← Κύπρος

A. Tsokkos Hotels Public Ltd ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 295/2017, 3/11/2023

A. Tsokkos Hotels Public Ltd ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 295/2017, 3/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 295/2017 Μεταξύ: A. Tsokkos Hotels Public Ltd Ενάγουσας -και-

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd
  2. Κυπριακής Δημοκρατίας
  3. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ Γ. Πιττάτζιης Για την Εναγόμενη 2: κα Μ. Τσαγκάρη ΑΠΟΦΑΣΗ Οι θέσεις των δυο πλευρών Κατά ή περί τον Απρίλιο - Μάιο του 2010 η Ενάγουσα απέκτησε από την Εναγόμενη 1 4000 αξιόγραφα, καταβάλλοντας το ποσό των €4.000.
  4. Ακολούθως, κατά ή περί τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2011, η Ενάγουσα απέκτησε από την Εναγόμενη 1 πρόσθετα 8.000.000 αξιόγραφα, καταβάλλοντας το ποσό των €8.000.
  5. To συνολικό ποσό των €12.000.000 καταβλήθηκε με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού της Ενάγουσας. Με την παρούσα αγωγή, η οποία ως προκύπτει και από τον τίτλο στρεφόταν αρχικά εναντίον τριών προσώπων, η Ενάγουσα αξίωνε διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων διάταγμα ακύρωσης των συναλλαγών παραχώρησης των επίδικων αξιογράφων. Ωστόσο, σε χρόνο πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι στις 17.2.2023, η αγωγή διακόπηκε αναφορικά με τους Εναγόμενους 1 και 3 και έτσι παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο σε σχέση με την Εναγόμενη
  6. Ό,τι αποδίδεται στην Εναγόμενη 2 είναι πως υπήρξε αμελής τόσο σε σχέση με δικές της πράξεις και/ή παραλείψεις, όσο και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με τον τρόπο που λεπτομερώς καταγράφεται στις παραγράφους 22-24 της Έκθεσης Απαίτησης. Αποδίδεται, επίσης, στην Κυπριακή Δημοκρατία παράβαση των νομίμων καθηκόντων της και αξιώνεται από αυτήν το ποσό των €12.000.000, το οποίο αντιπροσωπεύει τη ζημιά που υπέστηκε η Ενάγουσα εφόσον, ως η θέση της τελευταίας, η αξία των αξιογράφων που απέκτησε εκμηδενίστηκε συνεπεία λαθών και/ή παρανομιών και/ή αμέλειας της Εναγόμενης
  7. Η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται πως η κατ' ισχυρισμό και/ή οποιαδήποτε ζημιά υπέστηκε η Ενάγουσα δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη της και πως δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οποιασδήποτε πράξης και/ή ενέργειας της Εναγόμενης 2 και της κατ' ισχυρισμό ζημιάς της Ενάγουσας. Αντιθέτως, προβάλλεται πως η Κυπριακή Δημοκρατία ενήργησε με επιμέλεια και/ή έλαβε έγκαιρα όλα τα ενδεικνυόμενα και/ή επαρκή μέτρα για διαχείριση του δημόσιου χρέους και/ή της οικονομικής κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά το
  8. Η Εναγόμενη 2 περαιτέρω αρνείται ότι ως αποτέλεσμα πράξεων ή παραλείψεων της η Εναγόμενη 1 τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης και προσθέτει πως δεν είχε αποφασιστική και/ή οποιαδήποτε αρμοδιότητα στη λήψη των μέτρων εξυγίανσης και/ή στην έκδοση των σχετικών διαταγμάτων, τα οποία σε κάθε περίπτωση δικαιολογούνται στη βάση του δικαίου της ανάγκης και/ή του δημοσίου συμφέροντος. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 2 αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και προβάλλει πως σύμφωνα με τις πρόνοιες του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας, η Κεντρική Τράπεζα αποτελεί ανεξάρτητη αρχή, το δε κράτος δεν έχει εξουσία ή αρμοδιότητα παρέμβασης στο έργο της και/ή σε θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της και/ή στην εποπτεία αυτής. Ανάλογες θέσεις προβάλλονται και σε σχέση με την μη ύπαρξη ευθύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αφού η τελευταία αποτελεί ανεξάρτητη αρχή και το κράτος δεν έχει εξουσία επέμβασης ή εποπτείας του έργου της. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά της Ενάγουσας κάλεσε τρεις μάρτυρες ενώ για την Υπεράσπιση κατέθεσε ένας μάρτυρας. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Θα παραθέσω, ωστόσο, μια σύνοψη των θέσεων που καθένας από αυτούς πρόβαλε στο Δικαστήριο έτσι ώστε αυτές να γίνουν εύκολα αντιληπτές. Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε η Τ.Τ., μία εκ των διευθυντών της Ενάγουσας, η οποία, ως ανέφερε, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και ασχολείται, κυρίως, με την ανέγερση, αγορά, ενοικίαση και διαχείριση ξενοδοχείων και τουριστικών καταλυμάτων. Για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Α) όπου αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα εταιρεία ήταν πελάτης της Εναγόμενης 1 και διατηρούσε σε αυτήν τρεχούμενο λογαριασμό και όριο παρατραβήγματος. Περί τον Απρίλιο - Μάιο του 2010 η Εναγόμενη 1 εξέδωσε αξιόγραφα και/ή χρεόγραφα ποσού €300.000.000 περίπου, αξίας €1,000 έκαστο. Κατά τον εν λόγω χρόνο η Εναγόμενη 1, μέσω των υπαλλήλων και εκπροσώπων της, προσπαθούσε να την πείσει, ως διευθύντρια της Ενάγουσας, να προχωρήσουν με την αγορά αξιογράφων, υποσχόμενοι πως επρόκειτο για ασφαλή επένδυση, διάρκειας 5 ετών, με ετήσιο επιτόκιο προς 7%, ενώ το καταθετικό επιτόκιο της περιόδου εκείνης ήταν 5%. Επιπρόσθετα, έγιναν παραστάσεις και δόθηκαν διαβεβαιώσεις επί τω ότι η Ενάγουσα εταιρεία μπορούσε να εξασφαλίσει δάνειο και παρατράβηγμα από την Τράπεζα για το ίδιο ποσό και με το ίδιο επιτόκιο και συνακόλουθα η ρευστότητα της επιχείρησης της να μην επηρεαζόταν με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, πως τα ποσά των αξιογράφων θα συμψηφίζονταν με τα δάνεια και/ή παρατραβήγματα και τα χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών που διατηρούσαν στην Εναγόμενη
  9. Στη βάση των πιο πάνω παραστάσεων, η Ενάγουσα υπέβαλε αίτηση κατά ή περί το 2010, στη βάση της οποίας τής παραχωρήθηκαν 4000 αξιόγραφα (βλ. Τεκμήριο 1) έναντι του τιμήματος των €4.000.000, το οποίο πληρώθηκε με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού που η Ενάγουσα διατηρούσε στην Εναγόμενη 1 (βλ. Τεκμήριο 3). Ακολούθως, περί τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2011, η Εναγόμενη 1 εξέδωσε και διέθεσε προς πώληση αξιόγραφα προς €1 έκαστο και κατόπιν ανάλογων παραστάσεων και πιέσεων από μέρους των εκπροσώπων της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα αγόρασε 8.000.000 αξιόγραφα στην τιμή των €8.000.000 (βλ. Τεκμήριο 2), το οποίο και πάλι χρεώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό της. Προκειμένου να πειστεί η Ενάγουσα να αγοράσει τα εν λόγω αξιόγραφα, είχε λεχθεί στην μάρτυρα πως τα ποσά των αξιογράφων θα συμψηφίζονταν με τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών που διατηρούσαν με την Εναγόμενη 1, πως το επιτόκιο με τον οποίο χρεωνόταν ο τρεχούμενος λογαριασμός θα μειωνόταν και το παρατράβηγμα θα αυξανόταν, όπως και έγινε. Σύμφωνα με την Μ.Ε. 1, η αξία των αξιογράφων που απέκτησαν εκμηδενίστηκε και τούτο συνεπεία λαθών και παραλείψεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε σχέση με τις οποίες θα δοθεί μαρτυρία από τον Γ.Γ. (ο οποίος κατέθεσε στη συνέχεια ως Μ.Ε. 2). Ήταν, επίσης, η θέση της μάρτυρα ότι με τις Κ.Δ.Π. 103/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013 εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου διατάγματα τα οποία ήταν λανθασμένα και άδικα. Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε ο Γ.Γ., ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου στα Οικονομικά. Από το 1973 ‑ 1980 εργάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου, από το 1980 ‑ 1989 στον ιδιωτικό τομέα και ακολούθως από το 1989 ‑ 2014 εργάστηκε σαν γραμματέας και διευθυντής της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου από την οποία αφυπηρέτησε με σύνταξη ορίου ηλικίας. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας για 20 χρόνια περίπου. Ως ανέφερε στο Δικαστήριο, γνωρίζει καλά τους νόμους και τα τραπεζικά θέματα για τα οποία δίδει μαρτυρία. Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) σημειώνει πως έχει μελετήσει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης που καταχώρησε η Ενάγουσα και συμφωνεί και υιοθετεί το περιεχόμενο της. Συμφώνησε δε ότι η ζημιά που υπέστηκε η Ενάγουσα είναι €8.000.000, το οποίο κατέβαλε για την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Ήταν η θέση του πως ευθύνη για τη ζημιά αυτή φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία, τόσο σε σχέση με δικές της πράξεις και παραλείψεις, όσο και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Αναφορικά με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η ευθύνη της έγκειται στο γεγονός ότι επέτρεψε ανεξέλεγκτα καταθέσεις στις κυπριακές τράπεζες τεράστιων ποσών χρημάτων από ξένους καταθέτες με απόδοση επιτοκίου σε βαθμό ή και ύψος και υπό συνθήκες που η κυπριακή οικονομία δεν μπορούσε να αντέξει, γεγονός που οδήγησε την Eναγόμενη 1 να συνάψει επισφαλείς επενδύσεις που απέδιδαν ψηλότερα επιτόκια και έσοδα για να μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις πληρωμής των τόκων αυτών. Περαιτέρω, πως η Κεντρική Τράπεζα επέτρεψε στην Εναγόμενη 1 την παραχώρηση επισφαλών δανείων για μεγάλα χρηματικά ποσά τόσο σε κύπριους όσο και σε ξένους αγοραστές ακινήτων, με αποτέλεσμα την υπερβολική αύξηση των τιμών των ακινήτων και τη δημιουργία φούσκας και την ταυτόχρονη αδυναμία αποπληρωμής των δανείων αυτών. Επιπρόσθετα, η Κεντρική Τράπεζα παρέλειψε να έχει σωστή και αποτελεσματική συνεργασία με κρατικούς φορείς για προστασία της οικονομίας και των Τραπεζών και αγνόησε και δεν εφάρμοσε τις προειδοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και άλλων αρμόδιων παραγόντων για τους κινδύνους που διέτρεχε το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, και τέλος ότι παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για αποφυγή της χρεοκοπίας και καταστροφής της Εναγόμενης
  10. Αναφορικά με τις ευθύνες της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί από την κυβέρνηση προκειμένου να αντιμετωπιστεί η οικονομική κρίση περί το 2008, ήταν ανύπαρκτα, εφόσον, μεταξύ άλλων, αντί να ληφθούν μέτρα περισυλλογής, η κυβέρνηση προχώρησε σε συνεχή και αλόγιστη αύξηση των δημοσίων δαπανών. Ως υπέδειξε, αντί το κράτος να πάρει μέτρα για τη μείωση των κρατικών δαπανών, αύξησε αυτές και προέβηκε σε δυσβάστακτο δανεισμό από το εξωτερικό, το οποίο προστιθέμενο στο υπόλοιπο δημόσιο χρέος, το κατέστησε μη εξυπηρετούμενο. Περαιτέρω, ο Μ.Ε. 2 υποστήριξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία προέβηκε σε αποδοχή απομείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους, γεγονός που προκάλεσε τεράστιες ζημιές στις κυπριακές τράπεζες, και τούτο προς το σκοπό στήριξης της Eναγόμενης 1, με αποτέλεσμα, όμως, την επιβάρυνση του δημοσίου χρέους. Η δε παράλειψη του κράτους να αποταθεί έγκαιρα στο Μηχανισμό Στήριξης της Ευρώπης και την Τρόικα, είχε ως αποτέλεσμα την εξάντληση της Κυπριακής οικονομίας και τον εξαναγκασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας να προβεί σε οδυνηρές υποχωρήσεις με αποτέλεσμα τη ζημιά τόσο της ίδιας της Δημοκρατίας όσο και της Εναγόμενης
  11. Όσον αφορά της πράξεις και παραλείψεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, και κατ' επέκταση την ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας για αυτές, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση που είχε για παρακολούθηση και έλεγχο των δραστηριοτήτων των Τραπεζών, της χρηματιστηριακής αγοράς και προστασία των επενδυτών. Ειδικότερα, πως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέλειψε να ελέγξει έγκαιρα την ακρίβεια και ορθότητα των ενημερωτικών δελτίων που εξέδωσε και κοινοποίησε η Εναγόμενη 1, στα οποία υπήρχαν ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες, με αποτέλεσμα το κοινό και η Ενάγουσα εταιρεία να εξαπατηθούν και παραπλανηθούν. Επιπρόσθετα, πως η Επιτροπή παρέλειψε να ελέγξει τις παράνομες και παραπλανητικές πρακτικές που ακολούθησε η Εναγόμενη 1 για την πώληση των αξιογράφων προς την Ενάγουσα, να ελέγξει αν ακολουθείτο η ορθή διαδικασία έκδοσης των αξιογράφων, και παρέλειψε, ως όφειλε, να ενημερώσει την κυβέρνηση και τους επενδυτές για τους κινδύνους που προέκυπταν από την αγορά των αξιογράφων. Ως οικονομολόγος, εξέφρασε την άποψη ότι η αξία των αξιογράφων έχει εκμηδενιστεί και ευθύνη για αυτό φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Προκειμένου να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, άντλησε πληροφορίες από διάφορες πηγές και μελέτες οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 4 - 8, ενώ παραπομπή έγινε και σε απόσπασμα της έκθεσης που ετοίμασε η τριμελής επιτροπή για την κατάρρευση της Κυπριακής Δημοκρατίας (Τεκμήριο 9) καθώς και σε απόσπασμα της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τεκμήριο 10). Ο Μ.Ε.3, Μ.Σ., εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τον Μάρτιο του 2013 και είναι ο προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στην έκδοση της Κ.Δ.Π. 104/2013 στη βάση της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία της Eναγόμενης 1 μεταβιβάστηκαν στην Eναγόμενη
  12. Όπως εξήγησε, η αξία των περιουσιακών στοιχείων αποτιμήθηκε από το συμβούλιο των ελεγκτών KPMG Λονδίνου, ως εμφαίνεται σε σχετική έκθεση της τελευταίας. Με αναφορά στην έκθεση αυτή, η οποία, σύμφωνα με τον Μ.Ε. 3, εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2013, η δίκαιη αξία των περιουσιακών στοιχείων της Eναγόμενης 1 ήταν 16 δισεκατομμύρια ευρώ, οι δε υποχρεώσεις της ανέρχονταν σε 15,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με την έκθεση και την ΚΔΠ 104/2013, μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη 3 όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των 100,000 ευρώ και κάποιες καταθέσεις οι οποίες εξαιρέθηκαν με βάση σχετικό διάταγμα. Όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις που μεταφέρθηκαν ανέρχονταν σε ποσό 4,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορούσε στην υποχρέωση της Εναγόμενης 1 έναντι της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σε σχέση με τον μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας (ELA), τα ομόλογα της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης
  13. Να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε. 3 δεν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Δ.Δ., κάτοχος πτυχίου οικονομικών επιστημών και μεταπτυχιακού στη διοίκηση επιχειρήσεων. Διορίστηκε στη θέση του Οικονομικού Λειτουργού στη Διοίκηση του Υπουργείου Οικονομικών από την 1.9.2005 και στις 15.12.2010 προήχθηκε στη θέση του Οικονομικού Λειτουργoύ Α'. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στη θέση του Οικονομικού Λειτουργού Α' και συγκεκριμένα στις 9.9.2013 διορίστηκε με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών ως προϊστάμενος της Μονάδας Διαχείρισης, όπου και υπηρέτησε μέχρι τις 15.11.
  14. Στις 22.5.2019 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και παράλληλα με τα καθήκοντα του ως Προϊστάμενος της Μονάδας, με αρμοδιότητα την εξέταση των θεμάτων που άπτονται του τραπεζικού τομέα, συνέχιζε να εκτελεί και τα καθήκοντα του από τη θέση του Ανώτερου Οικονομικού Λειτουργού, στην οποία προάχθηκε στις 15.6.
  15. Από τις 6.3.2023 έχει τοποθετηθεί ως μέλος της Μονάδας Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. Περαιτέρω από το 2008 είναι μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων. Από τον Δεκέμβριο του 2015 μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 εκπροσωπούσε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών στην Διαχειριστική Επιτροπή Ανακεφαλαιοποίησης, ενώ από τον Αύγουστο του 2018 και μέχρι σήμερα είναι μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων. Για τους σκοπούς της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Γ) στο οποίο γίνεται καταρχήν αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και ειδικότερα στα όσα έλαβαν χώρα την περίοδο από την 21.7.2011, ήτοι της συνάντησης του Συμβουλίου Αρχηγών των Χωρών Μελών της Ευρωζώνης, μέχρι και την 26.4.2013, οπότε και ολοκληρώθηκε το τελικό Μνημόνιο Συναντίληψης για συγκεκριμένους όρους οικονομικής πολιτικής. Στη γραπτή του δήλωση αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις διάφορες συναντήσεις που έγιναν καθώς και στις αποφάσεις που λήφθηκαν. Τόνισε πως η απόφαση για την απομείωση των ελληνικών κρατικών ομολόγων που λήφθηκε σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής για το ευρώ δρομολόγησε καθοριστικές εξελίξεις στον κυπριακό τραπεζικό τομέα λόγω της μεγάλης έκθεσης των κυπριακών τραπεζών στα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Ενδεικτικά σημείωσε πως συνεπεία τούτου οι τράπεζες της Κύπρου υπέστηκαν ζημιές της τάξης των 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ περίπου ή στο 25% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Κύπρου. Η δε Εναγόμενη 1 υπέστη ζημιά της τάξεως των 2,4 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αφού έκανε αναφορά σε διάφορες συναντήσεις, συσκέψεις και διαβουλεύσεις και γεγονότα που ακολούθησαν της απομείωσης των ελληνικών κρατικών ομολόγων και σε διάφορες νομοθεσίες που θεσπίστηκαν σε σχέση με τους όρους που είχε θέσει η Τρόικα, ο μάρτυρας υπέδειξε πως η Κυπριακή Δημοκρατία αναγκάστηκε να αποδεχθεί τους όρους αυτούς στις 25.3.2013, εξηγώντας πως σε περίπτωση που η πρόταση αυτή δεν γινόταν αποδεκτή, η μόνη εναλλακτική λύση ήταν η κατάρρευση ολόκληρου του κυπριακού χρηματοπιστωτικού τομέα και της οικονομίας της Κύπρου, με αποτέλεσμα η Δημοκρατία να μην έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος της. Ως εξήγησε, αναπόφευκτα θα ακολουθούσε άμεση έξοδος της Κύπρου από την ευρωζώνη, χωρίς να υπάρχει χρόνος για την προετοιμασία αντικατάστασης του νομίσματος. Επομένως, η ανάγκη για συμφωνία ήταν επιτακτική και απαραίτητη. Στη βάση των όσων αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία προς το σκοπό διάσωσης της κυπριακής οικονομίας ήταν απολύτως απαραίτητα και αναπόφευκτα, ενώ, όπως επεσήμανε, πριν τη λήψη τους είχαν εξεταστεί εξαντλητικά όλες οι δυνατές επιλογές. Πρόσθεσε πως στη βάση των μέτρων που λήφθηκαν, οι καταθέτες των δυο επηρεαζόμενων τραπεζών δεν είναι εν τέλει σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα που αναφέρθηκαν, εφόσον, όπως επεσήμανε, η άτακτη κατάρρευση των τραπεζών ήταν αναμενόμενη με δυσμενή αποτελέσματα για όλους τους εμπλεκόμενους. Ο Μ.Υ. δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Το μοναδικό μέρος της μαρτυρίας του που αμφισβητήθηκε αφορούσε την αμέσως πιο πάνω θέση του επί τω ότι τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν όχι μόνο ενδεικνυόμενα αλλά και επιβεβλημένα Αξιολόγηση της μαρτυρίας και συνακόλουθα ευρήματα Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, την πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κλπ (βλέπε μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1447). Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2019 και Παρλάτα ν. Δημητρίου
(2014)1 Α.Α.Δ. 994), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135). Με την εξαίρεση του μέρους της μαρτυρίας της Μ.Ε. 1 η οποία αφορούσε τη γνώμη της αναφορικά με την απόδοση ευθύνης στην Εναγόμενη 2 για τη ζημιά που υπέστηκε, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Σαφώς η μάρτυρας δεν μπορεί να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας, επομένως το υπό κρίση μέρος της μαρτυρίας της δεν μπορεί να τύχει της δέουσας αξιολόγησης. Αναφορικά με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της, οι οποίοι και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, η Μ.Ε. 1 κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα και συνακόλουθα η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Ε. 2 κλήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας προκειμένου να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στις σελίδες 580-586). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (σχετική η Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον ο Μ.Ε. 2 είναι ειδικός στον τομέα για τον οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η απάντηση στο ερώτημα είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αρνητική. Τα προσόντα του μάρτυρα, αλλά και η πείρα του λόγω της εργοδότησης του σε τραπεζικά και άλλα ιδρύματα δεν τον καθιστούν ειδικό ώστε να καταθέσει για τα εξειδικευμένα θέματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και δη της οικονομικής κατάρρευσης της Εναγόμενης 1, των δημοσιοοικονομικών προβλημάτων του κράτους και την ένταξη της Εναγόμενης 1 υπό καθεστώς εξυγίανσης. Ως προς το τελευταίο ζήτημα, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο Μ.Ε. 2 δέχθηκε πως ουδέποτε ασχολήθηκε με θέματα εξυγίανσης και πως προσήλθε στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσει ως οικονομολόγος και έμπειρος στα τραπεζικά δρώμενα της Κύπρου και ειδικότερα για τα λάθη που επεσυνέβηκαν μέχρι την ημέρα που άρχισε η εξυγίανση. Η υπό κρίση προσέγγιση ουδόλως ικανοποιεί το Δικαστήριο ως προς την εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα, ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι το καθεστώς εξυγίανσης στο οποίο επήλθε η Εναγόμενη 1 είναι άμεσα συνυφασμένο με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση υπόθεσης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί πως σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του Μ.Ε. 2 δεν κρίνεται βοηθητική προς το Δικαστήριο για την εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων. Μελετώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2 παρατηρείται ότι ο ίδιος προβαίνει σε μια επιφανειακή και χωρίς τεκμηρίωση ανάλυση των λόγων, για τους οποίους, ο ίδιος πιστεύει πως ευθύνη για την κατάρρευση της Εναγόμενης 1 φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Και τούτο αφού παρά τις όποιες θέσεις του, δεν δόθηκαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτές. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά σημειώνεται στο πλαίσιο αυτό πως: - Ενώ αποδίδει στην Εναγόμενη 2 πως παρέλειψε να πάρει έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα για αποφυγή της καταστροφής της Εναγόμενης 1, δεν προσδιόρισε ποια ήταν, κατά την άποψη του, τα μέτρα αυτά. - Δεν έδωσε καθόλου στοιχεία αναφορικά με την πώληση των καταστημάτων και υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα σε εξευτελιστικές τιμές, ούτε τον τρόπο με τον οποίο αυτή προκάλεσε την μείωση της φερεγγυότητας της Εναγόμενης 1. - Παρομοίως, η θέση του περί συνεχούς και αλόγιστης αύξησης των δημοσίων δαπανών παρέμεινε στη σφαίρα της αοριστίας. - Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη θέση του για πλημμελή και λανθασμένη διαχείριση και εξόγκωση του δημόσιου χρέους. - Γενική και αόριστη ήταν και η θέση του περί ανεύθυνης και επικίνδυνης αύξησης των δημοσίων δαπανών και του δημόσιου χρέους με τον καταρτισμό προϋπολογισμών. - Ενώ υποστήριξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παρέλειψε να αποταθεί έγκαιρα στο Μηχανισμό Στήριξης της Ευρώπης και την Τρόικα, δεν επεξήγησε τη θέση του ούτε καθόρισε το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα έπρεπε, σύμφωνα με τον ίδιο, να αποτεινόταν η Δημοκρατία στο μηχανισμό. - Παρομοίως, δεν προσδιόρισε με οποιοδήποτε τρόπο τα μέτρα που έλαβε, ως η θέση του, η Κυπριακή Δημοκρατία με τα οποία ενθαρρύνθηκε η ασύδοτη και ανεξέλεγκτη ροή ξένων κεφαλαίων στην Κύπρο. Πέραν των όσων, ενδεικτικά, επαναλαμβάνω, σημειώνονται αμέσως πιο πάνω, σε γενικότερο πλαίσιο παρατηρείται πως κάποιες από τις θέσεις που προωθήθηκαν από τον Μ.Ε. 2 ήταν πέραν από γενικές και αόριστες, επιπόλαιες δεδομένου ότι για την εξακρίβωση των αιτιών που οδήγησαν στην κατάρρευση της Κυπριακής οικονομίας και ακολούθως των δυο τραπεζών, απαιτείται μια λεπτομερής και επίμονη ανάλυση όλων των απαραίτητων στοιχείων, κάτι το οποίο δεν διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε προκύπτει οποιαδήποτε σύνδεση των ισχυρισμών του περί ύπαρξης ευθύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την όποια ζημιά υπέστηκε η Ενάγουσα. Συναφώς σημειώνεται πως προκειμένου ο Μ.Ε. 2 να υποστηρίξει τις θέσεις του παρουσίασε τα ακόλουθα έγγραφα: - Μελέτη του καθηγητή Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου Κύπρου Σταύρου Ζένιου με τίτλο «Η καταστροφή της κυπριακής οικονομίας από έλλειψη ευθυκρισίας και ελλειματικής διαχείρισης» (Τεκμήριο 4). - Άρθρο του καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου Σωφρόνη Κληρίδη με τίτλο «The collapse of the Cyprus Banking System» (Τεκμήριο 5). - Μελέτη του Ιωσήφ Κόβρα με τίτλο «Κρίση και Λογοδοσία - Κύπρος» (Τεκμήριο 6). - Μελέτη του Αθανάσιου Ορφανίδη με τίτλο «What happened in Cyprus? The economic consequences of the Last Communist Government in Europe» (Τεκμήριο 7). - Μελέτη του Πανίκου Δημητριάδη με τίτλο «Laiki Popular Bank - how a bank's mismanagement toppled an economy» (Τεκμήριο 8). - Απόσπασμα της Έκθεσης/Πορίσματος της Τριμελούς Επιτροπής υπό την Προεδρία του κ Γεώργιου Πική για την κατάρρευση των Τραπεζών και της Κυπριακής Οικονομίας (Τεκμήριο 9). - Απόσπασμα από την Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών και Αξιών της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη λειτουργία των θεσμών του Χρηματοοικονομικού Συστήματος (Τεκμήριο 10). Η προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων δεν αλλοιώνει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου. Ούτε μπορεί να υποστηρίξει τις θέσεις που προώθησε ο μάρτυρας. Καταρχήν, τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4-8 αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Σαφώς και η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής (σχετικό στο πλαίσιο αυτό είναι το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Παρόλα αυτά, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του ίδιου Νόμου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους προβλεπόμενους παράγοντες και το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και τη βαρύτητα την οποία θα προσδώσει. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τους παράγοντες που καθορίζονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 27, σημειώνεται πως οι συντάκτες/συγγραφείς των εν λόγω μελετών και άρθρων δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τούτο, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθούν για να καταθέσουν. Με τούτο ως δεδομένο, δεν δικαιολογείται η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στις δηλώσεις που περιέχονται στα υπό κρίση τεκμήρια. Η απόφαση Sea Island Travel & Tours Ltd κ.ά. ν. Μάριος Κώστα Αγαθαγγέλου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1687, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Πιττάτζιης προκειμένου να υποστηρίξει το εύλογο και επιτρεπτό της παρουσίασης από τον Μ.Ε. 2 των εγγράφων αυτών και πως το περιεχόμενο τους θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, δεν κρίνεται βοηθητική. Το απόσπασμα στο οποίο βασίστηκε ο συνήγορος δεν ενισχύει τη θέση του. Και τούτο γιατί ό,τι είχε λεχθεί στην εν λόγω υπόθεση ήταν πως ένας ειδικός μπορεί να λάβει πληροφορίες για την τιμή ενός συγκεκριμένου αγαθού στην αγορά, όχι, όμως, προς απόδειξη του ύψους της τιμής, αλλά για το ότι η συγκεκριμένη τιμή ζητήθηκε από τον πωλητή. Συναφώς σημειώνεται πως ούτε η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας περί αναντίλεκτης μαρτυρίας των προσώπων που συνέταξαν τα έγγραφα αυτά, λόγω μη κλήσης τους για αντεξέταση από την κα Τσαγκάρη, με βρίσκει σύμφωνη. Κάτι τέτοιο σαφώς και δεν προκύπτει από τις πρόνοιες των άρθρων 23-27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να γίνει αναφορά στην υπόθεση Μάριος Βαττής ν. Χριστούλλα Αυξεντίου κ.ά.
(2016)1 Α.Α.Δ. 2289, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως όταν ένας μάρτυρας καταθέτει προφορικά στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια μιας δίκης, η μαρτυρία του προσφέρεται για το αληθές του περιεχομένου της. Όταν, όμως, ο μάρτυρας καταθέτει και κάποιο έγγραφο, δεν συνεπάγεται ότι αυτό προορίζεται, απαραίτητα, για τον ίδιο, πιο πάνω, σκοπό· πόσω μάλλον δε όταν τα όσα καταγράφονται σε αυτό δεν προέρχονται από τον ίδιο το μάρτυρα, αλλά αποτελούν δηλώσεις άλλου προσώπου, δηλαδή είναι εξ ακοής μαρτυρία, σύμφωνα με τον ορισμό της λέξης αυτής στο άρθρο 23 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9. Επομένως, επισημαίνεται, είναι λογικά αναμενόμενο η πλευρά που προτείνει την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου να καθορίσει το σκοπό για τον οποίο αυτό προορίζεται να χρησιμοποιηθεί. Αν παραλείψει να το πράξει, ενεργεί με δικό της κίνδυνο. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην απόφαση ημερομηνίας 24.10.2023 στην Πολιτική Έφεση αρ. 70/2018, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους ν. A. Ch. Travel & Tours Limited, όπου κρίθηκε εσφαλμένη η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο της κατάθεσης του εμπλεκόμενου στο ατύχημα, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 3, ο οποίος δεν είχε καταθέσει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά στα Τεκμήρια 9 και 10 παρατηρείται ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, τα οποία σε κάθε περίπτωση τέθηκαν αποσπασματικά ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον, ως είναι καλά γνωστό (βλέπε Γιάλλουρου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1635), τέτοιου είδους πορίσματα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο με οποιοδήποτε τρόπο. Η μαρτυρία του Μ.Ε. 3 γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας κατέθεσε με τρόπο αντικειμενικό όλα όσα γνώριζε σε σχέση με την υπαγωγή της Εναγόμενης 1 σε καθεστώς εξυγίανσης και την μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη 3 με αναφορά στην έκθεση των ελεγκτών που είχαν εμπλακεί, χωρίς διστακτικότητα ή τάση υπερβολής. Επαναλαμβάνεται πως ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Η μαρτυρία του Μ.Υ. γίνεται επίσης αποδεκτή. Όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, με την εξαίρεση της αναφοράς του στην γραπτή του δήλωση περί της επάρκειας και αποτελεσματικότητας των μέτρων που είχαν ληφθεί, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας. Σε γενικότερο πλαίσιο, η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από σαφήνεια και σταθερότητα, παρέθεσε δε όλα τα γεγονότα και το ιστορικό με λεπτομερή και αντικειμενικό τρόπο. Η μαρτυρία του κρίνεται πειστική, χωρίς να εντοπίζεται σε αυτήν οποιαδήποτε ανακολουθία. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω και με δεδομένη την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή εξάγονται ανάλογα ευρήματα. Ενόψει δε της εκτενούς παράθεσης της σύνοψης της μαρτυρίας δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψη αυτών. Αγορεύσεις Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι των δυο πλευρών παρουσίασαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, προωθώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Αποτέλεσε θέση του κ. Πιττάτζιη πως η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν αμελής τόσο σε σχέση με δικές της πράξεις και παραλείψεις όσο και για αυτές της Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με αποτέλεσμα να παραβιαστούν τα συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας, ως τούτα τυγχάνουν προστασίας από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως με την Κ.Δ.Π. 104/2013 η Κεντρική Τράπεζα μετέφερε από το ενεργητικό της Εναγόμενης 1, 15,1 δισεκατομμύρια ευρώ και τα κατένειμε με αυθαίρετο και παράνομο τρόπο, εκμηδενίζοντας, έτσι την αξία των αξιογράφων. Από την πλευρά της η κα Τσαγκάρη υποστήριξε πως στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται το νόμιμο καθήκον που η Κυπριακή Δημοκρατία όφειλε στην Ενάγουσα, με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα παραβίασης του. Υπέδειξε, επίσης, πως οι αναφορές του Μ.Ε. 2 ήταν γενικές και ατεκμηρίωτες, και ως τέτοιες μη δυνάμενες να υποστηρίξουν την υπόθεση της Ενάγουσας. Αναφορικά με τις θέσεις που προωθήθηκαν σε σχέση με την Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η συνήγορος επεσήμανε πως πρόκειται για ανεξάρτητες αρχές, για τις οποίες ουδεμία ευθύνη φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Ήταν, τέλος, η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης πως στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Υ., δεν προκύπτει οποιαδήποτε αμέλεια του κράτους και πως από την πλευρά της Ενάγουσας δεν έχουν δικογραφηθεί ισχυρισμοί για παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων, με τρόπο ώστε τέτοια ζητήματα να μην μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Συμπεράσματα του Δικαστηρίου Όπως είναι καλά γνωστό, το γενικό βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος οφείλει να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του (βλέπε Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v. Αντώνης Αντωνίου κ.α.
(2014)1 Α.Α.Δ. 775) και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A71 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Εξετάζοντας τις θέσεις των δυο πλευρών, κρίνω πως για τους λόγους που θα αναλυθούν αμέσως πιο κάτω, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Και εξηγώ. Εν πρώτοις, σημειώνεται πως από την πλευρά της Ενάγουσας δεν προσδιορίστηκε στην Έκθεση Απαίτησης το καθήκον που το κράτος όφειλε σε αυτήν. Η μοναδική αναφορά που γίνεται, και τούτη με τρόπο λακωνικό, αφορά σε μη λήψη μέτρων από το κράτος σε σχέση με τον τρόπο διάθεσης των αξιογράφων, ζήτημα για το οποίο ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί. Παρομοίως, από το δικόγραφο της Ενάγουσας απουσιάζει οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της, ως προωθήθηκε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Και τούτο κατά παράβαση της καλά καθιερωμένης αρχής που επιβάλλει το σαφή προσδιορισμό θεμάτων συνταγματικότητας προκειμένου αυτά να μπορούν να εξεταστούν (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408 και Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 429/2011, απόφαση ημερομηνίας 6.12.2017), ECLI:CY:AD:2017:A444. Ως εκ τούτου, τα ζητήματα που εγέρθηκαν στο πλαίσιο αυτό δεν μπορούν να εξεταστούν εφόσον εκφεύγουν των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Λ.Δ. ν. Μ.Φ., Πολιτική Έφεση αρ. 188/2014, απόφαση ημερομηνίας 19.1.2022), ECLI:CY:AD:2022:A11. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη την απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Ε. 2 για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία να μπορεί να στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε ευθύνη της Δημοκρατίας, ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και/ή άλλως πως. Ούτε, όμως, η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να κριθεί υπεύθυνη για τις όποιες πράξεις ή παραλείψεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με βάση το άρθρο 118 του Συντάγματος ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος, και δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε υπουργείο. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα ύπαρξης ευθύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας για οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις αυτού. Παρομοίως, με βάση το Ν.17(Ι)/2003, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και σε αυτήν ανατίθεται η γενική εποπτεία της κεφαλαιαγοράς και των συναλλαγών που καταρτίζονται στη Δημοκρατία και το εξωτερικό ως προσδιορίζεται στο Νόμο. Πρόκειται για ανεξάρτητο θεσμικό όργανο το οποίο επίσης δεν τυγχάνει εποπτείας από την Δημοκρατία, η οποία ουδεμία ευθύνη φέρει ως προς τούτο. Σημειώνεται, τέλος, πως από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφάνηκε ότι η Ενάγουσα είχε συνάψει συμφωνία με την Εναγόμενη 1 για την αγορά αξιογράφων. Επρόκειτο για μια ιδιωτική συμφωνία και ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την Ενάγουσα από την οποία να προκύπτει ότι το κράτος γνώριζε για την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας ή όφειλε να γνωρίζει για αυτήν ώστε να εναποτίθεται στην Δημοκρατία καθήκον λήψης προληπτικών ή άλλων μέτρα προς το σκοπό προστασίας της Ενάγουσας. Κατάληξη του Δικαστηρίου Συνακόλουθα, η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ................ Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.