← Κύπρος

Νίκος Νικολάου κ.α. ν. KIPAI Interior Design Ltd, Αγωγής: 236/2013, 25/9/2023

Νίκος Νικολάου κ.α. ν. KIPAI Interior Design Ltd, Αγωγής: 236/2013, 25/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα εξόδων: €2.000 - €10.000 Αρ. Αγωγής: 236/2013 Μεταξύ:

  1. Νίκος Νικολάου
  2. Δώρα Νικολάου Αιτητές και KIPAI Interior Design Ltd Καθ' ων η αίτηση και Alpha Bank Cyprus Ltd Μεσεγγυούχοι Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Ν. Νικολάου για Ν. Γ. Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Λάμπρου για Ανδρέου, Χατζη Χριστοφής Δ.Ε.Π.Ε. Για Μεσεγγυούχο: καμία εμφάνιση ___________________________________________________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερομηνίας 28.7.2023 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης) ___________________________________________________________________________ Αντικείμενο της παρούσας είναι η Αίτηση ημερ. 28.7.2023 με την οποία οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν την έκδοση διαταγμάτων δια των οποίων να αναστέλλεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 28.6.2023 μέχρι την τελική εκδίκαση της Έφεσης που εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, τόσο σε σχέση με την απόφαση ημερ. 28.6.2013, όσο και σε σχέση με την απόφαση ημερ. 17.9.
  3. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ. 35, Θ. 18 και 19, Δ. 40, Θ. 7 και 11, Δ. 48, Θ. 1, 2, 8 και 9 και Δ. 64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, επί των αρχών του Κοινοδικαίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρικτικά παρατίθενται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, την 17.9.2021 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας, εναντίον της οποίας καταχωρίστηκε από τους εναγομένους η έφεση υπ' αρ. 314/
  4. Την 28.6.2023 εκδόθηκε δικαστική απόφαση δια της οποίας η μεσεγγυούχος Τράπεζα διατάχθηκε όπως πληρώσει στην ενάγουσα το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος πλέον ΦΠΑ, καθώς επίσης και τα έξοδα της διαδικασίας πλέον ΦΠΑ. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν έφεση εναντίον της απόφασης ημερ. 28.6.2023, η οποία επίσης εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην ένορκη του δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ο ομνύων εκδηλώνει την πεποίθηση ότι οι αναφερθείσες εφέσεις έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και θα ήταν συνεπώς άδικο το να εκτελεστεί ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, εφόσον σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, εάν η απόφαση ημερ. 28.6.2023 δεν ανασταλεί, θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των εναγομένων διότι η μεσεγγυούχος Τράπεζα θα έχει καταβάλει ένα υψηλό χρηματικό ποσό στην ενάγουσα, το οποίο θα είναι αμφίβολο ότι θα μπορέσουν να διεκδικήσουν. Η πληρωμή του εν λόγω ποσού, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, θα καθιστούσε την εκδίκαση της έφεσης άνευ αντικειμένου. Από την άλλη, καμία ζημιά δεν θα υποστεί η ενάγουσα, εφόσον σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης, η απόφαση ημερ. 28.6.2023 θα ενεργοποιηθεί. Παρόλο που αρχικώς η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, αφού το Δικαστήριο διήλθε της Αίτησης, διέταξε την επίδοσή της στην άλλη πλευρά. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι το αίτημα του κ. Νικολάου για έκδοση διατάγματος αναστολής σε σχέση με τους μεσεγγυούχους απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 8.8.
  5. Ακολούθησε η καταχώριση της ένστασης της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, η οποία ερείδεται επί συνολικά 11 λόγων έφεσης. Συνοπτικά αποδιδόμενοι, οι λόγοι ένστασης θέτουν υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, το κατά πόσο η νομική βάση της Αίτησης είναι ορθή, την πληρότητα της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την Αίτηση και το αληθές των ισχυρισμών που μέσω αυτής προβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου, την αποκάλυψη εύλογου ή επαρκούς λόγου ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, καθώς επίσης την παράθεση επαρκών λεπτομερειών προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι η εκκρεμούσα έφεση έχει πιθανότητες επιτυχίας. Περαιτέρω, στους λόγους ένστασης προβάλλεται ότι με βεβαιότητα μπορεί να γίνει πρόβλεψη αποτυχίας της εκκρεμούσας έφεσης και το Δικαστήριο να ασκήσει αναλόγως την διακριτική του ευχέρεια, ότι η έφεση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά, ότι η έφεση δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου και τέλος, ότι η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ζημιά σε περίπτωση αναστολής της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και θα παρεμποδιστεί από το να απολαύσει το αποτέλεσμα της επιτυχίας της. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, αρ. 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ. 35 Θ. 8, 18, Δ. 40 Θ. 1, 9, 11, Δ. 48 Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στο αρ. 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο αρ. 30 του Συντάγματος, στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, στη σχετική νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την ένσταση, ως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν, την 17.9.2021 εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1, της οποίας ουδέποτε ζητήθηκε η αναστολή της εκτέλεσης. Την 10.12.2021 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Αποτελεί ισχυρισμό της ομνύουσας, ότι η παρούσα Αίτηση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά και με σκοπό να καθυστερήσει την διαδικασία, αλλά και να εμποδίσει την ενάγουσα από το να απολαύσει τα δικαιώματά της, ως αυτά πηγάζουν από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 17.9.
  6. Η ενόρκως δηλούσα, μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης και επιπλέον ισχυρίζεται ότι η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλει, ούτε αναιρεί, την πρωτόδικη απόφαση, η οποία διατηρεί τον τελεσίδικο χαρακτήρα της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης, συνεχίζει η ομνύουσα, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων: αφενός μεν την διασφάλιση του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον επιτυχόντα διάδικο των καρπών της επιτυχίας του, αφετέρου δε, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν να συνηγορήσουν υπέρ της έγκρισης του αιτήματος και δεν προκύπτει το πως θα επηρεαστούν με ανεπανόρθωτο τρόπο τα δικαιώματα των αιτητών ή το πως η έφεσή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου, εν αντιθέσει με την καθ' ης η αίτηση η οποία θα εμποδιστεί να απολαύσει το αποτέλεσμα των αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ της. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά το ακροαματικό στάδιο της Αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των μερών περιορίστηκαν στην καταχώρηση των εμπεριστατωμένων τους γραπτών αγορεύσεων. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[1] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Την δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης εκκρεμούσης έφεσης παρέχει η Δ. 35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία αμφότερα τα μέρη παραπέμπουν και η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  7. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». Οι αρχές που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:[2] (α) Η απόφαση για αναστολή συνιστά εξαιρετικό μέτρο και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας γίνεται μέσα στο πλαίσιο της Διαταγής 35 Θ. 18 και σε συνάρτηση με τα περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης, ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. (γ) Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης. (δ) Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δυο σημαντικούς παράγοντες, ήτοι τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της απόφασης από την άλλη. Με άλλα λόγια, απαιτείται η εξισορρόπηση αφενός μεν της φυσιολογικής προσδοκίας του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στον δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε, αφετέρου δε της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. (ε) Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όταν μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγων αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Υπό το φως των ανωτέρω αρχών, στρεφόμενη στις περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης, καταλήγω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Καταρχάς, ουδεμία αναφορά γίνεται στο περιεχόμενο της έφεσης και στα προσβαλλόμενα σημεία των πρωτόδικων αποφάσεων που έχουν εφεσιβληθεί. Ό,τι παρουσιάζεται μέσω της Αίτησης είναι μια απλή αναφορά στην καταχώρηση έφεσης, η οποία ωστόσο επισημαίνω ότι είναι οριακής σημασίας σύμφωνα με τη νομολογία. Μοναδικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίζεται η αίτηση, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης και επιτυχίας της έφεσης, θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των αιτητών και θα καταστεί η έφεσή τους άνευ αντικειμένου. Σημεία τα οποία ωστόσο δεν στηρίζονται από οιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα που να τα στοιχειοθετούν, αφήνοντας μετέωρους τους ισχυρισμούς αυτούς. Υπενθυμίζεται ότι το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του και της πλήρωσης των προϋποθέσεων για παροχή αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης, φέρει ο αιτούμενος την αναστολή. Περαιτέρω, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, με την οποία να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο τυχόν ανατροπή των εφεσιβληθεισών αποφάσεων δεν θα μπορεί ουσιαστικά να επανορθώσει την κατάσταση που θα δημιουργηθεί, σε περίπτωση που η απόφαση ημερ. 28.6.2023 εκτελεστεί. Άλλωστε, η εν λόγω απόφαση αφορά σε εκτέλεση της απόφασης ημερ. 17.9.2021, η οποία από την έκδοσή της παραμένει ανεκτέλεστη, παρόλο που αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του.[3] Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ή έστω ισχυρισμός αναφορικά με την φερεγγυότητα ή μη της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, έτσι ώστε να διαφανεί ότι σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης, δεν θα μπορεί να ανατραπεί η εκτέλεσή της. Ούτε και έχει συναφώς προσκομιστεί από πλευράς αιτητών οιαδήποτε μαρτυρία, ώστε να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχει κίνδυνος να απολέσουν το δικαίωμα έφεσής τους, απλώς και μόνο επικαλούμενοι την καταχώρισή της. Υπενθυμίζεται, ότι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι άμεσα συνυφασμένη με το κύρος της δικαστικής εξουσίας και η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητά της.[4] Ως εκ τούτου, μέσα στο πλαίσιο της εξισορρόπησης των καθιερωμένων παραγόντων, ως η νομολογία απαιτεί, η αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης απαιτεί την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων και την απόδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης, τα οποία εν προκειμένω, ουδόλως έχουν καταδειχθεί.[5] Έχοντας λοιπόν σταθμίσει όλους τους παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις η περίπτωση προσφέρεται έτσι ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα, ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.).......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, Ιερωνυμίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)4(Γ) Α.Α.Δ. 2321, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Τhe Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, Βογιαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέως
(1997)1 A.A.Δ. 591. [3] Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978 . [4] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Μ. Κωνσταντίνου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1034 & Ανδρέας Κώστα Κωνσταντίνου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. Ε43/2016 ημερ. 14.6.2023. [5] Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου
(2016)1 ΑΑΔ 772. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.