← Κύπρος

Sky Cac Ltd ν. George Partou κ.α., Αρ. Αγωγής: 877/15, 20/3/2023

Sky Cac Ltd ν. George Partou κ.α., Αρ. Αγωγής: 877/15, 20/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 877/15 Μεταξύ: Sky Cac Ltd Ενάγουσας, και 1. George Partou, 2. Storm Developments Ltd. Εναγομένων. 20 Μαρτίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: Η κα Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 2: Ο κ. Α.Δημητρίου για Α.Θ.Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η H Αlpha Bank Cyprus Ltd (στο εξής θα καλείται «η τράπεζα») παραχώρησε στον εναγόμενο 1 δάνειο σε ξένο νόμισμα (ελβετικά φράγκα) και η εναγομένη 2, ως προβάλλεται, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του πιο πάνω προσώπου ως επίσης παραχώρησε υποθήκη, προς όφελος της τράπεζας. Είναι η θέση της τελευταίας, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έτσι, μεταξύ άλλων, αξιώνεται το ποσό των CHF1.187.061,24 πλέον τόκο ενός μηνός libor και προσαύξηση 3,8433% ετησίως, πλέον τόκο υπερημερίας 1,75% ετησίως από 28.9.22 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και επιπρόσθετα επιζητείται και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Η πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα και η τελευταία έχει υποκαταστήσει την τράπεζα στην παρούσα αγωγή. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι, ενώ η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των CHF 1.172.128,71 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους CHF 14.932,53 πλέον τόκους ως επίσης και αναγνωριστικές αποφάσεις ως οι παράγραφοι 14(γ) (στ) (η) και (λ) της Έκθεσης Απαίτησης. Η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης αναστάληκε για περίοδο 6 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της (24.2.23) και στην περίπτωση που ο εναγόμενος 1 καταβάλει το ποσό των €290,000 τότε, η αγωγή θα θεωρείται ως πλήρως εξοφληθείσα γι΄ αυτόν. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τα επίδικα ζητήματα, όπως αυτά περιορίστηκαν από το συνήγορο της εναγομένης 2, κατά το στάδιο των προφορικών τελικών αγορεύσεων, όπου εγκαταλείφθηκαν ζητήματα τα οποία εγείρονται στην γραπτή αγόρευση του, εστιάζονται στο ότι: (α) δεν εκδόθηκε διάταγμα από το Δικαστήριο με το οποίο να αντικατασταθεί η τράπεζα από την ενάγουσα και έτσι, ως η σχετική εισήγηση του, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και (β) η εγγύηση που παραχωρήθηκε προς όφελος της τράπεζας δόθηκε για τον περιορισμένο σκοπό ότι θα εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εναγομένη 2.Η τελευταία, ανταπαιτητικώς αξιώνει, μεταξύ άλλων, απόφαση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι παράνομες και άκυρες. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Σε συντομία έχουν ως ακολούθως: (
  2. i)Στις 16.5.08, συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στον εναγόμενο 1 δάνειο σε ελβετικά φράγκα (CHF) για το ποσό των 639.000 με τους όρους που καταγράφονται σε αυτήν (βλ.Τεκ.1). Η πιο πάνω συμφωνία υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου 1 (βλ.Τεκ.9). (
  3. ii)Η πιο πάνω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν γίνει απαίτηση θα αποπληρωνόταν με 157 μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία απόσυρσης ολόκληρου του ποσού του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία της πρώτης ανάληψης οποιουδήποτε μέρους του δανείου, οποιοδήποτε επισυμβεί πρώτο. Οι πρώτες 60 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 2.551,70, οι επόμενες 60 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 3.785,46 και οι υπόλοιπες 36 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 4.541,74. Η 157η δόση θα ήταν τέτοιου ποσού που θα εξοφλούσε πλήρως το υπόλοιπο του δανείου συμπεριλαμβανομένων τόκων, κεφαλαίου και άλλων εξόδων. (iii) Το δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο ενός μηνός Libor πλέον προσαύξηση 1.75%. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος 1 παρέλειπε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα καθίστατο πληρωτέο, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να χρεώνει τόκο υπερημερίας. Περαιτέρω, η τελευταία, είχε το δικαίωμα, μέσα στο πλαίσιο της νομοθεσίας, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, να μεταβάλλει το επιτόκιο, το περιθώριο και τον τόκο υπερημερίας. Οποιαδήποτε μετατροπή θα ήταν δεσμευτική για τον πρωτοφειλέτη ο οποίος, θα ενημερώνονταν μέσω ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο ή μέσω γραπτής ειδοποίησης και θα τίθετο σε ισχύ από την ημερομηνία που καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή την ειδοποίηση. (
  4. iv)Ο εναγόμενος 1, μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, την 7.5.08, υπέγραψε σχετική δήλωση με την οποία δήλωνε ότι κατά τη διαδικασία παραχώρησης του δανείου, πληροφορήθηκε για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα και παρά τους πιο πάνω κινδύνους, αποφάσισε να προχωρήσει με τη σύναψη του δανείου σε ελβετικά φράγκα (βλ.Τεκ.2). (
  5. v)Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1, με έγγραφο ημερ. 7.5.08 (βλ.Τεκ.7), εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 20.5.08, το οποίο συνομολογήθηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης 2, δυνάμει του οποίου αγόρασε από την τελευταία μία κατοικία. To πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (βλ.Τεκ.8). (
  6. vi)O εναγόμενος 1 δυνάμει άλλου πληρεξουσίου εγγράφου, διόρισε την τράπεζα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τις πράξεις και ενέργειες που καθορίζονται σε αυτό (βλ.Τεκ.9). (vii) Η εναγομένη 2, την 8.5.08, μέσω του αντιπροσώπου της, υπέγραψε σχετικό έγγραφο εγγύησης με τους όρους που καθορίζονται σε αυτό (βλ.Τεκ.5). Επί τούτου, το Δικαστήριο θα επανέλθει σε μεταγενέστερο στάδιο όταν, θα εξετάζεται η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης 2. Επιπρόσθετα, στις 15.5.08, η εναγομένη 2 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υ./08 για το ποσό των CHF 702.900 πλέον τόκους (βλ.Τεκ.6). (viii) Ο τρόπος αποπληρωμής της πιο πάνω συμφωνίας δανείου τροποποιήθηκε σε δύο περιπτώσεις και ειδικότερα στις 26.1.11 (βλ. Τεκ.3) και στις 18.7.11 (βλ. Τεκ.4). Ειδικότερα, τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του. Με την τελευταία τροποποίηση, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 297 μηνιαίες δόσεις. Οι πρώτες 5 δόσεις ανέρχονταν στο ποσό των CHF 500, οι επόμενες 41 ανέρχονταν στο ποσό των CHF 2.551,70, oι επόμενες 60 στο ποσό των CHF 3.785,46, οι επόμενες 191 σε CHF 4.541,74 και η τελευταία, 297η δόση θα ήταν τέτοιου ποσού που θα εξοφλούσε το δάνειο πλέον τους τόκους και τα έξοδα. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 30.8.11. Η εναγομένη 2 έλαβε γνώση και ενέκρινε τους όρους που περιγράφονται στις πιο πάνω τροποποιητικές συμφωνίες και περαιτέρω δήλωνε ότι οι υποχρεώσεις και δεσμεύσεις της έναντι της τράπεζας εξακολουθούν να υφίστανται. (
  7. ix)Η τράπεζα απέστειλε στην εναγομένη 2 τέσσερεις επιστολές, τις οποίες παρέλαβε και με αυτές, την πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι υφίστανται καθυστερημένες οφειλές σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο και την καλούσε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό πλέον τους τόκους (βλ. Τεκ.10). (
  8. x)Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ως αυτές καθορίζονται τόσο στη συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ.1) όσο και στις τροποποιητικές συμφωνίες (βλ.Τεκ.3 και 4) και έτσι, η ενάγουσα νομότυπα τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες, πριν την καταχώρηση της αγωγής. (
  9. xi)Το οφειλόμενο ποσό, από την πιο πάνω συμφωνία, κατά την 29.7.22, με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ανέρχεται σε CHF 1.187.061,24 (βλ.Τεκ.11). Επιπρόσθετα, τα όσα αναφέρονται πιο κάτω, αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν ως ακολούθως: (α) Το επιτόκιο έχει μεταβληθεί ως εμφαίνεται στις σχετικές επιστολές που αποστάληκαν στον εναγόμενο 1 (βλ.Τεκ.12) και περαιτέρω, στις 8.5.18 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος εγγραφής για το ακίνητο που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εναγομένη 2 (βλ.Τεκ.14).[1] Η ενάγουσα για να στοιχειοθετήσει την απαίτηση της, κάλεσε ως μάρτυρα τον Ν.Β. ενώ από την άλλη η εναγομένη 3 κάλεσε ως μάρτυρα τον Γ.Σ. Τονίζεται, ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του, τόσο το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του όσο και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 2 εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι, η ενάγουσα παρέλειψε να εξασφαλίσει προηγουμένως διάταγμα και άδεια να υποκαταστήσει την τράπεζα και να συμμετέχει στη δικαστική διαδικασία. Ήταν η θέση του ότι, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.12 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και προς επίρρωση της πιο πάνω εισήγησης του παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστής της περιουσίας της D.Κ.Ιntercity Buses Larnacas Ltd κ.α. Πολ. Εφ. 388/11 ημερ. 7.7.17. Στην πιο πάνω υπόθεση, η παράλειψη των εφεσειόντων να εξασφαλίσουν προηγουμένως διάταγμα και άδεια να υποκαταστήσουν τον οργανισμό και να συμμετέχουν στη δικαστική διαδικασία προτού επιζητήσουν την άδεια εκτέλεσης της απόφασης σφράγιζε, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο την τύχη της αίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, επεσήμανε ότι θέματα που ανάγονται στη τήρηση της δημόσιας τάξης, όπως αυτό της νομιμοποίησης των εφεσειόντων να καταχωρίσουν και να προωθήσουν την πιο πάνω αίτηση εξετάζονται και πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα και ως αναφέρθηκε, οι πρόνοιες της Δ.12 δεν καθίστανται ανενεργές ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει τελεσίδικη απόφαση και ο θ.4 της πιο πάνω διαταγής ρυθμίζει τα του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενων διαδίκων και του καθισταμένου αναγκαίου νέου διαδίκου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και ειδικότερα, με το Ν.86

(1)/18 ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 13.7.18 και ακολούθως με το Ν.129
(1)/22 που δημοσιεύθηκε στις 27.7.22, τροποποιήθηκε ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή θέματα Νόμος του 2015 (Ν.169
(1)/15). Το άρθρο 18
(4)του Νόμου, ως τροποποιήθηκε, ρητά διαλαμβάνει ότι οποιαδήποτε νομική διαδικασία συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, και της αγωγής που κατά τον χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων και δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Το δε εδάφιο 6 του πιο πάνω άρθρου προνοεί τα ακόλουθα: «
(6)Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο
(5)του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.» (Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστής της περιουσίας της D.Κ.Ιntercity Buses Larnacas Ltd κ.α. (ανωτέρω), εκδόθηκε πριν την τροποποίηση του πιο πάνω Νόμου. Με βάση δε τις πρόνοιες του τελευταίου, στην περίπτωση που μεταβιβάζονται πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις από ένα πρόσωπο σε άλλο η αγωγή δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται και ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή γνωστοποιείται με την καταχώρηση από τον πρώτο σχετικής ειδοποίησης προς τον Πρωτοκολλητή ή το Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο ανάλογα με την περίπτωση. Έτσι, στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ακολουθία των όσων προβλέπει ο Νόμος, στις 20.1.23, καταχωρίστηκε ειδοποίηση ότι η πιστωτική διευκόλυνση που αφορά την παρούσα υπόθεση έχει μεταβιβαστεί από την τράπεζα στην ενάγουσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν.169
(1)/15 και σε αυτή επισυνάφθηκε η σχετική γνωστοποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 16.12.22. Έτσι, η ενάγουσα έχει, νομότυπα, αντικαταστήσει την τράπεζα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και συνακόλουθα, η σχετική, περί του αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης 2, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), το Δικαστήριο έθεσε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Ο Ν.Β., υπάλληλος της τράπεζας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι οι συμφωνίες δανείου (βλ.Τεκ.1), εγγύησης (βλ.Τεκ.5), η σύμβαση και το έγγραφο υποθήκης (βλ.Τεκ.6) και το έγγραφο εκχώρησης των δικαιωμάτων του εναγομένου 1 (βλ.Τεκ.7) υπογράφηκαν στην παρουσία τόσο αυτού όσο και άλλης συναδέλφου του. Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθούσε η τράπεζα για την παραχώρηση στεγαστικού δανείου και δήλωσε ότι επεξηγήθηκαν τόσο στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου 1 όσο και στον Γ.Σ. (εκπρόσωπο της εναγομένης 2), τα έγγραφα και οι όροι αυτών και αφού αποδέχθηκαν το περιεχόμενο τους, τα υπέγραψαν. Διευκρίνισε ότι, επεξηγήθηκε, στον τελευταίο ότι η εγγύηση του θα τερματιζόταν όταν, εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο που αγόρασε ο εναγόμενος 1, μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του τελευταίου και υποθηκευτεί προς όφελος της τράπεζας. Δεν γνώριζε το τι διαμείφθηκε, πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, μεταξύ του Γ.Σ. και του διευθυντή και υποδιευθυντή του καταστήματος της τράπεζας. Το πιο πάνω πρόσωπο που κλήθηκε από την ενάγουσα δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Παρέθεσε τα γεγονότα ως τα αντιλήφθηκε, χωρίς διαθλάσεις και υπερβολές. Δεν υφίσταται οποιοδήποτε ίχνος αμφιβολίας ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό. Η εναγομένη 3, κάλεσε ως μάρτυρα τον Γ.Σ., γραμματέα και αντιπρόσωπο της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μαρτυρία του τελευταίου περικλείεται μεταξύ άλλων και στη γραπτή δήλωση του (βλ. Ένδειξη Β). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι η εναγομένη 2 είναι εταιρεία ανάπτυξης γης και πωλεί ακίνητα που ανεγείρει. Ήταν πελάτης της τράπεζας και έτσι, αναπτύχθηκε πολύ μεγάλη σχέση εμπιστοσύνης. Ο εναγόμενος 1 ήταν πρόσωπο εντελώς άγνωστο στην εναγομένη 2 και η τελευταία δεν γνώριζε την οικονομική του κατάσταση και φερεγγυότητα. Το εν λόγω πρόσωπο, ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ακίνητο από την εταιρεία και αποτάθηκε στην τράπεζα για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση. Ως ανάφερε, ήταν πάγια τακτική της τράπεζας όταν επρόκειτο να χρηματοδοτήσει τον αγοραστή για την αγορά του ακινήτου να απαιτούν την υπογραφή εκχωρητηρίου εγγράφου με το οποίο ο αγοραστής εκχωρούσε τα δικαιώματα του στην τράπεζα ως επίσης και εγγυητηρίου εγγράφου από την εναγομένη 2, σκοπός του οποίου, με βάση τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις των υπαλλήλων της τράπεζας ήταν για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση και ευθύνη της τελευταίας ότι, θα περάτωνε την ανέγερση του πωλούμενου ακινήτου και θα φρόντιζε να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος εγγραφής ώστε, να καταστεί δυνατή η υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της τράπεζας. Ως ισχυρίστηκε, στις παραστάσεις αυτές προέβαιναν τόσο το πρόσωπο που κλήθηκε από την ενάγουσα όσο και ο διευθυντής και ο υπεύθυνος του παραρτήματος της τράπεζας. Ήταν η θέση του ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, τα τρία πιο πάνω πρόσωπα τον διαβεβαίωσαν ότι η μοναδική ευθύνη, με βάση το επίδικο εγγυητήριο που υπέγραψε, θα ήταν να εκδοθεί τίτλος για το πωληθέν ακίνητο έτσι ώστε να μπορεί να μεταβιβαστεί και να υποθηκευθεί προς όφελος της τράπεζας για εξασφάλιση του χρέους του εναγομένου
  1. Ήταν η θέση του ότι, υπογράφηκε το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο «.ως αποτέλεσμα λάθους μας ως προς την έννοια και την ισχύ του ένεκα της ασάφειας και της αοριστίας και της αβεβαιότητας του περιεχομένου του, λάθος που μας προκάλεσαν οι ενάγοντες οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο συμφώνησαν μαζί μας ότι δεν θα παραχωρείτο η εγγύηση για το ποσό αλλά για σκοπούς έκδοσης του τίτλου. Η πλάνη και το λάθος να υπογραφεί ένα τέτοιο εγγυητήριο είναι ξεκάθαρο και από τους όρους που αυτό περιέχει.» Το Δικαστήριο, στο στάδιο τούτο, κρίνει ορθό να αναφερθεί στις πρόνοιες του επίδικου εγγράφου εγγύησης στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταγράφονται τα πιο κάτω: «
  2. . με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη..
  3. Εννοείται πάντοτε ότι το πιο μεγάλο ποσό με το οποίο δεσμεύομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των CHF 639.000,00 (SWISS FRANC ΕΞΑΚΟΣΙΕΣ ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΟΝΟ) επιπλέον τόκους.
  4. Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύηση μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά μέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ γραπτή ειδοποίηση με συστημένη επιστολή μου για την πρόθεσή μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση. .. .........................
  5. Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για τη VILLA .. η οποία ανεγείρεται στο ακίνητο .. στο όνομα .., την μεταβίβασή του/ς στο όνομα του Αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τραπέζης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα, η παρούσα εγγύησή μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγραφεί θα είναι για ποσό ίσο με 110%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα.» (βλ. Τεκ.5). Στην δε σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου, που παραχώρησε η εναγομένη 2 ρητά καταγράφεται ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην ενυπόθηκο δανειστή «. σε πρώτη ζήτηση (γ) το ποσό των CHF 702.900,00.», πλέον τόκους (βλ. Τεκ.6). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου ότι, η εναγομένη 2, μέσω του Γ.Σ, υπέγραψε την επίδικη εγγύηση (βλ.Τεκ.5) στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο πάνω όροι. Γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχάς, εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A67 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Χ»Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989, Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1522, Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961 και το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Ed., στη σελ. 912). To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), Avon Finance Co. Ltd. ν. Bridger
(1979)[1985] 2 All E.R. 281. Στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εναγομένης 2 προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα παρέστησε ή και διαβεβαίωσε σε αυτή ότι με την υπογραφή του εγγυητηρίου «.η ευθύνη της θα εξαντλείτο με στην υποχρέωση της για έκδοση του τίτλου για το πωλούμενο ακίνητο και την μεταβίβαση του στον εναγόμενο 1.» Στο εν λόγω δικόγραφο δεν καθορίζονται λεπτομέρειες δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, πλην όμως γίνονται αναφορές στις παραστάσεις στις τράπεζες. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η εναγομένη 2 έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία ώστε, να δύναται να αποδεσμευτεί από την υπογραφή των επίδικων εγγράφων ή ότι συνομολογήθηκε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Όπως έχει αναφερθεί, η εναγομένη 2 κάλεσε ως μάρτυρα τον Γ.Σ. ο οποίος, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι τόσο ο Διευθυντής και υποδιευθυντής όσο και ο Ν.Β., ο οποίος να σημειωθεί κλήθηκε από την ενάγουσα, του ανέφεραν «. ότι η εγγύηση αφορά μόνο την υποχρέωση της εναγομένης 2 εταιρείας να αποπερατώσει την κατοικία και να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο.». Διευκρίνισε ότι, ο Ν.Β του ανέφερε τα πιο πάνω, όταν υπέγραψε εκ μέρους της εναγομένης 2 (βλ. Ένδειξη Β σελ.12). Όταν, το πρόσωπο αυτό, αντεξεταζόταν από μέρους του συνηγόρου της εναγομένης 2, ουδέποτε του τέθηκε ότι και αυτός προέβη στις πιο πάνω δηλώσεις. Αντιθέτως, εκείνο που ουσιαστικά του υποβλήθηκε είναι ότι τόσο ο διευθυντής όσο και ο υποδιευθυντής της τράπεζας του ανέφεραν ότι δεν εγγυόταν την καταβολή του οφειλομένου ποσού «αλλά μόνο για να επιβεβαιώσει ότι θα εκδώσει τον τίτλο» Όπως έχει νομολογηθεί, η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει υπόψιν της και τα θεωρεί σημαντικά για την υπόθεσή της, στους μάρτυρες, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως και στην απουσία ικανής δικαιολογίας, ως προς το λόγο παράλειψης, το Δικαστήριο δύναται να αγνοήσει τη μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα διάδικο. Το πως θα ενεργήσει το Δικαστήριο, εξαρτάται και από το ουσιώδες ή μη του παραληφθέντος ισχυρισμού (βλ. Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599, Pal ν. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1682 και Frederickou School Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ., 1527). Στην προκείμενη περίπτωση, καμία εξήγηση δόθηκε για την παράλειψη αντεξέτασης του Ν.Β, επί του πιο πάνω ουσιωδώς ζητήματος και δη ότι προέβη στις πιο πάνω δηλώσεις, κάτι το οποίο τέθηκε εκ των υστέρων με την μαρτυρία του προσώπου που κλήθηκε από την εναγομένη 2 (βλ. και το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' έκδοση, σελ. 720-723). Συνεπώς, η πιο πάνω θέση του Γ.Σ. ότι ο Ν.Β. προέβη σε αυτόν στις πιο πάνω δηλώσεις, δεν γίνεται αποδεκτή. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω επισήμανση του Δικαστηρίου. Ο Γ.Σ. αντεξεταζόμενος, αρχικά, ανέφερε ότι μελέτησε το εγγυητήριο έγγραφο (βλ. Τεκ.5). Αμέσως μετά διαφοροποιήθηκε, δηλώνοντας «Δεν μελέτησα εγώ καλά τα έγγραφα, δεν είναι η δουλειά μου. Εδειξα τους τόση εμπιστοσύνη, λάθος μου δηλαδή.». Καμία πειστική εξήγηση έδωσε γιατί υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης στην οποία ρητά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι εγγυάται όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη και δεσμεύεται μέχρι το ποσό των CHF 639,000 πλέον τόκους και μάλιστα το ποσό αυτό είναι καταγεγραμμένο με έμφαση. Καμία πειστική εξήγηση έδωσε, γιατί δεν ζήτησε να καταγραφούν στην εγγύηση που υπέγραψε, τα όσα κατ' ισχυρισμό του δήλωσαν τα πιο πάνω πρόσωπα. Και κάτι ακόμη. Ως αναφέρθηκε, η εναγομένη 2, κατά το έτος 2011, δηλαδή σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο από την υπογραφή του επίδικου εγγράφου εγγύησης, αποδέχτηκε την τροποποίηση του προγράμματος αποπληρωμής και περαιτέρω δήλωνε ότι οι υποχρεώσεις και δεσμεύσεις της έναντι της τράπεζας εξακολουθούν να υφίστανται και δεν επηρεάζονται ή μειώνονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Καμιά πειστική εξήγηση έδωσε, αναφορικά με τους λόγους που υπέγραψε τη σχετική δήλωση, λαμβανομένου υπόψη των όσων ισχυρίστηκε ότι η εγγύηση που έδωσε ήταν για τον περιορισμένο σκοπό της περάτωσης της κατοικίας και της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου εγγραφής γι' αυτήν. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι εκδόθηκε τίτλος για το ακίνητο που πωλήθηκε στον εναγόμενο 1 πλην όμως επισημαίνεται ότι ο τίτλος εκδόθηκε στις 8.5.18 ενώ η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, τερματίστηκε χρόνια πριν και ειδικότερα, στις 29.4.
  1. Η δε αγωγή καταχωρίστηκε την 13.11.
  2. Ο Γ.Σ. ανέφερε ότι πράγματι εκδόθηκε τίτλος πλην όμως δεν μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι του εναγομένου 1 καθότι, ως ισχυρίστηκε, δεν παρουσιαζόταν. Επί τούτου, δήλωσε ότι στάλθηκαν σε αυτόν επιστολές και επικοινώνησαν μαζί του τηλεφωνικώς. Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει σχετικό έγγραφο, που να αποδεικνύει τα όσα ισχυρίστηκε, δεν είχε στη κατοχή του, δηλώνοντας ότι ανέθεσε σε δικολαβικό γραφείο. Ο πιο πάνω ισχυρισμός του ήταν γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στο εκχωρητήριο έγγραφο, το οποίο να σημειωθεί υπογράφηκε και από μέρους του Γ.Σ. (βλ.Τεκ.7), η εναγομένη 2 όφειλε αμέσως να ενημερώσει την τράπεζα όταν εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Αντεξεταζόμενος, σε κάποιο στάδιο, δήλωσε ότι διάβασε το πιο πάνω έγγραφο. Όταν ρωτήθηκε, αν έχει ενημερώσει την τράπεζα, ότι έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, αυτός κατά τρόπο νεφελώδη δήλωσε «Αφού τα έγγραφα που κατάθεσα στο Κτηματολόγιο, έχω τα και εγώ και η τράπεζα. Ξέρω ποιου είναι το σπίτι, που πρέπει να μεταβιβαστεί.» Επί τούτου, στη συνέχεια δήλωσε «Οι ίδιοι με καλιούν, όχι να τους καλέσω, η ίδια η τράπεζα τηλεφωνά μου μια την άλλη τι να κάμουμε με τούτο, με το άλλο, διότι θέλουν να πωλήσουν τα σπίτια από ό,τι φαίνεται και δεν ξέρω χρειάζονται καμία υπογραφή δική μου; Και για το συγκεκριμένο τηλεφωνήσαν μου από την Πάφο. Συγκεκριμένα είναι το Τμήμα Δανείων της τράπεζας.» Παρέλειψε, κατά τρόπο σαφή, να καθορίσει όχι μόνο αν ενημέρωσε την τράπεζα αλλά και το χρονικό διάστημα που το έπραξε. Υπενθυμίζεται ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου εκδόθηκε χρόνια μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ο Γ.Σ., ισχυρίστηκε ότι το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο υπογράφηκε «.ως αποτέλεσμα λάθους μας ως προς την έννοια και την ισχύ του ένεκα της ασάφειας και της αοριστίας και της αβεβαιότητας του περιεχομένου του, λάθος που μας προκάλεσαν οι ενάγοντες οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο συμφώνησαν μαζί μας ότι δεν θα παραχωρείτο η εγγύηση για το ποσό αλλά για σκοπούς έκδοσης του τίτλου. Η πλάνη και το λάθος να υπογραφεί ένα τέτοιο εγγυητήριο είναι ξεκάθαρο και από τους όρους από αυτό περιέχει.» (βλ. Ενδειξη Β παρ.13). Με βάση τους όρους του εγγυητήριού, η εναγομένη 2, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη μέχρι ποσού CHF 639.000 πλέον τόκους και ανέλαβε να πληρώσει μόλις της ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις του εναγομένου
  3. Η δε εγγύηση που παραχώρησε, σύμφωνα με τον όρο 23 της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, θα τερματιζόταν, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για την κατοικία που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εναγόμενη 2, την μεταβίβαση της κατοικίας επ΄ ονόματι των αγοραστών και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της τράπεζας για ποσό ίσο με 110% πλέον τόκους, των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών με την τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε υποδείξει η τράπεζα. Οι όροι της επίδικης εγγύησης είναι σαφείς και ξεκάθαροι. Τα όσα, εκ των υστέρων, ισχυρίζεται ο Γ.Σ. ότι, η πλάνη και το λάθος να υπογραφεί το εγγυητήριο ήταν αποτέλεσμα της αοριστίας και αβεβαιότητας του περιεχομένου του και των κατ' ισχυρισμών δηλώσεων των υπαλλήλων της τράπεζας, κατ' ελάχιστον κατατάσσεται ως μη πειστικό και ως προσπάθεια αποποίησης των δεσμεύσεων που ανέλαβε η εναγομένη
  4. Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Γ.Σ ισχυρίστηκε ότι η εγγύηση που έδωσε η εναγομένη 2 ήταν εγγύηση ότι θα ανεγερθεί η κατοικία και θα εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Τι υποχρεώσεις θα αναλάμβανε η τελευταία, έναντι της τράπεζας, στην περίπτωση, που δεν ανεγειρόταν η κατοικία και δεν εκδιδόταν τίτλος ιδιοκτησίας; Παρέλειψε επί τούτου, να δώσει οποιαδήποτε λογική και πειστική εξήγηση. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του και προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι, η εγγύηση που έδωσε, με βάση τα όσα του δήλωσαν, ήταν για τον περιορισμένο σκοπό που αναφέρεται πιο πάνω, διερωτήθηκε για ποιο λόγο να εγγυηθεί τον εναγομένο 1, τον οποίο δεν γνώριζε. Η απάντηση στο ερώτημα του είναι απλή. Η δανειοδότηση του εναγομένου 1 σχετίζεται με την αγορά της κατοικίας από την εναγομένη 2 και με την καταβολή του τιμήματος πώλησης θα επωφελείτο η τελευταία. Η όλη παρουσία του Γ.Σ. δεν ήταν θετική αφού, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, υπεκφυγές, παλινδρομήσεις και προσπάθεια παραποίησης της πραγματικότητας με σκοπό να βοηθήσει την εναγομένη
  5. Έτσι, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή σε όση έκταση αυτή, έρχεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Όπως έχει νομολογηθεί αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαραίνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη 1997 1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία του Γ.Σ. δεν έχει εκείνα τα στοιχεία της αξιοπιστίας και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για ευρήματα του Δικαστηρίου για όσα, κατ' ισχυρισμό, πρόβαλε και δη, μεταξύ άλλων, ότι οι πιο πάνω υπάλληλοι της τράπεζας προέβησαν στις παραστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω και περαιτέρω ότι άλλη ήταν η μεταξύ τους συμφωνία και η τράπεζα υπαναχώρησε από αυτήν. Οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες είναι αυτές που δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και διέπονται από τους όρους που καταγράφονται σε αυτές. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ρητά καταγράφεται ότι η εναγομένη 2 οφείλει να καταβάλει το ποσό των CHF 702.900,00, πλέον τόκους, σε πρώτη ζήτηση. Η υποθήκη δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1771 και Stratis Enterprises Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας 2005 3 A.A.Δ 332). Είναι δικαιοπραξία χωριστή από τη συμφωνία δανείου, γιατί μετά την υπογραφή της δημιουργεί διαφορετικές νομικές συνέπειες. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από το κείμενό του εγγράφου υποθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης υποθήκης, η τελευταία δεν αποτελεί έγγραφο που έχει συναφθεί για περάτωση της σύμβασης δανείου ημερ. 7.5.08 μόνο. Αποτελεί αυτοτελή δικαιοπραξία η οποία εξασφαλίζει μεν την αποπληρωμή του συγκεκριμένου δανείου, αλλά ταυτόχρονα καλύπτει οποιανδήποτε υποχρέωση της εναγομένης 2 , τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση που έγινε ή ενδέχεται να γίνει απαιτητή για οποιονδήποτε λογαριασμό, δάνειο, γραμμάτιο, ή ομόλογο. Αποτελεί εξασφάλιση και για μελλοντικές οφειλές της προς την τράπεζα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου πράγματι, εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το σπίτι που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εναγόμενη
  1. Ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του πιο πάνω ακινήτου εκδόθηκε στις 8.5.
  2. Το ακίνητο δεν μεταβιβάστηκε στο όνομα του αγοραστή και δεν εγγράφηκε υποθήκη προς όφελος της τράπεζας, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την τράπεζα ώστε, με βάση τους όρους του εγγράφου εγγύησης, να τερματιστεί η εγγύηση της εναγομένης
  3. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τελευταίας δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες και έτσι, η τράπεζα νομότυπα, στις 29.4.14, τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου και απαίτησε από τους εναγομένους την εξόφληση του οφειλομένου ποσού. Το υπόλοιπο του δανείου, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, ανέρχεται σε CHF 1.187.061,24 με τόκο ενός μηνός libor με προσαύξηση 3,8399% ετησίως πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας από 28.9.22 μέχρι εξόφλησης. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της εναγομένης
  4. Αντιθέτως, η τελευταία απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ανταπαίτηση της, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, απόφαση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τον εναγόμενο 1 για τον οποίο έχει ήδη εκδοθεί απόφαση, για το ποσό των CHF 1.187.061,24 με τόκο ενός μηνός libor με προσαύξηση 3,8399% ετησίως πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας από 28.9.22 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο ήτοι την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου. Περαιτέρω, εναντίον της εναγομένης 2 εκδίδονται: (α) διατάγματα ως οι παράγραφοι, (i) 14(δ), με την προσθήκη «οποιονδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί στην εναγομένη 2» (ii) 14 (ν) και (iii) 14 (ξ) της έκθεσης απαίτησης και (β) αναγνωριστικές αποφάσεις ως οι παράγραφοι 14 (ο) και (π) της έκθεσης απαίτησης. Η ανταπαίτηση της εναγομένης 2, απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί, μέχρι του ποσού που επιδικάστηκε εναντίον του εναγομένου
  5. (Υπ.)............ Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. /ΑΚ. [1] Με βάση την κτηματική σελίδα μονάδας, η ημερομηνία εγγραφής είναι η 23η/4/2018 και η ημερομηνία έκδοσης η 8η/5/
  6. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.