← Κύπρος

Aenias Hotel Ltd ν. Έλενας Τσόκκου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Αντώνη Τσόκκου τέως από Αγία Νάπα κ.α., Αρ. Αγωγής: 227/2017, 10/1

Aenias Hotel Ltd ν. Έλενας Τσόκκου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Αντώνη Τσόκκου τέως από Αγία Νάπα κ.α., Αρ. Αγωγής: 227/2017, 10/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 227/2017 Μεταξύ: Aenias Hotel Ltd Ενάγουσας -και-

  1. Έλενας Τσόκκου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Αντώνη Τσόκκου τέως από Αγία Νάπα
  2. Κορνηλίας Τσόκκου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Αντώνη Τσόκκου τέως από Αγία Νάπα Εναγoμένων Αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 12.9.2023 για εξαίρεση Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τις Εναγόμενες 1 και 2 - Αιτήτριες: κ Χρ. Κληρίδης Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ Σοφοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ H παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον μου στις 13.9.2023 για ακρόαση. Με ηλεκτρονικό μήνυμα του ημερομηνίας 12.9.2023 ο συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 ενημέρωσε το Δικαστήριο και την άλλη πλευρά ότι την ίδια ημέρα καταχώρησε αίτηση εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία ορίστηκε στις 23.10.
  3. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η εξαίρεση μου από την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 στην παρούσα αγωγή, η οποία, ως αναφέρει, είναι εξουσιοδοτημένη από την Εναγόμενη 2 να προβεί και εκ μέρους της στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Αφού γίνεται συνοπτική αναφορά στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, υποδεικνύεται πως μεταξύ κάποιων εκ των διαδίκων της παρούσας αγωγής εκκρεμούν, πέραν αυτής, άλλες τέσσερις αγωγές, ως καθορίζονται στις παραγράφους 13 και 14 της ένορκης δήλωσης. Ως σημειώνεται, στις εν λόγω τέσσερις αγωγές, οι Ενάγοντες στις τρείς αγωγές και οι Εναγόμενοι στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με αρ. 657/2016 εκπροσωπούνται από το δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε στο οποίο γενικός διευθυντής είναι ο κύριος Ανδρέας Χαβιαράς (στο εξής ο «Α.Χ.»). Ο Α.Χ. χειρίζεται προσωπικά την αγωγή με αρ. 657/2016, ενώ εμπλέκεται και δίδει οδηγίες σχετικά με όλες τις υπόλοιπες υποθέσεις. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, η αναγκαιότητα καταχώρησης της παρούσας αίτησης προέκυψε μετά την ανάθεση της εκδίκασης της υπόθεσης σε εμένα και ειδικότερα εφόσον έχει περιέλθει στην αντίληψη της ενόρκως δηλούσας ότι έχω, ως η θέση της, οικογενειακή σχέση με τον Α.Χ., καθώς επίσης άτομα του στενού μου οικογενειακού κύκλου συνδέονται κατά σειρά ετών επαγγελματικά και οικονομικά με τον στενό οικογενειακό κύκλο του Α.Χ.. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης (παρατίθεται αυτούσια): «Συγκεκριμένα, πληροφορήθηκα ότι: (α) Η κα Προέδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου είναι σύζυγος με συνεταίρο του αδελφού της συζύγου του κ. Χαβιαρά διαφορετικά, ο συνέταιρος του συζύγου της Προέδρου είναι κουνιάδος του κ. Χαβιαρά. Περαιτέρω, ο γιος του αδελφού του κ. Χαβιαρά, ο έντιμος κ. Δικαστής κ. Λούκας Χαβιαράς, είναι πνευματικό τέκνο (βαφτιστικός) του ίδιου συνεταίρου, δηλαδή του αδελφού της συζύγου του κ. Χαβιαρά και εργαζόταν για χρόνια στο γραφείο που είναι συνέταιρος ο σύζυγος της Έντιμης κα Προέδρου. (Υ) Επίσης ότι ο πεθερός του Έντιμου Δικαστή κ. Λούκα Χαβιαρά δηλαδή ο πεθερός του γιου του αδελφού του κ. Χαβιαρά, είναι πρώτος ξάδελφος με έτερο συνέταιρο στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο, ο οποίος είναι πατέρας του συζύγου της Έντιμης κα Προέδρου. (δ) Επίσης στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο Κούσιος, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ, εργάζεται η κα Αναστασία είναι η θυγατέρα του αδελφού του κ. Ανδρέα Χαβιαρά. (ε) Περαιτέρω στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο, στο οποίο είναι συνέταιρος ο σύζυγος της Έντιμης κα. Προέδρου, εργάζεται η σύζυγος του αδελφού του κ. Χαβιαρά, δηλαδή η νύμφη του». Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι στη βάση του συνόλου των πιο πάνω δεδομένων, έκδηλα δημιουργείται στο μυαλό του αντικειμενικού παρατηρητή η εντύπωση πιθανότητας προκατάληψης μου εναντίον της και ως εκ τούτου είναι ορθό όπως εξαιρεθώ από την εκδίκαση της υπόθεσης. Η ενόρκως δηλούσα πιστεύει ακράδαντα ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν την εξαίρεση μου, εφόσον οι Εναγόμενες δικαιούνται σε ανεπηρέαστη δημόσια ακροαματική διαδικασία ενώπιον ανεπηρέαστου και αμερόληπτου Δικαστηρίου, ως μια από τις βασικές αρχές δικαίου με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: ‑ Δεν υφίσταται νομικό και ουσιαστικό υπόβαθρο για καταχώριση της αίτησης. ‑ Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη, ελλιπής και αντικανονική και δεν έχει ορθή νομική βάση. ‑ Οι Εναγόμενες δεν καταδεικνύουν οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την εξαίρεση του Δικαστηρίου. ‑ Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και περιέχει αναληθείς και αβάσιμους ισχυρισμούς και σε κάθε περίπτωση δεν αποκαλύπτονται εύλογα γεγονότα που να δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία. ‑ Το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε κώλυμα να προχωρήσει με την εκδίκαση της υπόθεσης. ‑ Στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τους ισχυρισμούς ότι η Πρόεδρος έχει οικογενειακές σχέσεις με τον Α.Χ. και ότι υπάρχει πιθανότητα προκατάληψης υπέρ του και εναντίον των Εναγομένων. Επιπρόσθετα, δεν καταδεικνύεται ότι άτομα του στενού οικογενειακού κύκλου της Προέδρου συνδέονται επαγγελματικά και οικονομικά με στενό οικογενειακό κύκλο του Α.Χ.. ‑ Η αίτηση βασίζεται σε εικασίες που προκαλούν σπατάλη του δικαστικού χρόνου και παρεμπόδιση του δικαστικού έργου. ‑ Οι Εναγόμενες προσπαθούν να επιλέξουν Δικαστή άλλο από τον φυσικό Δικαστή της υπόθεσης. Η ένσταση της Ενάγουσας υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή αυτής όπου αναλύονται οι λόγοι ένστασης και περαιτέρω σημειώνεται πως τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 17(α) και (β) της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1, ως είναι διατυπωμένα, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι όλων των πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συνοψίζοντας αυτές σημειώνονται τα εξής: Στη γραπτή του αγόρευση ο κύριος Κληρίδης κάνει καταρχήν αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης αλλά και στο γεγονός της εκκρεμότητας τεσσάρων άλλων υποθέσεων μεταξύ κάποιων εκ των διαδίκων της παρούσας υπόθεσης. Στη συνέχεια ο συνήγορος της Εναγόμενης κάνει αναφορά στις αρχές που διέπουν το θέμα και ειδικότερα στη βασική αρχή ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται. Αναφορικά με το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή, υπέδειξε πως είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Όπως υποστήριξε ο κύριος Κληρίδης, οι αρχές αυτές επιβεβαιώθηκαν στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, Nikolas v Cyprus, application number 63246/10, απόφαση ημερομηνίας 9.1.2018, στην οποία το ΕΔΑΔ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον ένα Δικαστήριο εξασφάλισε το δικαίωμα που αναφέρεται στο άρθρο 6
(1)της ΕΣΔΑ εξετάζεται, μεταξύ άλλων, κατά πόσον από τις όλες συνθήκες και σχέσεις του Δικαστή με οποιοδήποτε από τα μέρη ή δικηγόρους τους, προκύπτει λογική αμφιβολία ότι ελλείπει αμεροληψίας συγκεκριμένος Δικαστή ή σώμα δικαστών. Στο πλαίσιο της αγόρευσης του ο κύριος Κληρίδης παρέπεμψε και στην Δικαστική Πρακτική που ισχύει σήμερα στην Κύπρο και τον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς και πρόσθεσε, με αναφορά σε νομολογία, πως πλέον τα Δικαστήρια επιδεικνύουν μεγαλύτερη ευαισθησία σε παρόμοιας φύσης ζητήματα. Με αυτά ως δεδομένα και στη βάση των όσων αναγράφονται την παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1 που συνοδεύει την αίτηση, ήταν η θέση του κύριου Κληρίδη ότι κωλύομαι να επιληφθώ της παρούσας υπόθεσης και θα ήταν ορθότερη η εξαίρεση μου από την εκδίκαση της. Από την πλευρά του ο κύριος Σοφοκλέους υιοθέτησε τους λόγους ένστασης που προβάλλονται από την Ενάγουσα και υπέδειξε πως στη βάση των ισχυρισμών που τέθηκαν από τις Εναγόμενες 1 και 2 δεν υπάρχει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος, εφόσον δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε συγγενική σχέση μεταξύ του Δικαστηρίου και του Α.Χ., όπως ούτε και ότι άτομα του στενού οικογενειακού κύκλου του Δικαστηρίου συνδέονται με τον στενό οικογενειακό κύκλο του Α.Χ.. Προς υποστήριξη των θέσεων του ο κύριος Σοφοκλέους παράπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία που συνηγορεί, κατά τον ίδιο, στην απόρριψη της αίτησης. Προχωρώ να εξετάσω το υποβληθέν αίτημα. Με βάση το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε διάδικο ή κατηγορούμενο πρόσωπο, δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου. Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του δικαστή, αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη γνωστή αρχή δικαίου ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται (βλ. Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268). Ο δικαστής τεκμαίρεται ότι είναι αμερόληπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το τεκμήριο αμεροληψίας μπορεί να ανατραπεί όταν τεθεί θέμα αμεροληψίας, οπότε και εξετάζεται με βάση τόσο το υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή την προσωπική περίπτωση του κάθε δικαστή, όσο και με βάση το αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή κατά πόσον ο δικαστής έδωσε εγγυήσεις ικανοποιητικές για να αποκλειστεί οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία περί έλλειψης αμεροληψίας. Το κριτήριο προκατάληψης για εξαίρεση ενός δικαστή, συνίσταται στο κατά πόσον θα δημιουργηθεί η εντύπωση στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα προκατάληψης από το δικαστή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1 Α.Α.Δ. 761). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές (βλ. Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) και Porter ν. Magill [2002] 2 ΑC 357). Στην απόφαση PalTekinder και Άλλη ν. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, με αναφορά και στις υποθέσεις Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279 και Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, το Ανώτατο Δικαστήριο προσδιόρισε τον «δίκαια σκεπτόμενο και πληροφορημένο παρατηρητή» ως ακολούθως: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο». Αποτελεί, επίσης, σημαντική αρχή της νομολογίας ότι ο δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ. 1)
(1998)1 Α.Α.Δ. 706). Στην υπόθεση Δέσπω Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 80 τονίστηκε ότι η ευαισθησία του Δικαστή δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης, μεταξύ των οποίων και η αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Τέλος, στην υπόθεση Markides v. The Republic
(1984)3 C.L.R. 304, αναφέρονται τα πιο κάτω αναφορικά με το ζήτημα της προκατάληψης Δικαστή που δικαιολογεί την εξαίρεση του από την υπόθεση: «Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2) [1999] 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του.» Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί πως το ζήτημα της αμεροληψίας του δικαστή αποτελεί θέμα για το οποίο γίνεται ειδική πρόνοια στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, στο Μέρος Γ.2 με τίτλο «Αμεροληψία» προβλέπονται τα εξής: «2. ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑ» Η αμεροληψία επιβάλλεται ως ύψιστη υποχρέωση από τον ίδιο τον όρκο του Δικαστή ο οποίος έχει καθήκον να είναι και να φαίνεται αμερόληπτος και απαλλαγμένος από προκαταλήψεις, μέσα και έξω από το δικαστήριο. ................ 2.5 Τηρουμένης της Δικαστικής Πρακτικής ημερομηνίας 17 Μαρτίου 1988, όπως αυτή τροποποιήθηκε, ο δικαστής, εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την πραγματική ή φαινομενική μεροληψία, θα προχωρεί σε εξαίρεση του εαυτού του από οποιαδήποτε διαδικασία στην οποία έχει κώλυμα να αποφασίσει την υπόθεση αμερόληπτα ή στην οποία μπορεί να φανεί σε ένα εύλογο παρατηρητή ότι έχει κώλυμα να αποφασίσει την υπόθεση αμερόληπτα. Τέτοιες διαδικασίες συμπεριλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε περιπτώσεις όπου 2.5.1 ο δικαστής έχει πραγματική μεροληψία ή προκατάληψη σχετικά με διάδικο ή προσωπική γνώση για αμφισβητούμενα αποδεικτικά γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία, 2.5.2 ο δικαστής υπηρετούσε προηγουμένως ως δικηγόρος ή ήταν ουσιώδης μάρτυρας στην υπόθεση, ή 2.5.3 ο δικαστής, ή ένα μέλος της οικογένειας του, έχει οικονομικό συμφέρον από το αποτέλεσμα της υπόθεσης». Σχετικό με τα θέματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης είναι και το Μέρος Γ.4 που τιτλοφορείται «Ορθή Συμπεριφορά» και πιο συγκεκριμένα η παράγραφος 4 αυτού που προνοεί πως ο δικαστής δεν συμμετέχει στην εκδίκαση της υπόθεσης στην οποία, εν γνώσει του, οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του δικαστή είναι συνδεδεμένο με την υπόθεση. Ως προκύπτει από την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1, επιδιώκεται η εξαίρεση μου από την εκδίκαση της υπόθεσης στη βάση δυο ζητημάτων που αφορούν στον συνήγορο της Ενάγουσας. Πρώτον, στην ύπαρξη οικογενειακής σχέσης του Α.Χ. με το άτομο μου. Δεύτερον, τη σύνδεση ατόμων του στενού μου οικογενειακού κύκλου, επαγγελματικά και οικονομικά, με άτομα του στενού οικογενειακού κύκλου του Α.Χ. Σε ό,τι αφορά τον πρώτο πυλώνα, σημειώνω πως ούτε εγώ προσωπικά, αλλά ούτε και τα μέλη της οικογένειας μου, ως τούτη ορίζεται στην Δικαστική Πρακτική ημερομηνίας 28.1.2019[1], έχουμε οποιαδήποτε οικογενειακή σχέση με τον Α.Χ. Επομένως, το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί σε αυτή τη βάση. Σε σχέση με το δεύτερο πυλώνα, είναι στο στάδιο αυτό ορθό να λεχθεί πως τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στις παραγράφους 17(β) - (ε) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν ισχύει, ωστόσο, το ίδιο σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 17(α) καθότι, ως πληροφορούμαι, το πρόσωπο στο οποίο γίνεται αναφορά δεν είναι συνέταιρος στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο αλλά εργοδοτούμενος. Καθίσταται από την αρχή σαφές πως τα όσα επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων δεν κατατάσσουν την όποια σχέση μου με τον Α.Χ. (ως τούτη προσδιορίζεται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, με την πιο πάνω επιφύλαξη σε σχέση με την υποπαράγραφο (α)) στις περιπτώσεις που ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς θα επέβαλλε την εξαίρεση μου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, εφαρμόζοντας το κριτήριο που καθιέρωσε η νομολογία στη βάση των δεδομένων που προβάλλουν οι Αιτήτριες, κρίνω πως το αίτημα δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Και τούτο διότι ο μέσος εχέφρων πολίτης ο οποίος είναι περιβεβλημένος με επαρκή γνώση των γεγονότων και με κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους αλλά και απαλλαγμένος από καχυποψία, ουδόλως θα μπορούσε να εκλάβει ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να ήταν προκατειλημμένο εναντίον των Εναγομένων στη βάση των λόγων που προβάλλονται. Περί καχυποψίας, στην ουσία, ο λόγος. Τίποτε περισσότερο. Υποδεικνύεται, περαιτέρω, πως στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος υπό το πρίσμα του «αντικειμενικού παρατηρητή» θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη «ότι δικαστές και δικηγόροι είναι πεπαιδευμένοι και έμπειροι επαγγελματίες» (βλέπε Typye (πιο πάνω)), και πρωτίστως και κυρίως λειτουργοί της δικαιοσύνης. Εύλογα, λοιπόν, «ο μέσος δίκαιος παρατηρητής» μπορεί να αναμένει ότι θα ανταποκριθούν στο καθήκον τους σε κάθε δεδομένη υπόθεση. Αποτελεί κρίση μου πως στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο υποκειμενικά ή αντικειμενικά κρινόμενο θα επέβαλλε ή θα δικαιολογούσε την εξαίρεση μου από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αντιθέτως, κρίνω ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα ισοδυναμούσε στην ουσία με παραίτηση εκ μέρους μου, του Δικαστικού καθήκοντος να επιληφθώ της υπόθεσης όπως αυτό μου επιβάλει το Σύνταγμα, ο Νόμος αλλά και η Δικαστική μου συνείδηση. Επιπλέον, θα δινόταν με αυτό τον τρόπο δικαίωμα στις Αιτήτριες για επιλογή της σύνθεσης του Δικαστηρίου, γεγονός που δεν είναι μόνο ανεπίτρεπτο αλλά ενέχει δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας, ορατούς κινδύνους για την εν γένει απονομή της δικαιοσύνης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η αίτηση εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της υπόθεσης απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να είναι στην πορεία της υπόθεσης, σε καμία περίπτωση, όμως, εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ) .............. Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Οικογένεια του δικαστή» για σκοπούς της παρούσας πρακτικής περιλαμβάνει γονείς, σύζυγο, τέκνα, συζύγους τέκνων, αδελφούς, τέκνα αδελφών και συζύγους αδελφών, πρόσωπα με τα οποία ο δικαστής διατηρεί σχέση πεθερού - γαμπρού/νύμφης ή συμπεθέρου και πρόσωπα με τα οποία έχουν μαζί του πνευματική συγγένεια». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.