BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. Patric John Loughran κ.α., Αρ. Αγωγής: 598/15, 17/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 598/15 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και-
- Patric John Loughran
- Susan Jennifer
- TAPOLOS DEVELOPERS LTD Εναγόμενων ---------- Ημερομηνία: 17 Μαϊου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: Ο κ. Α. Παστός με κα Κρ. Χρυσάφη, για Ανδρέου, Χατζη Χριστοφής Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: Η κα Ο. Οικονόμου, για Χρ. Τριανταφυλλίδη και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε και για Στυλιανό Χριστοφόρου. Για Εναγόμενη Εταιρεία 3: Η κα Γ. Γεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Τράπεζα με την αγωγή της αξιώνει από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 το ποσό των €232.021,61 πλέον τόκο 14% επί του ποσού των €220.615,33 από 01/04/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιπρόσθετα, ζητείται δηλωτική απόφαση ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια ή και η αποκλειστική δικαιούχος του διαμερίσματος 206, στο συγκρότημα «Blue Sky Apartments», δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 12/11/2007 και ότι δικαιούται στην παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Επιπρόσθετα, ζητούνται παρεμφερή διατάγματα τα οποία αφορούν την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ2169/07, την εγγραφή του ακινήτου μετά την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου στην Ενάγουσα και την παράδοση κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα, με βάση Διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στις 29/03/2013 ανέλαβε τα περιουσιακά στοιχεία, τους τίτλους ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Στις 12/01/2007 η Λαϊκή Τράπεζα είχε παραχωρήσει, μετά από αίτηση των Εναγόμενων 1 και 2, δάνειο ύψους CHF218,000, πληρωτέο με 60 τριμηνιαίες δόσεις με περίοδο χάριτος 2 ετών, ακολούθως 12 τριμηνιαίες δόσεις που να καλύπτουν μόνο τον τόκο και ακολούθως 39 τριμηνιαίων δόσεων εκ CHF5.000, εκάστη δόση με την εξόφληση του δανείου στις 13/09/2022 με την καταβολή της τελευταίας δόσης. Το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν LIBOR προσαυξημένο κατά 2% ενώ καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσης δικαιολογούσε τη χρέωση επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας ίσου προς 5% πέραν του συμφωνηθέντος επιτοκίου με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν τους όρους αποπληρωμής του επίδικου δανείου, οφείλουν στην Ενάγουσα το πόσο των €232.021,61 με τόκο 14% επί του ποσού €220.615,33 από 14/05/2015 μέχρι εξοφλήσεως. Προς καλύτερη εξασφάλιση των οφειλών και των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 προς την Τράπεζα, η Εναγόμενη 3 Εταιρεία, στις 12/11/2007, υπέγραψε συμφωνία εγγυήσεως και καλύψεως με την οποία ανέλαβε την ευθύνη πληρωμής των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 μέχρι του ποσού των Λ.Κ.76.800, ήτοι €131.220,59, πλέον τόκους, προμήθειες και έξοδα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν προς όφελος της Ενάγουσας, δυνάμει Συμφωνίας Εκχώρησης ημερομηνίας 12/11/2007, όλα τα δικαιώματα που πηγάζουν από το πωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 21/09/2007, ΠΩΕ 2169/07, το οποίο υπέγραψαν με την Εναγόμενη 3 Εταιρεία δυνάμει του οποίου αγόρασαν το διαμέρισμα με αριθμό 206, στο συγκρότημα «Blue Sky Apartments» στο Παραλίμνι. Η Ενάγουσα, λόγω της αθέτησης των συμφωνηθέντων όρων από τους Εναγόμενους 1 και 2, με επιστολή ημερομηνίας 30/01/
- προειδοποίησε όλους τους Εναγόμενους για τις καθυστερήσεις και με επιστολή ημερομηνίας 05/03/2014 τερμάτισε τη λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού ενώ, παράλληλα, κάλεσε όλους τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν το υπόλοιπο του δανείου το οποίο ανερχόταν στις €232.021,
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2, στην Έκθεση Υπεράσπισής τους, παραδέχονται ότι συνήψαν δάνειο με την Τράπεζα αλλά προωθούν τη θέση ότι η συμφωνία δεν ήταν στο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά ήταν σε ελβετικό φράγκο. Λόγω του ότι η συγκεκριμένη σύμβαση δανεισμού είναι αντίθετη με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας, υποστηρίζεται ότι είναι άκυρη ή και παράνομη ή και δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους 1 και
- Προωθείται ότι η Ενάγουσα προχώρησε στον δανεισμό των Εναγόμενων 1 και 2 σε ελβετικό φράγκο χωρίς να τους προειδοποιήσει αναφορικά με τους υφιστάμενους και/ή πιθανούς κινδύνους ή/και χωρίς να συνυπολογιστούν καθόλου τα δεδομένα που αφορούν τα κυμαινόμενα επιτόκια και/ή τις αλλαγές που θα μπορούσαν να προκληθούν από τις συναλλαγματικές τροποποιήσεις ή τη συναλλαγματική ισοτιμία ή και καθορίζοντας τα επιτόκια μονομερώς. Οι παραστάσεις της Ενάγουσας παραπλάνησαν τους Εναγόμενους 1 και 2 και τους οδήγησαν στη σύναψη της σύμβασης δανείου. Στις 03/11/2016, οι Εναγόμενοι 1 και 2 τερμάτισαν γραπτώς τη σύμβαση δανείου. Διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου δεν τους δεσμεύει και είναι νομικά ανίσχυρη ή και εξ υπαρχής άκυρη και χωρίς νομική ισχύ γιατί υπογράφτηκε από πρόσωπο που κατείχε πληρεξούσιο το οποίο ήταν νομικά ανίσχυρο ή και εξ υπαρχής άκυρο ή και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ και είχε πιστοποιηθεί κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν ότι δεν ελάμβαναν γνώση για τα περισσότερα γεγονότα που αφορούσαν τη σύμβαση δανείου ή και γίνονταν χωρίς τη δική τους εξουσιοδότηση. Ανταπαιτούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο όλα τα έγγραφα μεταξύ τους και της Ενάγουσας κηρυχθούν ως νομικά ανίσχυρα ή/και εξ υπαρχής άκυρα ή και μη δεσμευτικά ή και ότι συνιστούν το προϊόν παραπλάνησης και απόκρυψης στοιχείων και πληροφοριών και ότι ουδεμία υποχρέωση έχουν προς την Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, ζητούν την έκδοση διατάγματος επιστροφής του ποσού που οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλλαν με βάση τη συμφωνία, πλέον τους τόκους. Η Εναγόμενη 3 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι πρόωρη αφού πρέπει πρώτα να αποφασιστεί εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 και μετά εναντίον της Εναγόμενης 3 Εταιρείας. Προωθεί ως Υπεράσπιση ότι η Εναγόμενη 3 Εταιρεία ουδέποτε ενημερώθηκε για τους όρους και το περιεχόμενο της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12/11/2007 καθώς επίσης και ότι οι όροι είναι καταχρηστικοί και παράνομοι. Αρνείται ότι υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 12/11/
- Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης έγινε κάτω υπό το κράτος απειλών και ψυχικής πίεσης αφού απειλήθηκε ότι αν δεν το έπραττε οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν θα λάμβαναν τη διευκόλυνση για αγορά του ακινήτου ενώ είχε διαβεβαιωθεί ότι η υπογραφή των εγγράφων ήταν τυπική και με την έκδοση των τίτλων η ευθύνη της ως εγγυήτρια θα τερματιζόταν. Ουδέποτε της επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που διέτρεχαν με την υπογραφή της συγκεκριμένης συμφωνίας, η οποία ήταν στην αγγλική γλώσσα. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία εγγύησης και οι όροι της είναι καταχρηστικοί ή και παράνομοι γιατί παραβιάζει τις σχετικές προς την προστασία των καταναλωτών διατάξεις, όπως εφαρμόζονται στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο ή και ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου και του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου ενώ περιέχει και παράνομες χρεώσεις ή και υπερχρεώσεις. Αρνείται το υπόλοιπο και ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού. Προωθείται ο ισχυρισμός ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η συμφωνία είναι έγκυρη, η ευθύνη της Εναγόμενης 3 Εταιρείας περιορίζεται στις Λ.Κ.76,800 ήτοι €131.220,
- Ανταπαιτεί δηλωτική απόφαση ότι η εγγύηση είναι άκυρη ή και ότι η Εναγόμενη 3 Εταιρεία έχει απαλλαγεί από αυτήν. Προς απόδειξη της αξίωσης, μαρτυρία δόθηκε από δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Νίκος Νικολάου, Μ.Ε.1, Λειτουργός στη Λαϊκή Τράπεζα από το 1992 και ακολούθως από το 2013 στην Τράπεζα Κύπρου. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Αναφέρεται στη μεταφορά των εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου, δυνάμει του Διατάγματος ΚΔΠ104/2013 ημερομηνίας 29/03/
- Προωθεί τη θέση ότι ο ίδιος υπηρετεί στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, όπου είχε μεταφερθεί ο φάκελος μετά τις καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν, εξ ου και ο ίδιος είχε τυπώσει αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού από τα τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας, τα οποία τηρούνται ηλεκτρονικά, έχοντας ελέγξει και συγκρίνει τις καταγραφές με το αρχείο και διαπιστώνοντας ότι είναι ορθές. Όσον αφορά τα γεγονότα, υποστήριξε ότι δυνάμει αιτήματος των Εναγόμενων 1 και 2, το οποίο υποβλήθηκε στις 12/11/2007, για παραχώρηση δανείου σε ελβετικά φράγκα, συμφωνήθηκε όπως παραχωρηθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 δάνειο ύψους CHF218.000 πληρωτέο με 60 τριμηνιαίες δόσεις, με περίοδο χάριτος 2 χρόνια και ακολούθως με 12 τριμηνιαίες δόσεις που θα κάλυπταν μόνο τους τόκους και στη συνέχεια 39 τριμηνιαίες δόσεις ύψους CHF5.000, με την τελευταία δόση να καταβάλλεται στις 13/09/2022 προς εξόφληση του δανείου. Το επιτόκιο του δανείου είχε συμφωνηθεί ως LIBOR 6 μηνών τα πρώτα 2 χρόνια και στη συνέχεια LIBOR 3 μηνών προσαυξημένο κατά 2% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Ο τόκος υπερημερίας είχε συμφωνηθεί στο 5%. Με την παραχώρηση του δανείου, ανοίχθηκε ο λογαριασμός ΧΧΧ3419 ο οποίος με τη μεταφορά του άλλαξε σε ΧΧΧ9207 και στη συνέχεια σε ΧΧΧ
- Το δάνειο είχε παραχωρηθεί για την αγορά του διαμερίσματος με αριθμό 206, στο συγκρότημα «BLUE SKY APARTMENTS», στο Παραλίμνι. Σε σχέση με την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, είναι η καταγραφείσα θέση του ότι υπέγραψε συμφωνία εγγύησης και κάλυψης με ευθύνη πληρωμής μέχρι το ποσό των Λ.Κ.76.800, ήτοι €131.220,59 πλέον τόκους, επιβαρύνσεις και οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 για καλύτερη εξασφάλιση του δανείου εκχώρησαν προς όφελος της Ενάγουσας, με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγόμενης 3 την οποία παραχώρησε γραπτώς, όλα τα δικαιώματά τους που προκύπτουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21/09/2007 το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ2169/
- Λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγόμενων 1 και 2 με τους όρους της συμφωνίας, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 30/01/2014 τους ενημέρωσε για τις καθυστερήσεις και με επιστολή της ημερομηνίας 05/03/2014 τερμάτισε τη συμφωνία δανείου καλώντας τους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο το οποίο ανερχόταν στις €232.021,61 πλέον 14% επί του ποσού των €220.615,33 από 14/05/2015 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης, η Ενάγουσα αξιώνει την εγγραφή του ακινήτου στο όνομά της. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, κατά τη σύναψη του δανείου εκπροσωπούντο από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, ο οποίος γνώριζε ή και όφειλε να γνωρίζει ότι η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των νομισμάτων μπορούσε να αλλάξει και οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν τον κίνδυνο και το ρίσκο που μπορούσε να προκύψει από τον συγκεκριμένο δανεισμό. Η Ενάγουσα βασίστηκε και ενήργησε προς ζημιά της παραχωρώντας τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση προς τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι προσπορίστηκαν το συγκεκριμένο ποσό. Σε σχέση με τις χρεώσεις στον δανειακό λογαριασμό, προωθείται η θέση ότι ήταν νόμιμες και στα πλαίσια των συμβατικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Καταλήγει, ότι η Ενάγουσα ενήργησε νόμιμα και με επιμέλεια και σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας εξ ου και απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές προς τους Εναγόμενους και μετά ακολούθησε ο τερματισμός της δανειακής σύμβασης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, δέσμη από έγγραφα που αφορούσαν την αλλαγή του ονόματος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ως Τεκμήριο 2 το πρωτότυπο έγγραφο της σύμβασης δανείου, ως Τεκμήριο 3 το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 16/08/2007, ως Τεκμήριο 4 την υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου αντιπρόσωπου των Εναγόμενων 1 και 2, ως Τεκμήριο 5 τη Δήλωση σε σχέση με τον συναλλαγματικό κίνδυνο υπογεγραμμένη από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόμενων 1 και 2, ως Τεκμήριο 6 την επιστολή προσφοράς η οποία δόθηκε στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία, ως Τεκμήριο 7 τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 12/11/2007 της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, ως Τεκμήριο 8 έντυπο έρευνας στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την υπόσταση της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, ως Τεκμήριο 9 τη σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος 206 στο συγκρότημα «BLUE SKY APARTMENTS», ως Τεκμήριο 10 απόδειξη κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο, ως Τεκμήριο 11 τη σύμβαση εκχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου, ως Τεκμήριο 12 τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, ως Τεκμήριο 13 τις μεταφορές χρημάτων από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς την Ενάγουσα, ως Τεκμήριο 14 την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο 15 την ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 23/02/2012 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 που αφορούσε την αύξηση του επιτοκίου, ως Τεκμήριο 15(Α) την επιστολή ημερομηνίας 26/09/2013 σε σχέση με τις καθυστερημένες οφειλές των Εναγόμενων 1 και 2, ως Τεκμήριο 16 δέσμη προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 30/01/2014 προς όλους τους Εναγόμενους και ως Τεκμήριο 17 τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 05/03/
- Αναφορικά με το Τεκμήριο 12, εξήγησε ότι ο αριθμός λογαριασμού ήταν διαφορετικός και υποστήριξε ότι κατά τον τερματισμό της δανειακής σύμβασης είχε αλλάξει. Υπέδειξε τη χρέωση του ποσού των CHF218.000, τον Φεβρουάριο 2008 καθώς και ότι με τη μεταφορά του λογαριασμού στην Ενάγουσα είχε μετατραπεί από CHF254.567,14 σε ευρώ, ήτοι στο ποσό των €207.902,
- Όσον αφορά την αναδομημένη κατάσταση, ανέφερε ότι αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις, ότι ο τόκος που χρεώνεται είναι ο συμβατικός, ήτοι 6,42% και ότι δεν έχει προστεθεί τόκος υπερημερίας. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2, ανέφερε ότι δεν ήταν παρών στη σύναψη της συμφωνίας δανείου και ότι η γνώση του προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου. Υποστήριξε ότι γνωρίζει την πρακτική που διαχρονικά ακολουθούσε η Τράπεζα και γνώριζε ότι εξηγούνταν οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι σε όλους του πελάτες που δανείζονταν σε ξένο νόμισμα και ότι η απόφαση δανεισμού σε ξένο νόμισμα ήταν των πελατών. Με αναφορά στο Τεκμήριο 13, υποστήριξε ότι πιστώθηκε το ποσό των €134.567,90 στον λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και 2, στις 18/02/2008, ως ισάξιο των CHF218.
- Όταν του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 15 και 15(Α), προώθησε τη θέση ότι η διεύθυνση που καταγράφεται και στις δύο επιστολές είναι ορθή, όμως, η λέξη «London» στο Τεκμήριο 15, είναι λανθασμένη. Παρά το γεγονός αυτό, υποστήριξε ότι ο ταχυδρομικός κώδικας που καταγράφεται παραπέμπει στην Ιρλανδία και το Ταχυδρομείο λαμβάνει υπόψη του τον ταχυδρομικό κώδικα για τη διαβίβαση επιστολών. Κατά τη δική του άποψη, οι επιστολές έχουν παραληφθεί. Αντεξετασθείς από τη συνήγορο της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία το ποσό του Τεκμηρίου 14, το οποίο είναι το ίδιο με αυτό που δανείστηκαν οι Εναγόμενοι 1 και
- Υπέδειξε, με αναφορά στο Τεκμήριο 13, ότι στις 12/11/2007 το ποσό της εγγύησης αναλογούσε στις €131.220,
- Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 3 Εταιρεία, παραλαμβάνοντας την προσφορά, Τεκμήριο 6, έλαβε γνώση ότι το δάνειο ήταν σε ελβετικά φράγκα και υπογράφοντας την εγγύηση αντιλήφθηκε ότι η εγγύηση ήταν σε κυπριακές λίρες. Όταν του υποβλήθηκε ότι το έγγραφο εγγύησης είναι στην αγγλική γλώσσα, υπέδειξε ότι και το πωλητήριο έγγραφο είναι στην αγγλική γλώσσα. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Παντελή Παντελή, Μ.Ε.2, Λειτουργό της Τράπεζας Κύπρου στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση του, η αναγραφή της λέξης «London» στα Τεκμήρια 15, 16 και 17 συνιστά προφανές λάθος και η διεύθυνση των Εναγόμενων 1 και 2 έχει καταγραφεί σωστά και επακριβώς, όπως είχε δοθεί από τους ίδιους, στην Τράπεζα, κατά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, ήτοι στο Τεκμήριο
- Αναφέρει ότι η πόλη «Tyrone» είναι πόλη στη Βόρειο Ιρλανδία, η οποία είναι μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου και ο συγκεκριμένος κώδικας που καταγράφεται είναι ο ταχυδρομικός κώδικας της συγκεκριμένης πόλης και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το Λονδίνο. Από την εμπλοκή του στα θέματα αποστολής αλληλογραφίας σε πελάτες, ισχυρίζεται ότι αν τα Κυπριακά Ταχυδρομεία θεωρούσαν λανθασμένα ή ελλιπή τα στοιχεία στις επιστολές, θα τις επέστρεφαν ή δεν θα αποδέχονταν την παραλαβή τους. Οι συγκεκριμένες επιστολές δεν επιστράφηκαν οπόταν, κατά τη δική του άποψη, παραδόθηκαν. Σε σχέση με την παραχωρηθείσα, από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, εγγύηση ισχυρίστηκε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανεισμού το ποσό του δανείου ανερχόταν σε Λ.Κ.76.800, ισόποσο σε €131.220,59 με τη συναλλαγματική ισοτιμία της συγκεκριμένης μέρας. Κατά την εκταμίευση του δανείου, στις 18/02/2008, το ποσό ισοδυναμούσε με €134.567,90 δηλαδή ήταν κατά €3.347,31 μεγαλύτερο. Περιόρισε το ποσό που αξιώνεται από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία στο ποσό των €131.220,59 και εξήγησε ότι για να καταλήξει στο συγκεκριμένο ποσό μετάτρεψε το ποσό της εγγύησης, ήτοι Λ.Κ.76.800, σε ευρώ βάσει της ισοτιμίας του ευρώ που κλειδώθηκε και κατέληξε στο ποσό των €131.220,
- Στη συνέχεια, μετάτρεψε το ποσό σε ελβετικά φράγκα με την ίδια ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε κατά την εκταμίευση του δανείου και κατέληξε στο ποσό των CHF212.557,
- Στις 27/09/2022, το υπόλοιπο ποσό που αξιώνεται, από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, ανέρχεται στις €326.271,43 πλέον τόκος 6,42% επί του ποσού των €321.242,62 από 27/09/2022 μέχρι εξοφλήσεως με τον τόκο να κεφαλαιοποιείται στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2, το ποσό που αξιώνεται ανέρχεται στα €333.216,42 πλέον τόκος 6,42% επί του ποσού των €328.307,99 από 23/09/2022 μέχρι εξοφλήσεως με τον τόκο να κεφαλαιοποιείται στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 18, αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με την Εναγόμενη 3 Εταιρεία. Εξήγησε ότι η κατάσταση απαρτίζεται από δύο μέρη. Οι πρώτες 4 σελίδες αναφέρονται στο δάνειο ως είχε ληφθεί σε ελβετικό νόμισμα μέχρι τον τερματισμό στις 21/02/
- Οι υπόλοιπες σελίδες αφορούν τη μετατροπή του σε ευρώ και φαίνονται όλες οι καταθέσεις που έχουν γίνει. Στην αναδομημένη κατάσταση δεν χρεώνεται καθόλου τόκος υπερημερίας, ούτε πριν ούτε μετά τον τερματισμό. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει την υπόθεση από πληροφόρηση από το περιεχόμενο του φακέλου αλλά και δυνάμει των Τεκμηρίων. Ερωτηθείς, ανάφερε ότι παρόλο που είχε κλείσει ο λογαριασμός στις 21/02/2014, είχε γίνει πίστωση του ποσού των €14.422,20 στις 25/02/2014, ως προκύπτει από το Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι ο φάκελος που τηρείται στην Ενάγουσα δεν περιέχει επιστραφείσες επιστολές και προώθησε τη θέση ότι ο ταχυδρομικός κώδικας αποκαλύπτει την περιοχή και το κράτος στο οποίο θα παραδοθούν οι επιστολές. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, υποστήριξε ότι η εγγύηση της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 7 παράγραφος 18, ήταν σε κυπριακές λίρες. Με αναφορά στο Τεκμήριο 18, ισχυρίστηκε ότι είχαν περαστεί όλες οι πιστώσεις. Για τον τερματισμό, ήταν η θέση του ότι η Εναγόμενη 3 Εταιρεία έχει ενημερωθεί με τις επιστολές Τεκμήρια 16 και 17, οι οποίες δεν έχουν επιστραφεί. Εξήγησε ότι παρά την κατάθεση στις 25/02/2014, στο λογαριασμό συνέχιζαν να υπάρχουν καθυστερήσεις γι΄ αυτό και τερματίστηκε. Οι πλευρά των Εναγόμενων 1, 2 και 3 δεν πρόσφερε μαρτυρία. Και οι τρεις πλευρές διαβίβασαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες προώθησαν τις θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενό τους κατά νου και θα κάνει αναφορά σ΄ αυτό στη συνέχεια. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μη γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166 και C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους δύο μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Και οι δύο μάρτυρες, Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ήταν ειλικρινείς και ανέφεραν ευθέως ότι η γνώση τους προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου και παρουσίασαν τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή τους. Ο Μ.Ε.1 επεξήγησε τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των μερών με αναφορά στο περιεχόμενο των τεκμηρίων. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και όπως διαφάνηκε γνώριζε καλά τον τρόπο με τον οποίο λειτυργούσε η Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο ένεκα της θέσης του. Δεν αμφισβητήθηκε το κομμάτι της μαρτυρίας του που αφορά τη μεταφορά των εργασιών από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Ενάγουσα, ούτε και αμφισβητήθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αιτηθεί την παραχώρηση δανείου. Επίσης, παρά το γεγονός ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της υπογραφής της σύμβασης από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγομένων 1 και 2, τον κ. Παφίτη, εντούτοις, κατά την αντεξέταση δεν υποβλήθηκαν στον Μ.Ε.1 οποιεσδήποτε ερωτήσεις. Αμφισβητήθηκε η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ενημερωθεί για τους κινδύνους δανεισμού σε ξένο νόμισμα, όμως, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία προς την αντίθετη κατεύθυνση και παρέμεινε αλόβητο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, από το οποίο προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόμενων 1 και 2, ο οποίος υπέγραψε τη δανειακή σύμβαση, υπέγραψε και τη σχετική Δήλωση Κινδύνου δεικνύοντας ότι είχε ενημερωθεί για τους συναλλαγματικούς κινδύνους που ενείχε ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα. Το κομμάτι της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο αφορά τη θέση του ότι παρόλο που η επιστολή Τεκμήριο 15 καταγράφει ως πόλη αποστολής της το Λονδίνο, τελικά η επιστολή παραλήφθηκε στην πόλη Tyrone της Βορείου Ιρλανδίας γιατί η Ιρλανδία είναι μέρος της Μεγάλης Βρετανίας. Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 12, με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9 και ότι αυτές αποτελούν αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει αμφισβητηθεί, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση στον επίδικο λογαριασμό. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο αποδέχεται το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.
- Σε σχέση με την Εναγομένη 3 Εταιρεία, δεν αμφισβητήθηκε η παραχώρηση της εξασφάλισης αλλά το ποσό το οποίο αξιώνεται. Όμως, σε αυτό το θέμα ξεκάθαρη και πολύ επεξηγηματική απάντηση δόθηκε από τον Μ.Ε.
- Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Μ.Ε.2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να επεξηγήσει τον τρόπο υπολογισμού του υπολοίπου δυνάμει της εγγύησης της Εναγόμενης 3 Εταιρείας. Ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια τι είχε πράξει αναφορικά με την ισοτιμία και τη μετατροπή των Λ.Κ.76.800 σε ευρώ και πώς ελέγχθηκε η αντιστοιχία σε ελβετικό φράγκο. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του. Όμως, όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με το γεγονός ότι παραλήφθηκαν οι επιστολές, αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό γιατί είχαν σταλεί στο Λονδίνο και προορίζονταν για τη Βόρειο Ιρλανδία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγόμενων 1 και 2, ότι η δανειακή σύμβαση δεν είναι δεσμευτική λόγω του ότι υπογράφτηκε από πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιούσε πληρεξούσιο το οποίο ήταν νομικά ανίσχυρο, δεν προωθήθηκε ούτε με την προσκόμιση μαρτυρίας ούτε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 αλλά ούτε και στην αγόρευση της συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και
- Οπόταν, θεωρείται ως εγκαταλειφθείς. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα: Ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, περί τον Σεπτέμβριο του 2007, είχαν αγοράσει από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, εταιρεία ανάπτυξης γης, το διαμέρισμα με αριθμό 206, στο συγκρότημα «BLUE SKY APARTMENTS», στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 16/08/2007, ενώπιον του Ύπατου Αρμοστή της Κύπρου στην Ιρλανδία, με το οποίο διόρισαν τον κ. Παφίτη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους με σκοπό να υπογράψει, μεταξύ άλλων, τα αναγκαία έγγραφα για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος καθώς και τα έγγραφα για τη δανειοδότηση της αγοράς του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Στις 21/09/2007, υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόμενων 1 και 2 η σύμβαση αγοράς και στις 12/11/2007 υποβλήθηκε η αίτηση για την παραχώρηση, στους τελευταίους, στεγαστικού δανείου, σε ελβετικά φράγκα, για την αποπληρωμή του πιο πάνω διαμερίσματος. Την ίδια μέρα, ήτοι 12/11/2007, υπογράφτηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόμενων 1 και 2 η βασική συμφωνία για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και η επιστολή προσφοράς και/ή έγκρισης της πιστωτικής διευκόλυνσης η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι θα παραχωρείτο δάνειο ύψους CHF218.000, το οποίο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους CHF5.000, η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα μετά από 5 χρόνια από την πρώτη εκταμίευση ενώ σε όλη αυτή την περίοδο θα έπρεπε να καταβάλλεται ο τόκος κατά την κεφαλαιοποίησή του. Το επιτόκιο που θα έφερε το δάνειο θα ήταν κυμαινόμενο, βασιζόμενο στο Libor, πλέον 2,00%. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόμενων 1 και 2 υπέγραψε επίσης, εκ μέρους τους και αποδέχτηκε το περιεχόμενο και τους όρους της δανειακής σύμβασης, η οποία συνοδευόταν και από τη ρητή δήλωση ότι επεξηγήθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 και κατανοήθηκε από τους ίδιους το ρίσκο το οποίο αναλαμβάνουν με το να λάβουν το δάνειο και/ή την πιστωτική διευκόλυνση σε ελβετικά φράγκα και σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης. Η πρακτική που ακολουθούσαν, γενικά όλοι οι λειτουργοί της Τράπεζας, ήταν να επεξηγούν τους κινδύνους του δανεισμού σε ελβετικό φράγκο. Για σκοπούς εξασφάλισης της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης, η Εναγόμενη 3 Εταιρεία, με Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημίωσης ημερομηνίας 12/11/2007, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 μέχρι του ποσού των Λ.Κ.76.800 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21/09/2007, δυνάμει Συμφωνίας Εκχώρησης ημερομηνίας 12/11/
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενημερώθηκαν με επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 26/09/2013, η οποία είχε σταλεί στη σωστή διεύθυνση, για την παράβαση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας και κλήθηκαν όπως εντός ενός μηνός καταβάλουν τα καθυστερημένα ποσά. Στάλθηκε και δεύτερη προειδοποιητική επιστολή, στις 30/01/2014, πλην όμως σε λανθασμένη διεύθυνση. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε προς την Εναγόμενη 3 Εταιρεία. Ένεκα της μη ανταπόκρισης των Εναγόμενων 1 και 2, η Τράπεζα, με επιστολή ημερομηνίας 05/03/2014 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 και με κοινοποίηση προς την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και τους κάλεσε να αποπληρώσουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Όμως, η επιστολή είχε σταλεί στο Λονδίνο αντί στη Βόρειο Ιρλανδία. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων και πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για το είδος του δανεισμού το οποίο έλαβαν ή έθεσαν οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου στην Ενάγουσα αλλά μέχρι και τις 25/02/2014 κατέθεταν λεφτά στον λογαριασμό, ήτοι το ποσό των €14.422,
- Μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, το υπόλοιπο ανερχόταν στα CHF220.615,
- Το πιο πάνω υπόλοιπο μετατράπηκε σε ευρώ, με την ισοτιμία που ίσχυε στις 21/02/2014, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να ανέρχεται σε €207.902,
- Με βάση επίσης την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία αφαιρούνται όλα τα έξοδα καθώς και ο τόκος υπερημερίας μέχρι τον τερματισμό, το υπόλοιπο ανέρχεται στις €333.216,
- Όσον αφορά την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση, το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της εγγύησης ανέρχεται στις €326.271,
- Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις, ακολουθεί η νομική εξέταση των θεμάτων που τέθηκαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν εκτενώς στη γραπτή αγόρευση των Εναγόμενων, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα, Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A126, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Η συνήγορος των Εναγόμενων 1 και 2, στην αγόρευσή της, ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκαν αναφορικά με τους υφιστάμενους και πιθανούς κινδύνους που σχετίζονται με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα. Αναφέρεται, επίσης, εκτεταμένα σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που αφορούν καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις. Προώθησε τη θέση ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Ενάγουσα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενημερώθηκαν και/ή πληροφορήθηκαν για τους ενδεχόμενους συναλλαγματικούς κινδύνους που υπήρχαν σε σχέση με το συγκεκριμένο δάνειο. Oι θέσεις και αιτιάσεις των Εναγόμενων 1 και 2 και όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην αγόρευση της συνηγόρου τους για το ζήτημα αυτό, κρίνω ότι δεν ευσταθούν και δεν βρίσκουν έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει προκύψει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, οι Εναγόμενοι 1 και 2, είχαν διορίσει γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους τον κ. Πήτερ Παφίτη, Τεκμήριο 3, με σκοπό να ενεργήσει έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά του επίδικου διαμερίσματος και να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείτο στο να ληφθεί η απαιτούμενη χρηματοδότηση. Ειδικότερα, με τους όρους 17 και 18 του Τεκμηρίου 3, ο εν λόγω πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είχε δικαίωμα να δανείζεται χρήματα για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 και 2 με τόκο και να υποθηκεύει οποιαδήποτε περιουσία τους για ποσό χρημάτων με τόκο για οποιαδήποτε περίοδο και κάτω από οποιουσδήποτε όρους. Επίσης, είχε δικαίωμα να ανοίγει λογαριασμούς εκ μέρους τους σε οποιαδήποτε Τράπεζα και να αποσύρει χρήματα και να εκδίδει αποδείξεις, όρος 10 του Τεκμηρίου 3, να υπογράφει εγγυήσεις και να δίδει εξασφαλίσεις για την αποπληρωμή του δανείου, όρος 18 του Τεκμηρίου 3. Το εν λόγω πληρεξούσιο υπογράφηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 και είναι δεόντως πιστοποιημένο από τον Ύπατο Αρμοστή της Κύπρου στην Ιρλανδία. Ο συγκεκριμένος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόμενων 1 και 2 υπέγραψε τη Δήλωση ότι ενημερώθηκε για τους συναλλαγματικούς κινδύνους καθώς και τον επιτοκιακό κίνδυνο που ενείχε η σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, Τεκμήριο 5. Παράλληλα, ο ίδιος ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος υπέγραψε δήλωση ότι το πληρεξούσιο από τους Εναγόμενους 1 και 2 δεν έχει ανακληθεί, Τεκμήριο 4. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 149, «πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου προς τέλεση πράξης περιέχει και πληρεξουσιότητα προς τέλεση κάθε νόμιμου πράγματος που είναι αναγκαίο για την τέλεση της πράξης αυτής». Η θέση που προβάλλεται και αφορά την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας λόγω του ότι αυτή συνάφθηκε σε ελβετικό φράγκο χωρίς οι Εναγόμενοι 1 και 2 να προειδοποιηθούν για τους συναλλαγματικούς κινδύνους, δεν τεκμηριώνεται με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Όσον αφορά την εισήγηση που αφορά την καταχρηστικότητα των όρων και τον ισχυρισμό ότι δεν έτυχαν προσωπικής διαπραγμάτευσης, θα τύχει εξέτασης στη συνέχεια. Η αγόρευση της συνηγόρου της Εναγόμενης 3 Εταιρείας κινείται στις ίδιες γραμμές, λησμονώντας ότι η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία οπόταν δεν είναι καταναλωτής εν τη εννοία του Νόμου και ότι η εγγύηση, Τεκμήριο 7, είχε παρασχεθεί σε κυπριακές λίρες οπόταν, δεν ενέχει οποιουσδήποτε συναλλαγματικούς κινδύνους για να απαιτείται η οποιαδήποτε ειδική ενημέρωση. Παράλληλα, πριν την υπογραφή της εγγύησης, δόθηκε η ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 12/11/2007, Τεκμήριο 6, στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία στην οποία καταγράφονται οι διευκολύνσεις, το γεγονός ότι το δάνειο θα παρεχόταν σε ελβετικά φράγκα καθώς και ο τρόπος καθορισμού του επιτοκίου. Η Εναγόμενη 3 Εταιρεία την υπέγραψε δηλώνοντας ότι είχε αντιληφθεί πλήρως τους όρους που αφορούσαν την παραχώρηση της συγκεκριμένης διευκόλυνσης στους Εναγόμενους 1 και
- Στο έγγραφο εγγύησης το οποίο υπογράφτηκε, Τεκμήριο 7, δηλώνεται ότι η εγγύηση περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.76.800 πλέον τόκους και λοιπά έξοδα, όρος 18, καθώς και ότι ο υπογράφων την εγγύηση αντιλαμβάνεται το δικαίωμά του να ελέγξει τους όρους της εγγύησης με δικηγόρο της επιλογής του καθώς και ότι διάβασε τους όρους, τους αντιλήφθηκε και ότι υπογράφει με ελεύθερη βούληση. Συνεπακόλουθα, η συγκεκριμένη θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης 3 Εταιρείας είναι ανυπόστατη. Το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσον η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 καθώς επίσης και το σκεπτικό πρόσφατων αποφάσεων όπως η Πέτρου Κόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Πολ. Έφεση 386/14 ημερ. 20/03/2023, ECLI:CY:AD:2023:A124 και η Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ Πολ. Έφεση 325/14 ημερ. 07/04/2023, ECLI:CY:AD:2023:A135, στις οποίες υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Χαραλάμπους, η Ενάγουσα έχει καθήκον να αποδείξει τη σύναψη της συμφωνίας δανειοδότησης με τους όρους της, την παράβαση όρου της συγκεκριμένης σύμβασης, τον τερματισμό και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Είναι αποδεκτό ότι υπογράφτηκε σύμβαση δανειοδότησης των Εναγόμενων 1 και 2 για την αποπληρωμή του διαμερίσματος 206, στο συγκρότημα «BLUE SKY APARTMENTS» στο Παραλίμνι. Συνεπακόλουθα, η σύναψη της δανειακής σύμβασης έχει αποδειχθεί. Όπως είναι επίσης αποδεκτό ότι η Εναγομένη 3 Εταιρεία υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης. Εξετάζοντας το κατά πόσον οι όροι της δανειακής συμφωνίας είναι αποδεκτοί, θα πρέπει να γίνει αναφορά στη νομολογία που έχει καθορίσει ότι οι πλευρές δεσμεύονται με τα έγγραφα που υπογράφουν. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι ο καθένας γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου που υπογράφει. Συγκεκριμένη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Μακρή κ.α. ν. Χ΄Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «Επί του προκειμένου επισημαίνουμε πως είναι ορθό ότι ο γενικός κανόνας στον οποίο αναφέρεται ο πρωτόδικος Δικαστής, πως ο καθένας θεωρείται πως έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει, και πως το βάρος της απόδειξης, σε υποθέσεις που στηρίζεται στην αρχή σε "non est factum", όπως η παρούσα, είναι στον εναγόμενο.» Σχετική είναι και η Κκάζανου ν. Κεντρικής Τράπεζας Αναπτύξεως Πολ. Έφεση 58/13 ημερ. 27/05/2020, ECLI:CY:AD:2020:A167, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα: «Η σχετική επί του θέματος τούτου αρχή δικαίου υπαγορεύει πως ένα συμβαλλόμενο μέρος, όταν θέτει την υπογραφή του σε μια συμφωνία, δεσμεύεται από αυτήν, έστω και αν δεν την έχει διαβάσει, ή έστω και αν τελεί υπό άγνοια αναφορικά με την επίδρασή της κατά το δίκαιο. Είναι υπόλογος, στη βάση αυτήν, έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, (βλ. L' Estrange v. F. Graucob Ld. [1934] 2 K.B. 394.)». Έχοντας υπόψη ότι και οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν τη δανειακή σύμβαση, μέσω του πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους, βεβαιώνοντας ότι διάβασαν και κατανόησαν όλους τους όρους, συμφωνώντας με αυτούς και αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί τη θέση των Εναγόμενων 1 και 2 ότι δεν είχαν ενημερωθεί για τους δανειακούς κινδύνους του δανεισμού σε ξένο νόμισμα ή ότι δεν είχαν διαβάσει τους όρους της δανειακής σύμβασης. Αναφορά γίνεται στον όρο 23 του Τεκμηρίου 2, ο οποίος καταγράφει τα ακόλουθα: «The Borrower declares that he has read and fully understands and accepts all the above. The Borrower understands his right to review all aspects of the present Agreement with a lawyer of his choice and declares that he has had the opportunity to consult with a lawyer of his choice. The Borrower truly understands the nature of the transactions and the risks involved and freely, voluntarily and in full comprehension of the same enters into and signs the present agreement. ». Επίσης, αναφορά πρέπει να γίνει στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, τη Δήλωση Ενημέρωσης αναφορικά με τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο που υπήρχε λόγω του δανεισμού σε ξένο νόμισμα η οποία, επίσης, υπογράφτηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόμενων 1 και 2. Κατά συνέπεια, τα όσα καταγράφονται τόσο στη σύμβαση δανεισμού καθώς και στη Δήλωση, δεσμεύουν τους Εναγόμενους 1 και 2, τους οποίους αντιπροσώπευε ο κ. Παφίτης (βλ. μεταξύ άλλων Saunders v. Anglia Building Society [1971] A.C. 1004 και Τσολάκη Τουτζικιάν κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1240). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη νομολογία όπως καταγράφεται μεταξύ άλλων στις αποφάσεις Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131 και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, παράβαση εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα την επίδικη συμφωνία, η οποία υπογράφτηκε με ελεύθερη βούληση των μερών. Οπόταν, ο ισχυρισμός της συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2, ως προωθείται, καταρρίπτεται από την ίδια τη νομολογία. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο παραβιάστηκαν οι όροι της συμφωνίας δανειοδότησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης δανειοδότησης, Τεκμήριο 2, είχε συμφωνηθεί η αποπληρωμή του δανείου με μηνιαίες δόσεις. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 15(Α) και 16, είχαν σταλεί προειδοποιητικές επιστολές στις 26/09/2013 και στις 30/01/
- Παρά το γεγονός ότι στις 25/02/2014 καταβλήθηκε το ποσό των €14.422,60, συνέχιζε να υπάρχει καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό και η σύμβαση τερματίστηκε στις 05/03/2014 λόγω του ότι δεν υπήρξε εξόφληση των καθυστερήσεων. Οπόταν, συμπεραίνεται ότι παραβιάστηκαν οι όροι της σύμβασης που αφορούσαν την αποπληρωμή του δανείου με μηνιαίες δόσεις, αφού υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις ύψους €3.170,65 και το υπόλοιπο ανερχόταν στις €193.628,52, σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Το αμέσως επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον ο τερματισμός της σύμβασης δανειοδότησης ήταν νόμιμος. Τεκμαίρεται, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, στις σελ.1906 με 1907 και Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, τόμος 17, παρά. 210- 211). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Χαριλάου
(2009)1 Α.Α.Δ. 2009, το Εφετείο αποφάσισε τα ακόλουθα σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα. Παραθέτω το σχετικό μέρος της απόφασης: «Η μάρτυς της Εφεσείουσας τράπεζας κατέθεσε ότι η συμφωνία μεταξύ της Εφεσείουσας τράπεζας και των Εφεσιβλήτων τερματίστηκε με επιστολές, αντίγραφα των οποίων βρίσκονταν στο φάκελό της. Οι επιστολές αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11, 13 και
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: "Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιδεικνύει είτε τον τερματισμό της συμφωνίας είτε την ενημέρωση των εγγυητών περί της παράβασης της συμφωνίας από την πρωτοφειλέτιδα και κατά συνέπεια την υποχρέωση τους όπως ενεργήσουν με βάση τους όρους της εγγύησής τους. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ταχυδρόμηση των επιστολών εγείρει τεκμήριο αποστολής των επιστολών όμως δεν έχει φανεί πλην της καταχώρησης αυτών των αντιγράφων που ευρίσκονταν στο φάκελο που τηρούσε η μάρτυρας ότι αυτά έχουν ταχυδρομηθεί, από ποιον και πότε."». Διαπιστώνεται, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι η προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 26/09/2013, Τεκμήριο 15(Α), στάλθηκε στη σωστή χώρα, ήτοι την Ιρλανδία. Όμως, οι επιστολές ημερομηνίας 30/01/2014 καθώς και οι επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 05/03/2014 είχαν σταλεί στο Λονδίνο, στην ίδια διεύθυνση, Τεκμήρια 16 και
- Tο Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του μαρτυρία για να καταλήξει ότι οι επιστολές τερματισμού που ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1 και 2, στην ορθή διεύθυνση μεν αλλά σε λάθος πόλη και χώρα, παραλήφθηκαν από αυτούς. Όμως, σύμφωνα με τον λόγο της απόφασης στην υπόθεση Έλληνας ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 87/13 ημερ. 03/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A503, η καταχώριση της ίδιας της αγωγής συνιστά τερματισμό της δανειακής σύμβασης. Διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Το ότι η αγωγή τερμάτιζε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία το αποδέχονται και οι ίδιοι οι εφεσείοντες στο περίγραμμα τους με μόνη διαφορά ότι ο τερματισμός ενεργοποιείτο από 5.7.2006, αντί από 11.1.2006, που ήταν η ημερομηνία επιστολής του τερματισμού.» Συνεπακόλουθα, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 έλαβε χώρα στις 25/08/2015 και ήταν νόμιμος. Ενώ στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία γνωστοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 05/03/2014. Όσον αφορά το ύψος του οφειλόμενου ποσού, προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί για καταχρηστικές ρήτρες. Τόσο στη γραπτή αγόρευση των Εναγόμενων 1 και 2 καθώς και της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, καταγράφονται ισχυρισμοί για την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών οι οποίοι προωθούνται με παραπομπή σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Όμως, γενικοί ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και παρανομίας των όρων των συμφωνιών δεν ισοδυναμούν με ισχυρισμό είτε για τη χρέωση μη προβλεπόμενου στις συμφωνίες τόκου είτε για ασάφεια των όρων των συμφωνιών. Αυτοί οι ισχυρισμοί θα έπρεπε να προβάλλονταν συγκεκριμένα και με σαφήνεια στην Υπεράσπιση ούτως ώστε οι θέσεις της άλλης πλευράς να ήταν γνωστές τόσο προς την αντίδικη πλευρά όσο και προς το Δικαστήριο. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 87/13 ημερ. 03/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
- Από ό,τι μπορεί το Δικαστήριο να εξάγει από τις δύο Υπερασπίσεις καθώς και από τις αγορεύσεις των Εναγόμενων 1, 2 και 3, τα παράπονά τους αφορούν την επιλογή του νομίσματος της πιστωτικής διευκόλυνσης και τη μονομερή μεταβολή των επιτοκίων. Και οι δύο συνήγοροι, όπως έχει προλεχθεί, παραπέμπουν στην Οδηγία 93/13 Ε.Ε. και σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη Οδηγία έχει εναρμονιστεί στην Κυπριακή έννομη τάξη με τη θέσπιση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου Ν.93(Ι)/96 του οποίου οι πρόνοιες στη συνέχεια ενσωματώθηκαν στον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν.112(Ι)/
- Το πεδίο εφαρμογής, τόσο του καταργηθέντος Ν.93(Ι)/96 καθώς και του Ν.112(Ι)/21, άρθρα 3
(1)και 48
(1)αντίστοιχα, αφορά σε κάθε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Ο όρος «Καταναλωτής» ερμηνεύεται στον Ν.121(Ι)/21 ως να σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Ο Ν.93(Ι)/96, ο οποίος εφαρμόζεται στα υπό κρίση γεγονότα, λόγω του ότι η δανειακή σύμβαση τερματίστηκε πριν την έναρξη της ισχύος του Ν.121(Ι)/21, καθορίζει στο άρθρο 3
(3)ότι ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν είχε συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής δεν μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να επηρεάσει το περιεχόμενό της. Οι συνέπειες από την κήρυξη μιας ρήτρας ως καταχρηστικής είναι αυτή να μη δεσμεύει τον καταναλωτή ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, σύμφωνα με το άρθρο 6 και τον λόγο της Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α.
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 513. Στο άρθρο 7 του Ν.93(Ι)/96 προνοείτο ο τρόπος ερμηνείας των ρητρών και καταγράφει ότι ο πωλητής ή ο προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται µε σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 9
(5). Εξετάζοντας την εισήγηση των συνηγόρων των Εναγόμενων 1, 2 και 3, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εμπίπτουν στον όρο «καταναλωτής» ενώ η Εναγόμενη 3 Εταιρεία δεν εμπίπτει. Η Τράπεζα, δεν χωρεί αμφιβολία, εμπίπτει στον όρο «προμηθευτής» όπως οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται στο άρθρο 2 του Νόμου. Το επόμενο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προκύπτει, το Τεκμήριο 2 αποτελεί τη βασική συμφωνία της Τράπεζας, η οποία περιέχει τους βασικούς όρους για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ενώ το Τεκμήριο 6 αποτελεί την επιστολή προσφοράς, η οποία περιλαμβάνει το ποσό της δανειοδότησης, το επιτόκιο, τον χρόνο αποπληρωμής και το ποσό των δόσεων. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από πλευράς της Ενάγουσας ότι οι όροι της επίδικης δανειακής σύμβασης ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με τους Εναγόμενους 1 και 2. Των πιο πάνω λεχθέντων, συνάγεται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο Ν. 93
(1)/96 και θα πρέπει να εξεταστούν τα παράπονα των Εναγόμενων 1 και 2 για τους συγκεκριμένους όρους, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Δηλαδή, κατά πόσο τίθεται ζήτημα καταχρηστικότητάς τους. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υποδεικνύει ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία 93/13 Ε.Ε. στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης. Σχετική είναι η απόφαση C-415/11 Aziz, EU:C:2013:164, παράγραφος 44, ημερ. 14/03/2013 και η απόφαση C-618/10, Banco Espanol de Crédito, EU:C:2012, παράγραφος 39. Στην απόφαση C-26/13 Kasler and Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, ημερ. 30/10/2014, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανάφερε ότι ρήτρα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να ελεγχθεί ως προς την καταχρηστικότητά της όταν είναι διατυπωμένη με τρόπο που δεν γίνονται σαφείς και κατανοητοί για τον δανειολήπτη οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες, αλλά και οι οικονομικές της συνέπειες. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο καταλύεται η αρχή της διαφάνειας. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται η υποχρέωση να καταγράφεται στη σύμβαση και να εκτίθεται με τρόπο διαφανή η ακριβής λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος καθώς και η σχέση της ρήτρας αυτής με τις άλλες ρήτρες της συμφωνίας αναφορικά με την αποδέσμευση του δανείου. Και τούτο, για να μπορεί ο καταναλωτής να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι΄ αυτόν. Να πληροφορηθεί, δηλαδή, πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει με τη σύμβαση, μεταξύ δε άλλων την επιβάρυνσή του από τη μετατροπή του ποσού της δόσης. Όπως προκύπτει, επίσης, από την πιο πάνω απόφαση, εναπόκειται στο Εθνικό Δικαστήριο να κρίνει, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, αν ο καταναλωτής έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς η οποία παρατηρείται στην αγορά κινητών αξιών, μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως κατά τον χρόνο καταβολής των δόσεων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου συναλλάγματος κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου, για να αξιολογήσει τις συνέπειες και επιπτώσεις σε αυτόν. Όμως, για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο εύρημα ότι μια ρήτρα είναι καταχρηστική, απαιτείται να καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστης, εκ μέρους του πωλητή, δηλαδή της Τράπεζας στην προκειμένη. Αυτό προκύπτει από τον λόγο της απόφασης στην Frakaport Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 9/2011 ημερ. 15/06/2016, ECLI:CY:AD:2016:A286, όπου αναφέρθηκε ότι στη βάση του περιεχομένου του άρθρου 5
(2)του Ν.93(Ι)/96, οι ισχύουσες, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της «καλής πίστης». Eξετάζοντας την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει να ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή παρότρυνση από την Τράπεζα στους Εναγόμενους 1 και 2 για να συνάψουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο, σχετικές είναι οι αποφάσεις Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω) και Γιώργος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 141/2010 ημερ. 13/11/2015, ECLI:CY:AD:2015:A
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε προσήλθαν στο Δικαστήριο για να προωθήσουν ένα τέτοιο γεγονός και δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από οποιαδήποτε άλλη ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα, δηλαδή, να είναι περίπτωση που η Τράπεζα παρότρυνε τους Εναγόμενους 1 και 2 στο να προβούν σε ένα τέτοιου είδους δανεισμό. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, αφού αγόρασαν το επίδικο διαμέρισμα από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, προσέγγισαν την Τράπεζα για σκοπούς δανειοδότησης. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η σύναψη της δανειακής σύμβασης σε ελβετικά φράγκα ήταν το αποτέλεσμα παρότρυνσης των Εναγόμενων 1 και 2 από την Τράπεζα. Η πρακτική και πολιτική που ακολουθούσε η συγκεκριμένη Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως είναι το εύρημα του Δικαστηρίου, ήταν να επεξηγεί τους συναλλαγματικούς κινδύνους στους πελάτες που επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο. Επίσης, προκύπτει ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν διορίσει πληρεξούσιο αντιπρόσωπο για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για σκοπούς αγοράς του ακινήτου και της δανειοδότησης και χρηματοδότησης της αγοράς του επίδικου διαμερίσματος. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπός τους υπέγραψε επίσης τη συμφωνία δανειοδότησης καθώς και το Τεκμήριο 5 που αφορά τη σχετική δήλωση με την οποία ρητά δηλώνουν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι τους έχει εξηγηθεί και έχουν αντιληφθεί τα ρίσκα τα οποία αναλαμβάνουν με το να εξασφαλίζουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο και με τους συγκεκριμένους όρους. Προς επίρρωση της κατάληξης του Δικαστηρίου, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι μετά τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, ουδέποτε οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν θέσει οποιοδήποτε ζήτημα, είτε σε σχέση με το είδος του νομίσματος είτε σε σχέση με την ισοτιμία που θα χρησιμοποιείτο κατά την καταβολή των δόσεων. Αλλά ούτε και προχώρησαν με οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με την επίδικη συμφωνία και τους όρους της, πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής. Ισχυρίστηκαν τερματισμό της δανειακής συμφωνίας στις 03/11/2016, όμως, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ούτε κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
- Προβάλλουν το ζήτημα, μέσω της Υπεράσπισης τους μετά την έγερση της παρούσας αγωγής και μάλιστα προωθούν, μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου τους, την κήρυξη κάποιων όρων ως καταχρηστικών. Οι ίδιοι ουδέποτε κατέθεσαν στο Δικαστήριο ή πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία για να υποστηρίξουν τα όσα προωθούν και γιατί, ακόμα και κατά την καταβολή του ποσού των €14.422,20, στις 25/02/2014, ουδέποτε έθεσαν θέμα για την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου με το ευρώ. Στη βάση γενικότερα των όρων της συμφωνίας και όλου του πλέγματός της και όλων των υπόλοιπων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει καταρριφθεί η καλή πίστη που απαιτείται από την Τράπεζα, στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική. Όσον αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το χρεωστικό υπόλοιπο στον λογαριασμό του δανείου είχε ρητά καταστεί απαιτητό την 25/08/2015, με την καταχώριση της αγωγής. Επομένως, οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν υποχρέωση να εξοφλήσουν το δάνειο και η Εναγόμενη 3 Εταιρεία το ποσό που της αναλογούσε. Οι χρεώσεις των τόκων όπως και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση σε λογαριασμούς πρέπει να προκύπτουν από τους όρους των σχετικών συμφωνιών όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (ανωτέρω) και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Στον όρο 3 της Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο 2, καθώς και στο Παράρτημα Β της συγκεκριμένης σύμβασης καταγράφεται ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το Libor 6 μηνών για 2 χρόνια και στη συνέχεια 3 μηνών προσαυξημένο κατά 2% και πως ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, η Τράπεζα δικαιούτο να μεταβάλλει, είτε να αυξάνει είτε να μειώνει, κατά την κρίση της και οποτεδήποτε και μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, μεταξύ άλλων, και το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων. Σημειώνεται ότι η αλλαγή ή επιβολή θα ήταν δεσμευτική για τον οποιονδήποτε που θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Αναφερόταν, ακόμα, πως αν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο δυνάμει της συμφωνίας δεν πληρωνόταν στην ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο, οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα πλήρωναν τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό καθίστατο πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησής του, όρος 3.05 του Τεκμηρίου
- Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015, άρθρο 3, προνοούν ότι : «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει στην επίδικη περίπτωση όπου η συμφωνία δανείου τερματίστηκε στις 25/08/
- Ισχύει το εδάφιο (1β). Όμως, και σε αυτή την περίπτωση, ακόμα και όταν δεν διεκδικείται τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, η είσπραξη τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό τεκμήριο, όμως, το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά, εκτός και αν το ύψος του έχει συμφωνηθεί όπως στην προκειμένη περίπτωση. Σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 1/2020 ημερ. 08/07/2014, επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Σχετική είναι και η απόφαση Κκάζανου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία (ανωτέρω). Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, εφόσον αυτό κατέστη πληρωτέο την 25/08/2015 και δεν είχε εξοφληθεί. Η Ενάγουσα, όμως, δεν απαίτησε την καταβολή του τόκου υπερημερίας ούτε πριν αλλά ούτε και μετά τον τερματισμό. Συνεπακόλουθα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείτο να χρεώνει τόκο σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση. Η αναδομημένη κατάσταση, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 14 και 18 αλλά και τη μαρτυρία τόσο του Μ.Ε.1 αλλά και του Μ.Ε.2, πέραν της αφαίρεσης των εξόδων δεν περιέχει χρέωση οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας ούτε πριν αλλά ούτε και μετά τον ισχυρισμό και ο τόκος υπολογίζεται με βάση τη δανειακή σύμβαση. To τελευταίο αναφερόμενο υπόλοιπο, εκφρασμένο σε ευρώ, προκύπτει από το γεγονός ότι η Ενάγουσα κατά τον τερματισμό του λογαριασμού και τη μεταφορά του υπολοίπου στον λογαριασμό καθυστερήσεων, προχώρησε και στη μετατροπή του λογαριασμού από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον τερματισμό. Με βάση τον όρο 2.2 του Τεκμηρίου 2, προκύπτει ότι της παρεχόταν αυτό το δικαίωμα και αυτό είχε συμφωνηθεί με τους Εναγόμενους 1 και
- Στη βάση των πιο πάνω, το Τεκμήριο 18 προκύπτει να αντικατοπτρίζει το ορθό, με αποτέλεσμα αυτό να ανέρχεται στο ποσό των €333.216,
- Όσον αφορά την αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, ως έχει προαναφερθεί, είχε υπογραφτεί εγγύηση σε κυπριακές λίρες μέχρι του ποσού των Λ.Κ.76.800 πλέον τόκος και έξοδα. Οπόταν, δεν νομιμοποιείται να παραπονείται για έλλειψη ενημέρωσης σε σχέση με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, αφού η εγγύηση ήταν στο νόμισμα που συναλλάσετο η Κυπριακή Δημοκρατία. Επίσης, προκύπτει από το Τεκμήριο 6, την επιστολής προσφοράς που παραδόθηκε στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία, ότι καταγράφονταν οι όροι παραχώρησης του δανείου προς τους Εναγόμενους 1 και
- Η συγκεκριμένη προσφορά υπογράφτηκε και σε αυτή δηλώθηκε, στη σελίδα 2, ότι οι όροι της έγιναν αντιληπτοί πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία. Παράλληλα, στην ίδια τη σύμβαση εγγύησης, στον όρο 20, Τεκμήριο 7, δηλώνεται ότι: «I hereby state that I fully understand my right to review all aspects of the present Guarantee with a lawyer of my choice, that I had the opportunity to consult with a lawyer of my choice, that I have carefully read and fully understood all the terms and conditions of the present Guarantee and that I freely, voluntarily and in full compensation of the same, enter into and sign the present Guarantee.». Όπως έχει προλεχθεί, η υπογραφή δεσμεύει και στην υπό κρίση υπόθεση δηλώθηκε ότι με ελεύθερη βούληση και με πλήρη αντίληψη των όρων υπογράφετο η συγκεκριμένη σύμβαση εγγύησης. Οπόταν, οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τη συνήγορο της Εναγόμενης 3 Εταιρείας και αφορούν τη μη επεξήγηση των όρων ή και τη μη παρουσίαση των όρων του δανείου και της σύμβασης εγγύησης, δεν ευσταθούν. Δέον να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη 3 Εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «καταναλωτής» εν τη εννοία του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καναλατωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/96 ως έχει τροποποιηθεί, καθώς και την Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, καθορίστηκε στα €326.271,43 πλέον τόκος 6,42% από 27/09/2022 με κεφαλαιοποίηση, ως επεξηγήθηκε από τον Μ.Ε.2 και δεν αμφισβητήθηκε. Το Δικαστήριο, έχοντας αχθεί στα πιο πάνω συμπεράσματα, κρίνει ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτησή της εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, ως ανωτέρω αναφέρθηκε και δικαιούται σε ανάλογη απόφαση. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €333.216,42 πλέον τόκος προς 6,42% ετησίως επί του ποσού των €328.307,99 από 23/09/2022 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εναντίον της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, για το ποσό των €326.271,43 πλέον τόκους προς 6,42% επί του ποσού των €321.242,62 ετησίως από 27/09/2022 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1 και
- Οι Ανταπαιτήσεις των Εναγόμενων 1 , 2 και 3 απορρίπτονται. Εκδίδονται τα διατάγματα που ζητούνται στις παραγράφους Β, Γ, Δ και Ε της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, ομού και κεχωρισμένα, έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο