← Κύπρος

ΓΕΛΟΥΔΗ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd τελούσας υπό διαχείριση δυνάμει του Ν. 17(Ι)/2013 κ.α., Αρ. Αγωγής: 180/2017, 20/11/2023

ΓΕΛΟΥΔΗ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd τελούσας υπό διαχείριση δυνάμει του Ν. 17(Ι)/2013 κ.α., Αρ. Αγωγής: 180/2017, 20/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα εξόδων: €50.000 -100.000 Αρ. Αγωγής: 180/2017 Μεταξύ: ΓΕΛΟΥΔΗ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd τελούσας υπό διαχείριση δυνάμει του Ν. 17(Ι)/2013
  2. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ αυτοτελώς και σαν αναδόχου ή και διαδόχου ή και αποκτώντα προσώπου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  3. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γ. Πιττάτζης για ΓΙΩΡΓΟΣ Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3: κ. Μ. Οικονόμου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της παρούσας αγωγής της η ενάγουσα αξιοί απόφαση για ποσό €59.218,32 πλέον τόκους και αποζημιώσεις, καθώς επίσης και σωρεία δηλωτικών αποφάσεων, ένεκα της απομείωσης των καταθέσεων που είχε στην εναγομένη
  4. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, διατηρούσε καταθέσεις στην εναγομένη 1 από κοινού με την ΝΕΒΙΣΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ. Μετά την απόφαση των εναγομένων για μεταφορά των περιουσιακών και άλλων στοιχείων της εναγομένης 1 στην εναγομένη 2, οι εν λόγω καταθέσεις της ενάγουσας απομειώθηκαν στο ποσό των €100.000, αφού συμψηφίστηκαν με χρεωστικά υπόλοιπα που υπήρχαν και διαχωρίστηκαν από τις καταθέσεις της ΝΕΒΙΣΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ. Είναι αυτή την διαφορά που διεκδικεί η ενάγουσα δια της αγωγής της, δηλ. το ποσό το οποίο αποκόπηκε συνεπεία του κουρέματος και/ή απομείωσης των καταθέσεων της. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η αγωγή διακόπηκε και/ή αποσύρθηκε αναφορικά με τις εναγόμενες 1 και 2 και παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο σε σχέση με την εναγομένη
  5. Ό,τι αποδίδεται στην εναγομένη 3 είναι ότι υπήρξε αμελής, ως οι κατ' ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις της. Αυτές περιλαμβάνουν κατά την ενάγουσα, μεταξύ άλλων, την συνεχή και αλόγιστη αύξηση των δημοσίων δαπανών, την μεταφορά του ελέγχου του δημοσίου χρέους από την Κεντρική Τράπεζα στο Υπουργείο Οικονομικών και την κυβέρνηση, τον δυσβάστακτο δανεισμό από το εξωτερικό, την παράλειψη λήψης μέτρων με σκοπό τον έλεγχο της μεγάλης εισροής ξένων κεφαλαίων σε κυπριακές τράπεζες, την επέμβαση στην διαμόρφωση του προϋπολογισμού και την ανατροπή των σωστών και ισορροπημένων ισολογισμών που ετοίμαζαν οι τεχνοκράτες του Υπουργείου, την αποδοχή της απομείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους που κόστισε στις κυπριακές τράπεζες ζημιά ύψους 4.500.000.
  6. δισεκατομμύρια ευρώ, την δαπάνη 1.800.000.000 διεσκατομμυρίων ευρώ για στήριξη της εναγομένης 1 και την παράλειψη να αποταθεί έγκαιρα στον Μηχανισμό Στήριξης της Ευρώπης. Περαιτέρω αποδίδεται στην εναγόμενη 3 ότι υπήρξε αμελής σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς βάσει του αρ. 172 του Συντάγματος. Αυτές περιλαμβάνουν κατά την ενάγουσα, μεταξύ άλλων, την επίτρεψη της εισόδου ξένων καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες με επιτόκιο που οι κυπριακές τράπεζες και ή η κυπριακή οικονομία δεν μπορούσαν να αντέξουν, την επίτρεψη στις τράπεζες να παραχωρούν επισφαλή και μεγάλα δάνεια για αγορές ακινήτων, την παράλειψη άσκησης μακροοικονομικής επίβλεψης του χρηματοοικονομικού συστήματος, την παράλειψη σωστής και αποτελεσματικής συνεργασίας με τους υπόλοιπους κρατικούς φορείς, την παράλειψη λήψεως μέτρων για προστασία της κυπριακής οικονομίας, την πώληση των καταστημάτων της εναγομένης 1 στην Ελλάδα σε εξευτελιστικές τιμές, την έκδοση των διαταγμάτων ΚΔΠ 103 και 104 του 2013, την παράλειψη ενημέρωσης της κυβέρνησης ή και των επενδυτών για τους κινδύνους που περιέχοντο από την αγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Δια της Υπεράσπισής της η εναγόμενη 3 αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας καλώντας την σε απόδειξή των, ισχυρίζεται δε πως δεν έχει γνώση αναφορικά με τις όποιες συμφωνίες η ενάγουσα ελεύθερα συνήψε με την εναγομένη
  7. Επιπρόσθετα η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν σε σχέση με την εναγόμενη 1, ακολούθησαν μία σειρά γεγονότων τα οποία περιγράφει στην παράγραφο 5 της Yπεράσπισης της, όπου μεταξύ άλλων δικογραφούνται και τα προβλήματα που κατ' ισχυρισμό της αντιμετώπιζαν οι εναγόμενες 1 και 2, με απότοκο την οικονομική τους στήριξη μέσω της επείγουσας παροχής ρευστότητας («ELA»). Αποτελεί ισχυρισμό της εναγομένης 3 ότι τυχόν κατάρρευση της εναγομένης 1 θα συμπαρέσυρε το όλο τραπεζικό σύστημα, ενόψει της συστημικότητάς της. Επομένως την 25/03/2013 επιτεύχθηκε νέα συμφωνία στο Eurogroup με την κυπριακή κυβέρνηση, για την εγκαθίδρυση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεωκοπίας της Κύπρου. Μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων όπως η εναγόμενη 1 τεθεί άμεσα υπό εξυγίανση, με την πλήρη συμμετοχή των μετόχων, των κατόχων ομολόγων και αξιογράφων και των ανασφάλιστων καταθετών. Συνεπακόλουθα, η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε σωρεία διαταγμάτων που αφορούσαν τις εναγόμενες 1 και 2, λαμβάνοντας υπόψη ότι συνέτρεχαν οι νομοθετικές προϋποθέσεις, αλλά και επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και/ή δημόσιας ωφελείας και/ή δημόσιας τάξης και/ή ασφάλειας. Περαιτέρω η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση σε σχέση με τα μέτρα εξυγίανσης τα οποία λήφθηκαν και/ή η ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό διότι η οικονομική της θέση δεν έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με αυτή στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης και η εναγόμενη 1 τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση. Επιπρόσθετα η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πώλησης των εργασιών της εναγομένης 1 και της κατ' ισχυρισμό ζημιάς της ενάγουσας με τις οποιεσδήποτε πράξεις και/ή ενέργειες της εναγομένης 3, η οποία ενήργησε υπό τις περιστάσεις με επιμέλεια και/ή έλαβε έγκαιρα όλα τα ενδεικνυόμενα και/ή επαρκή μέτρα για διαχείριση του δημόσιου χρέους και/ή της οικονομικής κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά το
  8. Η εναγόμενη 3 επίσης ισχυρίζεται ότι η Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποτελούν ανεξάρτητες αρχές, στο έργο των οποίων το κράτος και/ή το Υπουργείο Οικονομικών και/ή άλλα όργανα, δεν έχουν καμία εξουσία και/ή αρμοδιότητα να παρεμβαίνουν και προσθέτει πως δεν είχε αποφασιστική αρμοδιότητα σε σχέση με τα διατάγματα πώλησης των εργασιών της εναγομένης 1 και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε μέτρα εξυγίανσης, για τα οποία αποκλειστική αρμοδιότητα είχε η Αρχή Εξυγίανσης. Με το δικόγραφο της Απάντησής της, η ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης 3 και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η έκθεση απαίτησής της. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μέσα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά της ενάγουσας κάλεσε δύο μάρτυρες ενώ για την Υπεράσπιση μαρτυρία προσέφερε ένας μάρτυρας. Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Αρχικά ενώπιόν μου κατέθεσε ο Γ.Γ. (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι κάτοχος πτυχίου στα Οικονομικά. Από το 1973 μέχρι το 1980 εργάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου και από το 1980 μέχρι το 1989 εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα. Από το 1989 μέχρι το 2014 εργάστηκε σαν γραμματέας και διευθυντής της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου, από την οποία αφυπηρέτησε με σύνταξη ορίου ηλικίας. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας για περίπου 20 χρόνια. Ο ΜΕ1 στην δήλωσή του αναφέρει ότι έχει μελετήσει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας σε ό,τι αφορά στις ευθύνες της εναγομένης 3 και υιοθετεί το περιεχόμενό της, ενώ γνωρίζει και συμφωνεί ότι η εναγόμενη 3 φέρει ευθύνη και για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των οργάνων της, όπως η Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, βάσει του αρ. 172 του Συντάγματος. Επιπρόσθετα της προσωπικής του εκτίμησης ως οικονομολόγου, ο ΜΕ1 παρέθεσε διάφορα αποσπάσματα στην γραπτή του δήλωση, προερχόμενα από πληροφορίες που άντλησε από πολλές πηγές και μελέτες τις οποίες αξιολόγησε. Πρόκειται για τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1: Μελέτη του καθηγητή Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου Κύπρου, Σ. Ζένιου με τίτλο «Η καταστροφή της Κυπριακής Οικονομίας: από την έλλειψη ευθυκρισίας στην ελλειμματική διαχείριση». Τεκμήριο 2: Άρθρο του καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, Σ. Κληρίδη με τον τίτλο «The Collapse of the Cypriot Banking System - A bird's Eye View». Τεκμήριο 3: Μελέτη του Δρα. Ι. Κόβρα του Πανεπιστημίου του Κεντ με τίτλο «Κρίση και Λογοδοσία - Κύπρος». Τεκμήριο 4: Μελέτη του πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου Α. Ορφανίδη, με τίτλο «What Happened in Cyprus? The Economic Consequences of the Last Communist Government in Europe». Τεκμήριο 5: Μελέτη του Δρα. Π. Δημητριάδη με τίτλο «Laiki Popular Bank. How a bank's management toppled an economy». Τεκμήριο 6: Απόσπασμα από το πόρισμα της Τριμελούς Επιτροπής Πική για την κατάρρευση των Τραπεζών Λαϊκής και Τράπεζας Κύπρου και της κρίσης στην κυπριακή οικονομία. Τεκμήριο 7: Απόσπασμα από την έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών και Αξιών για την λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ουδέποτε εργάστηκε είτε στην Κεντρική Τράπεζα, είτε στο Υπουργείο Οικονομικών, αλλά ούτε και ασχολήθηκε με ζητήματα εκκαθάρισης ή διάλυσης Τραπεζών. Περαιτέρω ο μάρτυρας δεν γνώριζε κατά πόσο η ενάγουσα διεκδίκησε το ποσό που διεκδικεί δια της παρούσης αγωγής από κάπου αλλού. Ο μάρτυρας υποστήριξε έντονα ότι το κράτος, το οποίο ίδρυσε την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, είχε την ευθύνη μέσω του Υπουργείου Οικονομικών να παρακολουθεί τις πράξεις και τις παραλείψεις της, καθώς επίσης και τα μακροοικονομικά μεγέθη της Κυπριακής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών εργασιών. Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΕ1, ότι αφ' ης στιγμής το κράτος κατέθεσε 1,8 δισεκατομμύρια στην Λαϊκή Τράπεζα ασκούσε έλεγχο σε αυτήν, επομένως όφειλε να την παρακολουθεί. Περεταίρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Αρχή Εξυγίανσης, η Κεντρική Τράπεζα, ο Υπουργός Οικονομικών και το κράτος, όφειλαν να θέσουν υπό εκκαθάριση την Λαϊκή Τράπεζα μερικά χρόνια νωρίτερα, αντί το κράτος να καταθέσει σε αυτήν 1,8 δισεκατομμύρια, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το ποσό που θα λάμβανε η ενάγουσα σε αυτή την περίπτωση, εκφράζοντας ωστόσο την πεποίθηση ότι οι καταθέτες θα ήταν σε καλύτερη θέση. Στη συνέχεια μαρτυρία προσέφερε ο Μ.Σ. από πλευράς ενάγουσας (στο εξής ο «ΜΕ2»), ο οποίος εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης. Ο ΜΕ2 μέσα στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στην έκδοση της Κ.Δ.Π. 104/2013, με βάση την οποία τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 1, εξαιρουμένων εκείνων τα οποία καθορίζονται σε σχετικό Παράρτημα, μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη
  9. Ως ο μάρτυρας ανέφερε, η αξία των περιουσιακών στοιχείων αποτιμήθηκε από την KPMG Λονδίνου, την οποία διόρισε η Κεντρική Τράπεζα για το σκοπό αυτό. Η εν λόγω έκθεση, σύμφωνα με τον ΜΕ2, εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2013 και αποτίμησε την δίκαιη αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία μεταβιβάστηκαν από την εναγομένη 1 στην εναγομένη 2 σε 15.999.000.000 δισεκατομμύρια ευρώ και τις υποχρεώσεις σε 15.617.000.000 δισεκατομμύρια ευρώ. Η διαφορά μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων ήταν 382 εκατομμύρια και εξοφλήθηκε από την εναγόμενη 2 προς την εναγόμενη 1 με την έκδοση 18,1% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης
  10. Ως περαιτέρω εξήγησε ο μάρτυρας, τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 2, ενσωματώθηκαν στα δικά της. Περαιτέρω, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι με βάση το διάταγμα η παροχή ELA[2] μεταβιβάστηκε στην εναγομένη 2, η οποία σε βάθος χρόνου αποπλήρωσε το οφειλόμενο ποσό των 9.100.000.000 δισεκατομμυρίων από δικές της πηγές. Η κυβέρνηση, ως εξήγησε, δεν έχει σχέση με το ELA, καθώς η οφειλή ήταν προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ο ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της εναγομένης
  11. Από πλευράς Υπεράσπισης ο μοναδικός μάρτυρας που προσέφερε μαρτυρία ήταν ο Δ.Δ. (στο εξής ο «ΜΥ»), ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι είναι κάτοχος πτυχίου οικονομικών επιστημών και μεταπτυχιακού στη διοίκηση επιχειρήσεων. Διορίστηκε στη θέση του Οικονομικού Λειτουργού στη Διοίκηση του Υπουργείου Οικονομικών από την 01/09/2005 και στις 15/12/2010 προήχθη στην θέση του Οικονομικού Λειτουργoύ Α'. Στις 09/09/2013 διορίστηκε με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών ως προϊστάμενος της Μονάδας Διαχείρισης, όπου και υπηρέτησε μέχρι τις 15/11/
  12. Στις 22/05/2019 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και παράλληλα με τα καθήκοντα του ως Προϊστάμενος της Μονάδας, με αρμοδιότητα την εξέταση των θεμάτων που άπτονται του τραπεζικού τομέα, συνέχιζε να εκτελεί και τα καθήκοντά του από τη θέση του Ανώτερου Οικονομικού Λειτουργού, στην οποία προάχθηκε στις 15/06/
  13. Από το 2008 είναι μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων. Από τον Δεκέμβριο του 2015 μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 εκπροσωπούσε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, από την θέση του Προέδρου, στη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης. Από τον Αύγουστο του 2018 μέχρι σήμερα είναι μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Στην δήλωσή του ο ΜΥ αναφέρθηκε στα όσα έλαβαν χώρα για την περίοδο από την 21/07/2011, όταν έλαβε χώρα η συνάντηση του Συμβουλίου Αρχηγών της Ευρωζώνης, μέχρι και την 26/04/2013, όταν ολοκληρώθηκε το τελικό Μνημόνιο Συναντίληψης για συγκεκριμένους όρους οικονομικής πολιτικής. Ειδικότερα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς στις συζητήσεις που έγιναν και στις αποφάσεις που λήφθηκαν, τονίζοντας ότι το κούρεμα από την κατοχή ελληνικών ομολόγων σε περίπτωση πτώχευσης, θα ήταν μεγαλύτερο αλλά και πολύ οδυνηρό, λόγω και των επιπτώσεων στο δανειακό χαρτοφυλάκιο των κυπριακών τραπεζών στην ελληνική οικονομία. Ως επίσης ανέφερε, η συμμετοχή στη συμφωνία απομείωσης των ελληνικών ομολόγων έγινε σε οικειοθελή βάση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των ιδιωτών επενδυτών, με τις κυπριακές τράπεζες να μην διαφωνούν. Η απόφαση για την απομείωση των ελληνικών κρατικών ομολόγων που καταγράφηκε σε επίπεδο Συνόδου κορυφής, συνέχισε ο μάρτυρας, τροχιοδρόμησε καθοριστικές εξελίξεις για τον τραπεζικό τομέα της Κύπρου, λόγω της μεγάλης έκθεσης των κυπριακών τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα. Υπολογίζεται, σημείωσε ο μάρτυρας, πως συνεπεία της έκθεσης αυτής οι τράπεζες της Κύπρου υπέστησαν ζημιές της τάξεως των 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ περίπου ή στο 25% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Κύπρου. Η μεν εναγόμενη 1 υπέστη ζημιά της τάξεως των 2,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, η δε εναγόμενη 2 υπέστη ζημιά της τάξεως των 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ. Από τα μέσα του 2011, η Κυπριακή Δημοκρατία είχε αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές, ενώ το κράτος αδυνατούσε να στηρίξει τον τραπεζικό τομέα λόγω του μεγέθους του. Συνεπακόλουθα, οι δυνατότητες χρηματοδότησης περιορίστηκαν και η μόνη διαθέσιμη πλέον πηγή, ήταν η χρηματοδότηση μέσω της εγχώριας αγοράς. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε λεπτομερώς σε διάφορες συναντήσεις, συσκέψεις, διαβουλεύσεις και γεγονότα που ακολούθησαν της απομείωσης των ελληνικών κρατικών ομολόγων και σε διάφορες νομοθεσίες που θεσπίστηκαν σε σχέση με τους όρους που είχε θέσει η Τρόικα. Μεταξύ άλλων, ο μάρτυρας υπέδειξε ότι στις 21/03/2013 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο είχε αποφασίσει ότι η έκτακτη παροχή ρευστότητας των τραπεζών - από την οποία οι εναγόμενες 1 και 2 εξαρτώντο - θα παρέμενε διαθέσιμη στις κυπριακές τράπεζες μόνο εάν τίθετο σε εφαρμογή ένα αποδεκτό πρόγραμμα στήριξης μέχρι την 25/03/2013, επομένως η κυβέρνηση θα μπορούσε είτε να συνάψει συμφωνία με την Τρόικα πριν ανοίξουν οι τράπεζες το πρωί της 26ης Μαρτίου 2013, είτε να τις αφήσει να καταρρεύσουν. Τούτο, ως εξήγησε, θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση ολόκληρου του κυπριακού χρηματοπιστωτικού τομέα και της οικονομίας, με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να μην έχει την δυνατότητα να εκπληρώσει το δημόσιο χρέος της, ενώ αναπόφευκτα, θα ακολουθούσε άμεση έξοδος από την ευρωζώνη, χωρίς χρονικό περιθώριο προετοιμασίας αντικατάστασης του νομίσματος. Ως περαιτέρω εξήγησε, η κατάρρευση της εναγομένης 1, εξαιτίας της συστημικότητάς της, θα συμπαρέσυρε όλο το τραπεζικό σύστημα σε κατάρρευση, επομένως, η ανάγκη για συμφωνία ήταν επιτακτική και απαραιτήτως αναγκαία. Ακολούθως ο μάρτυρας αναφέρθηκε στους όρους της συμφωνίας της ευρωομάδας, η οποία επήλθε υπό αυτές τις συνθήκες την 25/03/2013, καθώς επίσης και στην ψήφιση μιας σειράς νομοθετημάτων από την Βουλή των Αντιπροσώπων, που ήταν απαραίτητα για την εφαρμογή των όρων που έθεσε η Τρόικα. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε σωρεία διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ασκώντας τις εξουσίες της ως Αρχή Εξυγίανσης, με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των στόχων του αρ. 3 του Ν.17(Ι)/
  14. Τόνισε, ότι μετά την λήψη των μέτρων εξυγίανσης, διασφαλίστηκε η χρηματοοικονομική σταθερότητα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, προστατεύτηκαν πλήρως οι καταθέτες με την διασφάλιση άμεσης πρόσβασης στις ασφαλισμένες καταθέσεις, δεν μετακυλίστηκε το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους και αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζόμενοι των τραπεζών να καταστούν άνεργοι. Στη βάση των όσων ανέφερε στην γραπτή του δήλωση, ήταν η θέση του ΜΥ ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό την διάσωση της κυπριακής οικονομίας ήταν απολύτως απαραίτητα και αναπόφευκτα, ενώ, όπως επεσήμανε, πριν τη λήψη τους είχαν εξεταστεί εξαντλητικά όλες οι δυνατές επιλογές. Ως προσέθεσε, ενόψει των μέτρων που λήφθηκαν, οι καταθέτες των δυο επηρεαζομένων τραπεζών δεν βρίσκονται εν τέλει σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν, αν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα που αναφέρθηκαν, εφόσον η άτακτη κατάρρευση των τραπεζών ήταν αναμενόμενη, με δυσμενή αποτελέσματα για όλους τους εμπλεκομένους. Περαιτέρω ο ΜΥ κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 8: Ανακοίνωση της Επιτροπής ημερ. 25/10/
  15. Τεκμήριο 9: Δήλωση της Ευρωομάδας για την Κύπρο ημερ. 16/03/
  16. Τεκμήριο 10: Δήλωση της Ευρωομάδας για την Κύπρο ημερ. 25/03/
  17. Τεκμήριο 11: Απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερ. 25/04/
  18. Το μοναδικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 που αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του αφορούσε την αμέσως πιο πάνω θέση του, ότι δηλαδή τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν απολύτως απαραίτητα και αναπόφευκτα και δεν έθεσαν τους καταθέτες σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν, σε περίπτωση που τα εν λόγω μέτρα δεν λαμβάνονταν, με τον μάρτυρα να εμμένει στην θέση του. Ως προς τα γεγονότα στα οποία έκανε αναφορά, ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, μπόρεσα να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[4] Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[7] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8] Όσον αφορά στην μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και στην αξιολόγησή της, αυτή δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εξαιρουμένου του ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που αποτελεί ένα από τα στοιχεία κρίσεως της αξίας της γνώμης του. Το Δικαστήριο, πρέπει πρωτίστως να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και ακολούθως να εξετάσει εάν με τη μαρτυρία του έχει παράσχει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του.[9] Το κατά πόσο ένας μάρτυρας διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα ώστε να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου,[10] το οποίο μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, σε συνάρτηση με τα θέματα αναφορικά με τα οποία καλείται να καταθέσει.[11] Ως εκ τούτου, ένα πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πραγματογνώμονας, όχι μόνο βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων του, αλλά και βάσει της εμπειρίας του.[12] Οι εμπειρογνώμονες, οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματά τους, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης.[13] Ο ΜΕ1 κλήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας προκειμένου να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει πρωτίστως να εξετάσει κατά πόσο ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι πράγματι ειδικός στον τομέα αναφορικά με τον οποίο κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τους λόγους που θα εξηγήσω, θεωρώ ότι η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα είναι αρνητική. Τα προσόντα του μάρτυρα, αλλά και η πείρα του λόγω της εργοδότησής του σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα, δεν τον καθιστούν κατά την κρίση μου ειδικό σε σχέση με τα εξειδικευμένα θέματα που εγείρονται μέσα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και δη της οικονομικής κατάρρευσης της εναγομένης 1, των δημοσιοοικονομικών προβλημάτων του κράτους και την ανάγκη λήψεως των μέτρων εξυγίανσης, τα οποία πάρθηκαν. Σημειωτέον ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πράγματι δεν έχει ασχοληθεί με θέματα εξυγίανσης, προσήλθε δε στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσει ως οικονομολόγος και έμπειρος στα τραπεζικά δρώμενα της Κύπρου και ειδικότερα για τα λάθη που επισυνέβησαν. Συνεπακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί επί της μαρτυρίας του ΜΕ1 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των επίδικων ζητημάτων που ηγέρθησαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου, σημειώνεται ότι εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν κρίνεται βοηθητική προς το Δικαστήριο για την εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων, καθώς η όλη μαρτυρία του αποτελεί την εξήγηση που ο ίδιος δίδει για την κατάρρευση της εναγομένης 1, την ευθύνη αναφορικά με την οποία θεωρεί ότι φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς ωστόσο να έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία διαμόρφωσε την άποψή του αυτή. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν επεξήγησε στο Δικαστήριο ποια μέτρα θα έπρεπε να λάβει η εναγόμενη 3, στην οποία αποδίδει την ευθύνη, ώστε η εναγόμενη 1 να μην οδηγηθεί σε κατάρρευση. Και ενώ ήταν έντονη η θέση του ότι η εναγόμενη 1 έπρεπε να τεθεί υπό εκκαθάριση μερικά χρόνια προηγουμένως, καμία αναφορά δεν έκανε στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν η εναγόμενη 1 κατά τον χρόνο που θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Ούτε και προσδιόρισε το χρονικό σημείο που θα έπρεπε να τεθεί η εναγόμενη 1 υπό εκκαθάριση ή το τι θα έπρεπε να είχε πράξει η Κυπριακή Δημοκρατία προς τούτο. Δεν καθόρισε επίσης ούτε το πότε η Κυπριακή Δημοκρατία έπρεπε να αποταθεί στον Μηχανισμό Στήριξης της Ευρώπης, εφόσον ήταν η θέση του ότι δεν αποτάθηκε εγκαίρως σε αυτόν. Σε ότι δε αφορά στις θέσεις που ο ΜΕ1 προέβαλε αναφορικά με την συνεχή και αλόγιστη αύξηση των δημοσίων δαπανών, την πλημμελή και λανθασμένη διαχείριση και εξόγκωση του δημοσίου χρέους, την ενθάρρυνση της ανεξέλεγκτης ροής ξένων κεφαλαίων στην Κύπρο, αυτές παρέμειναν αόριστες και ατεκμηρίωτες. Χρήζει δε υπόμνησης το γεγονός ότι τα εγειρόμενα ζητήματα αποτελούν περίπλοκα θέματα αναφορικά με τα οποία αναμένεται και απαιτείται επαρκής τεκμηρίωση των θέσεων που προβάλλονται από πλευράς ενάγουσας, ενώ επισημαίνεται ότι από τις θέσεις του μάρτυρα δεν μπορεί ούτε καν να συναχθεί συμπέρασμα οιασδήποτε σύνδεσης της οποιασδήποτε ζημιάς υπέστη η ενάγουσα, με ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ερωτηθείς μάλιστα κατά την αντεξέτασή του, σε ποια θέση θα βρισκόταν η ενάγουσα εάν τα πράγματα λάμβαναν άλλη πορεία, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, εμμένοντας ωστόσο στην θέση ότι θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 1 - 7 τα οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε προς υποστήριξη των θέσεων του, σημειώνεται ότι αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, στην οποία το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα. Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί την βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[14] Στην προκειμένη περίπτωση, καμία εξήγηση δεν δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί δεν κλητεύθηκαν τα πρόσωπα τα οποία συνέταξαν τα εν λόγω έγγραφα ώστε να αντεξετασθούν και να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο, ούτε καταδείχθηκε κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθούν για να καταθέσουν. Ως προς την θέση που εκφράζει ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, ότι η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη, ενόψει του ότι τα πρόσωπα που συνέταξαν τις εν λόγω μελέτες δεν κλητεύτηκαν από την άλλη πλευρά για να αντεξετασθούν, αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, εφόσον από τις πρόνοιες των άρθρων 23 - 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δεν μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Ως έχει νομολογηθεί, όταν ένας μάρτυρας καταθέτει προφορικά στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια μιας δίκης, η μαρτυρία του προσφέρεται για το αληθές του περιεχομένου της. Όταν όμως ο μάρτυρας καταθέτει και κάποιο έγγραφο, δεν συνεπάγεται ότι αυτό προορίζεται απαραίτητα για τον ίδιο πιο πάνω σκοπό· πόσω δε μάλλον όταν τα όσα καταγράφονται σε αυτό δεν προέρχονται από τον ίδιο τον μάρτυρα, αλλά αποτελούν δηλώσεις άλλου προσώπου, δηλαδή είναι εξ ακοής μαρτυρία, ως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 23 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  19. Επομένως, είναι λογικά αναμενόμενο η πλευρά που προτείνει την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου να καθορίσει το σκοπό για τον οποίο αυτό προορίζεται να χρησιμοποιηθεί. Αν παραλείψει να το πράξει, ενεργεί με δικό της κίνδυνο.[15] Πέραν των ανωτέρω, αναφορικά με τα Τεκμήρια 6 και 7, διαπιστώνω ότι πρόκειται για αποσπάσματα από πορίσματα διερευνητικών επιτροπών, το περιεχόμενο των οποίων σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία, τέτοιου είδους πορίσματα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο με οποιοδήποτε τρόπο.[16] Στρεφόμενη στον ΜΕ2, σημειώνω ότι η εντύπωση που απεκόμισε το Δικαστήριο ήταν θετική και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Άλλωστε, ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάσθηκε. Ο ΜΕ2 χωρίς υπεκφυγές ή αντιφάσεις κατέθεσε αντικειμενικά όλα όσα γνώριζε αναφορικά με το καθεστώς εξυγίανσης κάτω από το οποίο τέθηκε η εναγόμενη 1 και τα μέτρα τα οποία λήφθηκαν. Συνεπώς κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Η μαρτυρία του ΜΥ γίνεται επίσης αποδεκτή στην ολότητά της. Η μαρτυρία του ήταν πειστική, σαφής και σταθερή και δεν εντοπίζεται σε αυτήν οποιαδήποτε ανακολουθία. Ο μάρτυρας με λεπτομέρειες αναφέρθηκε στο όλο πλέγμα των γεγονότων τα οποία οδήγησαν στην λήψη των μέτρων εξυγίανσης, μου έδωσε δε την εντύπωση ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Υπενθυμίζεται, ότι το μοναδικό σκέλος της μαρτυρίας του ΜΥ το οποίο αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας, ήταν η αναφορά του μάρτυρα στην γραπτή του δήλωση περί της επάρκειας και αποτελεσματικότητας των μέτρων εξυγίανσης που είχαν ληφθεί. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω και με δεδομένη την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, εξάγονται ανάλογα ευρήματα. Ενόψει δε της εκτενούς παράθεσης της μαρτυρίας, δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψη αυτών. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προς υποστήριξη των θέσεων τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[17] Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[18] Αποτέλεσε θέση του κ. Πιττάτζη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν αμελής τόσο σε σχέση με δικές της πράξεις και παραλείψεις, όσο και σε σχέση με αυτές της Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες αποτελούν όργανά της κατά τα διαλαμβανόμενα του αρ. 172 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα να παραβιαστούν τα περιουσιακά δικαιώματα της ενάγουσας, ως αυτά κατοχυρώνονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και το αρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Προώθησε επίσης ο συνήγορος της ενάγουσας την θέση ότι τα 16 δισεκατομμύρια ευρώ που απέσπασε η Κεντρική Τράπεζα από το ενεργητικό της εναγομένης 1 και τα παραχώρησε στην εναγομένη 2, έπρεπε να παραμείνουν στο ενεργητικό της εναγομένης 1 και να κατανεμηθούν ισομερώς στους πιστωτές της, ως οι προνοιες των άρθρων 3

(2), 25 και 26 του Ν. 17(Ι)/
  1. Πουθενά, υπέδειξε, δεν προβλέπεται τέτοια προνομιακή πληρωμή στις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  2. Είναι δε διάχυτη στην αγόρευσή του η θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ενήργησε αυθαίρετα, όταν συμφώνησε με την Ευρωομάδα τον εκμηδενισμό των ομολόγων. Στον αντίποδα, ο κ. Οικονόμου υποστήριξε ότι ουδέν καθήκον της εναγομένης 3 δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασής του, καθώς η ίδια δεν έχει εξουσία και αρμοδιότητα εποπτείας των τραπεζικών εργασιών, ούτε και προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία, συνεπώς η αγωγή δεν αποκαλύπτει βάσιμη αιτία αγωγής εναντίον της. Εν πάση περιπτώσει, προώθησε την θέση ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα της αμέλειας, οι δε συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον επίδικο χρόνο απαιτούσαν την άμεση και επιτακτική ανάγκη για διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Κύπρο και οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική οδός θα επέφερε καταστροφικές συνέπειες τόσο για την οικονομία, όσο και για την κοινωνία. Αναφορικά με τις θέσεις που προωθήθηκαν σε σχέση με την Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, επεσήμανε ότι πρόκειται για ανεξάρτητες αρχές, για τις οποίες ουδεμία ευθύνη φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Υπέδειξε δε, ότι η επιλογή της εναγομένης 1 από την ενάγουσα ανάγεται στην σφαίρα της δικής της επιλογής, παραπέμποντας στα όσα αποφασίστηκαν στην Χριστοδούλου ν Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
(2013)3 ΑΑΔ 427. Τέλος, σχετικά με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ο συνήγορος με παραπομπή σε σχετική νομολογία, υποστήριξε ότι αυτό δεν παραβιάζεται όταν επιδιώκεται σκοπός γενικού συμφέροντος. Σε κάθε περίπτωση, ήταν η θέση του ότι πέραν των αξιώσεών της η ενάγουσα δεν προβαίνει σε εξειδικευμένη δικογράφηση του ισχυρισμού περί παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος, εν αντιθέσει με τη σχετική νομολογία επί τούτου. Η απόδειξη του αδικήματος της αμέλειας προϋποθέτει όπως το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι οφείλεται καθήκον επιμέλειας, ότι υπήρξε παράβαση του εν λόγω καθήκοντος, είτε δια της τέλεσης κάποιας πράξης είτε δια της παράλειψης τέλεσης κάποιας πράξης, με συνεπακόλουθο, ο ενάγων να υπέστη ζημιά. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος και της πρόκλησης ζημιάς και ο Ενάγων φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η συμπεριφορά ή η παράβαση από την πλευρά του Εναγομένου, ήταν η αιτία της ζημιάς του. Η αιτιώδης συνάφεια, είναι θέμα πραγματικό το οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί κατά τη δίκη.[19] Υποδεικνύεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν εξαιρείται, λόγω της ιδιότητάς της, από οποιαδήποτε ευθύνη η οποία εδράζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σία Λτδ κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2015)1 ΑΑΔ 1593: «Στο σύγγραμμα «Street on Torts» 11η έκδ. σελ. 200 κ.ε., αναφέρεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να εξαιρεί τις δημόσιες αρχές από οποιαδήποτε ευθύνη λόγω αμέλειας, απλώς και μόνο διότι είναι δημόσιες και όχι ιδιωτικές αρχές ή σώματα, (Mersey Docks and Harbour Board Trustees v. Gibbs
(1866)LR 1 HL 93). Δεν υπάρχει με άλλα λόγια ασυλία εναντίον των δημοσίων αρχών ή του κράτους. Τα κριτήρια επιβολής καθήκοντος αμέλειας είναι τα ίδια όπως και στην περίπτωση των ιδιωτών. Στην υπόθεση Home Office v. Dorset Yacht Co Ltd
(1970)AC 1004, HL, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αναφέρθηκε στο ότι η πιθανότητα της ζημιάς πρέπει να είναι εύλογα προβλεπτή. Όπου υπάρχει διακριτική ευχέρεια από το δημόσιο όργανο, ευχέρεια που δυνατόν να ασκείται καλόπιστα, αλλά κατά λανθασμένο τρόπο, δεν δημιουργεί κατ' ανάγκη δικαίωμα σε αποζημίωση. Στην υπόθεση Anns v Merton London Borough Council
(1978)AC 728, HL, λέχθηκε ότι εκεί όπου η άσκηση νομίμου δημοσίου καθήκοντως απορρέει από μια ευρεία άσκηση πολιτικής απόφασης, η εναπόθεση στοιχείου αμέλειας κατά το αστικό δίκαιο δεν επαφίεται κατά κανόνα στα πολιτικά Δικαστήρια. Όμως, τέτοιο καθήκον επιμέλειας μπορεί να εναποτεθεί στο στάδιο της εφαρμογής της πολιτικής αυτής του κράτους, («operational sphere»)». Χρήσιμα είναι τα όσα αναλύονται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Η αμέλεια στο Κυπριακό Δίκαιο» (σελ. 109 - 111), από το οποίο παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Είναι φυσικό ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο στην περίπτωση των δημοσίων αρχών (και ιδιαίτερα ορισμένων εξ αυτών) όπως στην περίπτωση ιδιωτών ή νομικών προσώπων που δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Είναι φανερό ότι οι δημόσιες αρχές διεκπεραιώνουν δημόσια καθήκοντα και ότι έχουν ευρύτερες ευθύνες από ότι φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Η έγερση αγωγών για αμέλεια, χωρίς περιορισμό, στην περίπτωση δημοσίων αρχών θα επενεργούσε αρνητικά στην εκτέλεση των δημοσίων καθηκόντων τους και είναι γι' αυτό που, ως θέμα αρχής, το κοινοδίκαιο έχει διαμορφώσει εξειδικευμένους κανόνες και προσεγγίσεις για αντιμετώπιση του θέματος της ευθύνης των δημοσίων αρχών. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα δύσκολο, διότι αφενός οι δημόσιες αρχές δεν μπορούν ουσιαστικά να μην οφείλουν οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας σε σχέση με τις δραστηριότητές τους αλλά αφετέρου το νομικό σύστημα πρέπει να αντιμετωπίσει τις εν λόγω αρχές με προσοχή και περίσκεψη, έχοντας κατά νουν ότι το πρωταρχικό τους καθήκον και η κύρια τους ευθύνη οφείλονται στην πολιτεία και στο κοινωνικό σύνολο και όχι σε κάθε πολίτη χωριστά. Συνοπτικά, παρόλο που το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί εξαντλητικά στην παρούσα Μελέτη, μπορούν να διατυπωθούν τρεις βασικές αρχές για την ενδεχόμενη ευθύνη δημοσίων αρχών για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Πρώτον, το ότι κάποια δημόσια αρχή, που έχει ως καθήκον τη διεκπεραίωση ορισμένων αρμοδιοτήτων, αμελήσει να πράξει τούτο, με αποτέλεσμα να παραβιάζει τη θεσμική της υποχρέωση, τούτο από μόνο του δεν δημιουργεί αστικό αγώγιμο δικαίωμα ιδιαίτερα για αμέλεια προς όφελος προσώπων που έχουν υποστεί βλάβη ως αποτέλεσμα της εν λόγω θεσμικής παράλειψης. Είναι απόλυτα δυνατό να υπάρξει παράβαση της νομοθεσίας που διέπει κάποια δημόσια αρχή, και να προκληθεί ζημιά σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά τα πρόσωπα αυτά να μην αποκτήσουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της δημόσιας αρχής. Με άλλα λόγια, παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος δεν οδηγεί από μόνη της σε δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος για αστική αμέλεια. Δεύτερον, η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχει παράλειψη (omission) εκ μέρους της δημόσιας αρχής στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Εάν δηλαδή κάποια δημόσια αρχή παραλείψει να εκτελέσει ή να διεκπεραιώσει τις θεσμικές της υποχρεώσεις κατά κανόνα η εν λόγω παράλειψη δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα για αστική αμέλεια υπέρ των ζημιωθέντων προσώπων. Τρίτον, εκεί όμως όπου κάποια δημόσια αρχή ενεργήσει λανθασμένα και ως αποτέλεσμα των θετικών της ενεργειών προκαλέσει βλάβη ή ζημιά σε κάποιο πρόσωπο, τότε δεν αποκλείεται κάποιο ζημιωθέν πρόσωπο να αποκτήσει αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια εναντίον της εν λόγω δημόσιας αρχής, νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Caparo, δηλαδή η προβλεψιμότητα, η εγγύτητα και το δημόσιο συμφέρον». Ιδιαίτερα διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τα όσα λέχθησαν από τον Λόρδο Δ. Steyn, μέσα στο πλαίσιο της Gorringe ν Calderdale [2004] 1 W.L.R. 1057: «There are, however, a few remarks that I would wish to make about negligence and statutory duties and powers. This is a subject of great complexity and very much an evolving area of the law. No single decision is capable of providing a comprehensive analysis. It is a subject on which an intense focus on the particular facts and on the particular statutory background, seen in the context of the contours of our social welfare state, is necessary. On the one hand the courts must not contribute to the creation of a society bent on litigation, which is premised on the illusion that for every misfortune there is a remedy. On the other hand, there are cases where the courts must recognise on principled grounds the compelling demands of corrective justice or what has been called 'the rule of public policy which has first claim on the loyalty of the law; that wrongs should be remedied': M (A Minor) v. Newham London Borough Council and X (Minors) v. Bedfordshire County Council [1995] 2 A.C. 633, at 663, per Sir Thomas Bingham MR. Sometimes cases may not obviously fall in one category or the other. Truly difficult cases arise». Επανερχόμενη στα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης, για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν θεωρώ ότι η παρούσα αγωγή μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Εν πρώτοις, σημειώνεται πως δεν προσδιορίστηκε στην Έκθεση Απαίτησης το καθήκον που το κράτος όφειλε προς την ενάγουσα. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης, σχετίζονται με την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του κράτους για μακροοικονομική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος και την ορθή αξιολόγηση των κινδύνων, την παράλειψη για σωστή και αποτελεσματική συνεργασία με τους υπόλοιπους κρατικούς φορείς για την προστασία της οικονομίας και την παράλειψη να λάβει εγκαίρως μέτρα προς αποφυγή της χρεοκοπίας και/ή της καταστροφής της εναγομένης
  1. Σε σχέση δε με την κατ' ισχυρισμό παραβίαση του δικαιώματος της ενάγουσας στην ιδιοκτησία, δεν υπάρχει κανένας σχετικός δικογραφημένος ισχυρισμός. Υπενθυμίζεται, ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου και η μαρτυρία, στηρίζεται και καθορίζεται από αυτά.[20] Έστω και αν για ορισμένα μη δικογραφημένα ζητήματα δοθεί μαρτυρία χωρίς την προβολή ένστασης από την άλλη πλευρά, τέτοια μαρτυρία δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.[21] Αναφορικά δε με τα εγειρόμενα ζητήματα περί παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, αυτά πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς στα δικόγραφα προκειμένου να είναι δυνατή η εξέτασή τους από το Δικαστήριο.[22] Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει εξειδικευτεί στην έκθεση απαίτησης ποιο ήταν το καθήκον της εναγομένης 3 έναντι της ενάγουσας, ούτε δικογραφούνται λεπτομέρειες σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματός της στην ιδιοκτησία. Εγείρεται μόνον ένας λακωνικός διαζευκτικός ισχυρισμός περί παράλειψης προστασίας της ενάγουσας, αναφορικά με τον οποίο ουδεμία σχετική μαρτυρία προσκομίστηκε. Σε ότι δε αφορά στην θέση ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα δυνάμει της ΚΔΠ 104/2013 να προβεί σε μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1, καθότι τέτοια εξουσία δεν της παρέχετο από τον Ν. 17(Ι)/2013, ενώ σε τέτοια περίπτωση, τούτο θα παραβίαζε το αρ. 23 του Συντάγματος, το ζήτημα αυτό εγείρεται για πρώτη φορά μέσα στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της ενάγουσας. Υπενθυμίζεται, ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων δεν συνιστούν μαρτυρία.[23] Ως εκ των άνω, τα ζητήματα που ηγέρθησαν εκφεύγουν των δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας και δεν μπορούν να εξεταστούν. Ανεξάρτητα από την ανωτέρω κατάληξη του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, προχωρώ σε εξέταση των εγειρόμενων ζητημάτων επί της ουσίας των. Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του κατά πόσο η εναγόμενη 3 υπήρξε αμελής έναντι της ενάγουσας, ως οι πρόνοιες του αρ. 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας. Λαμβανομένης υπόψη της αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας και της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΕ1, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία, από την οποία να μπορεί να στοιχειοθετηθεί ή να εξαχθεί εύρημα οποιασδήποτε ευθύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας και/ή άλλως πως. Επιπρόσθετα, καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με την οποία να υποστηρίζεται και να τεκμηριώνεται επαρκώς και ικανοποιητικώς, ότι εάν η εναγόμενη 1 τίθετο υπό εκκαθάριση, η ενάγουσα θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία βρέθηκε ενόψει της λήψης των μέτρων εξυγίανσης, λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν. 17(Ι)/
  2. Ως έχει μάλιστα επισημανθεί πιο πάνω, η θέση του ΜΕ1 επί τούτου ήταν γενική και αόριστη. Ομοίως, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία με την οποία να τεκμηριώνεται η θέση η οποία προβάλλεται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας, ότι κακώς η Κεντρική Τράπεζα απέσπασε 16 δισεκατομμύρια ευρώ από το ενεργητικό της εναγομένης 1 και τα παραχώρησε στην εναγομένη 2, τα οποία έπρεπε να παραμείνουν στο ενεργητικό της εναγομένης 1 και να κατανεμηθούν ισομερώς στους πιστωτές της. Υπενθυμίζεται, ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εγειρόμενων ζητημάτων με βάση την μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιόν του και όχι εικάζοντας.[24] Από την άλλη, έχω αποδεχθεί στην ολότητά της την μαρτυρία του ΜΥ, ο οποίος αφού αναφέρεται στα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην συνομολόγηση της συμφωνίας της 26/04/2013, καταλήγει ότι τα μέτρα που λήφθηκαν προς διάσωση της κυπριακής οικονομίας ήταν απολύτως απαραίτητα και αναπόφευκτα, η δε άφεση των εναγομένων 1 και 2 να καταρρεύσουν, θα επέφερε δυσμενέστερα αποτελέσματα για όλους τους εμπλεκομένους. Αξίζει δε υπόμνησης το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία στην Υπεράσπισή της αγνοεί το κατά πόσο η ενάγουσα ήταν καταθέτης της εναγομένης 1, προσθέτοντας ότι δεν έχει οποιαδήποτε γνώση είτε των συμφωνιών που η ενάγουσα ελευθέρα συνήψε με την εναγόμενη 1, είτε της πρακτικής που ακολουθείτο κατά την εκτέλεση αυτών. Εντούτοις, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς ενάγουσας, η οποία έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης, αναφορικά με τις επίδικες καταθέσεις και δη τις απομειωθείσες καταθέσεις. Ως προς την θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία φέρει την ευθύνη για τις κατ' ισχυρισμό αμελείς πράξεις και/ή παραλείψεις της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δυνάμει του αρ. 172 του Συντάγματος, με κάθε σεβασμό, θα διαφωνήσω. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013), ο οποίος ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, αρχή εξυγίανσης είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, οι αποκλειστικές εξουσίες της οποίας καθορίζονται στο άρθρο 5 του Ν. 17(Ι)/
  3. Σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 8 του Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου του 2002, ως έχει τροποποιηθεί, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και όργανά της είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρ. 7 του Ν. 138(Ι)/2002: «Ανεξαρτησία της Τράπεζας. Η Τράπεζα και τα μέλη των οργάνων της, δε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από κοινοτικά όργανα ή οργανισμούς, την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ή οποιαδήποτε κυβέρνηση άλλου κράτους μέλους ή οποιοδήποτε άλλο οργανισμό κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους δυνάμει του παρόντος Νόμου». Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος, ο οποίος διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με βάση το Άρθρο 118 του Συντάγματος και το άρθρο 18 του Νόμου 138(Ι)/2002 και οι εξουσίες και αρμοδιότητές του καθορίζονται από το αρ. 119 του Συντάγματος και το αρ. 20 του Ν. 138(Ι)/
  4. Σε σχέση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου, Ν. 73(Ι)/2009, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και σε αυτήν ανατίθεται η γενική εποπτεία της κεφαλαιαγοράς και των συναλλαγών που καταρτίζονται στη Δημοκρατία και το εξωτερικό. Πρόκειται για ανεξάρτητο θεσμικό όργανο το οποίο επίσης δεν τυγχάνει εποπτείας από την Δημοκρατία και έχει μάλιστα αρμοδιότητα εξέτασης και εκδίκασης κατ' ισχυρισμό παραβάσεων των προνοιών της οικείας νομοθεσίας.[25] Κατ' αναλογία παραπέμπω στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ ημερ. 4.3.2014, Grande Stevens v. Italy, Αίτηση με αρ. 18640/10, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «.The Court reiterates that the CONSOB, an independent administrative body, has the task of protecting investors and ensuring the effectiveness, transparency and development of the stock markets (see paragraph 9 above).» (Η υπογράμμιση και η έμφαση έγιναν από το Δικαστήριο). Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος της ενάγουσας στην ιδιοκτησία, θεωρώ ότι διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δ.Ε.Ε. ημερ. 20.9.2016 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-8/15 P - C-10/15 P, Ledra Advertising Ltd κ.α. v. Ευρωπαϊκής Επιτροπής: «
  5. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο κατοχυρώνεται από την εν λόγω διάταξη του Χάρτη δεν συνιστά απόλυτο προνόμιο και ότι η άσκησή του μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς που δικαιολογούνται από σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση (βλ. αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2011, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, C‑548/09 P, EU:C:2011:735, σκέψη 113, και της 12ης Μαΐου 2016, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου, C‑358/15 P, EU:C:2016:338, σκέψη 55).
  6. Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε επιδιωκομένους σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση θίγουσα την ίδια την υπόσταση του ως άνω κατοχυρωμένου δικαιώματος (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2011, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, C‑548/09 P, EU:C:2011:735, σκέψη 114, και της 12ης Μαΐου 2016, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου, C‑358/15 P, EU:C:2016:338, σκέψη 56).
  7. Συναφώς, επισημαίνεται ότι από το άρθρο 12 της Συνθήκης για τον ΕΜΣ προκύπτει ότι η υπογραφή μνημονίου κατανόησης, όπως αυτό το οποίο προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυπριακών αρχών και, μεταξύ άλλων, της Επιτροπής, ανταποκρίνεται σε σκοπό γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση, ήτοι στη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της.
  8. Πράγματι, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην οικονομία της Ένωσης. Οι τράπεζες και τα πιστωτικά ιδρύματα συνιστούν βασική πηγή χρηματοδοτήσεως για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις διάφορες αγορές. Επιπλέον, συχνά οι τράπεζες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους και αρκετές εξ αυτών λειτουργούν σε διεθνές επίπεδο. Για τον λόγο αυτό η αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεων μίας ή περισσοτέρων τραπεζών ενέχει τον κίνδυνο ταχύτατης εξαπλώσεως στις λοιπές τράπεζες, είτε στο οικείο κράτος μέλος είτε σε άλλα κράτη μέλη. Αυτό ενέχει, συνακόλουθα, τον κίνδυνο αρνητικών δευτερογενών επιπτώσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας (απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ., C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψη 50).
  9. Εν προκειμένω, τα μέτρα που προσδιορίζονται στα επίμαχα σημεία προβλέπουν, μεταξύ άλλων, την ανάληψη από τη Bank of Cyprus των ασφαλισμένων καταθέσεων της Cyprus Popular Bank, τη μετατροπή 37,5 % των ανασφάλιστων καταθέσεων της Bank of Cyprus σε μετοχές με πλήρη δικαιώματα ψήφου και δικαιώματα σε μέρισμα, καθώς και το προσωρινό πάγωμα μέρους των υπόλοιπων ανασφάλιστων καταθέσεων, με τη διευκρίνιση ότι, σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί ότι η Bank of Cyprus είναι υπερκεφαλαιοποιημένη σε σχέση με τον στόχο 9 % στα κύρια βασικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 1 (Core Tier 1) σε έλεγχο αντοχής, θα αναληφθεί διαδικασία αντιστροφής μετοχών για αποπληρωμή στους καταθέτες του ποσού της υπερκεφαλαιοποίησης.
  10. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της διασφαλίσεως της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ και του άμεσου κινδύνου οικονομικής ζημίας τον οποίο θα διέτρεχαν οι καταθέτες των οικείων δύο τραπεζών σε περίπτωση πτωχεύσεως αυτών, τα εν λόγω μέτρα δεν συνιστούν υπέρμετρη και απαράδεκτη παρέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως αδικαιολόγητοι περιορισμοί του εν λόγω δικαιώματος (βλ., κατ' αναλογίαν, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, Booker Aquaculture και Hydro Seafood, C‑20/00 και C‑64/00, EU:C:2003:397, σκέψεις 79 έως 86)». (Η έμφαση έγινε από το Δικαστήριο). ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στη βάση όλων των ανωτέρω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της εναγομένης 3 στον απαιτούμενο βαθμό. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 3 και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. (Υπ). ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Emergency Liquidity Assistance (σε ελεύθερη μετάφραση: Έκτακτη Παροχή Ρευστότητας). [3] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [5] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [8] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [9] Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ.746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). [10] Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984. [11] Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 110). [12] Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825. [13] Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2016), Β' Έκδοση, σελ. 580 - 584. [14] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779. [15] Μάριος Βαττής ν. Χριστούλλα Αυξεντίου κ.ά.
(2016)1 Α.Α.Δ. 2289. [16] Γιάλλουρου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1635. [17] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [18] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [19] Μακρίδης ν Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447 & Ξενοφώντος ν KN Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α.
(2016)1 ΑΑΔ 2786. [20] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [21] Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. [22] Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. αρ. 429/2011 ημερ. 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A444, Κυπριακή Δημοκρατία v. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, Οικονόμου v. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α.Α.Δ. 676. [23] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(1996)4 ΑΑΔ 1594. [24] Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. [25] Βλ. Μυροφόρα (Μιράντα) Παπαγεωργίου ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, υποθ. υπ' αρ. 585/2007 ημερ. 9.6.2020, όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη εξουσία να επιβάλλει διοικητική κύρωση για διοικητική παράβαση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.