GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. Poliependitiki Provou Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 599/2017, 15/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 599/2017 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόντων -και-
- Poliependitiki Provou Ltd
- Παναγιώτη Γέριμου Ανδρέα
- Μαρία Χατζηζαχαρία
- Κωστάκη Νούρου Παντελή Εναγομένων Αίτηση του Εναγόμενου 2 ημερομηνίας 15.5.2023 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Ο Εναγόμενος 2 - Αιτήτης εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα. Γ. Στυλιανού Για Εναγόμενη 1 και 4 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Κεφάλας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 3.11.2017, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1-4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα διάφορα ποσά ως χρεωστικά υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών και/ή δυνάμει εγγράφων εγγυήσεως. Στις 16.11.2017 οι Εναγόμενοι 1 έως 4 καταχώρισαν αρχικώς σημείωμα εμφάνισης διά δικηγόρου και ακολούθως καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση στις 9.2.
- Σημειώνεται πως στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση οι Εναγόμενοι 1 έως 4 προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών είναι παράνομοι και/ή καταπιεστικοί και/ή καταχρηστικοί και/ή υπέρμετρα ετεροβαρείς, ότι οι Ενάγοντες κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή με βάση τις αρχές της επιείκειας να εγείρουν την αγωγή, καθώς επίσης ότι τα αξιούμενα ποσά είναι διογκωμένα και περιλαμβάνουν παράνομους ανατοκισμούς και/ή παράνομες και αντισυμβατικές υπερχρεώσεις. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 έως 4 ισχυρίζονται ότι οι κατ' ισχυρισμό εγγυήσεις και/ή τα εγγυητήρια έγγραφα που υπέγραψαν είναι άκυρα και/ή ανεφάρμοστα αφού καταρτίστηκαν και/ή δόθηκαν προς εξασφάλιση παράνομης και/ή παράτυπης συμφωνίας. Περαιτέρω, πως η εγγύηση που είχε δοθεί είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν την παράταση της ισχύος της συμφωνίας τους με τους Εναγόμενους 1 χωρίς τη συγκατάθεσή τους και/ή πως παρέλειψαν και παραλείπουν μέχρι σήμερα να λάβουν μέτρα και/ή να προχωρήσουν με εκποίηση της υποθήκης που ενεγράφη προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων
- Διαζευκτικά προς όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες εγγύησης και/ή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις δόθηκαν είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες γιατί καταρτίστηκαν και εξασφαλίστηκαν από τους Ενάγοντες κατόπιν εξαναγκασμού και/ή παράνομης επιρροής και/ή ψευδών παραστάσεων από τους Ενάγοντες και/ή τους αντιπρόσωπους αυτών (σχετικές λεπτομέρειες δίδονται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Τέλος, σημειώνεται πως με την Ανταπαίτησή τους, οι Εναγόμενοι ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου και/ή παραχώρησης ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή οι συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες, ενώ διαζευκτικά αξιώνουν διάταγμα απαλλαγής των Εναγομένων 2, 3 και
- Κατόπιν ορισμού της υπόθεσης σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση, στις 12.1.2023 η συνήγορος των Εναγομένων αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση των Εναγομένων 1, 2 και
- Ακολούθως, και ενόψει τούτου, ο Εναγόμενος 2 ζήτησε χρόνο προκειμένου να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Τέτοια αίτηση καταχωρήθηκε στις 31.3.2023, η οποία, ωστόσο, απορρίφθηκε στις 9.5.2023 λόγω μη προώθησης ενόψει της απουσίας του Αιτητή κατά την ημερομηνία που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Στις 15.5.2023 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει «την τροποποίηση και προσθήκη της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από αυτόν στις 15/05/2023, διά της τροποποίησης και προσθήκης υπεράσπισης και ανταπαίτησης». Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς επίσης στο άρθρο 30 του Συντάγματος, το δίκαιο της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Θα πρέπει εξαρχής να σημειωθεί πως στην αίτηση περιλαμβάνονται τα εξής: - Εν πρώτοις, στην αίτηση γίνεται αναφορά στους συγκεκριμένους «λόγους υποβολής της αίτησης για τροποποίηση και/ή προσθήκη και/ή συμπλήρωση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 2», - Παρατίθεται το κείμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που είχε καταχωρισθεί εκ μέρους των Εναγομένων 1 εως 4, - Παρατίθεται κείμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που επιχειρείται να καταχωρηθεί. - Τέλος, ακολουθεί κείμενο με τίτλο «Υπεύθυνη Δήλωση» την οποία υπογράφει ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής, όπου αναφέρεται ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που είχε καταχωρισθεί εκ μέρους των Εναγομένων 1 έως 4, είχε ετοιμαστεί από τη δικηγόρο που τότε τον εκπροσωπούσε, και πως ζητά να του επιτραπεί να καταχωρίσει νέα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση που θα αφορά, πλέον, τον ίδιο προσωπικά. Ως αναφέρει, η καταχωριθείσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση περιλαμβάνει λάθη και/ή ελλείψεις, ενώ, όπως, επίσης, ισχυρίζεται, τα απαιτούμενα ποσά περιλαμβάνουν χρεώσεις και τόκους, οι οποίοι είναι αντινομικοί, παράνομοι και αυθαίρετοι και για τους οποίους δεν έχουν δοθεί επαρκή και απτά στοιχεία, προς τεκμηρίωση τους. Τέλος, στη δήλωση αναφέρεται πως ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε με τους Ενάγοντες ζητώντας στοιχεία και/ή τυχόν διευθέτηση της υπόθεσης, πλην, όμως, οι τελευταίοι, με τρόπο εκβιαστικό και παράνομο ζήτησαν διευθέτηση όλων των δανείων και εγγυήσεων που τον αφορούσαν. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην οποία προβάλλουν διάφορους λόγους ένστασης που μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: 1) Η αίτηση είναι εξ υπαρχής άκυρη, παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. 2) Η αίτηση έχει καταχωρισθεί με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε σοβαρή εξήγηση αναφορικά με την καταχώρησή της στο παρόν στάδιο. 3) Στην αίτησή του ο Εναγόμενος 2 δεν αναφέρει τις παραγράφους του δικόγραφου που επιθυμεί να τροποποιήσει και ουσιαστικά επιδιώκει την καταχώριση ενός νέου δικόγραφου Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. 4) Ενώ με την αίτησή του ο Εναγόμενος 2 επιδιώκει την καταχώριση ξεχωριστής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφορικά με τον ίδιο, στο προτιθέμενο δικόγραφό του κάνει αναφορά στα πρόσωπα όλων των Εναγομένων. 5) Δεν έχουν αποκαλυφθεί επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή τη χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, η οποία μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση και/ή τον εκτροχιασμό της διαδικασίας. 7) Τα όσα προβάλλει ο Εναγόμενος 2 προς υποστήριξη της αίτησης δεν δικαιολογούν την έγκριση του αιτήματος. Αντιθέτως, σε μια τέτοια περίπτωση οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν βλάβη, η οποία σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν θα είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής προώθησε την αίτησή του υποστηρίζοντας πως αν και αυτή δεν έχει συνταχθεί προς πλήρη και αυστηρή συμμόρφωση με τα όσα οι διαδικαστικοί κανονισμοί επιβάλλουν, εντούτοις, στη βάση των λόγων που παραθέτει στην αίτηση και προς το σκοπό παροχής σε αυτόν της δυνατότητας να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις θέσεις του, ζήτησε όπως του παρασχεθεί η αιτούμενη άδεια τροποποίησης. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Στυλιανού, η οποία, υιοθετώντας τους λόγους ένστασης, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Ειδικότερα, η συνήγορος υπέδειξε στο Δικαστήριο την καθυστέρηση, η οποία παρατηρείται στην καταχώριση της αίτησης, και πως ουδεμία δικαιολογία ροβάλλεται ως προς τούτη, καθώς επίσης πως στο δικόγραφο που επιχειρείται να κατατεθεί, εισάγονται νέες βάσεις υπεράσπισης και ανταπαίτησης κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Από την πλευρά του ο συνήγορος των Εναγομένων 1 και 4 ανέφερε πως αφήνει το όλο θέμα στην κρίση του Δικαστηρίου. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 3.11.2017 και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 όπως αυτή ίσχυε κατά την έκδοση του Διαδικαστικού Κανονισμού 2/
- Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1
(3), μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, ως προνοείται από τη Δ.30, καμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Εξετάζοντας την αίτηση του Εναγόμενου 2 είναι φανερό πως αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Σημειώνεται εξ αρχής πως η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και τούτο παρά τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48 Θ. 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επισημαίνεται πως στην εν λόγω διάταξη περιλαμβάνεται η φράση «shall be accompanied by an affidavit», ώστε να καθίσταται επιβεβλημένη η καταχώρηση ένορκης δήλωσης όπου να αναφέρονται τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση. Παρόλα αυτά, στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με την εν λόγω διάταξη και περιορίστηκε να συμπεριλάβει στην αίτηση του «Υπεύθυνη Δήλωση». Η εν λόγω δήλωση, όμως, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένορκη δήλωση, ως προβλέπεται στη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ειδικότερα στην απουσία jurat από τη δήλωση κατά παράβαση των προνοιών της Δ.39 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με τούτο ως δεδομένο, στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του μόνο τα γεγονότα που προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825). Σαφώς από τον φάκελο της διαδικασίας δεν προκύπτουν γεγονότα που να μπορούν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη λάθους, πόσω μάλλον καλόπιστου, κατά τη σύνταξη της καταχωριθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Ούτε, βέβαια, την ύπαρξη νέων δεδομένων, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν επικαλείται ο Αιτητής με οποιοδήποτε τρόπο, όπως ούτε και κατά την αγόρευση του. Επομένως, καθίσταται σαφές πως ο Αιτητής, με τη διαδικασία που προώθησε, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε γεγονότα που να δικαιολογούν την έγκριση του αιτήματος του. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική ακόμα και εάν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα όσα τυγχάνουν αναφοράς στην «Υπεύθυνη Δήλωση» του Εναγόμενου
- Και τούτο γιατί το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης δεν αποκαλύπτει κάποιο συγκεκριμένο λόγο ως προς την μη συμπερίληψη των ισχυρισμών αυτών στην ήδη καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και δη λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος με βάση της Δ.
- Σε αυτή (τη δήλωση) γίνεται, μόνο, μια γενική αναφορά σε «λάθη και/ή ελλείψεις». Κάτι τέτοιο, όμως, ήταν επιβεβλημένο όχι μόνο λόγω του χρόνου στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, αλλά και λόγω της έκτασης των ισχυρισμών που επιχειρείται να εισαχθούν και της αναδιαμόρφωσης της βάσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του Αιτητή. Η δε απόσυρση της δικηγόρου του Εναγόμενου 2 από την εκπροσώπηση του δεν αποτελεί βάσιμο λόγο ώστε να δικαιολογείται έγκριση του αιτήματος, όπως ούτε και η επιθυμία του να προχωρήσει με Έκθεση Υπεράσπισης που να αφορά μόνο τον ίδιο. Μελετώντας τη Δ.25 και ειδικότερα τον Θ. 1
(3), προκύπτει πως δεν αφήνει περιθώρια στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το καλόπιστο λάθος ώστε να επιτρέπει προσθήκη ισχυρισμών γνωστών στο μέρος που επιδιώκει την τροποποίηση και μάλιστα σε μεγάλη έκταση. Υπάρχει πληθώρα πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες δεν είναι μεν δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο, αλλά ακολουθούν ουσιαστικά την ίδια γραμμή, ότι το καλόπιστο λάθος δεν περιλαμβάνει την προσθήκη νέων ισχυρισμών και δη όταν αυτοί ήταν γνωστοί εξαρχής ή αρκετό χρονικό διάστημα προηγουμένως. Καλόπιστο λάθος διαπιστώνεται εάν με την τροποποίηση επιδιώκεται η διόρθωση μίας μικρής παράλειψης ή ασάφειας. Ειδικά μετά την Κλήση για Οδηγίες με βάση τη Δ.30, τα μέρη πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά με τα ζητήματα καταχώρησης αιτήσεων τροποποίησης, πόσω δε μάλλον όταν έχουν καταχωρηθεί και οι ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και οι συνόψεις μαρτυρίας και η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση. Σχετική η απόφαση της. Λ. Δημητριάδου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, ημερομηνίας στην Αγωγή με αρ. 813/2017 Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ κ.α., όπου ο Αιτητής, προβάλλοντας λόγους ύπαρξης καλόπιστου λάθους και αβλεψίας, δεν το υποστήριξε με την αναγκαίου βαθμού μαρτυρία, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης. Αναφέρονται τα εξής: «Η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της Αγωγής ή συνιστούν αναγκαίες λεπτομέρειες προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους. Στη βάση των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί κατά το στάδιο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης στον απαιτούμενο βαθμό εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος και/ή νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν γνωστά κατά τον ουσιώδη χρόνο». Αναφορά γίνεται και στην απόφαση της Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. στην αγωγή με αρ. 911/2016, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.α., απόφαση ημερομηνίας 28.7.2017. Στην εν λόγω υπόθεση ο αιτητής επικαλέστηκε το καλόπιστο λάθος και/ή την αβλεψία λόγω αλλαγής του δικηγόρου του και το αίτημα δεν επιτράπηκε. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα: «Τόσο το περιεχόμενο της προτεινόμενης Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να αφορούν καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού με την αίτηση επιζητείται μια ριζική τροποποίηση. Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση. Ούτε όμως και ως νέα γεγονότα μπορεί να χαρακτηριστούν τα όσα ζητείται να προστεθούν αφού οι εναγόμενοι ανέφεραν όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει, τα γεγονότα στον πρώτο δικηγόρο τους όταν τον επισκέφθηκαν και του παρέδωσαν όλα τα σχετικά έγγραφα. Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση μετά που ο νέος δικηγόρος των εναγομένων ανέλαβε την υπόθεση και εισηγήθηκε την τροποποίηση με τον τρόπο που περιλαμβάνεται στην αίτηση και όπως ο ίδιος την επιθυμεί. Είναι η κρίση μου ότι τα πιο πάνω δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ. 1
(3). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκτός από την αυστηρή ερμηνεία της Διαταγής όπως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και τον σκοπό της Δ.25 και ιδιαίτερα το θ.1
(3)που αφορά την παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται». Στην προκείμενη περίπτωση ο Εναγόμενος 2 δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη καλόπιστου λάθους στην μη εισαγωγή των υπό κρίση ισχυρισμών είτε στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης είτε με την τροποποίηση αυτής σε ενωρίτερο στάδιο. Η έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων, εφόσον επιχειρείται ουσιαστικά η αντικατάσταση του δικογράφου, σε συνάρτηση με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση και τις όποιες αναφορές του Εναγόμενου 2 προς υποστήριξη του αιτήματος δεν αφήνουν περιθώρια έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου, για τους λόγους που έχω επεξηγήσει, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 2 - Αιτητή, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 4, οι οποίοι δεν καταχώρησαν ένσταση και περιορίστηκαν στην παρακολούθηση της διαδικασίας, καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο