Gordian holdings Ltd ν. Baldwin Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 599/15, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2023:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 599/15 Μεταξύ: Gordian holdings Ltd Ενάγουσας, και 1. Baldwin Holdings Ltd. 2. Γεωργία Αναστάση Βαρδάκη, 3. Κλεανθης Νίκου Δημοσθένους 4. Edem Developments Ltd 5. Αναστάσης Γεωργίου Βαρδάκης 6. Περικλής Βαρνάβα Εναγομένων. 28 Απριλίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: Ο κ. Α. Παστός. Για εναγόμενο 1, 4 και 6: Ο κ. Κλ. Δημοσθένους. Για εναγόμενο 3: Ο κ. Καλλής. Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αναφορικά με τους εναγομένους 1,3,4 και 6). H Marfin Popular Bank Public Co Ltd, στις 14.12.07 παραχώρησε στην εναγομένη 1 (
- i)δάνειο ύψους £300.000 (€512.580, 43) και (
- ii)πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, αρχικά με όριο £10.000 (€17.086) και ακολούθως, μετά από σχετικό αίτημα της εναγομένης 1, με όριο €30.000. Οι εναγομένοι 2 και 5, στις 14.12.07, εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 που απορρέουν από το πιο πάνω δάνειο ως επίσης και του αρχικού ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού. Ακολούθως, στις 30.11.10, οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 μέχρι ποσού €550.000 πλέον τόκους. Επιπρόσθετα, για περαιτέρω εξασφάλιση οι εναγόμενοι 1 και 2 παραχώρησαν προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας υποθήκη. Η ενάγουσα προβάλλει ότι, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έτσι, νομότυπα τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες και αξιώνει: (
- i)σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο, το ποσό των €1.043.315,60 πλέον τόκους και (
- ii)για τον πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό με όριο, το ποσό των €96.943,30 πλέον τόκους. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνεται ότι, στις 16.5.22, εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2 και 5 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €1.034.810,25 πλέον τόκο 8,89% από 5.4.22 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και επιπρόσθετα, για το ποσό των €93.678,91 πλέον τόκο 8,89% από 5.4.22 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τα επίδικα ζητήματα, ως αυτά περιορίστηκαν από μέρους του συνηγόρου των εναγομένων στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων εστιάζονται ότι, (α) υπήρξε παράτυπη παρέμβαση σε τραπεζικά βιβλία και δεν αποδείχθηκε το υπόλοιπο των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και συνακόλουθα η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη και (β) η συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 2 και 5, η οποία προνοούσε την καταβολή του ποσού των €35.000 προς πλήρη απαλλαγή τους θα πρέπει να οδηγήσει και για αυτό το λόγο προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αγωγής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι, γίνεται αποδεκτή η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, η παράβαση τους και περαιτέρω ότι, ο τερματισμός τους ήταν νομότυπος υπό τις περιστάσεις. Η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, τους Π.Δ. και Ν.Β. ενώ από την άλλη πλευρά, δικαιωματικά, δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Τα αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε συντομία, έχουν ως ακολούθως: (
- i)H Cyprus Popular Bank Public Co Ltd λειτουργούσε με το εν λόγω όνομα από την 5.4.12 ενώ μέχρι τις 4.4.12 λειτουργούσε με το όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής θα καλείται «η Λαϊκή Τράπεζα»- βλ. Τεκ.1). (
- ii)Κατόπιν σχετικού διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου το οποίο, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (βλ. ΚΔΠ 104/13) από τις 29.3.13 μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας. (iii) Οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβάνονται σε αυτές που μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου στην ενάγουσα δυνάμει του σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 23.5.19, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης με αρ. 372/19. Στις 13.6.19 καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση στην παρούσα υπόθεση αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στους δικηγόρους των εναγομένων (βλ. Τεκ.45). Στο στάδιο τούτο, παρεμβάλλεται για να σημειωθεί ότι με βάση τα όσα ανέφερε ο Π.Δ., ο οποίος κλήθηκε από την ενάγουσα, οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν δεόντως με επιστολές για την μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων στην ενάγουσα (βλ. Τεκ.2, 3 και 4). (
- iv)Οι εναγόμενες 1 και 4 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Οι εναγόμενοι 4, 5 και 6, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν διευθυντές της εναγομένης 1 και μέτοχοι αυτής, με εξαίρεση τον εναγόμενο 6. Γραμματέας δε της τελευταίας ήταν ο εναγόμενος 5. Επιπρόσθετα, μέτοχος της εναγομένης 1 ήταν και η εναγομένη 2. Ο δε εναγόμενος 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέτοχος της εναγομένης 4 (βλ. Τεκ.41 και Τεκ.42). (
- v)Το δάνειο ημερ. 14.12.07 Κατόπιν, σχετικής αίτησης της εναγομένης 1 και αφού προηγουμένως έγινε σχετική προσφορά από την Λαϊκή Τράπεζα (βλ.Τεκ.7), στις 14.12.07 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία η Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε στην εναγομένη 1 δάνειο για το ποσό των £300.000 (€512.580,43 - βλ. Τεκ.6). Η πιο πάνω συμφωνία δανείου διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν γινόταν απαίτηση θα ήταν πληρωτέο με 60 μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: 24 μηνιαίες δόσεις ύψους £1.664,25 (€2.843,54) η κάθε μία από 14.2.08 και 36 μηνιαίες δόσεις ύψους £9.216,14 (€15.746,71) η κάθε μία από 14.12.10 μέχρι εξόφλησης. Στην περίπτωση, που η εναγομένη 1 παρέλειπε να πληρώσει οποιαδήποτε δόση ή μέρος αυτής, η τράπεζα μπορούσε να απαιτήσει την καταβολή ολόκληρου του ποσού του δανείου. Το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο συνίστατο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,25% (περιθώριο) με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες. Κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, το σύνολο του επιτοκίου ανερχόταν σε 6,75%. Η τράπεζα δικαιούτο, κατά την κρίση της, να μεταβάλλει οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο καθώς και οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα έφερε επιπλέον χρέωση τόκου, υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του. Ο δε τόκος υπερημερίας, κατά την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας, καθορίστηκε στο 5%. Ο τόκος υπερημερίας μπορούσε να μεταβληθεί οποτεδήποτε από την τράπεζα και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για την εναγομένη 1, στην οποία θα γνωστοποιείτο με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτήν και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Ακολούθως, με επιστολή της Λαϊκής Τράπεζας, ημερ. 16.2.10, τους όρους της οποίας η εναγομένη 1 αποδέχθηκε, στις 24.2.10, συμφωνήθηκε όπως το περιθώριο αυξηθεί σε 6% (βλ. Τεκ.13). Περαιτέρω, με επιστολή της Λαϊκής Τράπεζας, ημερ. 10.11.11, το χρεωστικό επιτόκιο και το περιθώριο των πιστωτικών διευκολύνσεων της εναγομένης 1 αυξήθηκε κατά 0,2% μέχρι την προσκόμιση των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της τελευταίας για το προηγούμενο λογιστικό έτος (βλ. Τεκ.37). (νi) Πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο. Κατόπιν, σχετικής αίτησης της εναγομένης 1 και μετά από γραπτή προσφορά της Λαϊκής Τράπεζας, στις 14.12.07, συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία η τελευταία παραχώρησε στην εναγομένη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο £10.000 (€17.086 - βλ. Τεκ.22), με τους όρους που καταγράφονται σε αυτήν. Η εν λόγω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα, δικαιούτο οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς προειδοποίηση προς την εναγομένη 1 να τερματίσει την επίδικη συμφωνία και να απαιτήσει την πληρωμή του οφειλομένου ποσού. Η πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση, θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο, θα συνίστατο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Λαϊκής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 2,25% περιθώριο. Το συνολικό επιτόκιο, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ανερχόταν σε 6,75%. Η τράπεζα δικαιούτο, κατά την κρίση της, μέσα στο πλαίσιο των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, να μεταβάλλει τόσο το βασικό επιτόκιο όσο και το περιθώριο. Οποιοδήποτε τυχόν χρεωστικό υπόλοιπο πέραν του συμφωνημένου ανωτάτου ορίου θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και αμέσως απαιτητό και επ΄ αυτού θα οφείλονταν τόκοι υπερημερίας οι οποίοι, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, καθορίστηκαν σε 5%. Η δε τράπεζα, μπορούσε οποτεδήποτε να μεταβάλει τον τόκο υπερημερίας και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για την εναγομένη 1, στην οποία θα γνωστοποιείτο με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτήν και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Μετά από σχετικό αίτημα της εναγομένης 1, η Λαϊκή Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 9.11.10 η οποία, έγινε αποδεκτή από την εναγομένη 1 στις 30.11.10, κατόπιν συμφωνίας, το όριο του πιο πάνω λογαριασμού αυξήθηκε στις €30.000 με τους όρους που περιγράφονται στο συγκεκριμένο έγγραφο (βλ. Τεκ.29). Το χρεωστικό επιτόκιο του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού με βάση τις πρόνοιες των σχετικών συμφωνιών ανήλθε σε 10,2% ετησίως δηλαδή 5,75% βασικό επιτόκιο πλέον 2,45% περιθώριο πλέον 2% τόκος υπερημερίας. (vii) H εναγόμενη 1 μέσω του εναγόμενου 5 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ.6) και πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο με όριο (βλ. Τεκ.22)[1] (viii) Η εγγύηση των εναγομένων 2, 3, 4, 5 και 6. Οι εναγομένοι 2 και 5 στις 14.12.07 και οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 στις 30.11.10 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, και ανέλαβαν να πληρώσουν μόλις τους ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της τελευταίας.[2] Η ολική ευθύνη των εναγομένων 2 και 5 με βάση την εγγύηση που υπέγραψαν είναι μέχρι του ποσού £300.000 (€512.580.43) πλέον τόκοι και έξοδα (βλ. Τεκ.9 και 12 αντίστοιχα). Η δε ευθύνη των εναγομένων 3, 4, 5 και 6, με βάση την εγγύηση που υπέγραψαν, ανέρχεται στο ποσό των €550.000 πλέον τόκους και έξοδα (βλ. Τεκ.16 και 19). Οι εναγόμενοι 2, 3, 5 δεν επιθυμούσαν να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή σε σχέση με την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση και προς τούτο υπόγραψαν σχετικές δηλώσεις (βλ. Τεκ.8, 15, 11, 24). (
- ix)Η υποθήκη και το ομόλογο επιβάρυνσης. Για περαιτέρω εξασφάλιση και κάλυψη της πληρωμής των υποχρεώσεων της εναγομένης 1, οι εναγόμενες 1 και 2 παραχώρησαν προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας υποθήκη για το ποσό, των £300.000 (€512.580,43) πλέον τόκους και άλλα έξοδα (βλ. Τεκ.32 και 33). Κατά τον Μάϊο του 2021 ανακτήθηκε από την ενάγουσα το ενυπόθηκο ακίνητο και στις 22.6.21 πιστώθηκε έναντι του λογαριασμού του δανείου το ποσό των €249.135,26 και η ενάγουσα με επιστολές της ημερ. 20.5.21 και 22.6.21 ενημέρωσε σχετικά τους εναγομένους (βλ. Τεκ.35 και 36). Επιπρόσθετα, η εναγομένη 1, δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης, επιβάρυνε την περιουσία της προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για το ποσό των £10.000 (€17.086) (βλ. Τεκ.34). (
- x)O τερματισμός των συμφωνιών Η εναγόμενη 1 δεν τήρησε τους όρους των πιο πάνω συμφωνιών και έτσι, η Λαϊκή Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 19.1.12 καλούσε τους εναγομένους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τεκ.38). Ακολούθως, η Λαϊκή Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 8.3.12 τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες (βλ. Τεκ.39). Οι πιο πάνω επιστολές παραλήφθηκαν από όλους τους εναγομένους[3]. Στο στάδιο τούτο, υπενθυμίζεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, στο πλαίσιο των τελικών αγορεύσεων, αναγνώρισε ότι υπήρξε παράβαση των επίδικων συμφωνιών και ότι ο τερματισμός τους ήταν νομότυπος υπό τις περιστάσεις.[4] Όπως έχει αναφερθεί η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε δύο μάρτυρες τον Π.Δ. και την Ν.Β. ενώ από την άλλη, δικαιωματικά, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία. Τονίζεται ότι, το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του τόσο το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του όσο και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθεί εκεί που ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), το Δικαστήριο έθεσε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό στο να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου, Π.Ε. 250/08, ημερ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Η Ν.Β. ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας μέχρι τον Αύγουστο του 2013. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στην παρουσία της υπογράφηκαν τα ακόλουθα έγγραφα: (α) η συμφωνία ημερ. 24.2.10 με την οποία αυξήθηκε το περιθώριο του δανείου σε 6% (βλ. Τεκ.13), (β) τα εγγυητήρια έγγραφα ημερ. 30.11.10 με τα οποία οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 (βλ. Τεκ.16 και 19) και (γ) η συμφωνία ημερ. 30.11.10 με την οποία αυξήθηκε το όριο τρεχούμενου λογαριασμού σε €30.000 (βλ. Τεκ.29). Κατά τρόπο σαφή και πειστικό δήλωσε ότι, οι εναγόμενοι υπέγραψαν τα πιο πάνω έγγραφα στην παρουσία της και γι' αυτό η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφών. Περαιτέρω, η ίδια υπέγραψε την επιστολή προς τον εναγόμενο 3 ημερ. 9.11.10 (βλ.Τεκ.14) και το έγγραφο ημερ. 30.11.10 με το οποίο ο εναγόμενος 3 δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το δάνειο (βλ. Τεκ.15). Η πιο πάνω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Παρουσίασε τα γεγονότα ως τα αντιλήφθηκε, χωρίς διαθλάσεις και υπερβολές και χωρίς να τα παραποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Ο Π.Δ., ο οποίος κλήθηκε από την ενάγουσα, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι από τις 14.7.14 εργαζόταν ως λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών στην Τράπεζα Κύπρου και από την 18.1.20 μετακινήθηκε στο αντίστοιχο τμήμα της ενάγουσας. Από την 2.5.22 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στο ίδιο τμήμα της εταιρείας Gordian Servicing Ltd, η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας ενεργεί για λογαριασμό της ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ αυτών και των επιδίκων. Το πιο πάνω πρόσωπο δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, παρουσίασε τα έγγραφα τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή του όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Ως αναφέρθηκε, όταν εργοδοτείτο στην Τράπεζα Κύπρου, η παρούσα υπόθεση ήταν μία από τις υποθέσεις που χειριζόταν και ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών των πελατών. Επίσης κατείχε και φύλαττε τα σχετικά έγγραφα. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι, το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από τη Λαϊκή Τράπεζα και στη συνέχεια την Τράπεζα Κύπρου σε ηλεκτρονική μορφή μέχρι και την μεταφορά του στην ενάγουσα ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των δύο Τραπεζών και σε αυτό είχαν πρόσβαση τραπεζικοί λειτουργοί μεταξύ των οποίων και ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι το τραπεζικό βιβλίο στην ενάγουσα παραδόθηκε τόσο σε ηλεκτρονική όσο και σε φυσική μορφή. Οι καταστάσεις λογαριασμού των επίδικων λογαριασμών παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, κατά τον χρόνο εργοδότησης του στην Τράπεζα Κύπρου και αφού, συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρήσεις διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Όταν παραλήφθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου οι καταστάσεις λογαριασμού, τις μετέφεραν αυτούσιες στο αρχείο που διατηρούσαν στην ενάγουσα και έτσι, πλέον αποτελούν μέρος του αρχείου της ενάγουσας. Επιπρόσθετα, παρέδωσε στην ενάγουσα και όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Παρουσίασε, μεταξύ άλλων, τις καταστάσεις λογαριασμών που λάμβαναν οι εναγόμενοι από την ημερομηνία συνομολόγησης του δανείου μέχρι και την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 (βλ. Τεκ.20). Περαιτέρω, παρουσίασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο ίδιος η οποία αφορά την περίοδο από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας (ημερ. 8.3.12) μέχρι και την 4.10.22 (βλ. Τεκ.21). Περαιτέρω, παρουσίασε κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού συνοδευόμενη από σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του ίδιου Νόμου (βλ. Τεκ.30) ως επίσης και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 1.1.12 μέχρι 4.10.22 (βλ. Τεκ.31). Όταν αντεξεταζόμενος, ρωτήθηκε κατά πόσο οι εναγόμενοι 2 και 5 απαλλάγηκαν με ποσό €35.000, με αμεσότητα και ευθύτητα απάντησε: «Με το ποσό και είχαν και κάποιο ποσοστό πάνω στο ακίνητο που είχε πωληθεί. Να αναφέρω ότι το ποσό φαίνεται κατατεθειμένο στα τεκμήρια που έχουμε ήδη καταθέσει.» Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονιστεί η αξιοπιστία του καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Παράθεσε τα γεγονότα ως τα συνέλαβε, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις και υπερβολές. Δεν υφίσταται ίχνος αμφιβολίας ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο παρέθεσε τα γεγονότα ως αυτά διαδραματίστηκαν. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και το Δικαστήριο δεν έχει, περί τούτου, οποιονδήποτε ενδοιασμό. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Εισήγηση ότι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι η ενάγουσα συνομολόγησε συμφωνία με τους εναγομένους 2 και
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει της συμφωνίας που συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 2 και 5 για απαλλαγή των τελευταίων από κάθε αξίωση αφού, κατά την αντεξέταση του ο Π.Δ., αναγνώρισε την σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας η οποία, προνοούσε την καταβολή του ποσού των €35.000 προς πλήρη απαλλαγή τους και το ποσό αυτό εισπράχθηκε και κατατέθηκε στο λογαριασμό του δανείου που διατηρούσε η εναγομένη
- Δήλωσε δε ότι, η ενάγουσα δεν αποκάλυψε την πιο πάνω συμφωνία και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους της ότι η πιο πάνω διευθέτηση έγινε με επιφύλαξη ή άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Εν κατακλείδι, ήταν η εισηγήση του ότι η απαλλαγή των συνεγγυητών, χωρίς η ενάγουσα να επιφυλάξει τα δικαιώματα της επενεργεί ως απαλλαγή και των υπολοίπων εναγομένων. Στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατωνιά Λτδ. ν. Sharif Πολ. Εφ.358/08 ημερ. 17.1.12, έχουν επισημανθεί τα ακόλουθα: «Η απαίτηση, είτε ως περιεχόμενη σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είτε ως καταχωρημένη μεταγενέστερα του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οφείλει να συμμορφώνεται με τους ουσιώδεις κανόνες δικογράφησης, όπως αυτοί απαντώνται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σε ό,τι αφορά την έκθεση απαίτησης, η Δ.19 θ.4 ορίζει την καταγραφή των ουσιωδών γεγονότων και μόνο («material facts»), κατά συνοπτικό τρόπο («summary form»), ως τη μορφή εκείνη που πρέπει να προσλαμβάνει η αξίωση. Αυτό πρέπει βέβαια να συνδυαστεί και με τη Δ.19 θ.13, η οποία προδιαγράφει ότι ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση ως μη υποστηρίξιμη, καθώς και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξ απίνης. Το τι αποτελεί ουσιώδες γεγονός δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριβωθεί ώστε να καταγραφεί στην έκθεση απαίτησης, αλλά η κλασσική τοποθέτηση του Scott L.J. στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, ότι η λέξη «ουσιώδες» σημαίνει εκείνο το αναγκαίο γεγονός με σκοπό τη διαμόρφωση της αιτίας αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο, έχει κατά διαχρονικό τρόπο επιβεβαιωθεί νομολογιακά. Όπως αναφέρεται και στον Odgers´ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 87, οποιοδήποτε γεγονός δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της έκθεσης απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, δεν χρειάζεται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί από το δικόγραφο, εκτός αν είναι φανερό ότι μαρτυρία ως προς αυτό πρέπει να δοθεί κατά τη δίκη. Ο συντάκτης του δικογράφου πρέπει να δείξει και να εφαρμόσει στην πράξη διά της καταχώρησης του δικογράφου, τη γνώση του περί το νόμο ή καλύτερα την κοινή λογική, ανάλογα και με τις οδηγίες που έχει από το διάδικο ως προς τα δεδομένα της υπόθεσης, ως προς το τι πρέπει να συμπεριλάβει στο δικόγραφο και τι πρέπει να παραλείψει.» (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως έχει νομολογηθεί, η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24) και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των δικογράφων. Η κάθε υπόθεση αποφασίζεται με βάση τους ισχυρισμούς που εγείρονται στα δικόγραφα (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (ανωτέρω) και Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλου ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως ορθά αναγνώρισε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, δεν υφίσταται οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός ότι συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 2 και 5 για απαλλαγή των τελευταίων από κάθε αξίωση με την καταβολή του ποσού των €35.000 και έτσι, η αγωγή για τους υπόλοιπους εναγόμενους είναι έκθετη σε απόρριψη. Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι, το συγκεκριμένο ζήτημα προέκυψε μετά από σχετική ερώτηση του συνηγόρου των εναγομένων κατά την αντεξέταση του Π.Δ. Ο τελευταίος, ευθέως ρωτήθηκε κατά πόσο οι εναγομένοι 2 και 5 έχουν απαλλαγεί με το πιο πάνω ποσό και έδωσε την απάντηση που αναφέρεται σε άλλο σημείο της απόφασης πιο πάνω. Και κάτι ακόμη. Ως αναγνώρισε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων «.υπήρχε δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων της υπεράσπισης.», πράγμα που δεν έγινε. Όπως έχει νομολογηθεί, οι εναγόμενοι όφειλαν να εγείρουν με το δικόγραφο τους όλα τα ζητήματα που δείχνουν ότι η αγωγή δεν ευσταθεί και περαιτέρω, όφειλαν να εγείρουν όλα τα σημεία της υπεράσπισης που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν το αντίδικο μέρος εξ απίνης. Το συγκεκριμένο ζήτημα το οποίο εγέρθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων δεν προσδιορίστηκε στα δικόγραφα των εναγομένων και περαιτέρω κρίνεται ως ουσιώδες καθότι, με αυτό επιζητείται η απόρριψη της αγωγής. Τυχόν εξέταση του, καταλαμβάνει εξ απίνης την ενάγουσα και επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της αφού, δεν είχε την ευχέρεια να απαντήσει με το δικόγραφο της στο συγκεκριμένο εγερθέν με τη αγόρευση ζήτημα και ακολούθως, να προσαγάγει περί τούτου σχετική μαρτυρία. Έτσι, στην υπό εξέταση περίπτωση, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων ως αυτά καθορίζονται στα δικόγραφα. Και κάτι ακόμη. Οι εναγόμενοι κανένα μέτρο δεν έλαβαν ώστε να προβάλουν το συγκεκριμένο ζήτημα στα δικόγραφα τους παρά το ότι, ως αναγνώρισε ο συνήγορος των εναγομένων, υπήρχε σχετική δυνατότητα κατόπιν σχετικού αιτήματος. Συνακόλουθα, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η εισήγηση απορρίπτεται. Εισήγηση ότι υπήρξε παράτυπη παρέμβαση σε τραπεζικά βιβλία και ότι δεν αποδείχθηκε το υπόλοιπο των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. O ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η Gordian Holdings Ltd στην οποία εργοδοτείται ο μάρτυρας δεν αποτελούν τραπεζικά ιδρύματα εν τη εννοία του Νόμου. Ως εκ τούτου, τα συγκεκριμένα αρχεία που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο έπαυσαν να συνιστούν τραπεζικά βιβλία και η παρέμβαση του συγκεκριμένου προσώπου στην ανακατασκευή των επιδίκων λογαριασμών ήταν έκνομη υπό τις περιστάσεις και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία. Ως αναφέρθηκε, οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις εξαγοράστηκαν από την ενάγουσα στις 23.5.19 και οι καταστάσεις λογαριασμού (βλ.Τεκ.21 και 31) φέρουν ημερομηνίες από 1.1.12 μέχρι την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης και επομένως, δεν ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου και συνακόλουθα, δεν αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένες σε αυτές αλλά καταστάσεις που μαγειρεύτηκαν από τον μάρτυρα. Περαιτέρω δε, ήταν η θέση του ότι όλες οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσιάστηκαν ενώπιον Δικαστηρίου δεν ετοιμάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα. Εν κατακλείδι, ήταν η εισήγηση του ότι δεν υφίσταται ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη των χρεωστικών υπολοίπων των επίδικων λογαριασμών και έτσι, ως αναφέρθηκε, η αξίωση της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει. Προτού εξεταστεί η πιο πάνω εισήγηση, επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο της αντεξέτασης του Π.Δ., τέθηκε ότι καταχρηστικός είναι ο όρος των επίδικων συμφωνιών ότι, για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες και περαιτέρω, καταχρηστική ήταν και η χρέωση τόκου υπερημερίας ύψους 5%, ως επίσης και η αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου του δανείου κατά 0,2% ενόψει της παράλειψης προσκόμισης εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων από την εναγομένη 1 (βλ.Τεκ.37). Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο τα όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί (βλ. Στελιος Σάββα & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αγωγή αρ. 1/11 ημερ. 28.5.20. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τα πιο πάνω ζητήματα δεν προωθήθηκαν στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και άρα θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω επισήμανση του Δικαστηρίου. Οι επίδικες συμφωνίες συνομολογήθηκαν στις 14.12.07 και πολύ μεταγενέστερα και δη με το Νόμο 49
(1)/16, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 22.4.16, τροποποιήθηκε ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996. Με την λόγω τροποποίηση θεωρείται ως καταχρηστική ρήτρα, ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Στο στάδιο αυτό επισημαίνεται ότι ο πιο πάνω Νόμος του 1996 καταργήθηκε και από την 12.5.21 τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος που προβλέπει για την προστασία του καταναλωτή (Ν.112
(1)/21) όπου και πάλι θεωρείται ως καταχρηστική ρήτρα ο υπολογισμός του επιτοκίου με τον πιο πάνω τρόπο. Συνεπώς, όταν συνομολογήθηκαν οι επίδικες συμφωνίες δεν βρίσκονταν σε ισχύ τα πιο πάνω νομοθετήματα και περαιτέρω, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Π.Δ., η τράπεζα από την 1.1.15 υπολόγιζε το επιτόκιο στη βάση των 365 ημερών. Αναφορικά δε με την έτερη θέση, σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας, το πιο πάνω πρόσωπο επισήμανε ότι, με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις χρεώθηκε τέτοιος τόκος ύψους 2% και όχι 5%. Σε σχέση δε με την αύξηση του επιτοκίου του δανείου σε ποσοστό 0,2% επισημαίνεται ότι η τράπεζα με βάση τις πρόνοιες της σχετικής συμφωνίας, ως καθορίζονται πιο πάνω, δικαιούται κατά την κρίση της, να μεταβάλλει το επιτόκιο πράγμα το οποίο έχει πράξει με επιστολή της ημερομηνίας 10.11.11 (βλ. Τεκ.37). Συνεπώς και γι' αυτό το λόγο τα όσα τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτονται. Ερχόμενος στην εξέταση της πιο πάνω εισήγησης, όπως έχει νομολογηθεί, η τράπεζα και στην υπό εξέταση περίπτωση η ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της (βλ. Κωμοδρόμου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 281/2013, ημερ. 11.3.2020), ECLI:CY:AD:2020:A99. Οι χρεώσεις των τόκων, όπως κάθε άλλη επιβάρυνση στους λογαριασμούς, θα πρέπει να είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Όπως έχει επισημανθεί στην πρόσφατη υπόθεση Γεωργιάδη κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Πολ.Εφ. 376/14 ημερ. 16.3.23, δοσμένης της κατάθεσης του πιστοποιητικού το βάρος ως προς το όποιο λανθασμένο των χρεοπιστώσεων βαραίνει πλέον αυτούς που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο (βλ. επίσης Χαραλάμπους ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ.405/12 ημερ. 27.12.19). Σε περίπτωση που η τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ.Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση επισήμανε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι καταστάσεις λογαριασμού δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απολήγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846, στην οποία υπήρχε κενό στην κίνηση του λογαριασμού. Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Πολ. Εφ. 294/12 ημερ. 18.6.2019), ECLI:CY:AD:2019:A232, οι μάρτυρες της τράπεζας κατέθεσαν έγγραφα ως μέρος της τραπεζικής πρακτικής και των αρχείων. Τονίστηκε ότι δεν ήταν ανάγκη να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους του οργανισμού. Το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 προνοεί τα ακόλουθα: «35.-
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)΄Εγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)΄Εγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό.». Στην υπόθεση Φωτίου κ.α. ν. Αlpha Bank Cyprus Ltd Πολ. Εφ. 39/12 ημερ. 3.5.18, οι καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Επισημάνθηκε ότι το άρθρο 35 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 θα είχε σημασία εάν προβαλλόταν ένσταση στην κατάθεση του οπότε το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει κατά όσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την αποδοχή του ως τεκμηρίου. Εφόσον κατατέθηκε ως τεκμήριο χωρίς ένσταση, τότε εφαρμόζεται το άρθρο 22
(1)του πιο πάνω Νόμου. Οι προϋποθέσεις ώστε, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο, να γίνει δεχτό ως απόδειξη, δυνάμει του άρθρου 22, εμπεριέχονται στα εδάφια 2 και 3 του πιο πάνω Νόμου και έχουν ως ακολούθως: · Κατά τον χρόνο καταχώρισης, το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. · Η καταχώρηση να έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. · Το βιβλίο να βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας και · Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Πράγματι η ενάγουσα δεν είναι τράπεζα πλην όμως, όπως έχει υποδειχθεί κατά τρόπο σαφή στην πολύ πρόσφατη απόφαση Αργυρού κ.α v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρία Μακράσυκας-Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Πολ. Εφ. 325/2014 ημερ. 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A135 «εντούτοις, η ικανοποίηση (ή όχι) των προαπαιτούμενων προς αποδοχή μαρτυρίας τού είδους που εννοείται στο Άρθρο 22, Κεφ.9 - και εν προκειμένω της Κατάστασης Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 - δεν αποκλείει, στη συνήθη πορεία του πράγματος, την κατ' επιλογή του διαδίκου, παράλληλη ή και επάλληλη παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης (προφορικής ή και έγγραφης) μαρτυρίας προς απόδειξη (εν όλω ή εν μέρει), της αφορώσας απαίτησης, πέραν ή και εναλλακτικώς του Άρθρου 22, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου και Άλλης ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 386/14, ημ. 20.3.23).». Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα αποδεκτά γεγονότα και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες συμφωνίες συνομολογήθηκαν μεταξύ των εναγομένων και της Λαϊκής Τράπεζας. Στις 29.3.13 κατόπιν σχετικού διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (βλ. Κ.Δ.Π.104/13) μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, μεταξύ άλλων, τα περιουσιακά στοιχεία και τίτλοι ιδιοκτησίας της Λαϊκής Τράπεζας. Ο Π.Δ. από τις 14.7.14 μέχρι τις 17.1.20 εργαζόταν ως λειτουργός ανάκτησης χρεών στην Τράπεζα Κύπρου και από την 18.1.20 μετακινήθηκε στο αντίστοιχο τμήμα της ενάγουσας και στη συνέχεια από την 2.5.22 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στο ίδιο τμήμα της Gordian Servicing Ltd η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της ενάγουσας και ενεργεί για την τελευταία. Το συγκεκριμένο πρόσωπο όταν εργοδοτείτο στην Τράπεζα Κύπρου χειριζόταν, μεταξύ άλλων, και την παρούσα υπόθεση και ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών των πελατών. Επίσης, κατείχε και φύλαγε τα σχετικά έγγραφα ως επίσης είχε την ευθύνη παρακολούθησης των επιδίκων λογαριασμών. Το εν λόγω πρόσωπο ετοίμασε καταστάσεις λογαριασμών, τις οποίες εκτύπωσε και τις συμπεριέλαβε μεταξύ των εγγράφων που μετέφερε και παρέλαβε ως λειτουργός πλέον της ενάγουσας. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Λαϊκή Τράπεζα και στη συνέχεια την Τράπεζα Κύπρου ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των δύο τραπεζών και βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια της Τράπεζας Κύπρου και σε αυτό είχε πρόσβαση μεταξύ άλλων και ο ίδιος. Οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού εκτυπώθηκαν από τον ίδιο ενώ εργοδοτείτο στην Τράπεζα Κύπρου και αφού συγκρίθηκαν από αυτόν με τις αρχικές καταχωρίσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Στη συνέχεια, οι καταστάσεις λογαριασμού μεταφέρθηκαν αυτούσιες στην ενάγουσα. Έτσι, οι τελευταίες αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της ενάγουσας. Καμία αλλοίωση, κανένα μαγείρεμα ως η σχετική εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων Στο στάδιο τούτο επισημαίνεται ότι όλες οι καταστάσεις λογαριασμών κατατέθηκαν χωρίς ένσταση (βλ.Τεκ.20, 21, 30 και 31). Οι καταστάσεις λογαριασμού (βλ.Τεκ.20), οι οποίες να σημειωθεί αφορούν το δάνειο αρχίζουν από την συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου μέχρι και την 31.12.19 όπου κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία το υπόλοιπο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των €1.582.518,61 και στη συνέχεια ακολουθεί κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας από την 1.1.20 μέχρι και την 30.6.
- Οι δε καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τον τρεχούμενο λογαριασμό με όριο (βλ.Τεκ.30) αρχίζουν από τη συνομολόγηση της συμφωνίας μέχρι και την 31.12.19 όπου κατά την ημερομηνία αυτή το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των €109.890,27 και στη συνέχεια ακολουθούν καταστάσεις λογαριασμού της ενάγουσας από 1.1.20 μέχρι και την 31.8.
- Τόσο για το λογαριασμό του δανείου όσο και για το λογαριασμό του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, ο μάρτυρας ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις οι οποίες αρχίζουν από την 1.1.12 μέχρι και την 4.10.22 (βλ. Τεκ.21 και 31). Με την ετοιμασία των τελευταίων περιορίστηκε ο τόκος υπερημερίας σε 2% και σε αυτές περιλαμβάνεται το υπόλοιπο του κάθε λογαριασμού, οι τόκοι και η κεφαλαιοποίηση των τελευταίων. Με την καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δεν δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολ. Εφ. 21/08 ημερ. 14.7.10, σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμα και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Συνήθως αυτό γίνεται για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία υπάρχει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο μάρτυρας, με την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων δεν έχει αλλοιώσει ούτε το τραπεζικό βιβλίο ούτε και το αρχείο της επιχείρησης της ενάγουσας και δεν δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα ή ασάφεια υπό τις περιστάσεις. Αντιθέτως, στην υπό εξέταση περίπτωση, η ετοιμασία των συγκεκριμένων αναδομημένων λογαριασμών απολήγει προς όφελος των εναγομένων. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι το υπόλοιπο του δανείου κατά την 4.10.22 ανέρχεται σε €1.043.315,60 και του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο κατά την ίδια ημερομηνία ανέρχεται στο ποσό των €96.943,
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες και έτσι, η τράπεζα νομότυπα, στις 8.3.12, τερμάτισε τόσο την συμφωνία δανείου όσο και τη συμφωνία παραχώρησης πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο. Το υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται σε €1.043.315,60 πλέον τόκο 8,93% από 5.10.22 μέχρι εξόφλησης και του τρεχουμένου λογαριασμού με όριο ανέρχεται στο ποσό των €96.943,30 με τόκο 8,93% από 5.10.22 μέχρι εξόφλησης. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον των εναγόμενων 1 3, 4 και
- Αντιθέτως, ο εναγόμενος 3 απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ανταπαίτηση του, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε απόφαση ότι η επίδικη εγγύηση είναι άκυρη. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 3, 4 και 6 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά (i) για το ποσό των €1.043.315,60 με τόκο 8,93% από 5.10.22 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και (ii) για το ποσό των €96.943,30 με τόκο 8,93% από 5.10.22 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. H ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 3, 4 και 6 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.)............ Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. /ΑΚ. [1] Παραδεκτό γεγονός. [2] Ο εναγόμενος 5 σε δύο περιπτώσεις υπέγραψε δύο εγγυήσεις και δη στις 14.12.07 και στις 30.11.10 (βλ. Τεκ.12 και 16). [3] Παραδεκτό γεγονός. [4] Βλ. πρακτικό ημερ. 23.2.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο