← Κύπρος

POLYXENIA ISAAK RESTAURANT LIMITED κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 324/22, 8/5/2023

POLYXENIA ISAAK RESTAURANT LIMITED κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 324/22, 8/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ., Aρ. Αγωγής: 324/22 (i-Justice) Μεταξύ: 1. POLYXENIA ISAAK RESTAURANT LTD, 2. MAΡΚΟΣ ΠΥΡΙΛΛΗΣ, 3. ΚΟΡΝΗΛΙΑ ΠΥΡΙΛΛΗ, Ενάγοντες και ΗΕLLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένη. 8 Mαϊου 2023 Αίτηση ημερ. 15.12.22 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: Η κα Ελ.Μαζέρη για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ΄ ης η αίτηση: Η κα Γ. Ζαχαρίου για Α.Ζαχαρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, οι ενάγοντες-αιτητές επιζητούν, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη-καθ΄ ης η αίτηση να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι υπόλοιπες προσωρινές θεραπείες που επιζητούνταν, με την υπό εξέταση αίτηση, εγκαταλείφθηκαν. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή αρ.2. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση, όπως αναδύονται τόσο από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει όσο και από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, σε συντομία έχουν ως ακολούθως: (
  2. i)Ο αιτητής αρ. 2- ομνύοντας- είναι σύζυγος της αιτήτριας 3 και διευθυντής της αιτήτριας αρ. 1 (από τώρα και στο εξής θα καλείται «η εταιρεία»). Τα πιο πάνω πρόσωπα, συνεργάζονταν με την καθ΄ ης η αίτηση (από τώρα και στο εξής θα καλείται «η Τράπεζα») για αρκετά χρόνια και έτσι, αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης. Οι αιτητές αρ. 2 και 3 είναι απόφοιτοι Λυκείου και ως προβάλλεται, δεν έχουν γνώση τραπεζικών θεμάτων. (
  3. ii)Στις 15.12.11 συνομολογήθηκε συμφωνία, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία δάνειο, για το ποσό των €4.150.000, με τους όρους που καταγράφονται σε αυτή (βλ. Τεκ.8). Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 7 μηνιαίες δόσεις των €80.000 η κάθε μία, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 31.5.12 και της τελευταίας την 30.6.13. Ως ισχυρίζονται, συγκεκριμένος υπάλληλος της τράπεζας τους ανάφερε πως, θα μπορούσαν για κάποιους μήνες να καταβάλουν χαμηλότερη δόσεις αν επιθυμούσαν, δεν θα υφίστατο οποιονδήποτε πρόβλημα και θα μπορούσαν να τις αναπροσαρμόσουν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι, στην πιο πάνω συμφωνία, δεν υφίσταται πρόνοια για την καταβολή του εναπομείναντος ποσού των €3.590.000 αφού συνολικά, με τις 7 μηνιαίες δόσεις θα καταβαλλόταν μόνο το ποσό των €560.000 που ως προβάλλεται δεν κάλυπτε τους τόκους. Η πιο πάνω συμφωνία ρητά διαλάμβανε ότι, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό (βλ. Τεκ.8 παρ. 4). (iii) Για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου: (α) οι αιτητές αρ. 2 και 3, στις 15.12.11, εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εταιρείας (β) η εταιρεία παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας ομόλογο επιβάρυνσης και (γ) οι αιτητές παραχώρησαν προς όφελος της τράπεζας υποθήκες (βλ. Τεκ.9). (
  4. iv)Κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται στην αίτηση, στις 25.1.13, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου και ειδικότερα, θα ήταν αποπληρωτέο με έξι μηνιαίες δόσεις των €80.000 η κάθε μια, της πρώτης πληρωτέας την 31.5.13 και της τελευταίας την, 31.5.14. Το υπόλοιπο του δανείου πλέον τους τόκους, θα ήταν πληρωτέο με μια δόση, στις 30.6.14 (βλ.Τεκ.10). Στη συνέχεια, και δη στις 28.8.13, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, τροποποιήθηκε και πάλι, ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου. Ειδικότερα, θα αποπληρωνόταν με μια δόση των €80.000 στις 31.8.13 και ακολούθως με 75 δόσεις των €90.000 η κάθε μία, η πρώτη πληρωτέα την 31.5.14 και η τελευταία την 30.9.28 (βλ.Τεκ.11). Ο αιτητής αρ. 2 προβάλλει ότι, θεωρήσε ότι αυτό ήταν προς το συμφέρον του πλην όμως δεν αντιλήφθηκε και ούτε του επεξηγήθηκε ότι τον ανάγκαζαν να πληρώνει αυξημένη μηνιαία δόση, δηλαδή €90.000. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι με την εν λόγω τροποποιητική συμφωνία παρατάθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου από το 2014 στο 2028. (ν) Το καλοκαίρι του 2014, ο αιτητής αρ.2 ζήτησε από την τράπεζα να λάβει κατάσταση λογαριασμού του πιο πάνω δανείου και όταν την παρέλαβε, εκπλάγηκε καθότι, ουσιαστικά από το 2011 μέχρι το 2014 πλήρωνε μόνον τόκους. Όταν εξέφρασε την ανησυχία του στον τραπεζίτη του και τον ρώτησε αν μπορεί να μειωθεί το επιτόκιο, ο τελευταίος του δήλωσε ότι για να αποδεχθεί η τράπεζα θα έπρεπε να υπογράψει έγγραφο με το οποίο να δεσμεύεται να προβεί σε πώληση της ακίνητης του ιδιοκτησίας με σκοπό τη μείωση του δανεισμού. Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες στις 24.10.14 ο αιτητής αρ.2, ως διευθυντής της εταιρείας, υπέγραψε «αμετάκλητη δέσμευση» με την οποία, δήλωνε ότι, θα προβεί σε πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας για μόνιμη μείωση του δανεισμού της τελευταίας (βλ. Τεκ.12). Την ίδια ημέρα (24.10.14), κατόπιν σχετικής συμφωνίας, τροποποιήθηκε ο όρος αποπληρωμής του δανείου και δη αυτό θα εξοφλείτο με 5 μηνιαίες δόσεις των €65.000 η κάθε μία, η πρώτη δόση πληρωτέα την 31.5.15 και ακολούθως, με 75 μηνιαίες δόσεις των €82.000 η κάθε μία, η πρώτη δόση πληρωτέα την 31.5.16 και η τελευταία την 30.9.30. Επιπρόσθετα δε, το συνολικό επιτόκιο, κατά την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας, ανερχόταν σε 6,5% (βασικό επιτόκιο 5,25%, πλέον περιθώριο 1,25% - βλ. Τεκ.13). (νi) Ως αναφέρεται, κατά το έτος 2015 άρχισαν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην έγκαιρη καταβολή των δόσεων και έτσι, η τράπεζα τους απέστειλε σχετική επιστολή. Προσπάθησαν να εξεύρουν λύση στο όλο πρόβλημα και αποστάλθηκαν σχετικές επιστολές προς την τράπεζα (βλ.Τεκ.14). Ακολούθως, κατόπιν γραπτής συμφωνίας, ημερ. 23.5.16, τροποποιήθηκε η πιο πάνω συμφωνία δανείου και δη, μεταξύ άλλων, το σύνολο του επιτοκίου, κατά την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, ανερχόταν σε 5% (βασικό επιτόκιο 4,25% πλέον περιθώριο 0,75%) με δικαίωμα της τράπεζας να το μεταβάλλει ως επίσης μειώθηκε και ο τόκος υπερημερίας από 6% σε 2% (βλ.Τεκ.15). Ως προβάλλεται, ο μέχρι τότε επιβληθείς τόκος υπερημερίας ήταν παράνομος υπό τις περιστάσεις. (νii) Ως αναφέρεται κατά τα έτη 2016 και 2017 καταβλήθηκε στην τράπεζα το συνολικό ποσό των €470.000. Το 2018 αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην καταβολή του ποσού των €330.000 καθότι, έπρεπε να επιδιορθώσουν το κεντρικό κτίριο του εστιατορίου για να συνεχίσει τη λειτουργία του. Παρά ταύτα όμως, καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €246.784 έναντι του πιο πάνω συμφωνηθέντος ποσού. Παρά την καταβολή των δόσεων, το υπόλοιπο του δανείου παρέμεινε σταθερό χωρίς να μεταβάλλεται (βλ. Τεκ.16). Στη συνέχεια, αποστάληκαν στην τράπεζα επιστολές με τις οποίες, ζητούσαν, μεταξύ άλλων, την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και τη μείωση του επιτοκίου ώστε είναι σε θέση η εταιρεία να αποπληρώνει και το κεφάλαιο του δανείου (βλ. Τεκ.17 και 18). Eνώ ανέμεναν την απάντηση της τράπεζας στο πιο πάνω αίτημα του, μετά από επικοινωνία που είχε με την τελευταία κατά τον Ιανουάριο του 2019, του αναφέρθηκε ότι λόγω της καθυστερημένης δόσης, ο λογαριασμός μεταφέρθηκε στην Aps Debt Servicing Cyprus. Όταν επικοινώνησε με τη λειτουργό του δανείου, του αναφέρθηκε ότι, για να μπορέσει να διαπραγματευθεί θα πρέπει να καταβληθεί η καθυστερημένη δόση των €53.000. Ο αιτητής αρ.2 δανείστηκε το εν λόγω ποσό και το κατέβαλε έναντι του δανείου. (νiii) Οι αιτητές τον Σεπτέμβριο του 2019, έλαβαν επιστολή από την τράπεζα με την οποία τερμάτισε τόσο την πιο πάνω συμφωνία δανείου όσο και τον τρεχούμενο λογαριασμό και περαιτέρω συνοδεύτηκε με επιστολή Τύπος Θ (βλ. Τεκ.19). Ως προβάλλεται, η εξέλιξη αυτή τους άφησε έκπληκτους καθότι, σε τρία χρόνια κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €770.000 και τους δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι θα κατέληγαν σε συμφωνία ώστε να μπορούν να εξυπηρετούν το δάνειο. Στη συνέχεια, μεταξύ των ετών 2019 και 2022, έγιναν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. (
  5. ix)Στις 4.11.22 επιδόθηκαν στους αιτητές ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ για την πώληση του μεριδίου που κατέχουν επί των εν λόγω ενυπόθηκων ακινήτων. Ως αναφέρεται, η αξία τους, με βάση εκτίμηση του 2020, ανέρχεται στο ποσό των €5.370.000 ενώ ως ενημερώθηκε ο αιτητής αρ.2 από την τράπεζα, με βάση πρόσφατη εκτίμηση, η αξία τους ανέρχεται στο ποσό των €6.000.000 περίπου. Συνιδιοκτήτης των ενυπόθηκων ακινήτων είναι εταιρεία η οποία, κατέχει, εξ αδιαιρέτου, τα 4/5 μερίδια για κάθε ένα από τα εννέα πιο πάνω ακίνητα (βλ. Τεκ.4). (
  6. x)Κατόπιν οδηγιών των αιτητών ετοιμάστηκε «νομικοοικονομικός έλεγχος» τόσο για το πιο πάνω δάνειο όσο και για τον τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. Τεκ.21). Με βάση αυτό, η συνολική τιμολόγηση του δανείου ήταν υπέρμετρα ψηλή. Κατά τα έτη 2011-2016 ήταν τουλάχιστον κατά πέντε με έξι μονάδες ψηλότερη από τον μέσο όρο των χρεωστικών επιτοκίων τα οποία ίσχυαν στη διατραπεζική αγορά. Ως αναφέρεται, οι αιτητές, για τα έτη 2011-2018, κατέβαλλαν, έναντι του πιο πάνω δανείου, το συνολικό ποσό των €1.916.784,17 ενώ, κατά την αντίστοιχη περίοδο το εν λόγω δάνειο χρεώθηκε με το συνολικό ποσό των €1.610.160,21 ως τόκοι και άλλα έξοδα. Επιπρόσθετα, ο τρεχούμενος λογαριασμός για την πιο πάνω περίοδο (2011-2018) επιβαρύνθηκε με το ποσό των €885.243,79. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ότι, δεν δομήθηκε ορθά το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου με αποτέλεσμα αυτό να καταστεί ληξιπρόθεσμο από τον Σεπτέμβριο του 2012 ως επίσης οι συνολικές υπέρμετρες χρεώσεις, για την πιο πάνω περίοδο, ξεπερνούν το ποσό των €1.050.000. Περαιτέρω, οι υποθήκες φέρουν σταθερό επιτόκιο 12% ετησίως με εξαίρεση μία εξ αυτών που φέρει επιτόκιο 8% και ως προβάλλεται αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες. (
  7. xi)Προβάλλεται ότι, η συμφωνία δανείου αποτελεί προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού, παραπληροφόρησης, ψευδών παραστάσεων, εμπεριέχει καταχρηστικές ρήτρες καθώς και υπερχρεώσεις (€1.050.000). Η τράπεζα, κατά την χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, δεν αξιολόγησε κατά πόσο η εταιρεία μπορεί να ανταπεξέλθει στο δανεισμό και τους έπεισαν ότι αν ακολουθείτο το πλάνο αποπληρωμής θα ήταν σε θέση να το εξυπηρετήσει πλήρως. Ως ισχυρίζονται, η τράπεζα παράνομα και ενώ εκκρεμεί διαδικασία πλειστηριασμού έχει ήδη εξεύρει αγοραστή για τα υποθηκευμένα ακίνητα και αναμένει την τυπική διενέργεια του πλειστηριασμού για να σφραγίσει τυπικά την πώληση. (xii) Ως αναφέρεται, επί των εν λόγω ακινήτων, ευρίσκεται η κατοικία των αιτητών 2 και 3 στην οποία, διαμένουν με την οικογένεια τους ως επίσης λειτουργεί τουριστική επιχείρηση η οποία αποτελεί τη μοναδική πηγή εισοδήματος τους και σε αυτήν εργοδοτούνται 35 και πλέον πρόσωπα. Στο συγκρότημα όπου στεγάζεται η επιχείρηση υφίστανται, διαμερίσματα και τρία σπίτια εκ των οποίων, τα δύο προσφέρονται για ενοικίαση. Ως αναφέρεται, επί των ενυπόθηκων ακινήτων, έχουν ανεγερθεί από την συνιδιοκτήτρια εταιρεία πέραν των 30 επαύλεων η πλειοψηφία των οποίων έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα. (xiii) Αποτελεί θέση των αιτητών ότι, στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και προχωρήσει η τράπεζα με την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, τότε η οικογένεια των αιτητών αρ.2 και 3 θα απωλέσει την κατοικία της, οι επαγγελματικές τους δραστηριότητες θα παύσουν και δεν θα έχουν εισοδήματα, δεν θα διεξαχθούν προγραμματισμένες εκδηλώσεις για τις οποίες έγιναν κρατήσεις για τα έτη 2023 και 2024 και οι υπάλληλοι θα απωλέσουν την εργασία τους. Η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και περεταίρω, ότι οι αιτητές δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Χ.Φ., στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στις συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ των διαδίκων ως επίσης και στις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν. Αναφέρεται δε, ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι επιχειρηματίες, είχαν πολύ καλή γνώση του χειρισμού τραπεζικών συναλλαγών και διαπραγματεύονταν, συζητούσαν και είχαν πλήρη επίγνωση το τι υπέγραφαν. Είναι η θέση τους ότι, δεν υφίστανται υπερχρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό και ως οι ίδιοι οι αιτητές αναγνωρίζουν υφίσταται οφειλή αλλά διαφωνούν ως προς το ύψος και έτσι, ως αναφέρεται, η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση στην οποία δεν υφίσταται οφειλή. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι, οι αιτητές δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έτσι, νομότυπα, τερματίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες. Ακολούθως, η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε την αγωγή 545/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (βλ.Τεκ.Β της ένστασης) στο πλαίσιο της οποίας, οι αιτητές στην παρούσα, καταχώρησαν υπεράσπιση και ως αναφέρεται, τα όσα καταγράφονται σε αυτήν, δεν συνάδουν με τα όσα προβάλλονται στην παρούσα αίτηση (βλ.Τεκ.Γ της ένστασης). Επιπρόσθετα, οι αιτητές καταχώρισαν τις αιτήσεις-εφέσεις 82/22 και 83/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με τις οποίες, ζητούσαν διάταγμα για παραμερισμό των ειδοποιήσεων Τύπος ΙΑ. Οι εν λόγω αιτήσεις απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο στις 28.12.22 και 23.12.22 αντίστοιχα (βλ.Τεκ.Δ και Ε της ένστασης αντίστοιχα). Ενόψει της καταχώρησης της πιο πάνω αγωγής και της υπεράσπισης, ως επίσης και της καταχώρησης των πιο πάνω αιτήσεων-εφέσεων αποτελεί εισήγηση ότι, η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική υπό τις περιστάσεις. Η τράπεζα αρνείται τον ισχυρισμό των αιτητών ότι έχει εξεύρει ήδη αγοραστή για τα ενυπόθηκα ακίνητα και ως προβάλλεται, η αβασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού επιβεβαιώνεται και από το ότι ο πλειστηριασμός που διεξήχθη στις 29.12.22 ήταν ανεπιτυχής δηλαδή, χωρίς να υφίσταται επιτυχών προσφοροδότης. Περαιτέρω, αρνείται ότι εντός των επίδικων ακινήτων στεγάζεται η επιχείρηση της αιτήτριας αρ.1 και ως προβάλλεται, οι εργασίες της μεταφέρθηκαν σε άλλη νομική οντότητα ιδιοκτησίας των παιδιών των αιτητών αρ.2 και 3 και προς τούτο, παρουσιάστηκε πρόταση αναδιάρθρωσης (βλ. Τεκ.Στ). Επίσης, αρνείται ότι εντός των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων υφίσταται η κατοικία της οικογένειας των αιτητών αρ. 2 και 3, αφού ως αναφέρεται, στην πρόταση αναδιάρθρωσης ημερ. 10.5.22, όλες οι κατοικίες και διαμερίσματα προσφέρονται για ενοικίαση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι, η τράπεζα είναι καθόλα φερέγγυος οργανισμός και στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οι αιτητές έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αυτή αποτιμάται και προσμετράται σε χρήμα και θα μπορεί να καλυφθεί από την τράπεζα Τονίζεται ότι, το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Εισήγηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι παράτυπη. Η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι, η μαρτυρία που τέθηκε από την τράπεζα δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι παράτυπη ενόψει ότι δεν βρίσκεται σε αρμονία με την Δ.39 θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού, ο ενόρκως δηλών όχι μόνο δεν έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων αλλά δεν υποδεικνύει με σαφήνεια την πηγή πληροφόρησης του. Προβάλλεται ότι, η τράπεζα αντί να επιλέξει ως ενόρκως δηλούντα τον Ν.Μ. ο οποίος, ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και ήταν το πρόσωπο που προέβαινε σε διαβεβαιώσεις ως προς το πλάνο αποπληρωμής του δανείου και περαιτέρω ότι η τράπεζα θα αποδεχθεί παράταση καταβολής της τελευταίας δόσης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των €53.000, εντούτοις επέλεξε τον Χ.Φ. ο οποίος, δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Το συγκεκριμένο ζήτημα ρυθμίζεται από τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με την οποία, τo περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων από τον ομνύοντα αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο μάρτυρας, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλεί την πληροφόρηση του (βλ. Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Στην υπό εξέταση περίπτωση, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο ομνύοντας ρητά αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της καθ΄ ης η αίτηση, δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν και γνωρίζει τα γεγονότα από τον φάκελο της υπόθεσης στον οποίο έχει πρόσβαση και από πληροφορίες που έλαβε από συναδέλφους του που χειρίστηκαν το όλο ζήτημα. Στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, τις επίδικες συμφωνίες, τις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν γι' αυτές, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, την αγωγή που καταχωρίστηκε και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των πιο πάνω αιτήσεων-εφέσεων τα οποία να σημειωθεί, δεν αμφισβητούνται και αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Επιπρόσθετα, παρουσιάζει άλλα έγγραφα-τεκμήρια και αναφέρεται στο περιεχόμενο αυτών. Αναφορικά δε με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταρτίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες αναφέρεται στην πρακτική της τράπεζας και περαιτέρω, το τι του ανέφεραν οι συνάδελφοι του που χειρίστηκαν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Η πηγή προέλευσης των πληροφοριών για τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο ομνύοντας αποκαλύπτεται. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν είναι αντικανονική υπό τις περιστάσεις και συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνακόλουθα, η περί του αντιθέτου εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι, ο πλειστηριασμός έχει ήδη διεξαχθεί στις 29.12.22, έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα και έτσι, η παρούσα αίτηση δεν έχει αντικείμενο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, ως γενικός κανόνας, το Δικαστήριο δεν εκδικάζει υποθέσεις ή διαφορές οι οποίες παραμένουν χωρίς αντικείμενο, με εξαίρεση, ιδιαιτέρως εκεί όπου η συνέχιση της δικαστικής διαφοράς εξυπηρετεί σκοπό που άπτεται των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης. Τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω και ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα ή προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες είτε έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών η επίλυση τους δεν θα επέφερε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα (βλ. Στράκκα Λτδ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ., Ιωσηφίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τutor
(2011)1 A.A.Δ. 1176. To Δικαστήριο επιλύει μόνο υφιστάμενη κατά τον χρόνο της έκδοσης της απόφασης του ουσιαστικής διαφοράς. Η επιδίωξη λοιπόν σκοπού ο οποίος παραμένει άνευ αντικειμένου και η εμμονή σε αυτόν, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί κατάχρηση (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εταιρείας Ρέϊνμποου Πλήτσιγκ και Ντάϊγκ Κο Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 2055 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τutor ανωτέρω). Στην υπό εξέταση περίπτωση, πράγματι οι πιο πάνω αιτήσεις-εφέσεις, με τις οποίες επιζητείτο ο παραμερισμός των ειδοποιήσεων Τύπος ΙΑ, απορρίφθηκαν. Όπως αναγνωρίζεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο πλειστηριασμός που διεξήχθη στις 29.12.22 ήταν ανεπιτυχής δηλαδή χωρίς επιτυχών προσφοροδότη[1], συνεπώς, το αντικείμενο της υπό εκδίκαση αίτησης είναι υπαρκτό. Συνακόλουθα, η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση είναι καταχρηστική υπό τις περιστάσεις ουσιαστικά για δύο λόγους. Κατά πρώτο, ότι καταχωρίστηκε η αγωγή με αρ. 545/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, στο πλαίσιο της οποίας οι αιτητές στην παρούσα καταχώρισαν υπεράσπιση με σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο από όσα προβάλλουν με την υπό εξέταση αίτηση και χωρίς να καταχωρήσουν ανταπαίτηση στην πιο πάνω αγωγή. Ήταν η θέση της ότι, η καταχώριση της αγωγής έγινε προφανώς όχι ως γνήσια διεκδίκηση δικαιωμάτων αλλά ως εκ των υστέρων σκέψη για να καταχωριστεί η παρούσα αίτηση ώστε, να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Κατά δεύτερο, οι αιτητές καταχώρισαν τις αιτήσεις-εφέσεις 82/22 και 83/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, επιζητώντας την ακύρωση του πλειστηριασμού των ενυπόθηκων επίδικων ακινήτων οι οποίες, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Περέλλα, ανωτέρω, έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, όπου αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση τόσο στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248 όσο και στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 Β ΑΑΔ 911. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529 «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» (βλ. επίσης Σπύρου ν. Ξενή, Ποιν. Εφ. 223/2014, ημερ. 11/11/2015, ECLI:CY:AD:2015:B742 και Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C.). Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Κοζάκη v. Κοζάκη 2002 1Γ Α.Α.Δ 1710 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Στην υπό εξέταση περίπτωση. Η τράπεζα καταχώρισε την αγωγή 545/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, τα ποσά που κατ' ισχυρισμόν οφείλονται από τις πιο πάνω συμφωνίες. Οι αιτητές καταχώρισαν υπεράσπιση. Ακολούθως, οι τελευταίοι καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και στο πλαίσιο αυτής, την υπό κρίση αίτηση. Οι αιτητές δικαιωματικά δεν καταχώρησαν ανταπαίτηση στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής και αντ' αυτής καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Τα πιο πάνω και τα όσα σχετικά προβάλλει η τράπεζα δεν είναι ικανά να καταδείξουν, στο στάδιο τούτο, ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά δε με την έτερη εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική ενόψει της καταχώρισης και απόρριψης των πιο αιτήσεων-εφέσεων επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65) ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται, εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, μόνο για τους ακόλουθους λόγους: (α) η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων για Συναφή Θέματα Νόμου, αρνήθηκε να προσέλθει και ή δεν προσήλθε ως όφειλε σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα του σχετικού Νόμου (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος και τέλος (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο εστία ή σε οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτει από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση. Με βάση τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44Γ
(3)του πιο πάνω Νόμου, Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, να καταχωρήσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο για τους πιο πάνω λόγους. Το Δικαστήριο, με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, δεν κέκτηται εξουσία να εξετάσει άλλους από τους λόγους έφεσης, ως αυτοί καθορίζονται με λεπτομέρεια πιο πάνω. Με την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκεται ουσιαστικά ο ίδιος σκοπός με τις αιτήσεις-εφέσεις, που δεν είναι άλλος από την ακύρωση του πλειστηριασμού, πλην όμως στη βάση διαφορετικού πλέγματος λόγων απ' ότι στις αιτήσεις-εφέσεις. Τα όσα εγείρονται με την παρούσα αίτηση δεν μπορούσαν να επιδιωχθούν με τη διαδικασία του Μέρους VIA του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στο στάδιο τούτο, δεν καταδεικνύεται ότι η υπό κρίση αίτηση και αγωγή είναι καταχρηστική υπό τις περιστάσεις και έτσι, η περί του αντιθέτου εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση απορρίπτεται. Στη συνέχεια θα εξεταστούν κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η νομολογία, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Εισήγηση ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Εισήγηση ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι η διαδικασία έκδοσης και οριστικοποίησης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για την εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788). Το Δικαστήριο, στο στάδιο τούτο, δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων, όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω, είναι αναγκαία, χωρίς όμως η αξιολόγηση να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι συνομολογήθηκαν οι πιο πάνω συμφωνίες. Οι αιτητές προβάλλουν ότι επί του επίδικου λογαριασμού υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €1.050.000 και προς τούτο παρουσιάστηκε «νομικοοικονομικός έλεγχος» (βλ. Τεκ.21της αίτησης). Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι με την εν λόγω έκθεση γίνεται και ερμηνεία εγγράφων, πράγμα ανεπίτρεπτο υπό τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά τρόπο γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο καθορίζεται το πιο πάνω ποσό των υπερχρεώσεων, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε επεξήγηση και πως καταλήγουν στο συγκεκριμένο ποσό. Η επίδικη συμφωνία δανείου συνομολογήθηκε στις 15.12.11 και σε αυτή καθορίζεται ότι για τον υπολογισμό του τόκου λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των ημερών που έχει ο κάθε μήνας και χρησιμοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες (βλ.Τεκ.8). Η πιο πάνω συμφωνία, ως αναφέρθηκε, τροποποιήθηκε σε τέσσερεις περιπτώσεις και δη στις 25.1.13 (βλ.Τεκ.10), στις 28.8.13 (βλ.Τεκ.11) στις 24.10.14 (βλ.Τεκ.13) και στις 23.5.16 (βλ.Τεκ.15). Με την τελευταία τροποποίηση μειώθηκε και ο τόκος υπερημερίας στο 2%. Με το Νόμο 49
(1)/16, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 22.4.16, τροποποιήθηκε ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996. Με την λόγω τροποποίηση θεωρείται ως καταχρηστική ρήτρα, ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Στο στάδιο αυτό επισημαίνεται ότι ο πιο πάνω Νόμος του 1996 καταργήθηκε και από την 12.5.21 τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος που προβλέπει για την προστασία του καταναλωτή (Ν.112
(1)/21) όπου και πάλι θεωρείται ως καταχρηστική ρήτρα ο υπολογισμός του επιτοκίου με τον πιο πάνω τρόπο. Υπενθυμίζεται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου συνομολογήθηκε στις 15.12.11 δηλαδή, πριν εισαχθεί στη νομοθεσία ότι είναι καταχρηστική ρήτρα ο υπολογισμός του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών. Επισημαίνεται δε ότι, στις 23.5.16, κατόπιν τροποποιητικής συμφωνίας, ο τόκος υπερημερίας του δανείου περιορίστηκε στο 2%. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ισχυρισμών των αιτητών και δη, μεταξύ άλλων, ότι δεν δομήθηκε ορθά το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου από μέρους της τράπεζας, ότι η τελευταία δεν αξιολόγησε κατά τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων κατά πόσο η εταιρεία μπορεί να ανταπεξέλθει στο δανεισμό, ότι στις επίδικες συμφωνίες υφίστανται, καταχρηστικές ρήτρες ως αυτές καθορίζονται σε άλλο σημείο της απόφασης πιο πάνω, υπερχρεώσεις και γενικότερα τα όσα τέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας δηλαδή, πιθανότητας να δικαιούνται σε θεραπεία. Εισήγηση ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στους αιτητές σε μεταγενέστερο στάδιο. Η τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο εξετάζει την πιο πάνω προϋπόθεση κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791, Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317 και Loucas Panayiotou Estates Ltd. κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.9.2019). Οι αιτητές αναφέρουν ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και προχωρήσει η τράπεζα με την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων η οικογένεια των αιτητών αρ.2 και 3 θα απωλέσει την κατοικία της η οποία βρίσκεται εντός αυτών, θα παύσουν οι επαγγελματικές δραστηριότητες της εταιρείας και συνακόλουθα δεν θα έχουν εισοδήματα, οι εργοδοτούμενοι θα απωλέσουν την εργασία τους και περαιτέρω, δεν θα διεξαχθούν προγραμματισμένες εκδηλώσεις για τις οποίες έγιναν κρατήσεις. Έτσι, ως αναφέρουν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου για το ποσό των €4.150.000 με τους όρους που καθορίζονται πιο πάνω και για περαιτέρω εξασφάλιση του οι αιτητές παραχώρησαν προς όφελος της τράπεζας τις επίδικες υποθήκες και η εταιρεία το ομόλογο επιβάρυνσης. Οι αιτητές, ως οι ίδιοι αναφέρουν, έναντι του πιο πάνω δανείου κατέβαλαν το συνολικό ποσό του €1.916.784,17 και χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο ανέρχεται σε ποσό πέραν των €2.230.000. Περαιτέρω, ως οι ίδιοι οι αιτητές αναγνωρίζουν, παρέλειψαν να καταβάλουν δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής της και έτσι, τον Σεπτέμβριο του 2019 τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται για να επισημανθεί ότι, με βάση τις πρόνοιες της σχετικής συμφωνίας δανείου, η τράπεζα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου. Σε ακολουθία των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd. Πολ. Εφ. Ε203/13 ημερ. 11.9.19, η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους αιτητές, με δική τους συγκατάθεση, έχει εκ των προτέρων τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα αποτέλεσαν αντικείμενο υποθήκης. Με τον τρόπο αυτό οι ίδιοι οι αιτητές έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους ιδιοκτησίας θέτοντας την περιουσία τους υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης των υποθηκών. Πέραν των πιο πάνω, ως έχει ήδη αναφερθεί, ο αιτητής αρ. 2, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας, υπέγραψε «αμετάκλητη δέσμευση» ότι θα προβεί σε πώληση την ακινήτων για να μειωθεί ο δανεισμός της εταιρείας (βλ.Τεκ.12). Ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση, η όποια ισχυριζόμενη ζημιά, την οποία επικαλούνται οι αιτητές, μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα λαμβανομένου υπόψη ότι, η καθ΄ ης η αίτηση είναι φερέγγυος οργανισμός και θα μπορεί να αποζημιώσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο κρίνει, ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.)............ Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. /ΑΚ. [1] Βλ. παράγραφος 29 της ένστασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.