← Κύπρος

Τάσου Λεμονιάτη ν. Αντώνης Λουκά κ.α., Αρ. Αγωγής: 323/19, 8/5/2023

Τάσου Λεμονιάτη ν. Αντώνης Λουκά κ.α., Αρ. Αγωγής: 323/19, 8/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 323/19 Μεταξύ: Τάσου Λεμονιάτη Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση -και- 1.Αντώνης Λουκά, 2.Κωσταντίνος Μασούρα, 3.Δήμος Αγίας Νάπας, 4.Κοινοπραξία Ασφαλιστών Δημόσιων Οχημάτων Εναγόμενων- Αιτητών --------- Αίτηση ημερ. 29/12/2022 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 08 Μαϊου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Εναγόμενους 1, 2 και 4: Η κα Ε. Ανδρέου, για Ανδρέου, Χατζηχριστοφής Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ου η αίτηση - Ενάγοντα: Ο κ. Κωνσταντινίδης, για Α. Τέκκης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές - Εναγόμενοι 1, 2 και 4, με την Αίτησή τους, αιτούνται την τροποποίηση της καταχωρισθείσας Υπεράσπισης με την προσθήκη μιας παραγράφου, μετά την παράγραφο 1, με την οποία να προβάλλεται ο ισχυρισμός τους ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα, κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής, είχε παραγραφεί και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται στην προώθησή της. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.19 θ.4, Δ.25 θ.θ.1 - 6, Δ.48 θ.θ.1-3, 5, 8 και 9 και Δ.64 θ.θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου που εργοδοτείται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, η οποία έχει πολύ καλή γνώση των γεγονότων που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση. Σύμφωνα με την Ομνύουσα, κατά την προσεκτική μελέτη των δικογράφων για προετοιμασία της ακρόασης διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής ή/και αβλεψίας δεν είχε συμπεριληφθεί η συγκεκριμένη θέση. Υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους και να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο και είναι απαραίτητη για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται αλλά και για να τεθούν όλα τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε να είναι δυνατή η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης. Προωθεί τη θέση ότι η Αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση καθυστέρησης της διαδικασίας και στα πλαίσια διακρίβωσης των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας - Καθ΄ ου η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά από την αιτούμενη τροποποίηση, αφού μπορεί να καταχωρίσει την απάντησή του στον συγκεκριμένο ισχυρισμό αλλά θα αποζημιωθεί και με ανάλογη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα. Καταλήγει ότι είναι αναγκαίο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Αντιμετωπίστηκε, η Αίτηση, με Ένσταση από τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση, στην οποία παρατέθηκαν δέκα

(10)λόγοι ενστάσεως. Συγκεκριμένα, καταγράφονται ως λόγοι ενστάσεως ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται η εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης ή και νέα υπερασπιστική γραμμή και διεύρυνση του νομικού πλαισίου της δίκης, ότι τα γεγονότα που επιχειρούνται όπως προστεθούν ήταν γνωστά στους Αιτητές - Εναγόμενους κατά τον χρόνο σύνταξης της Υπεράσπισής τους και δεν είναι το αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους, ότι καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και μετά την παρέλευση 2 ετών από την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και την έκδοση οδηγιών, ότι οι λόγοι που επικαλούνται οι Αιτητές δεν δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 και της νομολογίας, ότι καταχωρίστηκε κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα, ότι το θέμα το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί έχει αποφασιστεί από το Δικαστήριο στις 17/08/2022 σε αίτηση που καταχωρίστηκε και αφορά τον Εναγόμενο 3, ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα και ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και λανθασμένη γιατί η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προηγείται χρονολογικά από την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.19 θ.4, Δ.21, Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.48 θ.θ.1-4, 5, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64 θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στα Άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, την πρακτική και γενικά επί των αρχών δικαίου. Υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του Ενάγοντα - Καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα από προσωπική γνώση. Είναι η θέση του ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αβάσιμοι, ανίσχυροι, ανυπόστατοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ενώ συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση πάσχει γιατί προηγείται χρονολογικά της υπό κρίση αίτησης γεγονός ανεπίτρεπτο αφού πρέπει να φέρει την ίδια ημερομηνία με την αίτηση. Προωθεί τη θέση ότι η αγωγή δεν έχει οριστεί για ακρόαση, αφού η διαδικασία ανταλλαγής δικογράφων διεκπεραιώθηκε στις 13/01/2023 και τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Ισχυρίζεται ότι λόγω της τροποποίησης της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε τροποποίηση παρά μόνο όταν διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη ή εάν προέκυψαν νέα γεγονότα μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Κατά τη δική του άποψη, τα όσα επιθυμούν να εισάγουν οι Αιτητές με την αίτηση τροποποίησης ήταν γνωστά σ΄ αυτούς κατά τον χρόνο σύνταξης της Υπεράσπισής τους αφού γνώριζαν τον χρόνο που έγινε το ατύχημα και τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής και συνειδητά είχαν επιλέξει να μη δικογραφήσουν τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση. Οπόταν, δεν αποτελεί καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη ούτε και γεγονός το οποίο προέκυψε στην πορεία η μη δικογράφηση της προδικαστικής ένστασης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι με τη σκοπούμενη τροποποίηση επιθυμούν να προωθήσουν νέα υπερασπιστική γραμμή και νέους λόγους Υπεράσπισης, γεγονός που δεν επιτρέπεται από την ισχύουσα νομολογία. Υποστηρίζει ότι έγκριση της Αίτησης θα εκτροχιάσει τη διαδικασία και θα την καθυστερήσει αφού η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι 2 χρόνια και 6 μήνες μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Κατά τη δική του άποψη, το γεγονός ότι οι Αιτητές ήδη τροποποίησαν την Υπεράσπισή τους και η υπό κρίση Αίτηση συνιστά δεύτερη τροποποίηση, καταδεικνύει την καταχρηστικότητα της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης. Προωθεί τη θέση ότι η παράλειψη δικογράφησης του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν αποτελεί σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας οπόταν, δεν είναι επιτρεπτή η τροποποίηση του δικογράφου αφού η Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών επιτρέπει την τροποποίηση εκεί όπου υπάρχει καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας αλλά δεν συμπεριλαμβάνει και την εισαγωγή εντελώς νέων ισχυρισμών, ήτοι την εισαγωγή μιας νέας βάσης υπεράσπισης. Καταλήγει, ότι τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της Δ.25 και ζητά την απόρριψη της Αίτησης. Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση προς το Δικαστήριο γραπτών αγορεύσεων το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Αναφορά στο περιεχόμενο των αγορεύσεων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως ο λόγος ένστασης που έχει καταγραφεί και αφορά την υπογραφή της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση πριν την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.39 θ.3 έχει τροποποιηθεί, στις 24/03/2022, με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2022 έτσι ώστε ο χρόνος όρκισης να μην υπέχει οποιασδήποτε επίδρασης στην ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης. Οπόταν, ο συγκεκριμένος λόγος Ένστασης είναι ανυπόστατος. Καθοριστική για την έκβαση της Αίτησης είναι η Δ.25 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία εφαρμόζεται στην υπό κρίση Αίτηση, και προνοεί ως ακολούθως: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.». Είναι εμφανές, από την παράθεση του αυτούσιου λεκτικού της τροποποιημένης Δ.25 θ.3, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση σε οιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή για οποιονδήποτε λόγο πλην εκεί όπου αποκαλύπτεται εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή έχουν προκύψει νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Σημειώνεται ότι οι Αιτητές προβάλλουν ισχυρισμό περί αβλεψίας ή και παραδρομής στη μη συμπερίληψη του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Ο όρος «αβλεψία» ερμηνεύεται από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ως: «.σφάλμα από χαλάρωση προσοχής, απροσεξία..» Δηλαδή οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι υπήρξε απροσεξία εκ μέρους τους κατά τη διατύπωση της αρχικής Υπεράσπισης. Ακόμη και αν αυτός ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, είχαν ευκαιρία να διορθώσουν το λάθος τους όταν προέβαιναν στην πρώτη τροποποίηση του δικογράφου τους στις 07/05/2020. Ο ορισμός της έννοιας «καλόπιστο» δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί μέσα από τη νομολογία αλλά έχει αφεθεί αόριστος για να μπορεί να προσαρμόζεται και να ερμηνεύεται στα πλαίσια της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Αυτό που έχει τεθεί σε παλαιά αγγλική νομολογία, στην υπόθεση Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.382 C.A. στη σελίδα 391, ως ερμηνεία του όρου, είναι τα ακόλουθα: «What does "good faith" mean? What is meant by those two English words which are the exact equivalent in every sense of the expression which is perhaps more commonly used, though not more correctly or properly bona fides? I think that the best way of defining the expression so far as it is necessary or safe to define it is by saying that it is the absence of bad faith of mala fides». Σε σχέση με τις αιτήσεις για τροποποίηση, η έννοια του καλόπιστου λάθους και της καλόπιστης αίτησης συνάδει με την ευρεία ερμηνεία του όρου θέτοντας πολύ υψηλά τον πήχη για την απόδειξη κακοπιστίας. Στη United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 C.L.R. 510, στη σελ. 515, διαβάζονται τα εξής σχετικά: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise.» Στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: «δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.». Μέσα από τη νομολογία, που αφορά τη Δ.25 πριν την τροποποίησή της, προκύπτει ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Όμως, ο περιορισμός στην τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες, κατέστη αναγκαίος ως επικουρικός προς την, τότε, νέα Δ.30 η οποία αποσκοπεί στη σωστή προδικασία και σύντομη προώθηση και εκδίκαση των πολιτικών αγωγών. Με την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκεται η προσθήκη μιας νέας παραγράφου που αφορά την παραγραφή του δικαιώματος του Ενάγοντα στην έγερση της αγωγής. Το συγκεκριμένο θέμα είναι καθοριστικό για την πορεία της υπόθεσης και ενέχει και το στοιχείο της διάσωσης δικαστικού χρόνου στην περίπτωση που αποφασιστεί προδικαστικά. Όμως, παρά τη συγκεκριμένη διαπίστωση, τα γεγονότα που αφορούν τη νομιμοποίηση του Ενάγοντα στην έγερση της αγωγής ήταν εξ υπαρχής γνωστά στους Αιτητές - Εναγόμενους 1, 2 και
  2. Συγκεκριμένα, τα γεγονότα που αφορούν την παράγραφο 1 και σχετίζονται με την προδικαστική ένσταση που αφορά την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος από τον Ενάγοντα βασίζονται σε γεγονότα, που όπως έχει προλεχθεί, ήταν γνωστά στους Αιτητές ή και μπορούσαν να καταστούν γνωστά κατά τον χρόνο καταχώρισης της τροποποιημένης Υπεράσπισης, ήτοι 07/05/
  3. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα θέσει στη σωστή βάση τις θέσεις των Εναγόμενων 1, 2 και 4, προκύπτει ότι ισχυρισμοί που αφορούν την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος από τον Ενάγοντα δεν συνιστούν νέα στοιχεία. Έχει προωθηθεί ισχυρισμός για παραδρομή και/ή αβλεψία εκ μέρους των Αιτητών 1, 2 και 4 στη μη συμπερίληψη του συγκεκριμένου ισχυρισμού, όμως, έχει νομολογηθεί πλειστάκις ότι λάθος συνηγόρου δεν δικαιολογεί απόκλιση από την καθορισμένη διαδικασία. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της απόφασης του αδελφού Δικαστή Μ. Χριστοδούλου στην υπόθεση Αrizona Trading Ltd ν. Μοντεξύλ Λτδ, Αρ. Αγωγής 15/17 ημερ. 31/05/2018 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα, με τα οποία το παρόν Δικαστήριο συμφωνεί πλήρως: «Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της Δ.25 θ.3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς της νέας Διαταγής 25 Θ 3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25». Εν πάση περιπτώσει, καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη προδικαστικής ένστασης που αφορά τη νομιμοποίηση του Ενάγοντα στην έγερση της αγωγής. Δέον να σημειωθεί ότι καμιά εξήγηση δεν παραχωρείται γιατί η συγκεκριμένη αβλεψία δεν διαπιστώθηκε νωρίτερα, αφού από τον Φεβρουάριο 2022 το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης της έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους του Ενάγοντα ήταν επίδικο αφού είχε τεθεί από τον Εναγόμενο
  4. Αποδοχή της θέσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών 1, 2 και 4 θα άνοιγε την πόρτα σε ένα ευρύ φάσμα αιτημάτων και θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο αφού θα ήταν πολύ εύκολο για τον κάθε συνήγορο ή αιτητή να επικαλείται είτε σφάλμα που φαινομενικά είναι καλόπιστο είτε γενικά αναγκαιότητα για τροποποίηση έτσι ώστε να εξασφαλίσει το οποιοδήποτε διάταγμα. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται για την κατάρτιση των δικογράφων πριν την κλήση για οδηγίες. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη συμπερίληψη της προδικαστικής ένστασης που καταγράφεται στην Αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί αβλεψία, παραδρομή ή καλόπιστο λάθος και κατ΄ επέκταση το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί. Δεν αναγνωρίζεται, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, από τους Θεσμούς. Για όλους τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ΄ου η αίτηση - Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................................................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.