζει τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού οποτεδήποτε χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, όρος
- Και στις δύο συμφωνίες, Τεκμήρια 15 και 18, εμπεριέχεται δήλωση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας ότι της δόθηκε ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο της επιλογής της και ότι οι όροι έκαστης συμφωνίας διαβάστηκαν και έγιναν κατανοητοί. Με αυτά τα δεδομένα, ο Εναγόμενος 2 ο οποίος υπέγραψε για την Εναγομένη 1 εταιρεία δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις πρόνοιες των συμφωνιών τις οποίες υπέγραψε και να επικαλείται ότι είναι αδικαιολόγητος ο τερματισμός των δύο συμβάσεων γιατί είχε καθυστερήσει η καταβολή μίας και μόνο δόσης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στις ξεχωριστές Υπερασπίσεις τους οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και ο αποβιώσας Εναγόμενος 5 προβάλλουν τον γενικό ισχυρισμό περί συμπερίληψης καταχρηστικών και παράνομων όρων στην επίδικη συμφωνία παροχής δανείου. Ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου θέματος αλλά ούτε και προωθήθηκε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου τους. Γενικοί ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών δεν ισοδυναμούν με ισχυρισμό είτε για τη χρέωση μη προβλεπόμενου στις συμφωνίες τόκου είτε για ασάφεια των όρων των συμφωνιών. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 87/13, ημερ. 03/12/
- Το παράπονο των Εναγομένων είναι ότι κακώς τερματίστηκαν οι συμφωνίες παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ενόψει της διαχρονικής συνεργασίας τους και του γεγονότος ότι ουσιαστικά υπήρχε μόνο μία καθυστερημένη δόση κατά τον χρόνο του τερματισμού. Προωθείται η θέση ότι ο τερματισμός ήταν έκνομος και ότι οι συμβάσεις συνεχίζουν να υφίστανται. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός βασίζεται στο γεγονός ότι αρχικά η δόση καταβλήθηκε κανονικά και στη συνέχεια ανακλήθηκε από την ίδια την Τράπεζα αναιτιολόγητα. Η συγκεκριμένη θέση των Εναγόμενων παραγνωρίζει το γεγονός ότι η δόση καταβλήθηκε από τον τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος βρισκόταν ήδη σε παρατράβηγμα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου των €1.000,
- Οπόταν, η πλευρά των Εναγόμενων βρισκόταν σε παραβίαση των συμφωνηθέντων σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Οι όροι παραχώρησης της διευκόλυνσης του τρεχούμενου λογαριασμού ενσωματώνονται στο Τεκμήριο
- Ο όρος 4 του Τεκμηρίου 15, όπως προαναφέρθηκε, δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα, οποτεδήποτε το θελήσει, να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού. Το ίδιο ισχύει και για τη δανειακή σύμβαση, Τεκμήριο 18, στην οποία περιέχεται ο ακόλουθος όρος: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολική ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως...». Αναφορικά με την ερμηνεία των όρων μιας σύμβασης πολύ βοηθητικό είναι το σύγγραμα του Πολύβιου Πολυβίου, «Ερμηνεία στο Κυπριακό Δίκαιο», εκδ. 2023, σελ. 112 κ.ε.. Βασικός κανόνας ερμηνείας μιας σύμβασης είναι η ερμηνεία κατά γράμμα, ήτοι πρέπει να αποδίδεται στις λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1406. Στην απόφαση Ποιηταρίδης ν. ANOPA INVESTMENTS LTD Πολ. Έφεση 260/11 ημερ. 25/05/2018 διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) AAΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) AAΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων,» Τόμος Β, σελ. 479). Βλ. επίσης United Five Developments Co (Holdings) Ltd v. STINGHTING ATLAS SPECIALS Πολ. Εφ. 316/14 ημερ. 15/02/2023, Κούπανου ν. J ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD Πολ. Εφ. 249/14 ημερ. 25/11/2022, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Γερόλεμου Καπετάνιου αλλιώς Γερολεμου Γεωργίου Καπετάνιου Πολ. Εφ. 200/09 ημερ. 09/01/2014 και Chitty on Contracts, General Principles, Volume 1, παρά.13-074, σελ.
- Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές όπως εξελίχθηκαν και αντικρίζοντας την ολότητα των όρων τόσο της σύμβασης για την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων στη μορφή του τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 15, όρος 4 καθώς και τη σύμβαση δανεισμού, Τεκμήριο 18, η μόνη κατάληξη που μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο είναι ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία, με την υπογραφή των συγκεκριμένων συμβάσεων, αποδέχθηκε τους συγκεκριμένους όρους αδιαμαρύρητα. Οπόταν, το γεγονός ότι η καταβολή της δόσης του δανείου για τον μήνα Οκώβριο του 2012 είχε καθυστερήσει, έδιδε το δικαίωμα στην Τράπεζα να ενεργήσει ως έπραξε. Υπερβολικό ίσως, ενόψει της συνεργασίας των εμπλεκόμενων, αλλά νόμιμο. Υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή δόσης και υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό για ποσό κατά πολύ μεγαλύτερο από το καθορισθέν όριο. Τα δύο αυτά δεδομένα νομιμοποιούσαν την Τράπεζα στην αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 30/10/2012, Τεκμήριο
- Σημειώνεται δε ότι με την επιστολή Τεκμήριο 31 ζήτησαν την πληρωμή και της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατέβαλε το ποσό των δόσεων για τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2012, Τεκμήριο 33, αλλά δεν κατέβαλε τη δόση του δανείου για τον μήνα Οκτώβριο 2012 ενώ συνέχιζε να υπάρχει υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €6.631,59, Τεκμήριο
- Αυτό οδήγησε στον τερματισμό των συμφωνιών, στις 09/01/2013, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και όπως παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 33 και 34, η Εναγομένη 1 εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με βάση τους όρους των συμφωνιών. Το ότι οι επιστολές, Τεκμήρια 31 και 32, παραλήφθηκαν, τεκμαίρεται από τη μη επιστροφή τους. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιστολές που δεν επιστρέφονται θεωρούνται ότι παραδόθηκαν (βλ. μεταξύ άλλων Πιττάκα ν. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου
(2009)1 Α.Α.Δ.
- Το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλόμενων, όπως προνοείτο στις συμφωνίες Τεκμήριο 18 και
- Όπως προκύπτει, στην επίδικη συμφωνία δανείου προβλέπεται ότι παράλειψη του πελάτη να προβεί σε εξόφληση οποιασδήποτε δόσης δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή ολόκληρου του χρέους, πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τον σχετικό όρο της επίδικης συμφωνίας δανείου, η Τράπεζα μπορεί να τερματίσει τη συμφωνία ακόμη και αν δεν υπάρχει διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Ως εκ τούτου, εφόσον η Τράπεζα είχε, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφλησή του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της σύμβασης δανείου, που στην υπό εξέταση υπόθεση υπήρχε παράβαση αφού υπήρχε καθυστερημένη δόση αλλά και υπέρβαση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού. Οπόταν, ανυπόστατοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους Εναγόμενους. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό των εγγυητών, Εναγόμενων 3, 4 και 5, ότι δεν ήταν ενήμεροι για τις αλλαγές στις συμβάσεις παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1, είναι αρκετή μια ανάγνωση του όρου 2 του εγγράφου εγγύησης, Τεκμήριο
- Δηλώνεται απερίφραστα και από τους τρεις Εναγόμενους ότι δεν χρειάζεται η συγκατάθεσή τους για παραχώρηση στον πρωτοφειλέτη παρατάσεων. Αυτολεξεί «Νοείται ότι σε σχέση με την/τις προαναφερόμενη/ες συγκατάθεση/εις της παραγράφου αυτής, με το έγγραφο αυτό αποποιούμαι ρητά το δικαίωμα να παρέχω τη/τις συγκατάθεση/εις αυτή/ές.». Οπόταν, δεν δικαιολογείται οποιοδήποτε παράπονο από τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και
- Το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 35 και 36, περιέχουν τον ορθό υπολογισμό των ποσών μέχρι τις 18/03/
- Οι εγγυήσεις έχουν δοθεί για περιορισμένα ποσά πλέον τόκους και έξοδα, και ως εκ τούτου οι εγγυητές και οι ενυπόθηκοι δανειστές είναι υπεύθυνοι για τα εν λόγω ποσά, όπως προνοείται στις σχετικές συμφωνίες. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4 και 5 στον απαιτούμενο βαθμό, ενώ οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν τις Ανταπαιτήσεις τους αφού δεν προσκόμισαν ίχνος μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4 και 5, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €479.076,51 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από τις 18/03/2022, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4 και 5, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €20.264,35 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από τις 18/03/2022, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Νοείται ότι η Ενάγουσα εξακολουθεί να διατηρεί τα δικαιώματά της στη βάση των πιο πάνω ομολόγων. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος, όπως αυτό περιγράφεται την Υποθήκη Υ.2455/04 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και όπως το προϊόν της πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των απαιτήσεων της Ενάγουσας, τυχόν δε οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγόμενων 2 και
- Οι Ανταπαιτήσεις των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4 και 5 απορρίπτονται. Λαμβανομένου υπόψη ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4 και 5, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) ...................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο