K.W.D. κ.α. ν. C.L.S., Αριθμός Αγωγής: 195/2018, 13/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Αριθμός Αγωγής: 195/2018 Μεταξύ: K.W.D. R.D. Εναγόντων και C.L.S. Εναγόμενη Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Μ. Πάσιη Για Εναγόμενη: κ. Ν. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε ο κατ' ισχυρισμό δανεισμός χρημάτων από τους ενάγοντες προς την εναγομένη, τα οποία η τελευταία δεν επέστρεψε στους ενάγοντες. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, από κοινού συμφώνησαν να δανείσουν στην εναγομένη το ποσό των €20.000 με σκοπό να τη βοηθήσουν να αποπληρώσει προηγούμενο της δάνειο, υπό τον όρο ότι θα τους επέστρεφε το ρηθέν ποσό εντός 2 ετών. Όπως και έπραξαν, με τραπεζικό έμβασμα από κοινό τους λογαριασμό. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων, η εναγόμενη ουδέποτε κατέβαλε το εν λόγω ποσό. Η εναγόμενη καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση, δια της οποίας ισχυρίζεται ότι ουδεμία συμβατική σχέση υπήρξε μεταξύ αυτής και των εναγόντων. Ως επίσης δικογραφείται στην υπεράσπιση της εναγομένης, διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον ενάγοντα 1 για 5 χρόνια, ήτοι από τις αρχές του 2008 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2013, ενώ η ενάγουσα 2 ήταν εργοδοτούμενή της σε επιχείρηση που διατηρούσε στην Αγία Νάπα. Αποτελεί ισχυρισμό της εναγομένης ότι περί το 2007 συνήψε δάνειο με την ΣΠΕ Παραλιμνίου για ποσό €20.000 για αγορά οχήματος, το οποίο αποπλήρωνε κανονικά, πλην όμως ο ενάγων 1 με δική του πρωτοβουλία, αφού συνήψε σχέση με την εναγομένη, προθυμοποιήθηκε να της εξοφλήσει το εν λόγω δάνειο, ώστε να μην πληρώνει τόκους. Ο ενάγων προχώρησε με την καταβολή του ποσού των €20.000 στον τραπεζικό λογαριασμό του δανείου της εναγομένης μέσω εμβάσματος, χωρίς η εναγόμενη να γνωρίζει ότι τα χρήματα προέρχονταν από κοινό λογαριασμό των εναγόντων. Ως περαιτέρω δικογραφείται στην υπεράσπιση της εναγομένης, ο ενάγων της έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο περί χαριστικού δώρου ένεκα των συναισθημάτων του προς εκείνη, παρόλο που η ίδια πολλές φορές εξεδήλωσε την πρόθεσή της να του επιστρέψει τα χρήματα. Εις ένδειξη της εκτίμησής της προς τον ενάγοντα 1, πλήρωνε όλα τα καθημερινά τους έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των ταξιδιών αναψυχής τους και έδινε χρήματα σε αυτόν όποτε τα χρειαζόταν, έξοδα τα οποία ανέρχονται σε ποσό €19.548 και το οποίο η εναγομένη αρχικώς αξιώνε ανταπαιτητικώς, πλην όμως δεν διεκδίκησε κατά το ακροαματικό στάδιο της υπόθεσης.[1] Στην Απάντηση που καταχώρισαν οι ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της εναγομένης και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως η έκθεση απαίτησης, εξαιρουμένου του ότι η εναγόμενη έλαβε τα χρήματα και εξεδήλωσε την πρόθεσή της να τα επιστρέψει. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[2] Από πλευράς εναγόντων μαρτυρία προσέφεραν οι ενάγοντες. Πρώτος κατέθεσε ο ενάγων 1, ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως η έκθεση απαίτησης και επιπρόσθετα αναφέρει ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την εναγομένη, την οποία γνώρισε μέσω της συζύγου του, από τον Μάρτιο του 2008 μέχρι τον Ιανουάριο του
- Την 17.4.2008 μέσω τραπεζικού εμβάσματος από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την σύζυγό του στην Ελληνική Τράπεζα, δάνεισαν στην εναγομένη το ποσό των €20.
- Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε κατάσταση του κοινού λογαριασμού του με την ενάγουσα 2 στην Ελληνική Τράπεζα μαζί με απόδειξη του εμβάσματος ημερ. 17.4.
- Όταν το διάστημα των δύο ετών εντός του οποίου η εναγόμενη έπρεπε να επιστρέψει στους ενάγοντες το χρηματικό ποσό που της είχαν δανείσει παρήλθε και η ενάγουσα 2 ζήτησε από την εναγομένη την επιστροφή του εν λόγω ποσού, η τελευταία αρνήθηκε να το πράξει. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων προς την εναγομένη, αυτή ουδέποτε κατέβαλε το ποσό που της είχαν δανείσει και ως εκ τούτου απέστειλαν σε αυτήν μέσω του δικηγόρου τους επιστολή ημερ. 2.7.2013, δια της οποίας ζητούσαν επιστροφή του ποσού των €20.
- Την εν λόγω επιστολή κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι παρόλο που ο λογαριασμός από τον οποίο μεταφέρθηκαν τα χρήματα μέσω εμβάσματος ήταν κοινός με την ενάγουσα 2, την εντολή έδωσε εκείνος. Ερωτηθείς εάν υπέγραψε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία με την εναγομένη, απάντησε θετικά, πλην όμως ανέφερε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο «εξαφανίστηκε» όταν η εναγόμενη έφυγε από το σπίτι, καθώς συγκατοικούσαν για πέντε χρόνια. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αναφέρεται στην απαίτησή του η ύπαρξη γραπτής συμφωνίας, συνέχισε ο μάρτυρας. Ως επίσης ανέφερε, η ενάγουσα 2 ήτο ενήμερη ότι επρόκειτο να γίνει η μεταφορά των χρημάτων, ενώ αμέσως μετά την μεταφορά των χρημάτων, την ενημέρωσε σχετικά. Ως ανέφερε, ο λόγος που δάνεισε το επίδικο χρηματικό ποσό στην εναγομένη, ήταν το ότι η τελευταία δεν βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση και ο σύζυγός της θα αφαιρούσε την εγγύησή του. Ήταν η θέση του, σε σειρά ερωτήσεων που του υπεβλήθησαν κατά την αντεξέτασή του, ότι αυτός κατά κύριο λόγο πλήρωνε τα έξοδα που είχαν με την εναγομένη, όπως επίσης και για τα ταξίδια που έκαναν. Βοηθούσε την εναγομένη, ως ανέφερε, με καθημερινές ασχολίες, χωρίς αυτές του οι ενασχολήσεις να του επιφέρουν οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Δεύτερη κατέθεσε η ενάγουσα 2, η οποία υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Σε αυτήν αναφέρει ότι διαμένει στην Κύπρο μόνιμα από το 2007 μαζί με τον σύζυγό της και εργαζόταν ως υπάλληλος της εναγομένης σε επιχείρηση που διατηρούσε στην Αγία Νάπα. Περί τον Απρίλιο του 2008 δάνεισαν μαζί με τον σύζυγό της στην εναγομένη ποσό €20.000 από τον κοινό τους λογαριασμό, με τον όρο να τους επιστρέψει τα χρήματα εντός δύο ετών. Το ποσό αυτό ουδέποτε χαρίστηκε στην εναγομένη, εφόσον επρόκειτο για χρήματα από κοινές τους οικονομίες. Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα 2 ανέφερε ότι αρχικά η σχέση της με την εναγομένη ήταν καλή, όμως στην πορεία άλλαξαν τα πράγματα, όταν συνήψε σχέση με τον σύζυγό της. Η ενάγουσα 2 ανέφερε ότι ήταν ενήμερη για τη σχέση του ενάγοντα 1 με την εναγομένη, όπως και για την μεταφορά των χρημάτων. Ήταν η θέση της ότι βοήθησαν οικονομικά την εναγομένη, εφόσον ήταν απελπισμένη και χρειαζόταν βοήθεια, αναμένοντας ωστόσο να επιστρέψει πίσω τα χρήματα που της δάνεισαν. Τελευταία ενώπιόν μου προσέφερε μαρτυρία η εναγομένη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι μόνιμη κάτοικος Κύπρου, όπου διαμένει μαζί με τις ανήλικες θυγατέρες της και εργάζεται σε δική της επιχείρηση στην Αγία Νάπα. Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων που της απέστελλε ο ενάγων 1, προς εκδήλωση των συναισθημάτων του προς αυτήν. Περί το 2007 συνήψε δάνειο με την ΣΠΕ Παραλιμνίου το οποίο αποπλήρωνε κανονικά. Περί τον Απρίλιο του 2008 ο ενάγων προθυμοποιήθηκε με δική του πρωτοβουλία, να εξοφλήσει το δάνειό της ως ένδειξη αγάπης, ώστε να μην επιβαρύνεται τους τόκους. Τα χρήματα δόθηκαν χαριστικά, χωρίς όρους και ουδέποτε υπεγράφη γραπτή συμφωνία δανείου. Η ίδια αγνοούσε την οποιαδήποτε ανάμειξη της ενάγουσας 2, εφόσον ουδέποτε της αναφέρθηκε ότι τα χρήματα θα προέρχονταν από κοινό λογαριασμό των εναγόντων, ενώ ουδέποτε η ενάγουσα 2 της ανέφερε οτιδήποτε. Ως περαιτέρω αναφέρει η εναγομένη, πολλές φορές εξεδήλωσε την πρόθεσή της να επιστρέψει το ποσό που της προσέφερε ο ενάγων
- Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε αντίγραφο τραπεζικής επιταγής την οποία εξέδωσε την 24.11.2008 για το ποσό των €16.500, την οποία ο ενάγων 1 αρνήθηκε να λάβει, επαναλαμβάνοντας ότι προσέφερε στην εναγομένη τα χρήματα λόγω αγάπης. Ως επίσης αναφέρει η εναγόμενη, ο ενάγων 1 την βοηθούσε με τις επαγγελματικές της δραστηριότητες, καθώς επίσης και με εξωτερικές δουλειές. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε δέσμη πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την εταιρεία της, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο καταπιστεύματος ημερ. 6.5.2010 βάσει του οποίου ο ενάγων 1 ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος των μετοχών της εναγομένης στην εταιρεία της και ως Τεκμήριο 7 ενυπόγραφη δήλωση του ενάγοντα 1 ημερ. 22.7.2010, δια της οποίας δηλώνει ως διευθυντής της εν λόγω εταιρείας ότι δεν θα λαμβάνει οποιοδήποτε εισόδημα. Εις ένδειξη εκτίμησης για το δώρο που της έκανε ο ενάγων 1 και γενικά για την όλη συμπεριφορά του, η εναγόμενη κάλυπτε όλα τα καθημερινά τους έξοδα συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των ταξιδιών αναψυχής τους και επιπλέον έδινε χρήματα στον ενάγοντα 1 όποτε το χρειαζόταν. Είναι η θέση της ότι η αγωγή ηγέρθη κακόβουλα και εκδικητικά από τον ενάγοντα 1, ο οποίος μετά την διακοπή της σχέσης τους κατέβαλε ανεπιτυχείς προσπάθειες επανασύνδεσης, αλλά και για να δικαιολογηθεί στην ενάγουσα 2, με την οποία επανασυνδέθηκε αμέσως μετά τον χωρισμό τους. Αντεξεταζόμενη, η εναγόμενη ανέφερε ότι είχε λάβει δάνειο προτού γνωρίσει την ενάγουσα 2 και ότι δεν θα λάμβανε δάνειο το 2007 αν δεν ήταν σε θέση να το αποπληρώσει, η δε οικονομική της κατάσταση δεν ήταν κακή, αλλά δεδομένου του ότι «κτιζόταν» μια επιχείρηση, υπήρχε κίνηση χρημάτων. Η εναγόμενη ανέφερε επίσης ότι είχε ολοκληρωμένη σχέση με τον ενάγοντα 1, ο οποίος της είπε ότι ήθελε να την βοηθήσει εφόσον η ζωή της δεν ήταν εύκολη, ενώ της έδειχνε ότι ζούσε μια αρκετά πλούσια ζωή και είχε αφυπηρετήσει νωρίς. Ήταν η θέση της, ότι σε μια ολοκληρωμένη σχέση δίνεις και παίρνεις, εξ ου και δεν ζήτησε ποτέ πίσω τα χρήματα που έδινε στον ενάγοντα
- Παραδεκτά Γεγονότα Κατόπιν δήλωσης των συνηγόρων, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: i. Ο ενάγων 1 και η εναγομένη διατηρούσαν ερωτική σχέση από τις αρχές του 2008 μέχρι τον Ιανουάριο του
- ii. Ο ενάγων 1 παραχώρησε στην εναγομένη το ποσό των €20.
- iii. Την 24.11.2008 η εναγομένη εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψει ποσό €16.500 και εξέδωσε σχετική επιταγή. Έχοντας παραθέσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ σε αξιολόγησή της. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, μπόρεσα να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[4] Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[7] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8] Αρχίζοντας από τον ενάγοντα 1, δεν μου έκανε θετική εντύπωση και δεν θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, εφόσον απεκόμισα την εντύπωση ότι δεν απαντούσε με σαφήνεια και ειλικρίνεια. Αντεξεταζόμενος, ο ενάγων 1 ερωτήθηκε κατά πόσο η εναγόμενη προθυμοποιήθηκε να του επιστρέψει τα χρήματα και εκείνος αρνήθηκε να τα λάβει, με τον μάρτυρα να απαντά ότι αυτό δεν αληθεύει. Στις επόμενες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ενάγων 1 απάντησε ότι ουδέποτε η εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία να του καταβάλει ολόκληρο ή μέρος του δανεισθέντος ποσού. Έπειτα, γενικά και αόριστα ανέφερε ότι η εναγόμενη δεν προσφέρθηκε να πληρώσει το ποσό «εκείνη τη στιγμή», παρόλο που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία επιστροφής του ποσού και εξέδωσε την επιταγή ημερ. 24.11.
- Σημειώνεται ότι αναφορικά με το γεγονός αυτό ο ενάγων 1 δεν ανέφερε το παραμικρό. Και ενώ ο ενάγων 1 ανέφερε ότι ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων με την σύζυγό του όταν παρήλθαν τέσσερα έτη μετά τον ισχυριζόμενο δανεισμό, όταν του υποβλήθηκε ότι το έπραξε μετά τον χωρισμό του από την εναγομένη, με το πέρας πέντε ετών, απάντησε ότι όταν η εναγόμενη έφυγε, η σύζυγός του τον ρώτησε τι θα γίνει με το χρηματικό ποσό που είχε δανείσει στην εναγομένη. Δεν ανέφερε ωστόσο σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο ενάγων 1, γιατί δεν απαίτησαν οι ενάγοντες από την εναγομένη το ποσό των €20.000 ενωρίτερα, ή έστω γιατί δεν έλαβαν άλλα διαβήματα όταν το διάστημα των δύο ετών παρήλθε, εφόσον ήταν ισχυρισμός του ότι η ενάγουσα 2 ζήτησε επιστροφή του ποσού, με την εναγομένη να αρνείται. Ούτε και ικανοποίησε το Δικαστήριο η εξήγηση που δόθηκε ως προς την «εξαφάνιση» της έγγραφης συμφωνίας των μερών, η οποία αφενός μεν δεν δικογραφήθηκε, αφετέρου δε, αναφέρθηκε ειρήσθω εν παρόδω, δίδοντας την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων 1 προσπαθούσε απλώς να καλλιεργήσει εντυπώσεις, αναφερόμενος σε κάποιο γραπτό έγγραφο. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι από τη μία ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η εναγόμενη του έδωσε την εντύπωση ότι η οικονομική της κατάσταση δεν ήταν καλή και από την άλλη, ανέφερε ότι δεν γνώριζε πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση. Θέσεις οι οποίες, με όλο το σεβασμό, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, λαμβανομένου υπόψη του ότι πρόκειται για δύο ανθρώπους οι οποίοι για πέντε ολόκληρα χρόνια συγκατοικούσαν και διήγαν κοινό βίο, με τον ενάγοντα μάλιστα να παρουσιάζεται ως εμπιστευματοδόχος των μετοχών της εναγομένης στην ιδιωτική της εταιρεία, ως υποδηλούν τα Τεκμήρια 6 και 7, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Εν κατακλείδι, δεν βρίσκω τις απαντήσεις του ενάγοντα 1 πειστικές ή ότι συνάδουν με την λογική, ιδιαίτερα δε αντιπαραβάλλοντας την μαρτυρία του με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου. Προχωρώντας σε αξιολόγηση της δεύτερης μάρτυρος, δηλαδή της ενάγουσας 2, διαπιστώνω αρκετές αντιφάσεις και ασάφειες στην μαρτυρία της. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέτασή της εάν υπεγράφη κάποιο δάνειο ή βεβαίωση στο οποίο να περιγράφονται οι όροι επιστροφής του ποσού των €20.000 η ενάγουσα 2 απάντησε αρνητικά, εν αντιθέσει με τα λεγόμενα του ενάγοντος
- Στη συνέχεια ωστόσο, έκανε ορισμένες αόριστες αναφορές σε κάποια υπογραφή σε σχέση με τον δανεισμό του ποσού των €20.
- Απαντήσεις οι οποίες δεν είχαν συνοχή μεταξύ τους και μου έδωσαν την εντύπωση ότι απέφευγε να δώσει σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν κατά την αντεξέτασή της και ότι μετέφερε ανακρίβειες στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενη η ενάγουσα 2 ανέφερε ότι μετά τα δύο χρόνια ρώτησε την εναγομένη πότε θα επιστρέψει τα χρήματα, με την τελευταία να διερωτάται σε ποιο δάνειο αναφερόταν. Σε υποβολή ωστόσο ότι τα χρήματα ζητήθηκαν από την εναγομένη μετά τον χωρισμό της από τον ενάγοντα, δηλαδή πέντε χρόνια αργότερα, η ενάγουσα 2 συμφώνησε. Καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε σε σχέση με το γεγονός ότι όλα τα προηγούμενα έτη παρέμεινε άπραγη, εφόσον ήταν η θέση της ότι ανέμενε εξόφληση του ποσού. Κοντολογίς, η ενάγουσα 2 δεν μου έκανε θετική εντύπωση και συνεπώς δεν θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου. Στρεφόμενη στην μαρτυρία της εναγομένης, διαπιστώνω αρχικά ότι οι απαντήσεις της κατά την αντεξέτασή της είχαν λογική και συνοχή. Η εναγόμενη μου έδωσε την εντύπωση ότι μετέφερε στο Δικαστήριο αληθείς απαντήσεις, πλην όμως ουδεμία σχετική μαρτυρία προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι κατέβαλλε όλα ή μεγάλο μέρος των εξόδων τους με τον ενάγοντα 1, κατά τη διάρκεια της σχέσης τους. Δεν μου διαφεύγει ότι ενώ στην υπεράσπιση της εναγομένης δικογραφείται ότι ο δανεισμός της από την Τράπεζα έγινε για σκοπούς χρηματοδότησης οχήματος, αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε σε ανακαίνιση της επιχείρησής της. Τούτο ωστόσο δεν είναι κατά την κρίση μου ουσιώδες στοιχείο για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, εφόσον ο σκοπός λήψεως του εν λόγω δανείου δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα και λαμβανομένου υπόψη του ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 20.8.2013 και το περί ου ο λόγος δάνειο λήφθηκε περί το
- Τούτων λεχθέντων, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της εναγομένης μερικώς για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, της δικογραφίας και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: i. Όλοι οι διάδικοι είναι Άγγλοι υπήκοοι, μόνιμα διαμένοντες στην Κυπριακή Δημοκρατία και συγκεκριμένα στην επαρχία Αμμοχώστου. ii. Η εναγόμενη περί το 2007 συνήψε σύμβαση δανείου με την ΣΠΕ Παραλιμνίου για ποσό €20.
- iii. Περί το 2008, η ενάγουσα 2 εργοδοτήθηκε από την εναγομένη στο σαλόνι ομορφιάς που η τελευταία διατηρούσε στην Αγία Νάπα. iv. Ο ενάγων 1 γνώρισε την εναγομένη μέσω της συζύγου του και διατηρούσαν ερωτική σχέση από τις αρχές του 2008 μέχρι τον Ιανουάριο του
- v. Ο ενάγων 1 και η εναγόμενη συγκατοικούσαν περί τα πέντε χρόνια, διάστημα εντός του οποίου παρευρίσκονταν σε κοινές εξόδους, κοινωνικές εκδηλώσεις και ταξίδια αναψυχής. vi. Μέσα στο πλαίσιο της σχέσης τους και λόγω συναισθημάτων που ο ενάγων 1 έτρεφε για το πρόσωπο της εναγομένης, αποφάσισε να της παραχωρήσει το ποσό των €20.000 ώστε να εξοφλήσει το δάνειο που είχε λάβει από την ΣΠΕ Παραλιμνίου και να μην επιβαρύνεται με τόκους. Για την απόφασή του αυτή ενημέρωσε την ενάγουσα 2, η οποία συμφώνησε. vii. Την 17.4.2008 με τραπεζικό έμβασμα από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι ενάγοντες στην Ελληνική Τράπεζα, κατόπιν εντολής του ενάγοντα 1, μεταφέρθηκε ποσό €20.000 στον λογαριασμό της εναγομένης. Η ενάγουσα 2 ενημερώθηκε σχετικά με τη μεταφορά των χρημάτων από τον ενάγοντα
- viii. Την 24.11.2008 η εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψει ποσό €16.500 και εξέδωσε επιταγή, την οποία ο ενάγων 1 αρνήθηκε να λάβει. ix. Τον Ιανουάριο του 2013 επήλθε διακοπή της σχέσης του ενάγοντα 1 με την εναγομένη. x. Περί το 2013, οι ενάγοντες, οι οποίοι μετά τον χωρισμό του ενάγοντα 1 από την εναγομένη επανασυνδέθηκαν, αποτάθηκαν σε δικηγόρο για ανάκτηση του ποσού των €20.
- Ως εκ τούτου απέστειλαν στην εναγομένη μέσω του δικηγόρου τους επιστολή ημερ. 2.7.2013, δια της οποίας ζητούσαν επιστροφή του ποσού των €20.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[9] Στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόντων, αναφέρεται ότι η αγωγή έχει ως «κύρια νομική βάση την παράβαση σύμβασης, ως επίσης και τις γενικές αρχές δικαίου «unlawful enrichment» και «money had and received», με παραπομπή στο άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δυνάμει του οποίου είναι δυνατή η επιδίκαση αποζημιώσεων για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης σύμβασης. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω οι ενάγοντες απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό ότι συνήψαν με την εναγομένη έγκυρη σύμβαση. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, μία συμφωνία μπορεί να είναι γραπτή, προφορική ή μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική, ή δυνατό να συνάγεται από τη συμπεριφορά των μερών. Ως έχει νομολογηθεί, τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας, είναι τα ακόλουθα:[10] (α) Σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων της συμφωνίας και διατύπωση των όρων με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση των συμβαλλομένων μερών για δημιουργία νομικής δέσμευσης. (δ) Να υπάρχει αντάλλαγμα το οποίο να πηγάζει από την υπόσχεση, εκτός και αν πρόκειται για δωρεά. Στρεφόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σε σχέση με το κατά πόσο οι ενάγοντες κατόρθωσαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που φέρουν κατά κανόνα, ως προς τη συνομολόγηση έγκυρης σύμβασης, τούτο εξαρτάται από το κατά πόσο η μαρτυρία την οποία προσκόμισαν και συνακόλουθα τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν, στον απαιτούμενο βαθμό, συμπέρασμα περί ύπαρξης έγκυρης συμφωνίας με την εναγόμενη. Σταθμίζοντας τα δεδομένα τα οποία τέθηκαν ενώπιόν μου, κρίνω ότι δεν έχει επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Ειδικότερα, τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη και οι ενάγοντες συμφώνησαν σε δανεισμό του ποσού των €20.000 προς την τελευταία και μάλιστα με όρο αποπληρωμής του ποσού εντός δύο ετών. Απορίας άξιον, το ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε αναφορικά με κάποιο πλάνο αποπληρωμής, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι ήταν η θέση των εναγόντων ότι η εναγομένη δεν βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση, εξ ου και της δάνεισαν το επίδικο ποσό. Με άλλα λόγια, ελλείπει παντελώς το στοιχείο της σύμπτωσης της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών, της διατύπωσης των όρων της σύμβασης με σαφήνεια, της πρόθεσης των μερών για νομική δέσμευση, καθώς επίσης και της αντιπαροχής, εφόσον κανένα σχετικό υπόβαθρο δεν τέθηκε ενώπιόν μου και η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα συμπεράσματα. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσο μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην προκειμένη περίπτωση. Η αποκατάσταση βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιεικείας και όχι αυτόνομη αιτία αγωγής, η οποία παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι ορθό και δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων.[11] Στην κυπριακή έννομη τάξη, η θεραπεία αυτή κωδικοποιείται στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, κάτω από την ενότητα που αφορά στις σχέσεις οι οποίες προσομοιάζουν με συμβατικές. Το εν λόγω άρθρο ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιεικείας, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο, ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το ρηθέν άρθρο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε». Ως επεξηγείται στην Μιχάλης Ζένιος Λτδ ν. Touch Properties and Investments Limited, Πολ. Εφ. υπ' αρ. 484/2012 ημερ. 10.6.2019, μια αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται αξίωση για αποζημίωση για απώλεια, αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος με έξοδα του ενάγοντα. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, συνηθίζεται να λέγεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που δημιουργεί (αυτόματο) αγώγιμο δικαίωμα σ' έναν ενάγοντα, να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και το οποίο κατέστησε τον εναγόμενο αδίκως πλουσιότερο.[12] Στην Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν. Δημητρίου Κακαβού, Πολ. Εφ. 278/2010 ημερ. 15.10.2015, αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό: «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ.Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό,(Orakpo v. Manson Investments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Miverva Finance and Investment Ltd v.Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-1330». (Η υπογράμμιση και η έμφαση έγιναν από το Δικαστήριο). Σε σχέση με τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος δυνάμει του αρ. 70 του Κεφ. 149 παραπέμπω στην Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11 μέσα στο πλαίσιο της οποίας αναφέρθηκαν τα εξής: «.On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
- a)the act must be done lawfully; (
- b)for another person; (
- c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
- d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfillment of the conditions is a question of fact in each case». Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Αδικαιολόγητος Πλουτισμός και Αποκατάσταση» του Π. Γ. Πολυβίου
(2022), το όφελος, πέραν της προφανούς αποκόμισης πλεονεκτήματος, δυνατό να συνιστά απαλλαγή από κάποια οικονομική υποχρέωση ή επιβάρυνση.[13] Στρεφόμενη στα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 70 του Κεφ. 149, το οποίο μεταξύ άλλων προβλέπει ότι το πρόσωπο που πράττει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδίδει σε αυτόν ο,τιδήποτε, δεν πρέπει να έχει πρόθεση να το πράξει χαριστικά. Υπό τις περιστάσεις, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων 1 αποφάσισε να παραχωρήσει στην εναγομένη το ποσό των €20.000, μέσα στο πλαίσιο της ερωτικής σχέσης τους και λόγω των συναισθημάτων που έτρεφε για εκείνη, πράγμα το οποίο ενέκρινε η ενάγουσα 2. Αξίζει δε να υπομνησθεί ότι καμία μαρτυρία δεν προσέφεραν οι ενάγοντες, ότι το επίδικο ποσό απαιτήθηκε πριν το 2013, δηλ. προτού ο ενάγων 1 και η εναγόμενη χωρίσουν. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι έγιναν επανειλημμένες οχλήσεις από τους ενάγοντες προς την εναγομένη για πληρωμή του επίδικου ποσού, χωρίς αυτή να ανταποκριθεί, αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως συνάδων με τη λογική, λαμβανομένης υπόψη της έκδοσης της επιταγής από την εναγομένη η οποία δεν εξαργυρώθηκε, αλλά και του γεγονότος ότι η εναγομένη συγκατοικούσε με τον ενάγοντα 1 για πέντε ολόκληρα χρόνια. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, που να εξηγεί τον λόγο για τον οποίο η επιταγή αυτή δεν εξαργυρώθηκε, ούτε προς τεκμηρίωση των κατ' ισχυρισμό επανειλημμένων οχλήσεων των εναγόντων. Έστω δε και αν το Δικαστήριο αποδεχόταν ότι με τη λήξη της διετίας η ενάγουσα 2 ζήτησε επιστροφή του ποσού από την εναγομένη, καμία μαρτυρία δεν παρατέθηκε, γιατί μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν λήφθηκε οποιοδήποτε σχετικό διάβημα, τουλάχιστον από εκείνην. Είναι συνεπώς η κατάληξή μου ότι οι ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος αποδείξεως που έφεραν κατά κανόνα, ότι τα χρήματα δεν δόθηκαν χαριστικά. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν εν προκειμένω να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ. 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι ενάγοντες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση τους. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων από κοινού και κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει υπό τις περιστάσεις οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται ως μη προωθηθείσα και δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)..................................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στην σελ. 1 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της εναγομένης, υπάρχει ρητή αναφορά στην μη προώθηση της ανταπαίτησης. [2] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [3] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [5] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [8] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [9] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [10] Σολωμού Οικονόμου κ.α. ν. Γ. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436. [11] Παναγιώτης Κιτσή ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 & Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173. [12] Θεοχαρίδης Νάκης κ.α. ν. Ιώαννη Ιωάννου κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ
- [13] Σελ. 137-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο