Sky Cac Ltd ν. W.D.M. κ.α., Αρ. Αγωγής: 819/15, 22/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 819/15 Μεταξύ: Sky Cac Ltd Ενάγουσας, και
- W.D.M.
- Varimero Ltd,. Εναγομένων. 22 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: Η κα Στ. Ανδρέου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 1: Η κα Ον. Οικονόμου για κ. Χρ. Τριανταφυλλίδη. Για εναγόμενο 2: Ο κ. Τζ. Κουζαλής για G.Kouzalis LCC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Alpha Bank Cyprus Ltd (στο εξής θα καλείται «η τράπεζα») παραχώρησε στον εναγόμενο 1 δάνειο σε ξένο νόμισμα (Eλβετικά Φράγκα). Η εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του τελευταίου ως επίσης παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας υποθήκη. H πιο πάνω επίδικη πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα και η τελευταία έχει υποκαταστήσει την τράπεζα στην παρούσα αγωγή. Το μοναδικό επίδικο ζήτημα, στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως αυτό καθορίστηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, εστιάζεται για μεν τον εναγόμενο 1 στο ότι, η τράπεζα δεν του επεξήγησε τους κινδύνους που αναλάμβανε από την δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα και η σχετική δήλωση που υπογράφηκε από αυτόν, έγινε την ίδια ημέρα με την υπογραφή όλων των εγγράφων και δεν είχε επαρκή χρόνο, για δε την εναγόμενη 2 ότι η εγγύηση που παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας έχει τερματιστεί και δεν δεσμεύεται καθότι, έχει εκδώσει τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που αγόρασε από αυτήν ο εναγόμενος
- Η τράπεζα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, τους Α.Α. και Ν.Β. Ο εναγόμενος 1, δικαιωματικά δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώ η εναγομένη 2 κάλεσε ως μάρτυρα τον διευθυντή αυτής, Ζ.Κ. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν, συνοπτικά, ως ακολούθως: i. Στις 5.2.08 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία, με την οποία η τράπεζα χορήγησε στον εναγόμενο 1 δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα (CHF) ύψους 519.000 με τους όρους που καταγράφονται σε αυτήν (βλ. Τεκ.1.1). ii. To δάνειο, ρητά διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν γίνει απαίτηση θα αποπληρωνόταν με 176 μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία απόσυρσης ολόκληρου του ποσού του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία από την πρώτη ανάληψη οποιουδήποτε μέρους του δανείου, οποιοδήποτε επισυμβεί πρώτο. Οι πρώτες 60 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 1.920,30, οι επόμενες 60 μηνιαίες δόσεις καθορίστηκαν σε CHF 2.490,64 και οι υπόλοιπες 55 μηνιαίες δόσεις σε CHF 2.757,
- iii. Η πιο πάνω συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε σε δύο περιπτώσεις ήτοι στις 30.11.10 (βλ. Τεκ.1.2) και στις 4.3.11 (βλ. Τεκ.1.3). Με τις πιο πάνω συμφωνίες ουσιαστικά τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου και ειδικότερα με την τελευταία συμφωνία, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 376 μηνιαίες δόσεις. Και ειδικότερα, οι πρώτες 28 μηνιαίες δόσεις ανέρχονταν σε CHF 1.920,30 η κάθε μία, oι επόμενες 60 μηνιαίες δόσεις ανέρχονται σε CHF 2.490,64 η κάθε μία και οι υπόλοιπες 288 σε CHF 2.791,00 η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 30.11.
- Περαιτέρω, με τη συμφωνία ημερ. 30.11.10 τροποποιήθηκε και ο τρόπος επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. iv. Το ποσό του δανείου θα χρεωνόταν κατά την ημερομηνία κάθε προσαρμογής (roll over date) με επιτόκιο ενός μηνός libor, προσαυξημένου κατά 1,75%. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος 1 παρέλειπε να καταβάλει την μηνιαία του δόση όταν αυτή καθίστατο πληρωτέα, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να χρεώνει τόκο υπερημερίας και περαιτέρω, μπορούσε να αυξομειώσει σε οποιαδήποτε περίοδο αναπροσαρμογής το περιθώριο, τον τόκο υπερημερίας, την προμήθεια ή άλλα έξοδα. Οποιαδήποτε μετατροπή θα ήταν δεσμευτική για τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος θα ενημερωνόταν μέσω ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο ή μέσω γραπτής ειδοποίησης και θα τίθετο σε ισχύ από την ημερομηνία που καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή την ειδοποίηση. v. Ο εναγόμενος 1, σε δύο περιπτώσεις στις 11.1.08 και στις 24.11.10 υπέγραψε σχετικά έγγραφα με τα οποία δήλωνε ότι κατά τη διαδικασία παραχώρησης του δανείου, πληροφορήθηκε για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα και ότι παρά τον κίνδυνο αυτό, αποφάσισε να προχωρήσει με τη σύναψη του πιο πάνω δανείου (βλ. Τεκ.3). Το Δικαστήριο θα επανέλθει επί των πιο πάνω δηλώσεων, όταν θα εξετάζεται η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγομένου
- vi. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 1, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 28.12.07 το οποίο συνομολογήθηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης 2, δυνάμει του οποίου αγόρασε μία οικία (βλ. Τεκ.7). vii. Οι πιο πάνω συμφωνίες, ως καθορίζονται πιο πάνω, υπογράφηκαν από τον Τ.Κ. ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου 1 αφού, ο τελευταίος στις 9.11.07 υπέγραψε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να αποταθεί και να καταρτίσει συμφωνία δανείου με τράπεζα, για οποιονδήποτε ποσό και σε οποιονδήποτε νόμισμα με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας (βλ. Τεκ.8). Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 1, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 9.11.07, διόρισε την τράπεζα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τις πράξεις και ενέργειες που καταγράφονται σε αυτό (βλ. Τεκ.9). viii. Η εναγομένη 2, στις 14.1.08, υπέγραψε σχετικό έγγραφο με το οποίο εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 προς την τράπεζα (βλ. Τεκ.4). Επίσης, η εναγομένη 2 παραχώρησε τη συγκατάθεση της, αφού προηγουμένως έλαβε σχετική απόφαση το διοικητικό της συμβούλιο, να τροποποιηθεί η συμφωνία δανείου ως με λεπτομέρεια αναφέρεται πιο πάνω (βλ. Τεκ.2). Περαιτέρω, για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η εναγομένη 2, στις 4.2.08, παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υ./08 για το ποσό των CHF 622.800,00 πλέον τόκους (βλ. Τεκ.6) αφού προηγουμένως έλαβε σχετική απόφαση το Διοικητικό της συμβούλιο (βλ. Τεκ.5). ix. Η τράπεζα με επιστολές της ημερ. 18.12.08 και 19.1.10 ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 για την αλλαγή του επιτοκίου. Ειδικότερα, στις 19.12.08 το επιτόκιο του δανείου μεταβλήθηκε και το χρεωστικό υπόλοιπο του θα χρεωνόταν με επιτόκιο ενός μηνός libor και προσαύξηση 3,5% και στις 19.1.10 το χρεωστικό υπόλοιπο του θα χρεωνόταν με επιτόκιο ενός μηνός libor και προσαύξηση 3,8433% (βλ. Τεκ.10 και Τεκ.16). Οι πιο πάνω επιστολές στάληκαν στη διεύθυνση του εναγομένου 1 που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου. x. Η τράπεζα με επιστολές της ημερ. 12.9.13 και 24.2.14 ειδοποίησε τους εναγομένους 1 και 2 ότι υφίστανται καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων πλην όμως οι τελευταίοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Έτσι, η τράπεζα με επιστολές της ημερ. 7.4.14, τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου και απαίτησε από τους εναγομένους 1 και 2 την εξόφληση του οφειλομένου ποσού (βλ. Τεκ.11). Όλες οι πιο πάνω επιστολές στάληκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που είχαν δηλώσει οι εναγόμενοι στην τράπεζα και δεν επιστράφηκαν (βλ. Τεκ.11 και 12). Με βάση την κατάσταση λογαριασμού το οφειλόμενο ποσό του δανείου, κατά την πιο πάνω ημερομηνία τερματισμού, ανέρχεται σε CHF 604.595,37, πλέον τόκους (βλ. Τεκ.13). xi. Το υπόλοιπο του δανείου, κατά την 30.6.22, με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ανέρχεται σε CHF 932.252,58, πλέον τόκο ενός μηνός libor με προσαύξηση 3,8433% ετησίως πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας επί ποσού CHF 924.867,50 από 1.7.22 μέχρι εξόφλησης (βλ. Τεκ.15). Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων αποδέκτηκαν το πιο πάνω οφειλόμενο υπόλοιπο και συμφώνησαν να εκδοθεί απόφαση για το πιο πάνω ποσό, στην περίπτωση που δεν επιτύχει η υπεράσπιση τους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ενάγουσα, για να στοιχειοθετήσει την απαίτηση της, κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες τους Α.Α. και Ν.Β. O εναγόμενος 1, δικαιωματικά δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώ η εναγομένη 2 κάλεσε ως μάρτυρα τον διευθυντή αυτής, Ζ.Κ. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), το Δικαστήριο έθεσε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Ο Α.Α. ουσιαστικά αναφέρθηκε στα γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών και όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Δεν είχε οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή στον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών και παρουσίασε τα έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του, όπως αυτά καθορίζονται πιο πάνω. Ο δε Ν.Β., υπάλληλος της τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι οι συμφωνίες δανείου (βλ. Τεκ.1.1), εγγυήσης (βλ. Τεκ.4), η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου (βλ. Τεκ.6), ως επίσης και η συμφωνία εκχώρησης (βλ. Τεκ.7) υπογράφηκαν στην παρουσία του. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείτο από την τράπεζα για παραχώρηση στεγαστικού δανείου. Αναφορικά με τη δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα δήλωσε ότι, πριν τον καταρτισμό της συμφωνίας, επεξηγείτο στους πελάτες τόσο ο συναλλαγματικός όσο και ο επιτοκιακός κίνδυνος που τυχόν διατρέχουν και ζητείτο από αυτούς, μετά την επεξήγηση, να υπογράψουν σχετική δήλωση ενημέρωσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τηρήθηκε η πιο πάνω διαδικασία και ειδικότερα εξηγήθηκε στον Τ.Κ., πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 1 όλοι οι όροι και προϋποθέσεις του δανεισμού ως επίσης και ο συναλλαγματικός και επιτοκιακός κίνδυνος σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα. Έπειτα, των σχετικών επεξηγήσεων, υπογράφηκαν οι σχετικές δηλώσεις συναλλαγματικού κινδύνου (βλ. Τεκ.3). Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης από μέρους της συνηγόρου του εναγομένου 1 ενώ δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο της εναγομένης 2. Η συνήγορος του εναγομένου 1 υπέβαλε δύο ερωτήσεις. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου: «E. Εκ μέρους τη Εναγόμενης, η μόνη ερώτηση που έχω να υποβάλει στον μάρτυρα είναι όταν αναφέρει στην παράγραφο 8 ότι επεξήγησε τον συναλλαγματικό κίνδυνο, δόθηκαν... όταν λέτε επεξήγηση, ήταν εννοείς προφορικά; Ήταν γραπτά; Δόθηκαν οποιεσδήποτε σε έντυπη μορφή προειδοποιήσεις, όσον αφορά στους κινδύνους; A. Δίνονται όλα τα έγγραφα, μελετούνται, επεξηγούνται τα όσα πρέπει να επεξηγηθούν και υπογράφηκε και ένα σχετικό έντυπο αυτό που περιγράφει τους συναλλαγματικούς κινδύνους. E. Να ρωτήσω επίσης πόσος χρόνος παρήλθε μεταξύ της επεξήγησης που εδώσατε στους Εναγόμενους 1 και του χρόνου υπογραφής των συμβολαίων; A. Δεν θυμάμαι. » Όπως έχει νομολογηθεί, η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή και οδηγεί σε εξαγωγή συμπερασμάτων, χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Λ.Κ. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες. Στην προκείμενη περίπτωση, η μαρτυρία των δύο προσώπων, που κλήθηκαν από την ενάγουσα, ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω επισήμανση, τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, έκαναν εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρέθεσαν τα γεγονότα ως τα συνέλαβαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις και υπερβολές. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η εναγομένη 2 κάλεσε ως μάρτυρα τον διευθυντή αυτής, Ζ.Κ., ο οποίος στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι στις 4.4.12 εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας που αγόρασε ο εναγόμενος 1 (βλ. Τεκ.17). Ως ανέφερε, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο να σημειωθεί δεν παρουσίασε, ενημέρωσε σχετικά τον εναγόμενο
- Όταν αρχικά ρωτήθηκε, κατά πόσο ενημέρωσε την τράπεζα, ανάφερε ότι δεν υπήρχε σωστή επικοινωνία με αυτή. Δεν γνώριζε κατά πόσο ήταν υπόχρεος να το πράξει και ως δήλωσε, κατά τρόπο γενικό, «. με τις τράπεζες αρκετές φορές είχα επικοινωνία και τους ενημέρωνα.». Κατά τρόπο γενικό και αόριστο ανέφερε ότι με τις τράπεζες είχε επικοινωνία και τους ενημέρωνε χωρίς να παραθέσει εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα από τα οποία προκύπτει η πιο πάνω δήλωση του. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι το ακίνητο δεν μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 1, και δεν ενέγραψε υποθήκη προς όφελος της τράπεζας ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Οι ισχυρισμοί του ότι, ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 και την τράπεζα ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εναγομένη 2 είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Όχι μόνο δεν παρουσίασε το ηλεκτρονικό μήνυμα που, κατ' ισχυρισμό, απέστειλε στον εναγόμενο 1 αλλά παρέλειψε να καθορίσει κατά τρόπο σαφή και πειστικό το χρόνο που τους ενημέρωσε. Και κάτι ακόμη. Ο ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε αν ήταν υποχρεωμένος να ενημερώσει την τράπεζα κατατάσσεται κατ' ελάχιστον ως μη πειστικός, λαμβανομένου, των όσων αναφέρονται στη σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε (βλ. Τεκ.4 παρ.23), ότι η εγγύηση του θα τερματιζόταν, μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του σπιτιού που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εναγομένη 2 και την μεταβίβαση του στο όνομα του πρώτου και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της τράπεζας ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή σε όση έκταση έρχεται σε αντίθεση με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η τελευταία έχει αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό. Εκ διαμέτρου αντίθετες ήταν οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγομένων 1 και
- Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων στο πλαίσιο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων τους και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Υπενθυμίζεται ότι, το μοναδικό επίδικο ζήτημα για μεν τον εναγόμενο 1 είναι ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλάμβανε από τη δανειοδότηση του σε ξένο νόμισμα και η σχετική δήλωση που υπογράφηκε έγινε την ίδια ημέρα με την υπογραφή όλων των εγγράφων και δεν είχε επαρκή χρόνο, για δε τον εναγόμενο 2 εστιάζεται στο ότι η σύμβαση εγγύησης έχει τερματιστεί και δεν δεσμεύεται από αυτήν καθότι, έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του. Εισήγηση ότι η τράπεζα δεν επεξήγησε στον εναγόμενο 1 τους κινδύνους που αναλάμβανε από την δανειοδότηση του σε ξένο νόμισμα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών, σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν. 93
(1)/96) και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (από τώρα θα καλείται η Οδηγία). Ο Ν.93
(1)/96 καταργήθηκε την 12.5.2021 όπου τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος που προβλέπει για την Προστασία του Καταναλωτή ( Ν. 112(Ι)/2021) Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω. Η έννοια του καταναλωτή, ως καθορίζεται στον Ν. 93
(1)/96 έχει ως ακολούθως: Καταναλωτής «σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Με βάση δε τον καταργητικό Νόμο (112(Ι)/2021) « «καταναλωτής» σηµαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συµβάσεις ή εµπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόµος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εµπίπτουν στην εµπορική, επιχειρηµατική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελµατική του δραστηριότητα». Περαιτέρω ο τελευταίος Νόμος, στο Μέρος ΙΙ που αφορά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές καθορίζει και τον ορισμό του μέσου καταναλωτή ως του προσώπου που « . έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενηµερωµένος, λαµβανοµένων υπόψη των κοινωνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών παραγόντων, όπως επίσης και των χαρακτηριστικών γνωρισµάτων καταναλωτών, που τους καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτους στις αθέµιτες εµπορικές πρακτικές». Καταχρηστική ρήτρα τόσο με το Ν.93
(1)/96 όσο και με το καταργητικό Ν.112(Ι)/2021, θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που την περιβάλλουν, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. (βλ. άρθρο 5
(3)του Ν. 93
(1)/1996 και άρθρο 50 του Ν. 112(Ι)/2021). Τα παράρτημα του πιο πάνω Νόμων περιέχουν ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή ή εμπορευομένου και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Ν.93
(1)/96 και άρθρο 51 του Ν. 112(Ι)/2021). Στην υπόθεση Ruxandra Paula Andricicu κ.λ.π v. Banca Romaneasca SA, (C186/16 απόφαση ημερ. 20.9.2017 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) οι ενάγοντες, οι οποίοι εισέπρατταν τα εισοδήματα τους σε ρουμανικά λέι, συνήψαν με την τράπεζα συμβάσεις δανείου σε ελβετικό φράγκο για την απόκτηση ακινήτων, την αναχρηματοδότηση άλλων δανείων ή την κάλυψη προσωπικών αναγκών. Με βάση τη συμφωνία δανείου όφειλαν να εξοφλούν τις μηνιαίες δόσεις του δανείου σε ελβετικό φράγκο, με αποτέλεσμα να φέρουν οι ίδιοι εξολοκλήρου τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος συνεπάγεται αύξηση των μηνιαίων δόσεων σε περίπτωση υποχώρησης του λέι έναντι του ελβετικού φράγκου. Περαιτέρω, η τράπεζα είχε το δικαίωμα σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών, να αφαιρεί το σχετικό ποσό από τον λογαριασμό του δανειολήπτη και να προβαίνει σε μετατροπή στο νόμισμα της σύμβασης με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία. Κάθε διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας επιβάρυνε τους δανειολήπτες. Οι ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή ενώπιον πρωτοδικείου στην Ρουμανία ζητώντας από το Δικαστήριο να κρίνει ότι οι εν λόγω ρήτρες είναι άκυρες καθώς και να διατάξει την τράπεζα να καταρτίσει νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής που να προβλέπει την μετατροπή των δανείων σε ρουμάνικα λέι, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων δανείου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, η ρήτρα δεν ήταν καταχρηστική. Ακολούθως καταχώρισαν έφεση και το εφετείο ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάνθηκε ότι: «Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο όρος «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» κατά τη διάταξη αυτή καλύπτει συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία ετέθη σε σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, και κατά την οποία το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο συνομολογήθηκε, δεδομένου ότι η εν λόγω ρήτρα καθορίζει κύρια παροχή χαρακτηρίζουσα τη συγκεκριμένη σύμβαση. Κατά συνέπεια, η εν λόγω ρήτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η απαίτηση μια συμβατική ρήτρα να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό επιτάσσει, στις περιπτώσεις συμβάσεων δανείου, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Συναφώς, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ρήτρα βάσει της οποίας η εξόφληση του δανείου πρέπει να γίνει στο ίδιο ξένο νόμισμα με εκείνο στο οποίο αυτό συνομολογήθηκε πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπικής και γραμματικής απόψεως όσο και ως προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, δύναται όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συναφθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στους αναγκαίους σχετικούς ελέγχους. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας πρέπει να γίνεται με βάση τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων τις οποίες μπορούσε να γνωρίζει ο επαγγελματίας κατά τον χρόνο αυτόν και οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεταγενέστερη εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης, και ιδίως λαμβανομένων υπόψη της εξειδικεύσεως και των γνώσεων του επαγγελματία, εν προκειμένω της τράπεζας, σχετικά με τις πιθανές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των εγγενών κινδύνων της συνομολογήσεως δανείου σε ξένο νόμισμα, την ύπαρξη ενδεχόμενης σημαντικής ανισορροπίας, υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.» Στην υπόθεση Kasler και Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, (C-26/13, ημερ. 30.4.2014 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) επισημάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 4
(2)της Οδηγίας έχει την έννοια ότι όσον αφορά τη συμβατική ρήτρα, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνον αυτές να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται για αυτόν. Περαιτέρω επισήμανε ότι το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας, επιτρέπεται στον εθνικό δικαστή να θεραπεύσει την ακυρότητα της καταχρηστικής ρήτρας με την εφαρμογή αντ' αυτής εθνικής διάταξης ενδοτικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 1, δυνάμει σχετικού πληρεξούσιου έγγραφου που υπέγραψε στις 19.11.07, εξουσιοδότησε τον Τ.Κ να αποταθεί και να καταρτίσει συμφωνία δανείου με τράπεζα, για οποιονδήποτε ποσό και σε οποιονδήποτε νόμισμα (βλ. Τεκ.8). Η τράπεζα στις 5.2.08 παραχώρησε δάνειο στον εναγόμενο 1 σε Ελβετικά Φράγκα ύψους 519.000 (βλ. Τεκ.1.1). Η εν λόγω συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε σε δύο περιπτώσεις ήτοι στις 30.11.10 (βλ. Τεκ.1.2) και στις 4.3.11 (βλ. Τεκ.1.3). Με τις δύο τελευταίες συμφωνίες ουσιαστικά τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου. Ο εναγόμενος 1, στις 11.01.08, δια μέσου του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, υπέγραψε την ακόλουθη δήλωση: «I hereby declare that during the procedure of obtaining the Loan with account number, I have been informed about the exchange and interest rate risk I may undertake from a possible fluctuation of the exchange rate of the Swiss Franc against the Sterling Pound and a possible increase of the Swiss Franc interest rate. #VALUE! Despite the above mentioned dangers I decided to proceed with the implementation of the loan in Swiss Franc." Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1, στις 24.11.10, δια μέσου του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, υπέγραψε την ακόλουθη δήλωση: « I/we hereby declare that during the procedure of obtaining a Loan with account no. 760-459-002319-7. I/we have been informed of the following: By borrowing in Swiss Franc, a currency other that the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received i.e. Sterling Pound, I/we am/are exposed to the following risks: (
- a)Foreign Exchange Risk, due to the possibility of appreciation of the borrowing currency (Swiss Franc) against the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received (Sterling (
- b)Interest Rate Risk, due to the possibility of an increase in the interest rate. Based on the above, I/we acknowledge and accept that in case of a possible increase in the interest rate and/or appreciation of the borrowing currency (Swiss Franc) against the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received (Sterling Pound), I/we shall be called upon to pay an increased amount of the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received, for the repayment of my loan(s). I/we also acknowledge and accept that the asset in Cyprus, the purchase of which is financed by your Bank is valued in Euro. #DIV/OI Finally, I/we declare that the decision to proceed with borrowing in Swiss Franc, a currency other than the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received, has been taken exclusively by myself/ourselves after careful consideration of the abovementioned risks and facts." Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο εναγόμενος 1 όχι σε μία αλλά σε δύο περιπτώσεις υπέγραψε σχετικά έγγραφα με τα οποία δήλωνε ότι πληροφορήθηκε για το συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα και παρά ταύτα, επιθυμούσε να προχωρήσει στην δανειοδότηση του. Γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχάς, εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A67 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Χ»Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989, Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1522, Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961 και το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Ed., στη σελ. 912). To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), Avon Finance Co. Ltd. ν. Bridger
(1979)[1985] 2 All E.R.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, δικαιωματικά, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τον εναγόμενο 1 για να αποδεσμευτεί από τις πιο πάνω σαφείς γραπτές του δηλώσεις προς την τράπεζα ότι πληροφορήθηκε για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο εναγόμενος 1, δυνάμει σχετικού πληρεξούσιου έγγραφου που υπέγραψε στις 19.11.07, εξουσιοδότησε τον Τ.Κ να αποταθεί και να καταρτίσει συμφωνία δανείου με τράπεζα, για οποιονδήποτε ποσό και σε οποιονδήποτε νόμισμα (βλ. Τεκ.8). Ακολούθως, όχι σε μία αλλά σε δύο περιπτώσεις υπέγραψε σχετικές δηλώσεις (11.1.2008 και 24.11.2010) ότι πληροφορήθηκε για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα και παρά ταύτα επιθυμούσε να προχωρήσει. Και κάτι ακόμη. Η συμφωνία δανείου καταρτίστηκε την 5.2.2008 και τροποποιήθηκε σε δύο περιπτώσεις στις 30.11.2010 και στις 4.3.2011 όπως με λεπτομέρεια αναφέρθηκε πιο πάνω. Η πρώτη δήλωση υπογράφηκε πριν τον καταρτισμό της συμφωνίας δανείου και η δεύτερη δήλωση πριν τον καταρτισμό της τροποποιητικής συμφωνίας. Έτσι, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου 1, ότι η τράπεζα δεν του επεξήγησε τους κινδύνους που αναλάμβανε από την δανειοδότηση του σε ξένο νόμισμα και ότι δεν είχε επαρκή σχετικό χρόνο, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Εισήγηση ότι η εγγύηση της εναγόμενης 2 έχει τερματιστεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 2, εισηγήθηκε ότι η εγγύηση που παραχώρησε η τελευταία προς όφελος της τράπεζας έχει τερματιστεί και δεν δεσμεύεται από αυτήν καθότι έχει εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις ενόψει ότι έχει εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Με βάση τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως με λεπτομέρεια καθορίζονται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης, η τράπεζα στις 5.2.08 χορήγησε τον εναγόμενο 1 δάνειο σε Eλβετικά Φράγκα ύψους CHF 519.
- Για περαιτέρω εξασφάλιση, η εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία (βλ.Τεκ.4) και περαιτέρω, παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την Υ./08 για το ποσό των CHF622.800 πλέον τόκους (βλ. Τεκ.6). Η πιο πάνω γραπτή συμφωνία εγγύησης ρητά διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στον παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για το σπίτι με αριθμό 2 .. στο όνομα .. (του εναγόμενου 1) (που στη συνέχεια θα αναφέρεται ο Αγοραστής), την μεταβίβαση του/ς στο όνομα του Αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τραπέζης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα, η παρούσα εγγύηση μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγραφεί θα είναι για ποσό ίσο με 120%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με τη Τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα». Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου πράγματι, στις 4.4.2012, εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το σπίτι που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εναγόμενη 2 ( βλ.Τεκ. 17) πλην όμως, δεν μεταβιβάστηκε στο όνομα του αγοραστή και δεν εγγράφηκε υποθήκη προς όφελος της τράπεζας ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την τράπεζα ώστε, με βάση τους όρους του εγγράφου εγγύησης, να τερματιστεί η εγγύηση της εναγομένης
- Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τελευταίας δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες και έτσι, η τράπεζα νομότυπα, στις 7.4.14, τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου και απαίτησε από τους εναγομένους 1 και 2 την εξόφληση του οφειλομένου ποσού. Το υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται σε CHF 932.252,58 πλέον τόκο ενός μηνός libor με προσαύξηση 3,8433% ετησίως πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας επί ποσού CHF 924.867,50 από 1.7.22 μέχρι εξόφλησης (βλ. Τεκ.15). Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων αποδέκτηκαν το πιο πάνω οφειλόμενο υπόλοιπο και συμφώνησαν να εκδοθεί απόφαση για το πιο πάνω ποσό, στην περίπτωση που δεν έχει επιτύχει η υπεράσπιση τους. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον των εναγόμενων 1 και
- Αντιθέτως, ο εναγόμενος 1 απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ανταπαίτηση του, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, απόφαση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των CHF 932.252,58 πλέον τόκο ενός μηνός libor με προσαύξηση 3,8433% ετησίως πλέον 1,75% τόκο υπερημερίας επί ποσού 924,867.50 CHF από 1.7.22 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο ήτοι την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου. Επιπρόσθετα, εκδίδονται αναγνωριστικές αποφάσεις ως οι παράγραφοι 14((γ), (στ), (η),(λ),(ν),(ο) και (π) της έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω, εναντίον της εναγομένης 2 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 14 (δ) της έκθεσης απαίτησης. Οποιονδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί στην εναγομένης
- Η ανταπαίτηση του εναγομένου 1, απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.). ........... Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. /ΑΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο