← Κύπρος

THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LIMITED ν. CH. & E. CAROLINE LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 650/2016, 6/11/2023

THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LIMITED ν. CH. & E. CAROLINE LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 650/2016, 6/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €2.000 - €10.000 Αριθμός Αγωγής: 650/2016 Μεταξύ: THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LIMITED Ενάγοντες και CH. & E. CAROLINE LIMITED Εναγόμενοι Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Κυριάκου μαζί με κα Δημητρίου και κα Μακρή για Λ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ΚΑΙ ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Καρά μαζί με κα Δανιήλ για ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΚΑΡΑΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας αποτέλεσε η άρνηση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των €7.365,95 έναντι της κατ' ισχυρισμό οφειλής της, κατά παράβαση της συμφωνίας ημερ. 28.7.

  1. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, τους οποίους παραθέτω συνοπτικά, η ενάγουσα αποτελεί αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και κύριος σκοπός των δραστηριοτήτων της είναι η διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας τα οποία σχετίζονται με την δημόσια εκτέλεση, μετάδοση, αναμετάδοση και εκπομπή μουσικών έργων. Δια των αντιπροσώπων της, η ενάγουσα συνάπτει γραπτές συμφωνίες με τις οποίες παρέχει άδειες μουσικών συγγραφικών δικαιωμάτων σε σχέση με μουσικά έργα τα οποία ανήκουν στο ρεπερτόριό της και εισπράττει δικαιώματα τα οποία ακολούθως διανέμει στα μέλη της. Αντιπρόσωπος της ενάγουσας στην Κύπρο, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι η Ρ.Μ. Σκουφαρίδης & Συνεταίροι Λτδ. Κατά ή περί την 28.7.2004 υπογράφτηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης έγγραφη συμφωνία για έκδοση άδειας αναφορικά με την δημόσια μετάδοση, εκτέλεση, αναμετάδοση και εκπομπή μουσικών έργων στο υποστατικό με την επωνυμία «Eden Square». Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό επ' ονόματι της εναγομένης και εξέδιδε και παρέδιδε σχετικά τιμολόγια σε αυτήν. Η εναγόμενη μέχρι και το τέλος του 2010 κατέβαλλε συνεχώς και αδιαλείπτως τα οφειλόμενα βάσει των τιμολογίων ποσά. Εντούτοις, παρά την έκδοση και παράδοση των τιμολογίων που αφορούσαν τα έτη από το 2011 μέχρι και το 2015 και παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας, η εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Δια της Υπεράσπισής της, η εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και την καλεί σε απόδειξη των ισχυρισμών της, πλην του ισχυρισμού ότι η ίδια αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Αμμόχωστο. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγομένης, τους οποίους παραθέτω επίσης συνοπτικά, ουδέποτε η εναγομένη υπέγραψε την συμφωνία ημερ. 28.7.2004 και ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία με την ενάγουσα. Περαιτέρω, η εναγόμενη διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι υπεγράφη η συμφωνία ημερ. 28.7.2004, η εν λόγω συμφωνία ήταν άκυρη λόγω έλλειψης ανταλλάγματος. Αποτελεί επίσης διαζευκτικό ισχυρισμό της εναγομένης, ότι οι όροι της συμφωνίας ημερ. 28.7.2004 είναι προδιατυπωμένοι και καταχρηστικοί και συνεπακόλουθα, άκυροι. Η εναγόμενη ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε παρέλαβε ή παραδόθηκε σε αυτήν οποιοδήποτε τιμολόγιο, ενώ ουδέποτε η ενάγουσα την όχλησε ή τερμάτισε την συμφωνία ημερ. 28.7.2004 και ουδέποτε κατέστησε ολόκληρο το ποσό απαιτητό. Με το δικόγραφο της Απάντησης, η ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η Έκθεση Απαίτησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Από πλευράς ενάγουσας, πρώτος προσέφερε μαρτυρία ο Μ.Σ. (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και περαιτέρω αναφέρει ότι είναι εργοδοτούμενος και Διευθυντής της R.M. SKOUFARIDES & CO LIMITED (στο εξής η «R.M.») η οποία είναι η εγγεγραμμένη αντιπρόσωπος της ενάγουσας στην Κύπρο. Ως επίσης αναφέρει ο ΜΕ1, η ενάγουσα συνάπτει γραπτές συμφωνίες σχετικά με τα συγγραφικά δικαιώματα των μουσικών έργων που ανήκουν στο ρεπερτόριο το οποίο εκπροσωπεί. Πρόκειται για τεράστιο όγκο συγγραφικών μουσικών έργων και η αναλυτική αναφορά σε αυτά είναι πρακτικά αδύνατη. Η ενάγουσα, συνεχίζει ο ΜΕ1, είναι συμβεβλημένη με πληθώρα δημιουργών (στιχουργών και μουσικοσυνθετών), οι οποίοι έχουν εκχωρήσει τα συγγραφικά πνευματικά τους δικαιώματα σε αυτήν, είτε προσωπικά, είτε εκπροσωπούμενοι από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως φαίνεται από την ιστοσελίδα της ενάγουσας, ο αριθμός των δημιουργών που έχουν συμβληθεί με αυτήν ανέρχεται σε 160.000, ενώ εκπροσωπεί περί τα 30 εκατομμύρια συγγραφικά μουσικά έργα. Επιπρόσθετα ο ΜΕ1 αναφέρει ότι πολιτική της ενάγουσας είναι όπως οι αντιπρόσωποί της επεξηγούν την ιδιότητά τους και το φάσμα των δικαιωμάτων που εκπροσωπούν στους εκάστοτε αντισυμβαλλόμενους, ήτοι τα πνευματικά δικαιώματα του στιχουργού και του μουσικοσυνθέτη του εκάστοτε μουσικού έργου, αναφορικά με τα οποία οφείλουν να καταβάλλουν αντίτιμο για την δημόσια μετάδοση, εκτέλεση, αναμετάδοση και εκπομπή. Αναφορικά με την συμφωνία ημερ. 28.7.2004, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι αυτή υπογράφτηκε μεταξύ της αποβιώσασας αδερφής του υπό την ιδιότητά της ως Διευθύντριας της R.M. εκ μέρους της ενάγουσας και από κάποιον Γ.Α. εκ μέρους της εναγομένης, ο οποίος παρουσιάστηκε ως δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγομένη για να το πράξει. Μέσα στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 κατέθεσε τα ακόλουθα Τεκμήρια: - Τεκμήριο 1: Δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από αντίγραφα πιστοποιητικών εγγραφής της ενάγουσας και της R.M. στον Έφορο Εταιρειών, πιστοποιητικό δια του οποίου η R.M. εξουσιοδοτείται να αποδέχεται εκ μέρους της ενάγουσας ειδοποιήσεις και δικαστικά έγγραφα και έγγραφο δια του οποίου η ενάγουσα διορίζει τον ΜΕ1 ως αντιπρόσωπό της για σκοπούς διαχείρισης των δικαιωμάτων του ρεπερτορίου της στην κυπριακή επικράτεια. - Τεκμήριο 2: Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της ενάγουσας. - Τεκμήριο 3(α): Λίστα των αλλοδαπών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων με τους οποίους είναι συμβεβλημένη η ενάγουσα. - Τεκμήριο 13(β): Αντίγραφο της ιστοσελίδας της ενάγουσας. - Τεκμήριο 3(γ): Αντίγραφα από τις ιστοσελίδες ενός ελληνικού, ενός αμερικανικού και ενός ισραηλινού οργανισμού συλλογικής διαχείρισης με τους οποίους είναι συμβεβλημένη η ενάγουσα. - Τεκμήριο 4: Συμφωνία ημερ. 28.7.
  2. - Τεκμήριο 5: Κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με την εναγομένη για την περίοδο από 2004 μέχρι
  3. - Τεκμήριο 7: Δέσμη αποτελούμενη από 6 τιμολόγια από το 2011 μέχρι και το 2015 για τους μήνες Απρίλιο μέχρι Οκτώβριο. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ενόψει του ότι υπάρχουν πολλά υποστατικά και κατά νόμο υπεύθυνοι ήταν οι ιδιοκτήτες, εκδόθηκε μία άδεια για όλα τα υποστατικά, ασχέτως ποιος θα τα διαχειριζόταν μελλοντικά. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η εναγόμενη ενημερώθηκε για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων, ενώ σε υποβολή ότι η εναγόμενη δεν υπέγραψε και την πίσω σελίδα της συμφωνίας ημερ. 28.7.2004, επειδή δεν τέθηκε σε γνώση της, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι ο αδειούχος ενημερώνεται για τα πάντα και ότι εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει χώρος υπογραφής αλλού. Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει επακριβώς την ιδιότητα του Γ.Α., αλλά στις επικοινωνίες τους, ως ανέφερε, παρουσιαζόταν ως εξουσιοδοτημένος από την εναγομένη. Ερωτηθείς εάν η συμφωνία ημερ. 28.7.2004 είναι προδιατυπωμένη, ο ΜΕ1 απάντησε ότι οι όροι της άδειας είναι ίδιοι για όλους και όλοι οι όροι της συμφωνίας είναι καταγεγραμμένοι και οι αδειούχοι γνωρίζουν πώς μπορούν να την ακυρώσουν. Ως προς την αυτόματη αύξηση που προβλέπει η επίδικη συμφωνία, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτή ήταν απαίτηση του Συνδέσμου Ξενοδόχων και Κέντρων Αναψυχής, ώστε να διασφαλίσουν ότι σε περίπτωση ανόδου του πληθωρισμού, η ενάγουσα δεν θα μπορεί να αυξήσει κατά το δοκούν το ποσό, καθώς η μη έκδοση τέτοιων αδειών συνιστά ποινικό αδίκημα. Η χρήση του Δείκτη Λιανικών Τιμών, συνέχισε ο μάρτυρας, έγινε για την προστασία των χρηστών και όχι της ενάγουσας. Σε σχέση με τον καθορισμό του πληθωρισμού, ο ΜΕ1 απάντησε ότι λαμβάνεται από την κυβέρνηση το «retail pricing list» καθώς αν δεν υπήρχε ο όρος αυτός, κάθε χρόνο θα έπρεπε να διαπραγματεύονται τι πρέπει να πληρώσουν οι αδειούχοι. Σε υποβολή ότι υπάρχουν και άλλοι οργανισμοί οι οποίοι διαχειρίζονται το δικαίωμα μετάδοσης τραγουδιού, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι οι άλλοι οργανισμοί διαχειρίζονται άλλα δικαιώματα. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης κατά την αντεξέτασή του ότι πρακτική είναι να στέλνουν τα τιμολόγια στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία και ακολουθούν τηλεφωνήματα από τους υπεύθυνους της κάθε περιοχής και γίνονται επισκέψεις στα υποστατικά, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος ήταν υπεύθυνος της περιοχής Αμμοχώστου για τα έτη 2010 -
  4. Ο ίδιος συναντήθηκε με τους Διευθυντές της εναγομένης περί τα έτη 2015 - 2016, οι οποίοι έκαναν πρόταση πληρωμής και περί τον Οκτώβριο του 2013 πλήρωσαν τις οφειλές μέχρι και το
  5. Κατά την επανεξέτασή του ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι η ενάγουσα εκπροσωπεί τους δημιουργούς και τους δικαιούχους των οποίων τα δικαιώματα μετάδοσης, αναμετάδοσης και εκπομπής έχουν διάρκεια ζωής τα 70 χρόνια και ότι υπάρχουν και μέλη τους που είναι κληρονόμοι των. Άλλοι οργανισμοί, ως ανέφερε, διαχειρίζονται άλλου είδους δικαιώματα, όπως τα συγγενικά. Δεύτερος προσέφερε μαρτυρία ο Π.Ξ. από πλευράς ενάγουσας (στο εξής ο «ΜΕ2»), διευθυντής της COMMERCIAL CREDIT MANAGEMENT LTD (στο εξής η «CCM») εταιρείας που ασχολείται με την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών. Ως εξήγησε κατά την κυρίως εξέτασή του, η CCM λαμβάνει χαρτοφυλάκια των πελατών της αναφορικά με ληξιπρόθεσμες οφειλές και αναλαμβάνει την ενημέρωση των οφειλετών και προσπαθεί να εισπράξει τις οφειλές. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στον τρόπο με τον οποίο οι υπάλληλοι της CCM έρχονται σε επαφή με τον οφειλέτη με σκοπό την είσπραξη της οφειλής που υπάρχει έναντι του εκάστοτε πελάτη, καθώς επίσης και στην κατηγοριοποίηση των οφειλετών σε οφειλέτες υψηλού ή χαμηλού κινδύνου, σε οφειλέτες διατεθειμένους να πληρώσουν ή όχι. Ως ο ΜΕ2 ανέφερε επίσης, η διαδικασία που ακολουθείται από την CCM καταγράφεται σε σύστημα με αναφορές («reports down to the second»), δηλ. η οποιαδήποτε κίνηση γίνεται, καταγράφεται στο σύστημα. Ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να καταγραφεί κάποια ενέργεια που έλαβε χώρα το 2013, εφόσον το σύστημα ως χαρακτηριστικά ανέφερε «κλειδώνει» και το λογισμικό δεν μπορεί να αλλάξει. Αναφορικά με την ενάγουσα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είναι πελάτισσα της CCM από το 2013, όταν και έλαβε οδηγίες είσπραξης ορισμένων οφειλών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η οφειλή της εναγομένης. Ως εξήγησε, η CCM λάμβανε οδηγίες από το γραφείο της Κύπρου, παρόλο που πελάτης της ήταν η PRS UK. Ως Τεκμήριο 7 ο μάρτυρας κατέθεσε έγγραφο στο οποίο φαίνεται το ιστορικό της υπόθεσης, ως μέρος του αρχείου της επιχείρησης της CCM μαζί με σχετικό πιστοποιητικό, και εξήγησε τα όσα εμφαίνονται επί του εν λόγω εγγράφου. Ως επίσης ο ΜΕ2 ανέφερε, κατόπιν συνομιλιών, η εναγόμενη προχώρησε σε δύο πληρωμές. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις για διευθέτηση του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού οι οποίες ναυάγησαν και εν τέλει ο φάκελος έκλεισε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο υπάλληλος που ερχόταν σε επικοινωνία με την εναγομένη είχε άδεια δικηγόρου και παρόλο που δεν γνώριζε τι ακριβώς διημείφθη μεταξύ του συγκεκριμένου υπαλλήλου και της εναγομένης την 16.10.2013, οι υπάλληλοι της εταιρείας είναι εκπαιδευμένοι να εξηγούν τι είναι το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως προς το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού, η CCM λαμβάνει το ποσό από τον εκάστοτε πελάτη της, επομένως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο το ποσό αυτό είχε αλλάξει. Ερωτηθείς εάν η εναγόμενη αποτελεί μέρος του «Karoullas Group», ως η σημείωση επί του Τεκμηρίου 7, ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τα όσα αναγράφονταν επί τούτου και ανέφερε ότι τα όσα καταγράφονται στις σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 7, αποτελούν σημειώσεις του εκάστοτε υπαλλήλου. Αναφορικά με την Δ.Λ., η οποία παρουσιαζόταν εκ μέρους της εναγομένης, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν έγινε έρευνα στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως το συγκεκριμένο πρόσωπο παρουσιαζόταν ως πρόσωπο το οποίο ανήκε στο ανθρώπινο δυναμικό της εναγομένης και ως υπεύθυνη να χειριστεί το θέμα. Από πλευράς εναγομένης ενώπιόν μου μαρτυρία προσέφερε ο Ν.Κ. (στο εξής ο «ΜΥ1»), ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει ότι έλαβε γνώση αναφορικά με την ενάγουσα περί το 2013 τηλεφωνικώς. Ενόψει του ότι ο πατέρας του απεβίωσε περί το 2009, αποφάσισαν μαζί με τα αδέρφια του να παραχωρήσουν την διαχείριση κάποιων εκ των υποστατικών σε τρίτα πρόσωπα. Περί το 2015 ο αδερφός του διορίστηκε διευθυντής της εναγομένης, η οποία περί το 2016 ανακατέλαβε την διαχείριση των υποστατικών. Ως επίσης ο ΜΥ1 αναφέρει, ουδέποτε του προσκομίστηκε η επίδικη συμφωνία, οποιοδήποτε τιμολόγιο ή κατάσταση λογαριασμού. Περί το 2013, συνεχίζει ο μάρτυρας, εις ένδειξη καλής θέλησης και όχι αναγνώρισης οφειλής, καταβλήθηκε κάποιο ποσό για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης, εφόσον βασίστηκε στις υποδείξεις της ενάγουσας, ότι δηλαδή το ποσό αυτό οφείλετο από τον πατέρα του και δεν ήθελε να υπάρχουν οποιεσδήποτε εκκρεμότητες που θα προσέβαλλαν την μνήμη του. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι για τα έτη 2009 - 2015 ο ίδιος ήταν διευθυντής της εναγομένης. Καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 4, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η εκεί αναγραφόμενη διεύθυνση είναι η διεύθυνση της εναγομένης και ότι εκεί βρίσκονται τα κατ' ισχυρισμό αδειοδοτημένα υποστατικά. Ως επίσης ανέφερε ο ΜΥ1, η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε από τον Γ.Α., ο οποίος ήταν διευθυντής της επιχείρησης, εργάστηκε στην εναγομένη περί τα 2 έτη και αποχώρησε περί το
  6. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, μπόρεσα να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Αρχίζοντας από τον ΜΕ1, σημειώνω ότι μου έκανε θετική εντύπωση. Ο μάρτυρας απαντούσε με φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, η οποία να πλήξει την αξιοπιστία του. Εντούτοις, ο ΜΕ1 ως διευθυντής της εταιρείας που αντιπροσωπεύει την ενάγουσα στην Κύπρο, - πράγμα το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά -, δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία με την οποία να αναφέρει στο Δικαστήριο ποιο είναι το ρεπερτόριο, δηλ. τα μουσικά έργα, τα συγγραφικά δικαιώματα των οποίων η ενάγουσα εκπροσωπεί. Ομοίως, καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε με την οποία να αναφέρει στο Δικαστήριο ποιοι είναι οι δικαιούχοι των πνευματικών δικαιωμάτων τα οποία η ενάγουσα εκπροσωπεί και με ποιο τρόπο, ούτε και κατά πόσο η ενάγουσα διατηρεί κάποιο σύστημα με το οποίο να γνωρίζει εάν τα μουσικά έργα που διαχειρίζεται η ενάγουσα, μεταδόθηκαν στα υποστατικά της εναγομένης. Ως ο ίδιος ο ΜΕ1 αναφέρει στην γραπτή του δήλωση: «Οι Ενάγοντες εκπροσωπούν ένα τεράστιο όγκο συγγραφικών μουσικών έργων και η αναλυτική αναφορά σε αυτά είναι πρακτικά αδύνατη». Ως προς τα Τεκμήρια 3(α) - 3(γ) τα οποία κατέθεσε ο ΜΕ1, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[8] Ειδικότερα, τα εν λόγω έγγραφα εκτυπώθηκαν από τον προσωπικό υπολογιστή του ΜΕ1 και δεν παρουσιάστηκαν ως επίσημα έγγραφα της ενάγουσας, είναι ανυπόγραφα και δεν φέρουν ημερομηνία. Πρόκειται για λίστα με τις χώρες όπου κατ' ισχυρισμό δραστηριοποιείται η ενάγουσα, την ιστοσελίδα της και τις ιστοσελίδες τρίτων οργανισμών με τους οποίους κατ' ισχυρισμό η ενάγουσα συνεργάζεται. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί δεν κλητεύθηκαν τα πρόσωπα τα οποία συνέταξαν τα εν λόγω έγγραφα ώστε να αντεξετασθούν και να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο, ούτε και θεωρώ εν πάση περιπτώσει ότι πρόκειται για μαρτυρία η οποία εξυπηρετεί την διαδικασία, σε συνάρτηση πάντοτε με τις αρχές περί δίκαιης έκβασης της υπόθεσης.[9] Αναφορικά με τον ΜΕ2, η εντύπωση που απεκόμισα ήταν θετική. Ο εν λόγω μάρτυρας με φυσικότητα απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και με λεπτομέρειες εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο η CCM δραστηριοποιείται. Περαιτέρω, σε κανένα σημείο η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που να πλήξουν την αξιοπιστία του. Σε σχέση με τα όσα καταγράφονται επί του Τεκμηρίου 7 υπό την επικεφαλίδα «Notes», τα οποία ως ο ΜΕ2 εξήγησε αποτελούν σημειώσεις υπαλλήλων που είχαν επικοινωνία με την εναγομένη, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Ωστόσο, τα πρόσωπα τα οποία προέβησαν στις εν λόγω σημειώσεις και επικοινωνίες δεν κλητεύθηκαν για να προσφέρουν σχετική μαρτυρία. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης εξ ακοής μαρτυρίας, υπό το φως των ειδικών περιστάσεων και των αναγκών της υπόθεσης, το ότι καμία λογική ή πειστική εξήγηση δεν δόθηκε για την μη κλήτευση των προσώπων αυτών, αλλά και το ότι ουσιαστικά ο ΜΕ2 εξήγησε το ιστορικό της υπόθεσης βασιζόμενος στις συνήθεις διαδικασίες που ακολουθούντο στην CCM, δεν προσδίδω στις εν λόγω σημειώσεις οποιαδήποτε βαρύτητα. Πρόσθετα σημειώνω ότι λαμβάνω επίσης υπόψη και το χρονικό διάστημα που διέρρευσσε, από την ημερομηνία που οι εν λόγω σημειώσεις καταγράφησαν μέχρι και την προσκόμιση της μαρτυρίας του ΜΕ2 στο Δικαστήριο. Ούτε και θεωρώ ότι η προσκόμιση πιστοποιητικού ότι το Τεκμήριο 7 αποτελεί μέρος αρχείου επιχείρησης διαφοροποιεί τα πιο πάνω, εφόσον ως ο ίδιος ο ΜΕ2 εξήγησε, πρόκειται για σημειώσεις τρίτων προσώπων οι οποίοι χειρίζονταν την υπόθεση και είχαν τηλεφωνικές επικοινωνίες με τα πρόσωπα που παρουσιάζονταν εκ μέρους της εναγομένης, τα οποία δεν αντεξετάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τις σημειώσεις τους αυτές, ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου

(2016)1 ΑΑΔ 1779 όπου αναλύονται οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης εξ ακοής μαρτυρίας και μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά για την εξ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές το ζήτημα διέπεται από τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο 32(Ι)/
  1. Εφόσον μαρτυρία προερχόμενη από ηλεκτρονικό υπολογιστή ταξινομείται ως εξ ακοής, το δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 36 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μπορεί, για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης και αφού λάβει υπόψιν του, όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο ή αρχείο ή είδος εγγράφων ή αρχείων». Σε σχέση με το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ2 αναφορικά με τα όσα διημείφθησαν μεταξύ του υπαλλήλου της CCM και της εναγομένης την 16.10.2013, πρόκειται για εικασίες του ΜΕ2, στη βάση της εκπαίδευσης που παρέχει η CCM στους υπαλλήλους της. Υπενθυμίζεται ωστόσο ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται βάσει της μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιόν του και όχι εικάζοντας.[10] Στρεφόμενη στον ΜΥ1, η εντύπωση που έδωσε στο Δικαστήριο ήταν θετική, καθότι μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και απάντησε με αυθορμητισμό και φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν. Ούτε και εντόπισα οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, η οποία να με οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα. Ωστόσο, ως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, ενεργούσε υπό την ιδιότητα του διευθυντή της εναγομένης από το 2009 μέχρι το 2015, ενώ η διαχείριση των κέντρων αναψυχής είχε ανατεθεί σε τρίτα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατό να ήταν γνώστης των όσων έλαβαν χώρα σε προγενέστερο στάδιο, δηλαδή κατά την συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης. Ως ανέφερε, θέση την οποία αποδέχομαι, έλαβε γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της ενάγουσας περί το
  2. Σε ότι αφορά στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αναφορικά με ζητήματα νομικής υφής, δεν θεωρώ ότι περιέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία του, καθώς δεν κατέθεσε ως νομομαθής ή εμπειρογνώμονας αναφορικά με νομικά ζητήματα. Εν πάση περιπτώσει, η απόφανση επί νομικών ζητημάτων είναι έργο του Δικαστηρίου. Τέλος, δεν θεωρώ ότι οι απαντήσεις του μάρτυρα στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν αναφορικά με την διεύθυνση των επίδικων κέντρων αναψυχής πλήττουν την αξιοπιστία του, εφόσον ο ΜΥ1 χωρίς υπεκφυγές ανέφερε ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση πράγματι ανήκει στην εναγομένη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει εγγραφεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αλλοδαπή εταιρεία και έχει διορίσει ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό της την R.M., εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Διευθυντής της R.M. είναι ο ΜΕ
  3. Η εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Αμμόχωστο. Την 28.7.2004 υπογράφτηκε συμφωνία δια της οποίας η ενάγουσα χορηγεί στην εναγομένη άδεια με την οποία την εξουσιοδοτεί να εκτελεί δημοσίως στα υποστατικά με τις ονομασίες Mykonos, Kamakura, Mexican και Eva Snack Bar, οιουδήποτε και κάθε μουσικού έργου που εκάστοτε περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο της ενάγουσας και των εκάστοτε μετ' αυτής προσεταιριζομένων παρόμοιων οργανισμών. Η συμφωνία ημερ. 28.7.2004 φέρει σφραγίδα της εναγομένης και υπογράφτηκε μεταξύ του Γ.Α., υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της επιχείρησης της εναγομένης και της R.M., ως αντιπροσώπου της ενάγουσας, μέσω της αποβιώσασας τότε διευθύντριας της R.M. Η ενάγουσα εξέδιδε και απέστελλε τιμολόγια αναφορικά με κάθε έτος προς την εναγομένη, στην διεύθυνση που αναγράφεται στην συμφωνία ημερ. 28.7.2004, όπου βρίσκονταν τα κέντρα αναψυχής τα οποία καταγράφονται στην επίδικη συμφωνία. Μέχρι και το 2009, η εναγόμενη κατέβαλλε τα δυνάμει των τιμολογίων ποσά. Περί τον Σεπτέμβριο του 2013 η R.M. ανέθεσε στην CCM την είσπραξη του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού. Περί τον Οκτώβριο του 2013 η εναγόμενη πλήρωσε τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα έτη 2010 και
  4. Μέχρι και το 2015 γίνονταν συζητήσεις για διευθέτηση μεταξύ της εναγομένης, της CCM και του ΜΕ
  5. Εντούτοις, δεν καταβλήθηκε οιονδήποτε άλλο ποσό από την εναγομένη προς την ενάγουσα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν οι ευπαίδευτες συνήγοροι των μερών προς υποστήριξη των θέσεων τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[11] Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[12] Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι αρχικά σε εξέταση της θέσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης περί έλλειψης νομιμοποίησης της ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή. Ως επιχειρηματολογείται στην γραπτή της αγόρευση, η ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να διαφαίνεται ότι οι δημιουργοί των μουσικών έργων της εκχώρησαν το δικαίωμα να καταχωρεί αγωγές εκ μέρους τους, ενώ ο Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμος, Ν. 59/76, δεν αναγνωρίζει αυτοδίκαια τέτοιο δικαίωμα. Σχετικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει το συγκεκριμένο ζήτημα παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 388/2011 ημερ. 7.7.2017: «Οι παραπάνω εισηγήσεις των εφεσειόντων δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Θέματα που ανάγονται στην τήρηση της δημόσιας τάξης, όπως αυτό της νομιμοποίησης των εφεσειόντων να καταχωρίσουν και να προωθήσουν την υπό αναφορά αίτηση, εξετάζονται και πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ex proprio motu). Ούτε είναι ορθή η θέση των εφεσειόντων ότι έλαβαν γνώση για το ζήτημα που εδώ απασχολεί για πρώτη φορά με την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Όπως προκύπτει τόσο από την απόφαση του Δικαστηρίου, όσο και από τα τηρηθέντα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, το ζήτημα είχε τεθεί με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των εφεσιβλήτων, η οποία, όπως μνημονεύεται στα πρακτικά, αναγνώσθηκε στην παρουσία της συνηγόρου των εφεσειόντων κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων των διαδίκων, αφού της παραδόθηκε αντίγραφο. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν φαίνεται να ζήτησε από τους εφεσείοντες να τοποθετηθούν επί του ζητήματος. Δεν είχε όμως τέτοια υποχρέωση. Οι εφεσείοντες δε, έχοντας ακούσει τις εισηγήσεις των εφεσιβλήτων, θα μπορούσαν, αν επιθυμούσαν, να ζητήσουν από το Δικαστήριο να τους επιτραπεί, να εκφράσουν και τις δικές τους απόψεις για το ζήτημα, κάτι το οποίο, όμως, δεν έπραξαν. Αναγνωρίζουμε, βέβαια, ότι θα ήταν επιθυμητό να είχε ενώπιον του το Δικαστήριο και τις απόψεις των εφεσειόντων. Η μη αναζήτηση τους όμως από το Δικαστήριο δεν επιφέρει την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1592: «Όσο επιθυμητό και αν είναι το Δικαστήριο να ζητά και να ακούει τους δικηγόρους των διαδίκων και επί νομικών σημείων, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της δικαιοδοσίας, παρά ταύτα, είμαστε της γνώμης, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι η παράλειψη αυτή δεν οδηγεί σε ακύρωση της απόφασης». Όμοια ήταν η προσέγγιση του Έντιμου Δαυίδ Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην ενδιάμεση του απόφαση ημερ. 29.10.2020 στην αγωγή υπ' αρ. 3596/18, XXXXX IIyich Gabov κ.α. ν. BAKADRI LIMITED κ.α., μέσα στο πλαίσιο της οποίας αναφέρθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να προωθεί μια δικαστική διαδικασία, αποτελεί στο τέλος της ημέρας ζήτημα δημόσιας τάξης, δυνάμενο να εγερθεί ακόμα και αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της DK Intercity Buses Λάρνακας Λτδ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολ. Έφ. Αρ. 388/2011, ημερ. 7.07.2017), ECLI:CY:AD:2017:A
  1. Με τούτο σαν δεδομένο αισθάνομαι ότι δεν εμποδίζεται η προβολή του από την πλευρά των εναγομένων σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν φαίνεται να προωθήθηκε ως ένας ειδικότερος λόγος ένστασης». Προχωρώντας σε εξέταση του ζητήματος της νομιμοποίησης, επισημαίνω ότι η συμφωνία ημερ. 28.7.2004 άπτεται ζητημάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, αναφορικά με τα οποία υπάρχει ειδικό νομοθετικό καθεστώς, τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ζήτημα της νομιμοποίησης οργανισμού συλλογικής διαχείρισης να ενάγει ιδίω ονόματι εκ μέρους των μελών του, εξετάσθηκε από το ΔΕΕ στην C-521/17 Coöperatieve Vereniging SNB-REACT U.A. v. Deepak Mehta ημερ. 7.8.2018, μέσα στο πλαίσιο της οποίας αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «
  2. Επομένως, το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/48, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 18 της οδηγίας αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας στον οποίο έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα εκπροσώπησης των δικαιούχων έχει, κατά την εθνική νομοθεσία, άμεσο συμφέρον προς προάσπιση των εν λόγω δικαιωμάτων, αφενός, και η νομοθεσία αυτή του αναγνωρίζει την ικανότητα διαδίκου, αφετέρου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν στον οργανισμό αυτόν το δικαίωμα να ζητεί την εφαρμογή των μέτρων, των διαδικασιών και των μέτρων αποκατάστασης που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία καθώς και να προσφεύγει στη δικαιοσύνη με σκοπό την προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων.
  3. Ως εκ τούτου, το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/48 έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι, εφόσον οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ο οποίος εκπροσωπεί τους δικαιούχους διαθέτει, δυνάμει του εσωτερικού δικαίου, ικανότητα διαδίκου προκειμένου να προασπίσει τα εν λόγω δικαιώματα, η ίδια ικανότητα του αναγνωρίζεται ειδικώς προκειμένου να ζητήσει την εφαρμογή των μέτρων, των διαδικασιών και των μέτρων αποκατάστασης που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία.
  4. Εάν η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται, τα κράτη μέλη δεν έχουν τέτοια υποχρέωση αναγνώρισης. [.]
  5. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/48 έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν σε οργανισμό συλλογικής εκπροσώπησης δικαιούχων σημάτων, όπως αυτός της κύριας δίκης, το δικαίωμα να ζητεί, ιδίω ονόματι, τη λήψη των προβλεπόμενων στην οδηγία αυτή μέτρων αποκατάστασης με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των δικαιούχων αυτών καθώς και να προσφεύγει στη δικαιοσύνη, ιδίω ονόματι, προβάλλοντας τα εν λόγω δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση ότι ο οργανισμός αυτός έχει, κατά την εθνική νομοθεσία, άμεσο συμφέρον προς προάσπιση των εν λόγω δικαιωμάτων και η νομοθεσία αυτή του αναγνωρίζει, προς τούτο, την ικανότητα διαδίκου, καταστάσεις τις οποίες εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει». Επισημαίνω ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/48 ενσωματώθηκε στο κυπριακό δίκαιο με τον Τροποποιητικό Νόμο 123(Ι)/2006, ο οποίος τροποποίησε τον Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμο (Ν. 59/76) και ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από 28.7.
  6. Στρεφόμενη στα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, σημειώνω καταρχάς ότι η ενάγουσα αποτελεί αλλοδαπή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία δραστηριοποιείται στην Κύπρο μέσω της αντιπροσώπου της, το οποίο και δεν έτυχε αμφισβήτησης. Σημειώνω επίσης ότι αναφορικά με ζητήματα αγγλικού δικαίου δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αποδεκτή με βάση το δίκαιο της απόδειξης μαρτυρία. Έχω ανατρέξει τόσο στις πρόνοιες του Ν. 59/1976 όσο και στις πρόνοιες του Ν. 65(Ι)2017 ως έχουν τροποποιηθεί, σε συνάρτηση με την αναδρομικότητα των νομοθετικών τους διατάξεων. Τα συγκεκριμένα νομοθετήματα, αποτελούν το πλαίσιο το οποίο διέπει τα περί πνευματικών και άλλων δικαιωμάτων στην Κύπρο, το οποίο εναρμονίζει το εσωτερικό δίκαιο με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ό,τι λοιπόν συνάγεται από τα εν λόγω νομοθετήματα, είναι ότι αναφορικά με τα πνευματικά δικαιώματα τα οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται, υπάρχει συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο και μάλιστα λεπτομερές, το οποίο αναφέρεται ειδικώς σε συλλογικούς οργανισμούς και σε ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης. Μάλιστα, το αρ. 33 του Ν. 59/76 ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 155(Ι)/2022, προνοεί μεταξύ άλλων ότι σε περιπτώσεις οργανισμών συλλογικής διαχείρισης οι οποίοι χορηγούν άδειες με συλλογική ισχύ, πρέπει να λαμβάνεται σχετική έγκριση από την Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων, υπό την αίρεση των όσων αναφέρονται στο αρ. 33
(2). Επιπρόσθετα, το καταργηθέν δια του Ν. 66(Ι)/2017 άρθρο 15
(3), το οποίο εισήχθη στον Ν. 59/76 δια του τροποποιητικού Νόμου 123(Ι)/2006, προέβλεπε ότι τα σώματα χορηγήσεως αδειών μπορούν να ενεργούν δικαστικώς ή εξωδίκως, επ' ονόματί τους είτε η αρμοδιότητά τους στηρίζεται σε μεταβίβαση της εξουσίας, είτε στηρίζεται σε πληρεξουσιότητα, και νομιμοποιούνται για την άσκηση όλων των δικαιωμάτων του δικαιούχου που έχουν μεταβιβασθεί σε αυτά ή που καλύπτονται από την πληρεξουσιότητα. Τα πιο πάνω σημειώνονται χάριν επισήμανσης του γεγονότος ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με σώμα χορηγήσεως αδειών, ενώ ουδεμία πληρεξουσιότητα δεν προσκομίστηκε σε κάθε περίπτωση. Πέραν των ανωτέρω, δεν προσκομίστηκε από την ενάγουσα οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το ποια είναι τα κατ' ισχυρισμό μέλη της, παρότι στο Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, γίνεται αναφορά σε διαδικασία εισδοχής μελών. Ελλείψει μαρτυρίας, παρέμεινε άγνωστο προς το Δικαστήριο το ποιοι είναι οι δικαιούχοι τους οποίους κατ' ισχυρισμό εκπροσωπεί η ενάγουσα, αν πράγματι εξουσιοδότησαν την ενάγουσα να διαχειρίζεται τα πνευματικά τους δικαιώματα και να λαμβάνει δικαστικά μέρα εκ μέρους τους, όπως και το ποια είναι τα μουσικά έργα τα πνευματικά δικαιώματα των οποίων η ενάγουσα εκπροσωπεί. Με κάθε σεβασμό, η αναφορά του ΜΕ1 ότι ήταν πρακτικά αδύνατη η αναφορά στα πρόσωπα αυτά δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, το οποίο αναφέρεται ανωτέρω. Καμία δε μαρτυρία δεν προσέφερε η ενάγουσα, που να τεκμηριώνει ότι έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται τα δικαιώματα των μουσικών έργων του ισχυριζόμενου ρεπερτορίου της, στη βάση της συνομολόγησης οιωνδήποτε συμφωνιών με τους δικαιούχους. Κατ' επέκταση των πιο πάνω, θεωρώ ότι η μη συμπερίληψη των δικαιούχων ως μέρη στην διαδικασία, είναι υπό τις περιστάσεις μοιραία για την έκβαση της αγωγής. Σχετικά παραπέμπω στην Performing Right Society Ltd v London Theatre of Varieties Ltd [1924] A.C.1, μέσα στο πλαίσιο της οποίας η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κλήθηκε να απαντήσει σε όμοια ερωτήματα. Ειδικότερα, στην εν λόγω υπόθεση τέθηκε ζήτημα νομιμοποίησης της ενάγουσας να ενάγει εκ μέρους δικαιούχων οι οποίοι είχαν ρητώς εκχωρήσει τα δικαιώματά τους σε αυτήν, πλην όμως οι ίδιοι οι δικαιούχοι δεν ήταν διάδικοι. Μάλιστα, η αντιδικία στην υπόθεση εκείνη αφορούσε σε συγκεκριμένα μουσικά έργα. Διαφωτιστικά είναι τα όσα ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Λόρδος Δ. Viscount Cave L.C.: «The society was registered in the year 1914 under the Companies Acts as a company limited by guarantee, its principal object being "to exercise and enforce on behalf of members of the company, being the composers of any musical works or the authors of any literary or dramatic works, or the owners or publishers of or being otherwise entitled to the benefit of or interested in the copyrights in such works, all rights and remedies under the Copyright Act, 1911, or otherwise in respect of the public performance of their works [.]. .On appeal the Court of Appeal (Bankes, Atkin and Younger L.JJ.), while agreeing with the learned judge in his decision that the society was not a trade union, held that the society, being the owner in equity only of the performing rights, could not obtain either damages or a perpetual injunction without adding the legal owners of those rights as parties to the action. The appeal was accordingly allowed and the judgment of Branson J. set aside; but it was ordered that the plaintiffs be at liberty, within fourteen days of the date of the order, to elect to amend the writ and all subsequent proceedings in the action by adding the legal owners of the copyright of the songs as co-plaintiffs, and in that event should pay the costs thrown away, including the costs of the appeal. The appellants, although under their articles of association and the indentures above referred to they were entitled without further authority to add the two publishing firms as co-plaintiffs, declined so to do and presented the present appeal to this House [.] .That an equitable owner may commence proceedings alone, and may obtain interim protection in the form of an interlocutory injunction, is not in doubt; but it was always the rule of the Court of Chancery, and is, I think, the rule of the Supreme Court, that, in general, when a plaintiff has only an equitable right in the thing demanded, the person having the legal right to demand it must in due course be made a party to the action: Daniell's Chancery Practice, 7th ed., vol. i., p. 172. .in Mitford's Chancery Pleadings, 5th ed.
(1847), p. 418, it is stated in terms that "the author of a work is a necessary party to a suit by the publisher to restrain an invasion of the copyright, where no actual assignment has been made of the copyright, but only an agreement to assign or dispose of it, and where, consequently, the legal title to the copyright remains in the author."» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχει ικανοποιητικώς θεμελιωθεί το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας να ενάγει εκ μέρους των δικαιούχων, οι οποίοι παραμένουν για το Δικαστήριο άγνωστα πρόσωπα. Ανεξαρτήτως της ανωτέρω κατάληξής μου και για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, προχωρώ σε εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων τα οποία ηγέρθησαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Κρίνω καταρχάς σκόπιμη την σκιαγράφηση των νομοθετικών διατάξεων του Περί της Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων καθώς και για τη Χορήγηση Πολυεδαφικών Αδειών για Επιγραμμικές Χρήσεις Μουσικών Έργων Νόμου του 2017 (Ν. 65(Ι)/2017), ο οποίος εναρμονίζει το κυπριακό δίκαιο με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/26/ΕΕ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ρηθέντος νομοθετήματος, «ανεξάρτητη οντότητα διαχείρισης» σημαίνει κάθε οργανισμό που εξουσιοδοτείται από τον συγκεκριμένο Νόμο ή μέσω εκχώρησης, άδειας ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής συμφωνίας, για τη διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων εξ ονόματος περισσοτέρων του ενός δικαιούχων, για το συλλογικό όφελος των εν λόγω δικαιούχων, ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό του και ο οποίος (α) δεν ανήκει σε δικαιούχους ούτε ελέγχεται από αυτούς, άμεσα ή έμμεσα εξ ολοκλήρου ή εν μέρει και (β) έχει οργανωθεί σε κερδοσκοπική βάση. Με παρόμοιο τρόπο καθορίζεται ο «οργανισμός συλλογικής διαχείρισης», με την διαφοροποίηση ότι (α) ανήκει στα μέλη του ή ελέγχεται από αυτά και (β) έχει οργανωθεί σε μη κερδοσκοπική βάση. Ο Ν. 65(Ι)/2017 ως «ρεπερτόριο» καθορίζει τα έργα σε σχέση με τα οποία ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης διαχειρίζεται δικαιώματα, ενώ ως «μέλος» καθορίζει τον δικαιούχο ή την οντότητα που εκπροσωπεί τους δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένων άλλων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης και ενώσεων των δικαιούχων, που πληροί τις απαιτήσεις του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης για προσχώρηση μέλους σε αυτόν και γίνεται δεκτός ως μέλος από τον εν λόγω οργανισμό. Ως «δικαιούχος», καθορίζεται οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οντότητα, εκτός από οργανισμό συλλογικής διαχείρισης που κατέχει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικό δικαίωμα ή το οποίο, δυνάμει συμφωνίας για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων ή εκ του νόμου, δικαιούται μερίδιο των εσόδων που προκύπτουν από τα δικαιώματα. Δια του αρ. 13 του Ν. 65(Ι)/2017, κάθε οργανισμός συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητη οντότητα διαχείρισης δικαιωμάτων, υποχρεούται, όπως από την έναρξη των εργασιών του εγγραφεί στα Μητρώα υποβάλλοντας τα απαιτούμενα έγγραφα στην Αρμόδια Αρχή και ακολούθως λαμβάνει σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του αρ. 13, σύμφωνα με το αρ. 52 του Ν. 65(Ι)/2017, οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και οι ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης που δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, εγγράφονται στα Μητρώα που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 12, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 13, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου. Στο εν λόγω Μητρώο είναι δυνατή η εγγραφή και οντότητας που δεν είναι εγκατεστημένη στην Δημοκρατία.[13] Επιπρόσθετα, ο Ν. 65(Ι)/2017 προβλέπει τα δικαιώματα των δικαιούχων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται το δικαίωμα να εξουσιοδοτούν οργανισμό συλλογικής διαχείρισης της επιλογής τους να διαχειρίζεται τα δικαιώματα, τις κατηγορίες δικαιωμάτων ή τα είδη έργων και άλλα αντικείμενα της επιλογής τους, για τις επικράτειες της επιλογής τους, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος, ιθαγένειας, κατοικίας ή εγκατάστασης είτε του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης είτε του δικαιούχου, καθώς επίσης και το δικαίωμα να τερματίζουν την εξουσιοδότηση ή να ανακαλούν από οργανισμό συλλογικής διαχείρισης οποιοδήποτε εκ των δικαιωμάτων, κατηγοριών δικαιωμάτων ή ειδών έργων και άλλων αντικειμένων επιλογής τους, κατόπιν επίδοσης εύλογης προειδοποίησης η οποία δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες. Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, καταρχάς σημειώνω ότι με βάση την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, την 28.7.2004 υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, η οποία ουδέποτε τερματίστηκε. Ως αναγράφεται στην επίδικη συμφωνία, η ενάγουσα «με την υπογραφή της στο παρόν έγγραφον χορηγεί στον αδειούχο άδεια (υπό το κράτος των Προνοιών και Όρων που αναφέρονται και στις δύο σελίδες του παρόντος εγγράφου).». Σε σχέση τα ζητήματα της ξεχωριστής νομικής υπόστασης ενός νομικού προσώπου και την δεσμευτικότητα της υπογραφής μίας συμφωνίας, αρκούμαι στο να παραπέμψω στις κλασσικές αυθεντίες οι οποίες έχουν υιοθετηθεί στο κυπριακό δίκαιο, ήτοι Salomon v. Salomon & Co. [1897] A.C.22 και L' Estrange v. F. Grancob Ltd
(1934)2 KB
  1. Εφόσον λοιπόν με βάση την μαρτυρία τόσο του ΜΕ1 όσο και του ΜΥ1, τις οποίες έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστες, προκύπτει ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 28.7.2004 ο Γ.Α. ενεργούσε ως διευθυντής της επιχείρησης της εναγομένης και παρουσιαζόταν εκ μέρους της, ενώ η σφραγίδα της εναγομένης επί του εν λόγω εγγράφου δεν αμφισβητήθηκε, καταλήγω ότι οι πράξεις του Γ.Α. δέσμευαν την εναγομένη. Άλλωστε, ως έχει νομολογηθεί, έστω και αν ένα φυσικό πρόσωπο δεν έχει ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση, οι πράξεις του δεσμεύουν το νομικό πρόσωπο δυνάμει φαινόμενης εξουσιοδότησης, όταν από την όλη συμπεριφορά του δίδεται αυτή η εντύπωση.[14] Τέλος, σημειώνω ότι σε κάθε περίπτωση, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς εναγομένης σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι η 2η σελίδα δεν τέθηκε ποτέ σε γνώση της εναγομένης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη σύμβαση, επισημαίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του Περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου (Ν. 112(Ι)/2021), ο οποίος θα είχε πεδίο εφαρμογής, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας υπογραφής της επίδικης σύμβασης που είναι μεταγενέστερη της έναρξης της ισχύος του Ν. 93(Ι)/1996, εάν και εφόσον η επίδικη σύμβαση αφορούσε σε καταναλωτή.[15] Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.112(Ι)/2021 και ειδικότερα του άρθρου 2, «καταναλωτής» είναι «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα». Εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με νομικά πρόσωπα. Προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν μου, έχει αποδειχθεί οφειλή προς την ενάγουσα, λαμβανομένου υπόψη του ότι η ενάγουσα, επικαλείται την κατ' ισχυρισμό αθέτηση της συμφωνίας ημερ. 28.7.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, μία συμφωνία μπορεί να είναι γραπτή, προφορική ή μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική, ή δυνατό να συνάγεται από τη συμπεριφορά των μερών. Αναφορικά με τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας, σχετικά παραπέμπω στην Σολωμού Οικονόμου κ.α. ν. Γ. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436 όπου αναφέρθηκε ότι είναι τα ακόλουθα: (α) Σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων της συμφωνίας και διατύπωση των όρων με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση των συμβαλλομένων μερών για δημιουργία νομικής δέσμευσης. (δ) Να υπάρχει αντάλλαγμα το οποίο να πηγάζει από την υπόσχεση, εκτός και αν πρόκειται για δωρεά. Σε σχέση με την παροχή νόμιμης αντιπαροχής, σχετικές είναι οι διατάξεις του αρ. 23 του Κεφ. 149. Όπως λέχθηκε στην Platritis & Co v. Computer Patent Annuites
(1988)1 C.L.R. 135, όταν οι σκοποί ή το αντάλλαγμα μιας συμφωνίας απαγορεύονται από το νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και συνεπώς άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι στην συμφωνία ημερ. 28.7.2004 αναφέρεται ότι η ενάγουσα χορηγεί άδεια στην εναγομένη για να «εκτελεί δημοσίως στα υποστατικά οιουδήποτε και κάθε μουσικού έργου (συμπεριλαμβανομένων και οιωνδήποτε λέξεων σχετιζομένων με αυτό ή αυτά) που εκάστοτε περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο του Συνδέσμου και των εκάστοτε μετ' αυτού προσεταιριζομένων παρόμοιων Οργανισμών Προστασίας Μουσικής Πνευματικής Ιδιοκτησίας σε άλλες χώρες». Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερ. 28.7.2004, ο αδειούχος (δηλ. η εναγόμενη) θα πληρώνει δικαιώματα στην ενάγουσα για το έτος που λήγει στις 31.10.2004 αμέσως μόλις παραλάβει τιμολόγιο και κατά την ίδια ημερομηνία σε κάθε επόμενο έτος (την ημερομηνία ανανέωσης) τα δικαιώματα για την επόμενη 12μηνη περίοδο. Ωστόσο, ως έχει ανωτέρω αναφερθεί, παρέμεινε άγνωστο προς το Δικαστήριο το περιεχόμενο του ρεπερτορίου της ενάγουσας. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε σε σχέση με την εκπομπή και αναμετάδοση των μουσικών έργων των οποίων τα πνευματικά δικαιώματα έχει κατ' ισχυρισμό την εξουσιοδότηση η ενάγουσα να εκπροσωπεί. Με άλλα λόγια, ούτε το ρεπερτόριο, ούτε οι ταυτότητες των δικαιούχων των περί ων ο λόγος πνευματικών δικαιωμάτων, ούτε το ποια από τα μουσικά αυτά έργα ή έστω η κατηγορία στην οποία αυτά ανήκουν, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από την ενάγουσα. Πρόσθετα σημειώνω ότι παρότι ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε συμφωνίες με άλλους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, καμία τέτοια σύμβαση δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. Κατ' επέκταση, η θέση της ενάγουσας περί παροχής άδειας χρήσης μουσικής παρέμεινε μετέωρη, εφόσον δεν αποδείχθηκε κατ' ουδένα τρόπο, ούτε το περιεχόμενο της άδειας χρήσης, ούτε αν έγινε χρήση της ισχυριζόμενης άδειας. Ούτε και θεωρώ ότι οι αόριστες αναφορές περί εκπομπής μουσικής στα επίδικα υποστατικά αποτελούν επαρκή μαρτυρία. Κατ' αναλογία παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από τα όσα αναφέρθηκαν από τον Λόρδο Δ. Viscount Finlay στην Performing Right Society Ltd v London Theatre of Varieties Ltd [1924] A.C.1: «It was urged that it would give a great deal of trouble to join the legal owner, and that the society, as owners of the equitable right, should be deemed competent to sue alone. It is said that the appellants have the copyright in more than a million works, consisting chiefly of popular light music. It would, of course, be extremely troublesome and expensive to take legal assignments from the members of the copyright in each song or piece of music as it comes into existence. But it would not be difficult for the society before suing to take from the member a special assignment conveying the legal interest in respect of any work which is about to become the subject of litigation, or to get him to join as a plaintiff or in case of refusal by him to add him as a defendant, and if, for any reason, all this were impossible, the action might be allowed to proceed without the presence of the legal owner. Except under very special circumstances the ordinary rule should be observed, that the legal owner should be a party to the proceedings». Επιπρόσθετα, υπενθυμίζεται, ότι η ενάγουσα αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όχι οργανισμό ή οντότητα συμμορφούμενο με τις πρόνοιες της οικείας νομοθεσίας, που έχει εγγραφεί στο σχετικό Μητρώο δυνάμει των αρ. 11 - 13 του Ν. 65(Ι)/2017. Επί τούτου επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την εγγραφή ανεξάρτητων οντοτήτων και οργανισμών συλλογικής διαχείρισης. Τα ανωτέρω είναι κατά την κρίση μου άμεσα συνυφασμένα και με την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας και το κατά πόσο αυτή είναι νομικά εκτελεστή. Κατ' αναλογία παραπέμπω στην Πισιάρας ν. Μιχαηλίδης
(2000)1Β Α.Α.Δ. 817, η οποία αφορούσε σε ισχυριζόμενη συμφωνηθείσα παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών από μη εγγεγραμμένο αρχιτέκτονα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η παραβίαση των ρητών διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας απολήγει σε παράνομη συμφωνία, η οποία ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται. Στην Ιωάννου ν. Μουσκάλλη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1596, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε το γεγονός της παρανομίας, είχε καθήκον αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία στο πρόσωπο που τη ζητούσε, καθήκον το οποίο απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακας της εφαρμογής του νόμου, που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης και η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επομένως επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779. [9] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779 & Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 [10] Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. [11] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [12] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ
  1. [13] Αρ. 11 του Ν.65(Ι)/
  2. [14] Liopetri Transport Co v Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424 & Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. [15] Βλ. αρ. 74 και 75 του Ν. 112(Ι)/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.