Sunny Coast Hotel Apartments Ltd κ.α. ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 71/22, 10/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση: 71/22 Μεταξύ:
- Sunny Coast Hotel Apartments Ltd.
- Sunny Coast Investments Company Ltd. Αιτητών, και
- Βank of Cyprus Public Company Ltd.
- Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας δια του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Αμμοχώστου. Καθ΄ ων η αίτηση. 10 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές αρ.1 και 2: Ο κ. Μ.Μαρκουλής για Γ.Πιττάτζιη Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ΄ ων η αίτηση αρ.1: O κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ΄ ου η αίτηση αρ.2: Η κα Θ.Κουμή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση-έφεση εκείνο που ουσιαστικά επιζητείται είναι ο παραμερισμός της απόφασης του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής θα καλείται « ο Διευθυντής») ημερ. 6.9.22 καθότι, ως προβάλλεται (α) η απόφαση του τελευταίου δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και συνακόλουθα έγκυρη ενόψει ότι σε αυτήν αναφέρει ότι, η ένσταση που υποβλήθηκε από τους αιτητές δε στηρίζεται στους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 44ΚΒ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65 - στο εξής θα καλείται «ο Νόμος»), πράγμα που δεν συμβαίνει, (β) το τίμημα πώλησης δεν έχει εξοφληθεί, (γ) η καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 (στο εξής θα καλείται «η τράπεζα») δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και τέλος, (δ) ο Διευθυντής, για τους λόγους που καθορίζονται στην αίτηση, εφάρμοσε λανθασμένα το Νόμο. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 44ΙΣΤ μέχρι 44ΚΖ του Νόμου, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, στους Κανονισμούς 5-17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας του 1956 και στους Κανονισμούς 3-6 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (προστασία αγοραστών) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015). Οι καθ΄ ων η αίτηση αρ.1 και 2 φέρουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τους λόγους που καθορίζονται σε κάθε μία από αυτή. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του, τόσο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Α.Κ. που συνοδεύει την αίτηση όσο και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των Μ.Ξ. και Κ.Δ. που συνοδεύουν τις ενστάσεις των καθ΄ ων η αίτηση αρ.1 και 2 αντίστοιχα. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως αυτά αναδύονται από τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, σε συντομία έχουν ως ακολούθως: (
- i)Τα δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας, όπως αυτή μετονομάστηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα, μεταφέρθηκαν στην καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 ( στο εξής θα καλείται «η τράπεζα»). (
- ii)Η αιτήτρια αρ.1 είναι ιδιοκτήτρια 3 ακινήτων ( στο εξής θα αναφέρονται «τα ακίνητα αρ. 1, 2 και 3») ως επίσης και ιδιοκτήτρια των 5/12 μεριδίων ενός άλλου ακινήτου (στο εξής θα καλείται «το ακίνητο αρ.4»), τα οποία ευρίσκονται στο Δήμο Παραλιμνίου. Η αιτήτρια αρ.2 είναι ιδιοκτήτρια των 7/12 μεριδίων του ακινήτου αρ.4. (iii) H Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην αιτήτρια αρ.1 και στις 6.7.07 καταχώρισε τόσο εναντίον της τελευταίας όσο και εναντίον άλλων προσώπων την αγωγή με αρ. 540/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ( σε αυτήν δεν περιλαμβάνεται η αιτήτρια αρ.2 στην παρούσα) με την οποία, αξίωνε χρηματικά ποσά ως επίσης και διατάγματα εκποίησης υποθηκών (βλ. Τεκ.2 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1). (
- iv)Στο πλαίσιο διευθέτησης της αγωγής 540/07, στις 5.9.08 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία οι αιτητές 1 και 2 πώλησαν στην Λαϊκή Τράπεζα, τα ακίνητα 1, 2, 3 και 4 για το συνολικό ποσό των €5.000.000 με τους όρους που περιγράφονται σε αυτή (βλ. Τεκ.3 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1). Ειδικότερα, το τίμημα πώλησης για τα ακίνητα 1 και 2 ήταν €800.000 το καθένα, για το ακίνητο 3 ήταν €1.000.000 και για το ακίνητο 4 ήταν €2.400.000. Το τίμημα πώλησης θα εξοφλείτο «με την κατάθεση του ποσού έναντι των υποχρεώσεων των πωλητών». Οι πωλητές θα είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν την ακύρωση της πιο πάνω συμφωνίας, μέχρι την 31.12.2010, νοουμένου ότι θα πλήρωναν στην Λαϊκή Τράπεζα το ποσό των €5.000.000 πλέον έξοδα τα οποία θα είχαν προκύψει και που σχετίζονταν με τα εν λόγω ακίνητα πλέον τόκο 3 μηνών Εuribor πλέον 2% περιθώριο από 5.9.08 με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές τον χρόνο. Η Λαϊκή Τράπεζα, στις 5.9.08, κατέθεσε το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου (στο εξής θα καλείται «το Κτηματολόγιο»). (
- v)Η τράπεζα, προβάλλει ότι, στις 8.9.08, σε πλήρη συμμόρφωση με τον όρο 2 του πιο πάνω πωλητηρίου εγγράφου καταβλήθηκε το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης ύψους €5.000.000 και παρουσίασε προς τούτο σχετική κατάσταση λογαριασμού όπου, παρουσιάζεται η σχετική πίστωση σε λογαριασμό που διατηρούσε η αιτήτρια αρ.1 στη Λαϊκή Τράπεζα (βλ. Τεκ.5 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1). Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των αιτητών, οι οποίοι προβάλλουν ότι δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του τιμήματος πώλησης. (
- vi)Την ίδια ημέρα, που καταβλήθηκε το ποσό των €5.000.000 από τη Λαϊκή Τράπεζα ήτοι στις 8.9.08, στο πλαίσιο της αγωγής 540/07 εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Λαϊκής Τράπεζας και εναντίον της αιτήτριας αρ.1, στην παρούσα, και άλλων προσώπων (σε αυτά δεν περιλαμβάνεται η αιτήτρια 2 στην παρούσα), για το ποσό των €2.588.000 ως επίσης εκδόθηκαν και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών. Η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης αναστάληκε μέχρι την 31.12.08 νοουμένου ότι οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν προς τη Λαϊκή Τράπεζα, μέχρι τότε, το ποσό του €1.000.000 πλέον τους τόκους που περιγράφονται. Θα υπήρχε περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης μέχρι την 31.12.09, νοουμένου ότι οι εναγόμενοι κατέβαλλαν το ποσό του €1.000.000 πλέον τους τόκους που καθορίζονται και θα υπήρχε περαιτέρω αναστολή μέχρι 30.6.10 νοουμένου ότι μέχρι τότε θα κατέβαλλαν το ποσό των €588.000 πλέον τους τόκους που περιγράφονται. Περαιτέρω, αποτελούσε κανόνα Δικαστηρίου τα όσα καταγράφονται στην εν λόγω απόφαση και αναγνωριζόταν ότι, καταβλήθηκε το ποσό των €5.000.000 προς τις αιτήτριες αρ. 1 και 2 στην παρούσα. Με βάση τον εν λόγω κανόνα, νοουμένου ότι οι εναγόμενοι τηρούσαν το πιο πάνω πρόγραμμα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, οι αιτήτριες αρ. 1 και 2 στην παρούσα, θα είχαν το δικαίωμα μέχρι την 31.12.10 να επαναγοράσουν τα επίδικα ακίνητα στο ποσό των €5.000.000 πλέον οποιαδήποτε έξοδα θα προέκυπταν και που σχετίζονται με τα ακίνητα πλέον τους τόκους που καθορίζονται στον κανόνα Δικαστηρίου (βλ. Τεκ.6 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1). (vii) Οι εναγόμενοι στην αγωγή 540/07, δεν τήρησαν εντός της περιόδου αναστολής, το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής αλλά ούτε και οι αιτήτριες 1 και 2 στην παρούσα, εξάσκησαν, μέχρι την 31.12.10, το δικαίωμα τους για επαναγορά των επίδικων ακινήτων με την επιστροφή του ποσού των €5.000.000 πλέον τόκους και έξοδα στη Λαϊκή Τράπεζα. (viii) Στο μεταξύ, στις 16.6.11, η τράπεζα καταχώρησε, εναντίον των αιτητριών αρ. 1 και 2 στην παρούσα, την αγωγή 616/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (βλ. Τεκ.7 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1). Η εν λόγω αγωγή ήταν συνενωμένη με άλλες. Αφού αποσυνενώθηκαν, στις 25.4.18,στο πλαίσιο της αγωγής 616/11, εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της πιο πάνω έγγραφης συμφωνίας ημερ.5.9.08 με την οποία, οι αιτήτριες αρ.1 και 2 στην παρούσα, πώλησαν τα επίδικα ακίνητα στην Λαϊκή Τράπεζα. Περαιτέρω, διατάχθηκαν όπως μεταβιβάσουν και εγγράψουν επ ονόματι των πωλητών τα επίδικα ακίνητα. Η εκτέλεση της απόφασης αναστάληκε για 6 μήνες. Κατέστη κανόνας Δικαστηρίου ότι, στην περίπτωση που καταβληθεί στους ενάγοντες το ποσό των €3.000.000 εντός 6 μηνών από 25.4.18, τότε οι επίδικες έγγραφες συμφωνίες ή πωλητήρια που σχετίζονται με τις υποθέσεις θα ακυρωθούν και θα αποσυρθούν από το Κτηματολόγιο και οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων θα θεωρούνταν ως διευθετηθείσες. Μετά την παρέλευση των 6 μηνών οι αιτήτριες αρ. 1 και 2, ανάλαβαν να διευθετήσουν όλα τα εμπράγματα βάρη που βάρυναν τα ακίνητα και να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση των ακινήτων στην τράπεζα. Σε περίπτωση που θα πραγματοποιόταν η μεταβίβαση των ακινήτων στην τράπεζα η τελευταία αποδεχόταν να καταβάλει «. όλα τα έξοδα που συνδέονται με τα ακίνητα, πλην των εγγεγραμμένων εμπράγματων βαρών που θα αναλάβουν την εξόφληση και διευθέτηση τους οι εναγόμενοι». (βλ. Τεκ.8 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1). Επιπρόσθετα, την ίδια ημέρα δηλαδή 25.4.18 εκδόθηκαν αποφάσεις υπέρ της τράπεζας και εναντίον της αιτήτριας αρ.1 (βλ. Τεκ.9 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1). Οι αιτήτριες 1 και 2 ισχυρίζονται, ότι η τράπεζα, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, δεν κατέβαλε τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, τα δημοτικά τέλη, τα τέλη υδατοπρομήθειας ή και σκυβάλων που σχετίζονται με τα επίδικα ακίνητα. Η τράπεζα προβάλει ότι, οι αιτήτριες αρ. 1 και 2 δεν κατέβαλαν σε αυτήν το ποσό των €3.000.0000, εντός της πιο πάνω προθεσμίας. (
- ix)Ακολούθως, η τράπεζα, στις 7.10.09 κατέθεσε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, αίτηση εγκλωβισμένων αγοραστών, προσκομίζοντας ένορκη δήλωση καταβολής του τιμήματος πώλησης των ακινήτων και σχετική απόδειξη (βλ. Τεκ.2 και 3 που συνοδεύουν την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2). (
- x)Το Κτηματολόγιο, στις 3.8.20 απέστειλε στην τράπεζα επιστολή με την οποία της ζητούσε να προσκομίσει βεβαιώσεις καταβολής φόρων σύμφωνα με τις διατάξεις 44ΚΓ
(5)του Νόμου ως επίσης την ίδια ημέρα απέστειλε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα το έντυπο Δ.Ε.278 με τo οποίo τους πληροφορούσε ότι έχουν δικαίωμα όπως εντός 30 ημερών από την ημερομηνία αποστολής να υποβάλουν στοιχεία στον Διευθυντή αναφορικά με την πώληση (βλ. Τεκ.4 και 5 αντίστοιχα που συνοδεύουν την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2). (xi) Ακολούθως, το Κτηματολόγιο απέστειλε, με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο, στις αιτήτριες αρ.1 και 2 και σε όλους τους ενδιαφερόμενους την ειδοποίηση Τύπος ΙΕ, ημερ. 5.5.21, με την οποία τους πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση των ακινήτων αρ. 1, 2, 3 και 4 και ότι έχουν το δικαίωμα όπως εντός 45 ημερών από την παραλαβή της να υποβάλουν ένσταση εναντίον της πρόθεσης του Διευθυντή (βλ. Τεκ.6 της ένστασης του καθ΄ ου η αίτηση αρ.2). Η πιο πάνω ειδοποίηση παραλήφθηκε από την αιτήτρια αρ.1 στις 25.5.
- Αντιθέτως, δεν παραλήφθηκε από την αιτήτρια αρ.2 και επιστράφηκε πίσω (βλ. Τεκ.7 και 8 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.2). Οι αιτήτριες αρ. 1 και 2 στις 14.6.21 καταχώρησαν στο Κτηματολόγιο την ένσταση τους (βλ. Τεκ.9 της ένστασης του καθ' ου η αίτηση αρ.2). Το Δικαστήριο θα επανέλθει σε αυτήν όταν θα εξετάζει σχετική εισήγηση. Ακολούθως, στις 24.9.21 δύο συγκεκριμένοι υπάλληλοι της τράπεζας παρέλαβαν αντίγραφο της πιο πάνω ένστασης για να υποβάλουν τα σχόλια τους, πράγμα το οποίο έπραξαν στις 7.12.
- (xii) Ο Διευθυντής με απόφαση του ημερ. 6.9.22, απέρριψε την ένσταση των αιτητριών αρ. 1 και 2 καθότι «ο λόγος που προβάλλεται ως ένσταση δεν στηρίζεται στους λόγους που αναφέρονται στην παρ.3 του Νόμου 139
(1)/05 Κεφ.44ΚΒ» και περαιτέρω τους πληροφορούσε ότι έχουν 30 ημέρες να προσφύγουν στο Δικαστήριο για την έκδοση σχετικού διατάγματος. Η πιο πάνω απόφαση, αποστάληκε την ίδια ημέρα, με συστημένο ταχυδρομείο στις αιτήτριες αρ. 1 και 2 (βλ. Τεκ.10 της ένστασης του καθ΄ ου η αίτηση αρ.2). (xiii) Η τράπεζα προβάλλει ότι, παρά την συνεχή αντισυμβατική συμπεριφορά που επιδείκνυαν οι αιτήτριες αρ. 1 και 2 από το 2008 μέχρι και σήμερα και παρά το ότι δεν συμμορφώθηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ημερ. 8.9.08 και 25.4.08, εντούτοις ανταλλάχθηκαν διάφορες προτάσεις, χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων τους, σε μια προσπάθεια συμβιβαστικής λύσης πλην όμως οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν (βλ. Τεκ.15, 16 και 17 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1). Το Δικαστήριο θα επανέλθει στην μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, όταν θα εξετάζονται οι εκατέρωθεν εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Εισήγηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της τράπεζας , εισηγήθηκε ότι η αίτηση στερείται της αναγκαίας δικαιοδοτικής βάσης καθότι απουσιάζει, από τη νομική της βάση, το άρθρο 51 του Νόμου το οποίο προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία επισημαίνεται ότι, ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και/ή των ειδικών θεσμών ή θεσμούς που το στοιχειοθετούν αποτελεί όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού μέτρου. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι, κάποιες από τις αποφάσεις στις οποίες έκανε αναφορά, αφορούσαν ενδιάμεσες αιτήσεις. Επιπρόσθετα, προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης του, επιλεκτικά έκανε αναφορά σε συγκεκριμένα αποσπάσματα της υπόθεσης Mαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη κ.α. 1990 1 Α.Α.Δ. 965, που κατά τον ίδιο βοηθούσε την υπόθεση της τράπεζας, μη παραπέμποντας το Δικαστήριο σε ουσιώδη αποσπάσματα και στην ουσία του λόγου της. Και εξηγώ. Στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 51
(1)του Νόμου ήταν μοιραία για την εγκυρότητα της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η πιο πάνω παράλειψη του εφεσείοντα να συμπεριλάβει στην αίτηση του το πιο πάνω άρθρο δεν συνεπαγόταν ούτε και επέφερε την ακυρότητα της διαδικασίας. Αναφέρθηκαν δε τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων. Όμως η έφεση από "απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60 (βλ. ορισμό "αγωγής"). Η καθιέρωση από τους Κανονισμούς του 1956 όμοιου τύπου για την άσκηση της έφεσης μ' εκείνο που προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για την υποβολή αίτησης με κλήση δεν εξομοιώνει την έφεση με ενδιάμεση αίτηση. Το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας "έφεσης" από απόφαση του Διευθυντή είναι εκείνο που προβλέπεται στον κ.13 των Κανονισμών του 1956, που διέπει και την εκδίκαση της έφεσης. Το πλαίσιο είναι εκείνο που καθορίζεται από τις πρόνοιες της Δ.35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.35 Θ.4 ότι είναι επιτακτικό για την εγκυρότητα της "έφεσης" είναι ο προσδιορισμός της απόφασης, η οποία εφεσιβάλλεται. Στην προκείμενη περίπτωση η απόφαση προσδιορίστηκε και αντίγραφο της κατατέθηκε όπως επιβάλλει ο διαδικαστικός κανονισμός του 1956. Οι λόγοι της "έφεσης" πρέπει να προσδιορίζονται, πράγμα το οποίο επίσης έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Σε αντίθεση με ενδιάμεση αίτηση η εγκυρότητα εναρκτήριας διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου κρίνεται με βάση τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας, διάκριση την οποία πραγματεύονται οι αποφάσεις Lysandrou v. Schiza and Another2, Evagorou v. Christodoulou and Another** N.P. Lanitis v. Panayides***. Το σφάλμα στην εναρκτήρια κλήση επιφέρει την ακυρότητά της μόνο όταν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη ήταν επουσιώδης και άφησε ανεπηρέαστο το βάθρο της έφεσης ως έγκυρο μέσο για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή. Συνεπώς η παράλειψη του εφεσείοντα να αναφερθεί στην αίτησή του και στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 δεν συνεπαγόταν ούτε επέφερε την ακυρότητα της διαδικασίας. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε η έφεση του εφεσείοντα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου κρίνεται ανεδαφικός». (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου). Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 44ΙΣΤ μέχρι 44ΚΖ του Νόμου, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, στους Κανονισμούς 5-17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας του 1956 και στους Κανονισμούς 3-6 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (προστασία αγοραστών) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015). Στην υπό εξέταση περίπτωση, πράγματι, οι αιτήτριες αρ. 1 και 2 παρέλειψαν να αναγράψουν το άρθρο 51
(1)του Νόμου στη νομική βάση της αίτησης, με βάση το οποίο έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ασκείται σύμφωνα με τις Διατάξεις 80 και 81 και βάσει των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Κανονισμών του 1956. Οι Κανονισμοί καθιερώνουν ως ένδικο μέσο για την άσκηση της έφεσης τον τύπο ο οποίος προσδιορίζεται στο παράρτημα και είναι προσαρμοσμένος στον τύπο αίτησης με κλήση. Όπως έχει υποδειχθεί ανωτέρω η έφεση από απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια διαδικασία και η καθιέρωση από τους Κανονισμούς του 1956 όμοιου τύπου για την άσκηση έφεσης με εκείνο που προβλέπεται από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας για την υποβολή αίτησης με κλήση δεν εξομοιώνει την έφεση με ενδιάμεση αίτηση. Σε ακολουθία των πιο πάνω και των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη κ.α. (ανωτέρω), στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη των αιτητριών, να αναφερθούν στην εναρκτήρια κλήση στο άρθρο 51
(1)του Νόμου, είναι επουσιώδης και αφήνει ανεπηρέαστο το βάθρο της αίτησης ως έγκυρο μέσο για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή και δεν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση. Συνεπώς, η παράλειψη των αιτητριών αρ.1 και 2 να αναφέρουν στην αίτηση τους και το άρθρο 51
(1)του Νόμου δεν επιφέρει την ακυρότητα της διαδικασίας. Έτσι, η περί του αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πάσχει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φέρει προγενέστερη ημερομηνία από αυτήν με αποτέλεσμα, ο ομνύοντας να ορκίστηκε επί ανύπαρκτης αίτησης, με αποτέλεσμα η τελευταία να είναι αστήρικτη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως έχει νομολογηθεί μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώρηση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση μιας ένορκης δήλωσης (βλ. S.A.Constantinou Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co.Ltd. 2009 (1A) A.A.Δ. 754 και (αρ.1) 1994 1 Α.Α.Δ. 389, Babel Μπουτικ Λτδ. 1995 1 Α.Α.Δ. 947, Ανδρέας Γεωργιάδης και Υιός Λτδ. ν. Αlpha Bank Cyprus Ltd. Πολ. Εφ. 177/11, ΄Ιβρου ν. Μαυροκωνσταντή κ.α. Πολ. Εφ.126/13 ημερ. 1.2.17). Στην υπόθεση Stavros Hotels Αpts Ltd κ.α. (Αρ.1) 1994 1 Α.Α.Δ 389 ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος και χρονικά προηγείτο του χρόνου καταχώρησης της αγωγής, θεωρήθηκε αντικανονική και αντιβαίνουσα με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ίδια αρχή ακολουθήθηκε και στην Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 A.A.Δ.
- Επισημαίνεται ότι, όλες οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν πριν την τροποποίηση της Δ.39 θ.
- Ειδικότερα, με τον Διαδικαστικό Κανονισμό (αρ.4144) ημερ. 24.3.22 ο Κανονισμός 3 της Δ.39 αντικαταστάθηκε με τη φράση «Κάθε ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με αναφορά στην αιτία ή στο ζήτημα που αυτή αφορά, ανεξαρτήτως του χρόνου όρκισης.». Στην υπό εξέταση περίπτωση η αίτηση - έφεση καταχωρίστηκε, μέσω του συστήματος i-Justice, στις 5.10.22 και ώρα 18.
- Την ίδια ημέρα ορκίστηκε το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πιο πάνω αίτηση. Η ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε, μέσω του πιο πάνω συστήματος, στις 5.10.22 και ώρα 18.40, δηλαδή, την ίδια στιγμή που καταχωρίστηκε και η αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψη τα διαλαμβάνονται στη νέα Δ.39 θ.3 και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, στην υπό εξέταση περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι αντικανονική και δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την πιο πάνω διαταγή των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνακόλουθα, η περί του αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κατά παράβαση των Κανονισμών του
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση αρ. 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κατά παράβαση των επιτακτικών προνοιών του Κανονισμού 5 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός του 1956, γεγονός που συνιστά μη θεραπεύσιμη παρατυπία. Ειδικότερα, ως αναφέρθηκε, στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί ως διάδικος, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενόψει των προνοιών του Κ.5
(2)των Κανονισμών, ο οποίος ρητά διαλαμβάνει ότι «All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41, 43, 58, 59, 68, 69 and 69A of the Law.» Περαιτέρω, ως εισηγήθηκαν, ούτε το μέρος VIB ούτε το άρθρο 51 του Νόμου δεν αποτελούν, σύμφωνα με τον Κ.5
(2)των Κανονισμών διαδικασίες για τις οποίες απαιτείται να συνενωθεί ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ως διάδικος. Η δε συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση αρ.2, στο στάδιο των αγορεύσεων, ανέφερε ότι δεν υπάρχει τέτοια απόφαση του Διευθυντή και έκθεση γεγονότων ως προνοείται από τον Κ.6
(2)των Κανονισμών γιατί εσφαλμένα προστέθηκε ως διάδικος, ο οποίος υπερασπίζεται πλέον στη διαδικασία ως εφεσίβλητος[1]. Ήταν η θέση της ότι, ο εσφαλμένος τρόπος με τον οποίο καταχωρήθηκε και στη συνέχεια προχώρησε η παρούσα διαδικασία οδηγεί στην ουσία σε ανυπαρξία αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή. Κατ΄ αρχάς επισημαίνεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 είναι διάδικος και κανένα μέτρο δεν λήφθηκε για να διαγραφεί. Αντιθέτως, καταχώρισε ένσταση, υπερασπίζετε την υπόθεση του και για τους λόγους που προβάλλονται σ΄ αυτή, επιζητεί την απόρριψη της αίτησης. Ο όρος «αγωγή» περιλαμβάνει σύμφωνα με τον ορισμό ο οποίος παρέχεται τόσο από το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και από τον Κ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε πολιτική διαδικασία, η οποία αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με άλλο τρόπο που καθορίζεται από τον Διαδικαστικό Κανονισμό. Η Δ.48 θ.3, επιβάλλει την επίδοση αίτησης, η οποία υποβάλλεται βάσει των προνοιών της Δ.48, σε κάθε πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από την θεραπεία την οποία επιζητείται (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Dynacon Limited
(1998)1 A.A.Δ. 1978). Η έννοια της πρωτογενούς αίτησης, αναφερόμενη και ως εναρκτήρια κλήση, απαντάται στη Δ.1 θ.2 όπου καθορίζεται να σημαίνει οποιαδήποτε κλήση άλλη από κλήση σε εκκρεμούσα αιτία ή ζήτημα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Χατζηιωσήφ, Ζαπίτης & Ασπρίδης Λτδ Πολ. Αιτ. 15/19 ημερ. 6.2.19). Στην υπό εξέταση περίπτωση, με την αίτηση κατέστη διάδικος ο Διευθυντής και με αυτήν επιζητείται ουσιαστικά ο παραμερισμός της απόφασης του ημερ. 6.9.22. Αναμφισβήτητα, ο Διευθυντής επηρεάζεται άμεσα από την θεραπεία που επιζητούν οι αιτήτριες 1 και 2 (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v.Dynacon Ltd ανωτέρω). Η υπό κρίση αίτηση είναι αφ΄ εαυτής, προσδιοριστική των μερών στην αντιδικία και των επίδικων θεμάτων. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είναι διάδικος, ο οποίος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όπως και έπραξε με την υποβολή ένστασης και να ακουστεί στη δίκη όπως και ακούστηκε. Και κάτι ακόμη. Δεν διαπιστώνεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι παραβλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν υφίσταται οποιαδήποτε παρατυπία που να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αίτησης, λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω. Τα όσα άλλα προβάλει η ευπαίδευτη συνήγορος του Διευθυντή, ότι υφίσταται αναιτιολόγητη απόφαση ενόψει ότι λανθασμένα προστέθηκε ο τελευταίος ως διάδικος και προωθήθηκε η αίτηση εναντίον του, με όλο τον δέοντα σεβασμό δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίπτεται καθότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44ΚΒ
(8)του Νόμου, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης την οποία, κοινοποιεί στα πρόσωπα που καθορίζονται σε αυτό, πληροφορώντας τους ότι θα προχωρήσει στη μεταβίβαση εκτός εάν προσκομιστεί απόφαση Δικαστηρίου[2]. Συνεπώς, ο Διευθυντής οφείλει να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση κατά εκείνο το στάδιο που απορρίπτει την ένσταση και όχι να την εκδώσει κατά το στάδιο που προβλέπεται στο άρθρο 6
(2)των Κανονισμών ενόψει, της πιο πάνω σαφής νομοθετικής πρόνοιας. Έτσι για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η σχετική εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση αρ. 1 και 2 απορρίπτεται. Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι δεν έχει επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και τα τελευταία δεν έχουν καταστεί διάδικοι στην αίτηση. Στην υπόθεση Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1Β Α.Α.Δ. στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος της τράπεζας, η εφεσείουσα, η οποία ήταν συνιδιοκτήτρια οικοπέδου αποτάθηκε στον Διευθυντή του Κτηματολογίου για τον διαχωρισμό του. Ο τελευταίος, ενόψει της άρνησης της εφεσίβλητης να δεχθεί φιλικό διακανονισμό του διαχωρισμού, προχώρησε σε αναγκαστική διανομή του οικοπέδου. Καταχωρίστηκε έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, η οποία έγινε αποδεκτή. Η εφεσείουσα υπέβαλε ότι η διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν παράτυπη και άκυρη γιατί αναγκαίοι διάδικοι, δύο από τους συνιδιοκτήτες δεν ήταν διάδικοι στη διαδικασία ούτε συνενώθηκαν στην αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέριζοντας την πρωτόδικη απόφαση επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι από τον Κ.5
(2)των Κανονισμών προκύπτει ότι η συνένωση στην αίτηση όλων των ενδιαφερόμενων μερών είναι επιτακτική και ότι «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, άλλως η όλη διαδικασία θα είναι θνησιγενής και άκυρη. (Βλέπε: Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ 91993) 1 Α.Α.Δ. 429, Hadjipetrou n. Petsoloucas
(1985)1 C.L.R.83 και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 579) ». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Εφ.68/19 ημερ. 8.5.20 (απόφαση πλειοψηφίας) το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής αίτησης εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου να αποδεχθεί την εκπρόθεσμη κατάθεση αγοραπωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Το εν λόγω διάταγμα, εκδόθηκε χωρίς να επιδοθεί η αίτηση στην τράπεζα η οποία, είχε εγγράψει στα επίδικα ακίνητα πρώτη υποθήκη σε χρόνο που αυτά ήταν ελεύθερα παντός εμπραγμάτου βάρους ή άλλης επιβάρυνσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με αναφορά στη νομολογία επισήμανε «. σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.» κάτι που δεν έγινε στην εν λόγω υπόθεση. Τόσο στην υπόθεση Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη (ανωτέρω) όσο και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, (ανωτέρω), η αγωγή και η αίτηση αντίστοιχα δεν επιδόθηκαν στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τα οποία επηρεάζονταν και εδώ έγκειται η ουσιώδης διαφορά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για τους λόγους που θα εξηγηθούν πιο κάτω. Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (βλ. Τεκ.4 της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1), πράγματι επί των επίδικων ακινήτων υφίστανται άλλες επιβαρύνσεις που καταχωρίστηκαν από το Τμήμα Φορολογίας, τη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ και το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Παραλιμνίου τα οποία, να σημειωθεί προηγούνται της καταχώρισης του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου (5.9.08). Με την υπό κρίση αίτηση, εκείνο που ουσιαστικά επιζητείται είναι ο παραμερισμός της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Με την αιτούμενη θεραπεία, δεν διαφοροποιούνται και δεν επηρεάζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των προσώπων που κατέχουν τα εμπράγματα βάρη. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση του συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Και κάτι ακόμη. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Διευθυντής απέστειλε, με συστημένο ταχυδρομείο, την ειδοποίηση Τύπος ΙΕ, στις αιτήτριες και στους κάτοχους εμπραγμάτων βαρών (βλ. Τεκ.6 της ένστασης του καθ΄ ου η αίτηση αρ.2), με την οποία τους πληροφορούσε ότι θα προχωρήσει στη μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα της τράπεζας και ότι έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν ένσταση εντός 45 ημερών, πράγμα που οι κάτοχοι εμπραγμάτων βαρών δεν έπραξαν. Εισήγηση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και οι αιτητές κωλύονται λόγω δεδικασμένου στην προώθηση της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι, οι αιτήτριες αρ. 1 και 2 κωλύονται λόγω δεδικασμένου και/ή λόγω των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν από το να ενίστανται στη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων επ΄ ονόματι της τράπεζας και περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι καταχρηστική υπό τις περιστάσεις. Πράγματι, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις υπέρ της τράπεζας και εναντίον προσώπων ως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το αν υφίσταται ή όχι κατάχρηση εξετάζεται πάντα υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων (βλ. Εμπεδοκλή κ.α. (αρ.3) 2009 1 Α.Α.Δ. 529). Ως έχει νομολογηθεί, η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με την αίτηση του Τζενναρο Περρέλλα, Πολ. Εφ. 9173, ημερ. 16.3.95, Σοφία Κοζάκη ν. Γεώργιου Κοζάκη Πολ. Εφ. 143, ημερ. 8.11.02 και Τσιακκλίδης ν. Ευαγγέλου, Πολ Εφ.11346, ημερ. 23.1.04). Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πράγματι, εκ συμφώνου, εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις, πλην όμως η τράπεζα δικαιωματικά, επέλεξε, να αρχίσει τη διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIB του Νόμου, υποβάλλοντας σχετική αίτηση, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44 ΙΘ
(1)(α) του Νόμου, στον Διευθυντή. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ακολουθηθούν τα όσα διαλαμβάνονται στο συγκεκριμένο Μέρος του Νόμου. Οι αιτήτριες αρ. 1 και 2, ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα, είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν ένσταση για τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 44ΚΒ
(3)του Νόμου και ο Διευθυντής έχει υποχρέωση, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας ένστασης, να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44ΚΒ
(8)του Νόμου. Άλλο το επίδικο ζήτημα στην υπό εξέταση περίπτωση από αυτά των αγωγών αφού αντικείμενο της παρούσας είναι η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Έτσι, για όλους τους πιο πάνω λόγους, η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας ότι υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας και δεδικασμένο, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν είναι έγκυρη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητριών αρ.1 και 2 εισηγήθηκε ότι παρά το ότι οι λόγοι ένστασης που υπέβαλαν εντάσσονται στο πλαίσιο που θέτει το άρθρο 44ΚΒ
(3)του Νόμου, εντούτοις ο Διευθυντής αποφάσισε διαφορετικά και περαιτέρω, η απόφαση του είναι αναιτιολόγητη και έτσι θα πρέπει να παραμεριστεί. Εκ διαμέτρου αντίθετη, ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας. Η δε συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση αρ.2, ενώ αρχικά στο πλαίσιο της αγόρευσης της δήλωσε ότι, η απόφαση του τελευταίου είναι αναιτιολόγητη ενόψει του λανθασμένου τρόπου προώθησης της αίτησης, στη συνέχεια, εισηγήθηκε ότι η απόφαση του είναι αιτιολογημένη. Όπως έχει νομολογηθεί το Επαρχιακό Δικαστήριο εξετάζοντας την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Διοικητικό Δικαστήριο κάνει δικαστικό έλεγχο σε διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στο τομέα του δημοσίου δικαίου (βλ. Iωάννου ν. Κωνσταντίνου 1999 1 Α.Α.Δ. 749). Οι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη, είναι αυτοί που εφαρμόζονται στην περίπτωση ακύρωσης διοικητικής πράξης όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας και πλάνη περί τον νόμο ή τα πράγματα (βλ. Χατζησωφρονίου κ.α. ν. Δημοσθένους 2011 1 Α.Α.Δ. 885). Η υποχρέωση του Διευθυντή για αιτιολόγηση της απόφασης, απορρέει από την ρητή πρόνοια του άρθρου 44ΚΒ
(8)του Νόμου αλλά και από την φύση της διαδικασίας η οποία να σημειωθεί είναι οιονεί δικαστική. Όπως έχει αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων ο Διευθυντής του κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα και οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες όπως και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων (βλ. Αλέξη ν. Αristo Developers Ltd. 2009 1 Α.Α.Δ. 834 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπό εξέταση περίπτωση, στις 5.9.08 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία οι αιτήτριες αρ. 1 και 2 πώλησαν στη Λαϊκή Τράπεζα τα επίδικα ακίνητα. Η τελευταία στις 5.9.08 κατέθεσε το πωλητήριο στο Κτηματολόγιο. Στις 7.10.19, η τράπεζα, κατέθεσε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αίτηση εγκλωβισμένων αγοραστών. Στη συνέχεια το Κτηματολόγιο απέστειλε στις αιτήτριες αρ.1 και 2 και σε όλους τους ενδιαφερόμενους την ειδοποίηση Τύπος ΙΕ ημερ. 5.5.21 με την οποία τους πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων και ότι έχουν δικαίωμα να καταχωρήσουν ένσταση εντός 45 ημερών. Οι αιτήτριες αρ.1 και 2 στις 14.6.21 καταχώρισαν την ένσταση τους στην οποία προέβαλλαν ως λόγο ένστασης, μεταξύ άλλων, ότι «Εσφαλμένα υποστηρίζεται από τον αγοραστή ότι έχουν εκπληρωθεί οι συμβατικές του υποχρεώσεις.» προβάλλοντας μεταξύ άλλων, ότι κατά την 25.4.08 οι αιτήτριες αρ.1 και 2 και η τράπεζα συμφώνησαν όπως εκτελεστούν τα αγοραπωλητήρια έγγραφα εφόσον η τελευταία καταβάλει όλα τα έξοδα που συνδέονται με αυτά πλην των εγγεγραμμένων εμπραγμάτων βαρών. Ο πιο πάνω Κανόνας Δικαστηρίου, ως ισχυρίζεται, έχει τροποποιήσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Περαιτέρω δε, στην ένσταση επισυνάφθηκε και η απόφαση ημερ. 25.4.08. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου με απόφαση του ημερ. 6.9.22 απέρριψε την ένσταση των αιτητριών αρ.1 και 2. Παρατίθεται αυτούσια η απόφαση του Διευθυντή «.σας πληροφορώ ότι η ένσταση σας απορρίπτεται καθότι ο λόγος που προβάλλεται ως ένσταση δεν στηρίζεται στους λόγους που αναφέρονται στη παράγραφο 3 του Νόμου Ν139(Ι)/2015 Κεφ.44 ΚΒ. Έχετε 30 ημέρες να προσφύγετε στο δικαστήριο για έκδοση σχετικού διατάγματος. .» Ο Νόμος και δη το άρθρο 44 ΚΒ
(3)ρητά προνοεί ότι ο αγοραστής, ο πωλητής, ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός 45 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος ΙΕ να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για δύο λόγους ήτοι, (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι αιτήτριες, με την ένσταση τους, προέβαλλαν, μεταξύ άλλων, ότι δεν εκπληρώθηκαν οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, κάτι που εκ του Νόμου αναγνωρίζεται ως λόγος ένστασης (βλ. άρθρο 44 ΚΒ
(3)). Παρά ταύτα, ο Διευθυντής, κατά τρόπο λανθασμένο, αποφάσισε διαφορετικά, αναφέροντας ότι «.ο λόγος που προβάλλεται ως ένσταση δεν στηρίζεται στους λόγους.» που αναγνωρίζει ο Νόμος και έτσι δεν πρόβηκε σε δέουσα έρευνα. Κατά τρόπο δε αναιτιολόγητο απέρριψε την ένσταση. Έτσι, η απόφαση του Διευθυντή, είναι λανθασμένη υπό τις περιστάσεις. Κατάληξη. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση με την οποία, παραμερίζεται η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.9.22. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητριών αρ.1 και 2 και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση αρ. 1 και 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.). ........... Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. /ΑΚ. [1] 6
(2)Where an office copy of the summons (Form 2) is served on the Director under the provisions of Rule 5, he shall, within fourteen days after the date of such service, file with the Registrar a statement of the reasons for the order, notice or decision appealed against, unless he shall have previously supplied such statement to the person aggrieved under the provisions of paragraph
(1)of this rule: Provided that the Director may, within the aforesaid period of fourteen days, apply to the Court ex parte for an extension of time, and shall forthwith give notice of any extension allowed by the Court to all parties to the proceedings. [2] 44ΚΒ
(8)«Σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, την οποία κοινοποιεί στο ενιστάμενο πρόσωπο και στον αγοραστή, με την οποία πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασης του, καθώς και για την απόφασή του να προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου, εκτός εάν, εντός χρονικού διαστήματος τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προσκομίσει εκδοθέν δικαστικό διάταγμα που να απαγορεύει τη μεταβίβαση του ακινήτου» (Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο