← Κύπρος

ANTHONY PITCHER κ.α. ν. AIG EUROPE LTD, Αριθμός Αγωγής: 140/2015, 25/9/2023

ANTHONY PITCHER κ.α. ν. AIG EUROPE LTD, Αριθμός Αγωγής: 140/2015, 25/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €2.000 - €10.000 Αριθμός Αγωγής: 140/2015 Μεταξύ:

  1. ANTHONY PITCHER
  2. ALAN PITCHER Εναγόντων και AIG EUROPE LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Κουρρή μαζί με κ. Πίτσιλλο για N.D.S. LAWYERS LLC Για Εναγόμενη: κ. Δημητριάδης για ΚΩΣΤΑΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας αποτέλεσε η άρνηση της εναγομένης να αποζημιώσει τον ενάγοντα 1 κατόπιν αίτησης την οποία υπέβαλε, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, κατά ή περί το 2014 ο ενάγων 1 μετέφερε από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο όχημα το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του ενάγοντα 2 και την 7.5.2014 συνήψε συμφωνία περιεκτικής ασφάλειας με την εναγομένη αναφορικά με το αναφερθέν όχημα. Την 8.5.2014 το εν λόγω όχημα εγγράφηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο και ο ενάγων 1 ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη, η οποία προέβη στις δέουσες ενέργειες για τις απαραίτητες αλλαγές στην ασφαλιστική κάλυψη. Παρόλο που η εναγόμενη ήτο ενήμερη ότι το εν λόγω όχημα ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του ενάγοντα 2, δέχθηκε και ασφάλισε το όχημα επ' ονόματι του ενάγοντα
  3. Ήταν επίσης ενημερωμένη αναφορικά με την πρόθεση μεταβίβασης του οχήματος από τον ενάγοντα 2 στον ενάγοντα 1, μεταβίβαση η οποία ολοκληρώθηκε την 8.10.
  4. Μετά την εμπλοκή του ενάγοντα 1 σε ατύχημα ημερ. 1.10.2014, συνεπεία του οποίου το περί ου ο λόγος όχημα υπέστη ολική καταστροφή, ο ενάγων 1 υπέβαλε αίτημα απαίτησης αποζημίωσης από την εναγομένη, η οποία το απέρριψε αναφέροντας ότι η μεταξύ των συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη, παρόλο που εξαρχής γνώριζε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος ήταν ο ενάγων 2 και παρέστησε στον ενάγοντα 1 ότι η συμφωνία ήταν έγκυρη και λάμβανε τα σχετικά ασφάλιστρα. Η εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, στην οποία εγείρει αρχικώς προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση (privity of contract) μεταξύ του ενάγοντα 2 και της εναγομένης, καθώς ο ενάγων 2 δεν αποτελεί μέρος του επίδικου συμβολαίου και συνεπακόλουθα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Άνευ βλάβης της προδικαστικής της ένστασης, η εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και τους καλεί σε απόδειξη των ισχυρισμών τους. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγομένης, ο ενάγων 1 υπέβαλε αίτημα για περιεκτική ασφάλιση του επίδικου οχήματος, παρουσιαζόμενος ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος. Βασιζόμενη στις πληροφορίες που κατέγραψε ο ενάγων 1 στην αίτηση που υπέβαλε, η εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε αρχικά καλυπτικό σημείωμα και έπειτα ασφαλιστικό συμβόλαιο. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της εναγομένης, ότι ο ενάγων 1 κατά την υποβολή της αίτησής του και πριν την έκδοση του ασφαλιστικού συμβολαίου, δολίως και εσκεμμένα δεν αποκάλυψε το ουσιώδες γεγονός ότι δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, απαντώντας θετικά σε σχετική ερώτηση. Περαιτέρω, παρέστησε ψευδώς ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, αντί να αποκαλύψει ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ήταν ο ενάγων 2 και δεν αποκάλυψε ότι δεν είχε ασφαλιστικό συμφέρον επί του εν λόγω οχήματος, παραστάσεις οι οποίες είναι ψευδείς και τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζουν την απόφαση ενός συνετού ασφαλιστή αναφορικά με την αποδοχή του κινδύνου και τους όρους υπογραφής ενός ασφαλιστικού συμβολαίου. Η εναγόμενη επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης των συνθηκών του τροχαίου ατυχήματος αναφορικά με το οποίο ο ενάγων 1 υπέβαλε απαίτηση, έλαβε γνώση σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου οχήματος και απέρριψε το αίτημα του ενάγοντα
  5. Δια της ανταπαίτησής της η εναγόμενη ανταξιώνει εναντίον του ενάγοντα 1 την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι δικαιούτο να ακυρώσει το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο ενόψει της μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος, δήλωσης ότι το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο είναι εξ υπαρχής άκυρο και ότι η εναγόμενη ουδεμία ευθύνη έχει να αποζημιώσει οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντα, εξαιτίας του ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο ενάγων 1 ενώ οδηγούσε το επίδικο όχημα. Με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της εναγομένης και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους, εξαιρουμένων των ακόλουθων ισχυρισμών: - Ότι η εναγόμενη εξέδωσε καλυπτικό σημείωμα και στη συνέχεια ασφαλιστικό συμβόλαιο βασιζόμενη στην αίτηση του ενάγοντα 1 και τις πληροφορίες που περιέχονταν σε αυτήν, παρέχοντας περιεκτική κάλυψη στον ενάγοντα
  6. - Ότι την 1.10.2014 ο ενάγων 1 ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με τρίτο πρόσωπο, ενώ οδηγούσε το επίδικο όχημα και εξαιτίας του οποίου προκλήθηκαν υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες σε τρίτα πρόσωπα, καθώς επίσης και υλικές ζημιές στο επίδικο όχημα. - Ότι ο ενάγων 1 υπέβαλε αίτηση αποζημίωσης για το ατύχημα η οποία απορρίφθηκε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Από πλευράς εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο ενάγων 1 (ο «ΜΕ1»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ο ενάγων 2 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, το οποίο μετέφεραν αμφότεροι στην Κύπρο περί τον Μάϊο του 2014 από το Ηνωμένο Βασίλειο, με πρόθεση όπως το όχημα μεταβιβαστεί επ' ονόματι του ενάγοντα
  7. Την 7.5.2014 ο ενάγων 1 μαζί με την σύντροφό του μετέβησαν στο ασφαλιστικό γραφείο της A.K. Andoniou Insure Agents, Sub Agents and Consultants Ltd (στο εξής η «A.K. Andoniou») στο Παραλίμνι, οι οποίοι είναι αντιπρόσωποι της εναγομένης και με τους οποίους είχε προγενέστερη συνεργασία και τους οποίους εμπιστευόταν, με σκοπό να ασφαλίσει το επίδικο όχημα. Αφού προσκόμισε στην υπάλληλο του εν λόγω γραφείου το προηγούμενο ασφαλιστικό συμβόλαιο του επίδικου οχήματος, στο οποίο κάτοχος της ασφάλειας παρουσιαζόταν ο ενάγων 2, καθώς επίσης και το πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος, όπου αναγραφόταν ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος ο ενάγων 2, υπέγραψε την αίτηση ασφάλισης της οποίας τα στοιχεία συμπλήρωσε υπάλληλος της A.K. Andoniou. Ακολούθως εκδόθηκε καλυπτικό σημείωμα περιεκτικής ασφάλισης για την περίοδο από 7.5.2014 μέχρι 6.9.2014 και στις 5.6.2014 εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης για την περίοδο από 7.5.2014 μέχρι 6.5.
  8. Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε αντίγραφο του καλυπτικού σημειώματος, στο οποίο ο ίδιος παρουσιάζεται ως κάτοχος και ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε το πιστοποιητικό ασφάλισης. Την 8.5.2014 οι ενάγοντες ενέγραψαν το επίδικο όχημα για πρώτη φορά στην Κύπρο. Αφού παρέλαβε τον νέο αριθμό εγγραφής του οχήματος, επισκέφθηκε την A.K. Andoniou στην οποία παρουσίασε το νέο πιστοποιητικό εγγραφής ώστε να γίνουν οι σχετικές αλλαγές στο ασφαλιστικό συμβόλαιο. Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε το εν λόγω πιστοποιητικό ασφάλισης. Την 1.10.2014 ο ενάγων 1 ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα. Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε την αναφορά του μηχανικού που ο ίδιος διόρισε ώστε να επιθεωρήσει το επίδικο όχημα. Την 6.10.2014 υπέβαλε αίτηση αποζημίωσης σχετικά με το αναφερθέν ατύχημα και την 8.10.2014 οι ενάγοντες μετέβησαν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για να μεταβιβάσουν το όχημα στον ενάγοντα 1, ως τους είχε συμβουλεύσει αντιπρόσωπος της εναγομένης. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε το νέο πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος ημερ. 8.10.
  9. Την 9.10.2014 με επιστολή ιδίας ημερομηνίας, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, η εναγόμενη επιβεβαίωσε λήψη της απαίτησης αποζημίωσης που υπέβαλε. Την 20.10.2014 η εναγόμενη του απέστειλε επιστολή, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, με την οποία απέρριψε την απαίτηση αποζημίωσης που υπέβαλε, λόγω του ότι δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ατυχήματος και το ασφαλιστικό συμβόλαιο δεν του παρείχε κάλυψη. Την 21.11.2014 οι δικηγόροι του με επιστολή τους, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 8, απαίτησαν από την εναγομένη αποζημίωση για παραβίαση ασφαλιστικού συμβολαίου. Στην εν λόγω επιστολή απάντησε απορριπτικά η εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 3.12.2014, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 9, προτάσσοντας επί της ουσίας, ότι ο ενάγων δεν είχε ασφαλιστικό συμφέρον. Ακολούθως, έλαβε επιστολή ημερ. 30.12.2014 με την οποία η εναγόμενη ακύρωνε το ασφαλιστικό συμβόλαιο αναφορικά με το επίδικο όχημα, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  10. Και ενώ οι αντιπρόσωποι της εναγομένης, συνεχίζει ο ΜΕ1, γνώριζαν ότι ο ενάγων 2 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, του επέτρεψαν να πιστεύει ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο ήταν έγκυρο και τον παραπλάνησαν για να προβεί σε συνομολόγησή του, ενώ η άρνησή τους να του παρέχουν κάλυψη, είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί οικονομικές ζημιές. Ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέτασή του, ποια διαδικασία ακολουθείτο όταν συνεργαζόταν με την εναγομένη δια μέσω των αντιπροσώπων της, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι συνήθως συναντούσε μια υπάλληλο στην οποία έδιδε όλα τα σχετικά έγγραφα και η οποία συμπλήρωνε τα έντυπα καθότι ήταν στην ελληνική, ενώ αυτός υπέγραφε στο κάτω μέρος. Σε σχέση με το επίδικο αυτοκίνητο, ακολουθήθηκε ακριβώς η ίδια διαδικασία, με τον ίδιο να αναφέρει στην υπάλληλο, ότι το συγκεκριμένο όχημα ήταν του ενάγοντα 2 και ήθελε να το ασφαλίσει και να το οδηγεί ο ίδιος. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος ημερ. 8.5.2014 στο οποίο αναγράφεται το όνομα του ενάγοντα 2, αναφέροντας ότι το εν λόγω πιστοποιητικό δόθηκε στην υπάλληλο της A.K. Andoniou, για να προβεί στις δέουσες αλλαγές επί του ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στις διαδικασίες εγγραφής και μεταφοράς του επίδικου οχήματος κατά την άφιξη του στην Κύπρο και ενέμεινε στην θέση του ότι στην υπάλληλο της A.K. Andoniou ανέφερε ότι επρόκειτο για όχημα που ανήκε στον ενάγοντα
  11. Ως περαιτέρω ανέφερε, δεν διάβασε την πρόταση ασφάλισης που είχε ετοιμάσει η υπάλληλος της A.K. Andoniou, απλώς υπέγραψε και έφυγε. Καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 12, το οποίο κατατέθηκε αφού ο ενάγων 1 το αναγνώρισε, ανέφερε ότι το υπέγραψε, όμως δεν το είχε συμπληρώσει ο ίδιος. Ως επίσης ανέφερε αντεξεταζόμενος, στις 6.10.2014 όταν επισκέφθηκε την A.K. Andoniou, υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας του είπε να εγγράψει το επίδικο όχημα επ' ονόματί του, εξ ου και το Τεκμήριο 11 φέρει ημερομηνία παραλαβής την 6.10.
  12. Ωστόσο, η κοπέλα που τον συνόδευε, άκουσε τους υπαλλήλους της A.K. Andoniou να συζητούν και υπέθεσε ότι έγινε κάποιο λάθος από την υπάλληλο που συμπλήρωσε τα έντυπα, με τον άλλον υπάλληλο να προσπαθεί να την καλύψει. Η δεύτερη μάρτυρας η οποία προσέφερε μαρτυρία από πλευράς εναγόντων (στο εξής η «ΜΕ2»), εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην υπηρεσία της A.K. Andoniou και μέσα στο πλαίσιο των καθηκόντων της ήταν η εξυπηρέτηση πελατών, γραφειακά και λογιστικά καθήκοντα. Ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή της, συνήθης πρακτική της εταιρείας όταν κάποιος θέλει να συνάψει ασφαλιστικό συμβόλαιο, αναλόγως περίπτωσης και οχήματος, είναι να εκτιμηθεί ο κίνδυνος, να ληφθούν τα στοιχεία του πελάτη και να συμπληρωθεί η αίτηση μαζί με τον πελάτη, ο οποίος θα την διαβάσει και έπειτα θα υπογράψει. Ακολούθως η αίτηση μαζί με όλα τα στοιχεία αποστέλλεται στην ασφαλιστική εταιρεία όπου και πάλι αξιολογείται και μετά από περίπου έναν μήνα αποστέλλει το συμβόλαιο. Τα στοιχεία που ζητούνται είναι η άδεια οδήγησης, το διαβατήριο ή η ταυτότητα του πελάτη, ο τίτλος ιδιοκτησίας ή τα στοιχεία του οχήματος. Ως επίσης ανέφερε η ΜΕ2, δεν προσπάθησε να αποτρέψει τον ΜΕ1 από το να διαβάσει την πρόταση ασφάλισης, ο οποίος είχε όλο το χρόνο να το πράξει, καθώς ως υφιστάμενος πελάτης γνώριζε τη διαδικασία. Από πλευράς εναγομένης κατέθεσαν ενώπιόν μου τρεις μάρτυρες. Προχωρώ σε συνοπτική έκθεση της μαρτυρίας τους. Ο πρώτος μάρτυρας ο οποίος προσέφερε μαρτυρία (στο εξής ο «ΜΥ1») υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι εργάζεται μέχρι και σήμερα στην A.K. Andoniou. Την 7.5.2014, επισκέφθηκε το γραφείο της εν λόγω εταιρείας ο ενάγων 1 και ζήτησε να ασφαλίσει το επίδικο όχημα. Κατόπιν οδηγιών του ΜΥ1, συμπληρώθηκε η πρόταση ασφάλισης η οποία ήταν τόσο στην αγγλική, όσο και στην ελληνική γλώσσα. Το επίδικο όχημα δεν είχε ακόμα εγγραφεί στην Κύπρο και συνεπώς δεν έφερε κυπριακούς αριθμούς εγγραφής. Επρόκειτο να εκτελωνιστεί και να εγγραφεί στην Κύπρο, ως τους ανέφερε ο ενάγων 1, καθότι το είχε φέρει από την Αγγλία. Ως εκ τούτου, στην ερώτηση υπό τον τίτλο «Ασφαλιστικό Συμφέρον - Insurable Interest» επί της πρότασης ασφάλισης, αναφορικά με το κατά πόσο το όχημα είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματί του, ο ενάγων 1 απάντησε θετικά. Ακολούθησε η έκδοση καλυπτικού σημειώματος επ' ονόματι του ενάγοντα 1, ενώ η πρόταση ασφάλισης προωθήθηκε στην εναγομένη ώστε να αποφασισθεί, βάσει της υποβληθείσας πρότασης, κατά πόσο θα εκδιδόταν ασφαλιστικό συμβόλαιο. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι την πρόταση ασφάλισης συμπλήρωσε συνάδελφος στην παρουσία του. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η συνήθης πρακτική ασφάλισης οχήματος που ακολουθείται, όταν ο πελάτης είναι υφιστάμενος και έχουν όλα τα στοιχεία του, είναι η λήψη των στοιχείων του οχήματος. Ερωτηθείς εάν ζητήθηκε το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος, απάντησε ότι ενόψει του ότι ήταν αγγλικό δεν ζητήθηκε, αλλά προσκομίστηκαν τα απαιτούμενα στοιχεία για την έκδοση καλυπτικού σημειώματος. Ως προς τα στοιχεία του οχήματος, για σκοπούς συμπλήρωσης της πρότασης ασφάλισης, αυτά δόθηκαν προφορικώς από τον ενάγοντα
  13. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι ο ενάγων 1 επισκέφθηκε το γραφείο τους όταν έγινε η απαίτηση αποζημίωσης και όχι μετά την εγγραφή του οχήματος στην Κύπρο. Καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 13, το οποίο αποτελεί την πρόσθετη πράξη η οποία αποτελεί μέρος του ασφαλιστηρίου και στην οποία αναγράφεται αλλαγή στον αριθμό εγγραφής του επίδικου οχήματος, ο ΜΥ1 το αναγνώρισε. Ως επίσης ανέφερε, η πρόταση προωθείται στην εναγομένη μαζί με όλα τα έγγραφα, εκτός αν υπάρχουν ήδη, πλην όμως δεν είναι απαραίτητο να σταλεί το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι δεν μπορεί να εκδοθεί καλυπτικό σημείωμα σε θεματοφύλακα οχήματος και ότι τέτοιο σημείωμα μπορεί να εκδοθεί μόνο για διάστημα τεσσάρων μηνών. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι συμβούλευσαν τον ενάγοντα 1 να εγγράψει το όχημα επ' ονόματί του, όταν στις 8.10.2014 ανέφερε το ατύχημα και αντιλήφθηκαν το λάθος που είχε γίνει. Ακολούθως, ενώπιόν μου προσέφερε μαρτυρία ο Υπεύθυνος Ανάληψης Κινδύνων αναφορικά με τα οχήματα, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της εναγομένης (στο εξής ο «ΜΥ2»). Ο ΜΥ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, στην οποία αναφέρει ότι την 21.5.2014 παραλήφθηκε στο γραφείο της εναγομένης στην Λευκωσία η αίτηση/πρόταση ασφάλισης ημερ. 7.5.2014 την οποία συμπλήρωσε, υπέγραψε και υπέβαλε ο ενάγων
  14. Στην εν λόγω πρόταση ο αιτητής δολίως και εσκεμμένα απάντησε θετικά σε ερώτηση αναφορικά με το κατά πόσο το όχημα το οποίο επρόκειτο να ασφαλιστεί, είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματί του, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει το αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος το οποίο προσκόμισε ο ενάγων 1 κατά την υποβολή της απαίτησης του. Ως Τεκμήριο 14 κατέθεσε αντίγραφο του πίνακα ασφάλισης του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου μαζί με το πιστοποιητικό ασφάλισης και ως Τεκμήριο 15 την επιστολή ημερ. 30.12.
  15. Ως περαιτέρω αναφέρει ο ΜΥ2, εάν η εναγόμενη γνώριζε ότι ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο ενάγων 2, ηλικίας άνω των 70 ετών, είτε δεν θα τον ασφάλιζε, είτε θα έθετε διαφορετικούς όρους στο ασφάλιστρο. Από τη στιγμή που ο ενάγων 1 δεν είχε ασφαλιστικό συμφέρον αναφορικά με το επίδικο όχημα, εφόσον δεν ήταν ιδιοκτήτης του, δεν μπορούσε να το ασφαλίσει. Συνεπεία της μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος και ψευδούς παράστασης, το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο κατέστη εξ υπαρχής άκυρο και καμία κάλυψη δεν προσέφερε κατά τον χρόνο του τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο ενάγων
  16. Με την ακύρωση του ασφαλιστικού συμβολαίου, τα ασφάλιστρα που είχε πληρώσει ο ενάγων 1 επιστράφηκαν σε αυτόν. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η A.K. Andoniou αποτελεί ασφαλιστικό πράκτορα της εναγομένης, όπως και άλλων ασφαλιστικών εταιρειών. Είναι εξουσιοδοτημένη να εκδίδει καλυπτικά σημειώματα εκ μέρους της εναγομένης, αλλά κατά την υποβολή κάποιας πρότασης, αντιπροσωπεύει τον πελάτη. Στην περίπτωση του ενάγοντα 1, ενόψει του ότι ήταν υφιστάμενος πελάτης, το ασφαλιστικό του συμβόλαιο εκδόθηκε σχεδόν αυτόματα, καθότι υπήρχαν τα στοιχεία του καταχωρημένα. Σε ότι αφορά στα στοιχεία του οχήματος, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δεν χρειάζεται αυτά να επιβεβαιωθούν από την εναγομένη, εφόσον βασίζονται στην αίτηση που συμπληρώνει, υπογράφει και υποβάλλει ο πελάτης. Η εναγόμενη, ως ανέφερε επανειλημμένως, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε διαβήματα ώστε να διασταυρώσει το αληθές των δεδομένων που υποβάλλει ο εκάστοτε πελάτης, ούτε και απαιτεί την προσκόμιση πιστοποιητικού εγγραφής οχήματος. Ήταν η θέση του ότι ακόμα και αν στάλθηκε σε αυτούς το αρχικό πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος, η εναγόμενη δεν το ελέγχει και το ασφαλιστικό συμφέρον πηγάζει αποκλειστικά και μόνο από την πρόταση ασφάλισης που υποβάλλεται, καθότι τα δεδομένα της ιδιοκτησίας μπορεί να μεταβληθούν. Ως επίσης ανέφερε αντεξεταζόμενος, η επιβεβαίωση της ιδιοκτησίας κάποιου οχήματος από την εναγομένη γίνεται μόνο σε περίπτωση απαίτησης. Ως προς το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος (Τεκμήριο 11), ο μάρτυρας ανέφερε ότι το είδε για πρώτη φορά όταν υποβλήθηκε από τον ενάγοντα 1 απαίτηση αποζημίωσης και ότι αφενός μεν δεν είχε προσκομιστεί στην εναγομένη, αφετέρου δε, ακόμα και αν προσκομιζόταν, σε κάθε περίπτωση για την ασφάλιση η εναγόμενη βασιζόταν στα όσα αναγράφονταν στην αίτηση. Μάλιστα, ως ανέφερε ο μάρτυρας, πλέον οι περισσότερες αιτήσεις υποβάλλονται μέσω διαδικτύου. Σε υποβολή ότι ασφαλιστικό συμφέρον έχει και ο θεματοφύλακας οχήματος, ο ΜΥ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο και ότι η μοναδική πολιτική της εναγομένης είναι να ασφαλίζει τον ιδιοκτήτη, ενώ δεν γνωρίζει κάποια εταιρεία που να ενεργεί διαφορετικά. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο ενάγων 1 υπέγραψε σε κάθε περίπτωση την πρόταση ασφάλισης και έπρεπε να είχε ελέγξει την ορθότητα των δεδομένων που αναγράφησαν σε αυτήν. Τελευταία προσέφερε μαρτυρία ενώπιόν μου η Υπεύθυνη του Τμήματος Απαιτήσεων της εναγομένης (στο εξής η «ΜΥ3»), η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης. Ως αναφέρεται σε αυτήν, την 2.10.2014 ο ενάγων 1 υπέβαλε έντυπο απαίτησης στην εναγομένη, αναφορικά με τροχαίο ατύχημα το οποίο επισυνέβη την 1.10.
  17. Κατέθεσε το εν λόγω έντυπο απαίτησης ως Τεκμήριο
  18. Κατά την διερεύνηση των συνθηκών του αναφερόμενου ατυχήματος, διαπιστώθηκε ότι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος ήταν ο ενάγων 2 και όχι ο ενάγων 1, ο οποίος συμπληρώνοντας την πρόταση ασφάλισης είχε αναγράψει ότι αυτός ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Ενόψει ωστόσο του γεγονότος ότι ο ενάγων 1 δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος, δεν είχε ασφαλιστικό συμφέρον και δεν μπορούσε να έχει καν ασφαλιστικό συμβόλαιο για το εν λόγω όχημα. Ως εκ της μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος και της ψευδούς παράστασης αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου οχήματος, το ασφαλιστικό του συμβόλαιο κατέστη εξ υπαρχής άκυρο και η εναγόμενη απέρριψε την απαίτηση του ενάγοντα 1 με επιστολή της, την οποία η ΜΥ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο
  19. Ήταν η θέση της, ότι ασφαλιστικό συμφέρον κατά τον χρόνο του ατυχήματος είχε μόνο ο ενάγων 2 και ότι πουθενά στο ασφαλιστικό συμβόλαιο δεν γίνεται αναφορά σε θεματοφύλακα. Παραδεκτά Γεγονότα Κατόπιν δήλωσης των συνηγόρων, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος ημερ. 1.10.2014 καταστράφηκε ολοσχερώς το επίδικο όχημα. Έχοντας παραθέσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ σε αξιολόγησή της. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, μπόρεσα να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Αρχίζοντας από τον ΜΕ1, μου έκανε θετική εντύπωση, εφόσον απαντούσε με φυσικότητα και αυθορμητισμό, πλην όμως καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς επί της μαρτυρίας του. Ειδικότερα, από την μαρτυρία του ενάγοντος δεν αποδέχομαι ότι δεν του δόθηκε χρόνος για να επιθεωρήσει την πρόταση/αίτηση ασφάλισης προτού την υπογράψει και ότι η εν λόγω πρόταση ήταν συνταχθείσα μόνο στην ελληνική, ισχυρισμοί οι οποίοι αντικρούονται τόσο από το γεγονός ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ήταν υφιστάμενος πελάτης της εναγομένης επί σειρά ετών, όσο και από το ίδιο το έγγραφο της πρότασης ασφάλισης το οποίο είναι συντεταγμένο τόσο στην ελληνική, όσο και στην αγγλική. Έπειτα ως ανέφερε αντεξεταζόμενος, παρόλο που τα έγγραφα που αφορούσαν στην ασφάλιση δεν ήταν μόνο στην ελληνική, ποτέ στην A.K. Andoniou δεν τον άφηναν να τα διαβάσει, απλώς τα συμπλήρωναν και αυτός τα υπέγραφε και πάντα ήταν σωστά. Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή δεν μπορεί να σταθεί στην λογική και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να απαλλάξει τον ενάγοντα 1 της ευθύνης που έφερε υπογράφοντας την ορθότητα των στοιχείων που υπέβαλε αιτούμενος ασφαλιστική κάλυψη, θέμα αναφορικά με το οποίο θα επανέλθω κατωτέρω. Σε σχέση με την ΜΕ2, επίσης καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της μερικώς για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, εφόσον μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η μάρτυρας αναγνώρισε την πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 12) την οποία ως ανέφερε συμπλήρωσε η ίδια, με βάση τα στοιχεία τα οποία της είχαν δοθεί από τον πελάτη. Ερωτηθείσα εάν επιβεβαίωσε την ορθότητα των εν λόγω στοιχείων με κάποιο τρόπο, ανέφερε ότι ο πελάτης είχε προσκομίσει τον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος από την Αγγλία. Καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 11, ανέφερε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης φαίνεται να είναι ο 2ος οδηγός που σημειώθηκε στην αίτηση και όχι ο ασφαλιζόμενος οδηγός, ως θα έπρεπε. Ερωτηθείσα εάν επί του Τεκμηρίου 12, συμπλήρωσε θετικά την ύπαρξη ασφαλιστικού συμφέροντος απάντησε καταφατικά, πλην όμως ως ανέφερε ότι δεν θυμόταν για ποιο λόγο συμπλήρωσε κατ' αυτόν τον τρόπο την πρόταση ασφάλισης και ειδικότερα εάν αυτό το σημείο συμπληρώθηκε τοιουτοτρόπως βάσει της απάντησης του ενάγοντα 1 ή βάσει του πιστοποιητικού εγγραφής. Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ2 ανέφερε ότι είχε στην κατοχή της τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντα 1, καθώς προϋπήρχε συνεργασία. Ήταν η θέση της ότι η πρόταση ασφάλισης συμπληρώνεται με βάση τα λεγόμενα του ασφαλιζόμενου και ότι στην προκειμένη περίπτωση, ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, δηλαδή η αίτηση διαβάστηκε από τον πελάτη και υπογράφτηκε. Ως εκ των άνω, από την μαρτυρία της αποδέχομαι ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας συμπλήρωσε την πρόταση/αίτηση ασφάλισης η οποία προωθήθηκε στην εναγομένη και ότι στην περίπτωση του ενάγοντα 1, εφόσον υπήρχαν καταχωρημένα τα προσωπικά δεδομένα του, έλαβε το αγγλικό πιστοποιητικό εγγραφής για να προβεί σε συμπλήρωση της αίτησης. Αποδέχομαι επίσης ότι στην πρόταση ασφάλισης απάντησε θετικά σε ερώτηση εάν ο ΜΕ1 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος και ότι ο ΜΕ1 είχε τον χρόνο να διαβάσει την αίτηση/πρόταση ασφάλισης προτού την υπογράψει. Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΥ1, αρχικά σημειώνω ότι η εντύπωση που μου άφησε ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήταν ότι προσπάθησε με την μαρτυρία του να καλύψει τα οιαδήποτε κενά και συγκεκριμένα τα όσα έλαβαν χώρα στα γραφεία της A.K. Andoniou. Ως εκ τούτου, δεν κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Ως ανέφερε ο ΜΥ1, ο ΜΕ1 ήταν έμπειρος πελάτης και γνώριζε την διαδικασία, εφόσον είχε άλλες 6 - 7 ασφάλειες οχημάτων. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι ο ΜΕ1 παρουσίασε πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος με αγγλικούς αριθμούς και ότι κράτησαν αντίγραφο, ή ότι ο ΜΕ1 παρουσίασε το ασφαλιστικό συμβόλαιο που είχε στην Αγγλία όπου φαινόταν ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο πατέρας του. Ως προς τα στοιχεία του επίδικου οχήματος, για σκοπούς συμπλήρωσης της πρότασης ασφάλισης, αυτά ως ανέφερε δόθηκαν προφορικώς από τον ΜΕ
  20. Διαπιστώνω λοιπόν ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα συγκρούεται με την μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία ανέφερε ότι ο ΜΕ1 της είχε προσκομίσει το αγγλικό πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Πρόκειται, επισημαίνω, για τα δύο πρόσωπα τα οποία ήταν παρόντα κατά τη συμπλήρωση και υποβολή της αίτησης/πρότασης ασφάλισης, αλλά και κατά την υποβολή της απαίτησης αποζημίωσης από τον ενάγοντα
  21. Σημειώνω ωστόσο ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της ΜΕ2 δεν διαφάνηκε ότι η μάρτυρας κατέθεσε με αλλότριο κίνητρο, παρά μόνο, ότι μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα θυμόταν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν καταλήγω ότι μπορώ να στηριχτώ επί της μαρτυρίας του ΜΥ1 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου. Ως προς τον ΜΥ2, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας απαντούσε με ευθύτητα και σταθερότητα, δείχνοντας ότι ήταν γνώστης του αντικειμένου του, αλλά και της περίπτωσης αναφορικά με την οποία κλήθηκε να προσφέρει μαρτυρία. Τα δε προσόντα και η εμπειρία του ουδόλως αμφισβητήθηκαν. Σε σειρά ερωτήσεων που αφορούσαν στα όσα έλαβαν χώρα στα γραφεία της A.K. Andoniou, ο ΜΥ2 με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, εφόσον δεν ήταν παρών, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία του, ενώ ενέμεινε στην θέση του ότι η εναγόμενη βασίζεται μόνο στα όσα αναγράφονται στην πρόταση ασφάλισης. Τούτων λεχθέντων, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου. Τέλος, η ΜΥ3 μου έκανε πολύ θετική εντύπωση. Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο ΜΕ1 είχε παρουσιαστεί στην εναγομένη ως ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούσαν στις διαδικασίες που είχαν προηγηθεί, διευκρινίζοντας ότι γνωρίζει μόνο τα όσα αφορούν στην απαίτηση που υπέβαλε ο ΜΕ1 για αποζημίωση, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία της. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, της δικογραφίας και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: - Κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα αγωγή χρόνο, ο ενάγων 1 ήταν υφιστάμενος πελάτης της εναγομένης. - Περί το 2014 οι ενάγοντες μετέφεραν από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο το επίδικο όχημα, το οποίο έφερε αρχικά αγγλικούς αριθμούς εγγραφής. - Την 7.5.2014 συμπληρώθηκε πρόταση ασφάλισης στα γραφεία της A.K. Andoniou από υπάλληλό της, η οποία χρησιμοποίησε προς τούτο τα έγγραφα που της είχε προσκομίσει ο ενάγων 1, συμπεριλαμβανομένου του αγγλικού πιστοποιητικού εγγραφής του επίδικου οχήματος, αλλά βασιζόμενη και στα λεγόμενα του ενάγοντος. - Η πρόταση/αίτηση ασφάλισης ήταν συνταχθείσα τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική. - Ο ενάγων 1 υπέγραψε την αίτηση/πρόταση ασφάλισης. - Την 7.5.2014 εκδόθηκε από την A.K. Andoniou καλυπτικό σημείωμα επ' ονόματι του ενάγοντα 1 και του ενάγοντα 2 ως εξουσιοδοτημένου οδηγού, σε σχέση με το επίδικο όχημα. - Την 5.6.2014 εκδόθηκε από την εναγομένη ασφαλιστικό συμβόλαιο επ' ονόματι του ενάγοντα 1 και του ενάγοντα 2 ως εξουσιοδοτημένου οδηγού, σε σχέση με το επίδικο όχημα. - Την 8.5.2014 το επίδικο όχημα ενεγράφη για πρώτη φορά στην Κύπρο και έλαβε κυπριακούς αριθμούς εγγραφής, επομένως εκδόθηκε ασφαλιστικό συμβόλαιο με την προσθήκη των νέων αριθμών εγγραφής του επίδικου οχήματος. - Την 1.10.2014 επισυνέβη τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο ενάγων 1 και συνεπεία του οποίου το επίδικο όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς. - Την 3.10.2014 εκδόθηκε από την εναγομένη πρόσθετη πράξη αναφορικά με τους νέους αρ. εγγραφής του επίδικου οχήματος και η οποία αποτελούσε μέρος του ασφαλιστηρίου εγγράφου. - Την 6.10.2014 ο ενάγων 1 μετέβη στα γραφεία της A.K. Andoniou και υπέβαλε αίτηση αποζημίωσης σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα της 1.10.2014, η οποία παραλήφθηκε από την εναγομένη και η οποία απορρίφθηκε, ενόψει του ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο ενάγων 1 δεν ήτο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. - Την 8.10.2014 εκδόθηκε πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος επ' ονόματι του ενάγοντα 1 από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. - Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δικηγόρων του ενάγοντα 1 και της εναγομένης, χωρίς οποιαδήποτε μεταβολή της θέσης της εναγομένης. - Την 30.12.2014 η εναγομένη με επιστολή της ακύρωσε εξ υπαρχής το ασφαλιστικό συμβόλαιο που είχε εκδοθεί επ' ονοματι του ενάγοντα 1, αναφέροντας ότι στην πρόταση ασφάλισης υπήρχαν ψευδείς παραστάσεις / μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονός από τον ενάγοντα 1 και έλλειψη ασφαλιστικού συμφέροντος, εφόσον απάντησε θετικά σε ερώτηση αναφορικά με το κατά πόσο ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. - Τα καταβληθέντα ασφάλιστρα επιστράφηκαν στον ενάγοντα
  22. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν τις γραπτές αγορεύσεις τους, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[8] Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[9] Τα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν στην προκειμένη περίπτωση είναι το κατά πόσο το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου οχήματος συνιστούσε ουσιώδες γεγονός και αν η απάντηση είναι θετική, το κατά πόσο ο ενάγων 1 δόλια και εσκεμμένα απέκρυψε το ουσιώδες αυτό γεγονός από την εναγομένη, καθώς επίσης και το κατά πόσο ο ενάγων 1 δεσμεύεται από την υπογραφή του εν πάση περιπτώσει, παρόλο που την αίτηση/πρόταση ασφάλισης συμπλήρωσε υπάλληλος της A.K. Andoniou. Διαφωτιστικά είναι τα όσα αποφασίστηκαν στην Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Eretria Leisure Cruices Limited

(1998)1Β Α.Α.Δ. 1072, από την οποία παραθέτω τα ακόλουθα αποσπάσματα: «Σε ορισµένους τύπους συµβάσεων, µεταξύ των οποίων και η ασφαλιστική σύµβαση, όπου ο ένας συµβαλλόµενος είναι σε πολύ ευνοϊκότερη θέση να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, που ο άλλος είναι αδύνατο να ανακαλύψει, ο πρώτος έχει το καθήκον, όχι µόνο να µην προβαίνει σε αναληθείς δηλώσεις ουσιωδών γεγονότων, αλλά και να αποκαλύπτει στον άλλο, µε τη µεγαλύτερη καλή πίστη, τέτοια ουσιώδη γεγονότα. Οι αρχές που διέπουν την υποχρέωση του ασφαλισµένου για αποκάλυψη έχουν εκτεθεί από πολύ νωρίς (βλέπε Carter v. Boehm [1766] 3 Burr. 1905). Οι συµβάσεις αυτές ονοµάζονται συµβάσεις "uberrimae fidei ", όρος που χαρακτηρίστηκε ως όχι πάντα αυστηρά ακριβής (βλέπε Seaton v. Heath [1899] 1 Q.B. 782). Η απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών παρασύρει την ασφαλιστική σύµβαση σε ακυρότητα. Ακόµα κι΄ αν η απόκρυψη έγινε λόγω λάθους χωρίς οποιαδήποτε δόλια πρόθεση, ο ασφαλιστής έχει παραπλανηθεί και η ασφαλιστική σύµβαση είναι άκυρη, γιατί ο ασφαλιστικός κίνδυνος που διατρέχει είναι διαφορετικός από τον κίνδυνο που αντιλήφθηκε και είχε πρόθεση να διατρέχει κατά το χρόνο της συµφωνίας. Η υποχρέωση του ασφαλιζόµενου συνίσταται στην αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και βασίζεται στην αρχή της καλής πίστης που πρέπει να επικρατεί µεταξύ τωνσυµβαλλοµένων. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός συναντάται στο άρθρο 18
(2)του Αγγλικού Marine Insurance Act του 1906, που προβλέπει ότι κάθε περίσταση η οποία θα επηρεάσει την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή κατά τον καθορισµό του ασφαλίστρου ή κατά τη λήψη της απόφασης κατά πόσο θα αναλάβει τον κίνδυνο, είναι ουσιώδης. Το κριτήριο κατά πόσο συγκεκριµένο γεγονός είναι ουσιώδες είναι αντικειµενικό. Γεγονός δεν αποδεικνύεται ότι είναι ουσιώδες απλώς και µόνο γιατί ο συγκεκριµένος ασφαλιστής καταθέτει ότι προσωπικά θα το θεωρούσε ουσιώδες (Bates v. Hewitt [1867] L.R. 2 Q.B. 595). Ο εναγόµενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οποιοσδήποτε συνετός ασφαλιστής θα θεωρούσε το συγκεκριµένο γεγονός ως ουσιώδες (βλέπε Girdlestone v. North British [1870] L.R. 11 Eq.197). [.] Όπως είδαµε στις ασφαλιστικές συµβάσεις επικρατεί η υποχρέωση επίδειξης καλής πίστης µε επακόλουθο το καθήκον αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Όλα τα γεγονότα τα οποία εν γνώσει του υποψήφιου ασφαλιζόµενου θεωρούνται από τους ασφαλιστές ουσιώδη, κατά κανόνα µπορεί να λεχθεί ότι συνήθως θεωρούνται σαν τέτοια (Ivamy, General Principles of Insurance Law, 4η Έκδοση, σελ. 142, 147). Η γνώµη του ασφαλιστή ότι συγκεκριµένο γεγονός είναι ουσιώδες µπορεί να διαφανεί από τη διαφορά στο αξιούµενο ασφάλιστρο, άνκαι στην πρακτική συνήθως παρουσιάζεται µε την υποβολή συγκεκριµένης ερώτησης (Glicksman v. London and General Assurance Co Ltd [1925] 2 K.B. 593, 609, C.A.). Όµως η υποβολή της ερώτησης αφ΄ εαυτής δεν καθιστά το γεγονός ουσιώδες, εκτός αν ο συνετός ασφαλιστής το θεωρεί έτσι (Babatsikos v. Car Owners' Mutual Insurance Co Ltd [1970] 2 Lloyd's Rep. 314). Το ασφαλιστήριο δυνατό να περιέχει ρητή συµφωνία που να καθορίζει την υποχρέωση αποκάλυψης και να περιγράφει τον τρόπο µε τον οποίο αυτή θα πραγµατοποιείται. Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής καθίσταται έτσι συµβατική (Anderson v. Fitzgerald [1853] 4 H.L. Cas. 484). Αν δεν τηρηθεί έχουµε αθέτηση της σύµβασης ασφάλισης και όχι αθέτηση της υποχρέωσης επίδειξης καλής πίστης. [.] Όπου η ακρίβεια των δηλώσεων καθίσταται η βάση της σύµβασης δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, ή κατά πόσο ο ασφαλισµένος εγνώριζε ή όχι, την αλήθεια (Condogiannis v. Guardian Assurance Co, 90 L.J.P.C. 168). Όταν αντίθετα δεν υπάρχει όρος που να καθιστά την πρόταση προς ασφάλιση βάση της σύµβασης, η ανακρίβεια των απαντήσεων δεν παρέχει το δικαίωµα στον ασφαλιστή να απεκδυθεί της ευθύνης, εκτός αν η ανακρίβεια συνιστά µη αποκάλυψη ή ψευδή παράσταση ουσιώδους γεγονότος (Dawsons Ltd v. Bonnin, ανωτέρω). Δόλια παραπλάνηση που αναφέρεται σε ουσιώδες γεγονός παρέχει την ευχέρεια µη τήρησης της σύµβασης. Αν το γεγονός δεν είναι ουσιώδες, η εγκυρότητα της σύµβασης δεν επηρεάζεται (Anderson v. Fitzgerald, ανωτέρω). [.] Ένα γεγονός που δεν έχει αποκαλυφθεί από τον ασφαλισµένο είναι ουσιώδες, αν η αποκάλυψη θα επηρέαζε την αποδοχή του κινδύνου ή το ύψος του ασφάλιστρου. Το ουσιώδες όµως του γεγονότος θα πρέπει να εκτιµάται όχι από τον ενδιαφερόµενο ασφαλιστή, αλλά µε βάση τις αντιδράσεις του συνετού ασφαλιστή, αλλοιώς ο επηρεαζόµενος ασφαλιστής θα µπορούσε µετά την έλευση του κινδύνου, να πείσει τον εαυτό του και φυσικά και το δικαστήριο, ότι θα απέρριπτε τη σύµβαση ή θα αύξανε το ασφάλιστρο, αν κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων είχε πλήρη αποκάλυψη του γεγονότος. Θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση µη αποκάλυψης, ο συνετός ασφαλιστής θα ήταν πρόθυµος να αναλάβει τον κίνδυνο µε το ασφάλιστρο των διαπραγµατεύσεων. Το ερώτηµα τότε θα είναι κατά πόσο η πλήρης αποκάλυψη θα έκαµνε το συνετό ασφαλιστή να αρνηθεί τη σύναψη της σύµβασης ή να αυξήσει το ασφάλιστρο. Η απόφαση στην Pan Atlantic Insurance καταλήγει ότι για να δικαιούται ασφαλιστής να αρνηθεί να καταβάλει την αποζηµίωση λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος, δεν θα πρέπει µόνο η µη αποκάλυψη να είναι ουσιώδης, αλλά επιπρόσθετα να ώθησε στη σύναψη της σύµβασης µε τους συγκεκριµένους όρους.». Στην προκειμένη περίπτωση, στην αίτηση/πρόταση ασφάλισης, υπάρχει ρητή αναφορά, ότι «Δηλώνω ότι οι πιο πάνω δηλώσεις και στοιχεία είναι αληθή και πλήρη και ότι η παρούσα πρόταση θα αποτελεί τη βάση της σύμβασης με την AIG Europe Ltd.». Ως εκ τούτου, προβαίνω σε ανάλογο εύρημα. Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με την Eretria Leisure Cruices (βλ. ανωτέρω), όταν η ακρίβεια των δηλώσεων καθίσταται η βάση της σύµβασης, δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, ή κατά πόσο ο ασφαλισµένος γνώριζε ή όχι την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει, στρεφόμενη σε εξέταση του κατά πόσο υπό τις περιστάσεις η μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι ο ενάγων 1 δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, ήτο ουσιώδης για τον μέσο συνετό ασφαλιστή, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Ως ο ΜΥ2 σαφέστατα εξήγησε επί τούτου, εάν η εναγομένη είχε την ορθή πληροφόρηση για το θέμα αυτό, δεν θα ασφάλιζε τον ενάγοντα 1, καθότι είναι πολιτική της να ασφαλίζει μόνο τον ιδιοκτήτη οχήματος, ο οποίος έχει και το ασφαλιστικό συμφέρον επί του αντικειμένου. Περαιτέρω, ως ο ΜΥ2 ανέφερε, εάν η εναγομένη γνώριζε ότι το επίδικο όχημα ανήκε στον πατέρα του ενάγοντα 1, είτε δεν θα ασφάλιζε το όχημα, είτε θα έθετε διαφορετικούς όρους ασφάλισης. Σχετικά επί τούτου είναι και τα όσα ανέφερε η ΜΥ3. Τούτων λεχθέντων, θεωρώ ότι η γνώση του ορθού ιδιοκτησιακού καθεστώτος θα επηρέαζε την κρίση της εναγομένης και ότι υπό τις περιστάσεις, τούτο ώθησε στη σύναψη του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου. Επισημαίνω ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μου οποιοδήποτε υπόβαθρο ως προς την οποιαδήποτε υποχρέωση της εναγομένης, να διασταυρώσει κατά το στάδιο της εξέτασης της αίτησης/πρότασης ασφάλισης την ορθότητα των δεδομένων που υπεβλήθησαν, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τέθηκαν ενώπιόν της οποιαδήποτε ιδιαίτερα ή αντιφατικά στοιχεία, τα οποία θα έπρεπε να της κινούσαν το ενδιαφέρον για περαιτέρω διερεύνηση. Ως άλλωστε ανέφερε ο ΜΥ2, πλέον όλες οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσω διαδικτύου. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσο η καταφατική απάντηση που υπεβλήθη μέσω της αίτησης/πρότασης ασφάλισης, σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου οχήματος, συνιστά δόλια απόκρυψη γεγονότος ή ψευδείς παραστάσεις από πλευράς ενάγοντος 1. Λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί στην προκειμένη περίπτωση. Η ίδια η ΜΕ2, υπάλληλος της A.K. Andoniou, παραδέχθηκε ότι συμπλήρωσε την αίτηση/πρόταση ασφάλισης, έχοντας ενώπιόν της το αγγλικό πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Άλλωστε, υπήρχε συνεργασία του ενάγοντα 1 τόσο με την εναγομένη, όσο και με την A.K. Andoniou επί σειρά ετών και δεν μπορεί να σταθεί στην λογική ο ισχυρισμός ότι αυτός ο άνθρωπος απέκρυψε εσκεμμένα και δολίως ένα τέτοιο δεδομένο, όντας έμπειρος και τυπικός πελάτης, που μάλιστα με την εισαγωγή του οχήματός του στην Κύπρο έσπευσε να προβεί στα δέοντα ώστε να το οδηγεί νόμιμα. Αυτό το οποίο ωστόσο με έχει απασχολήσει, είναι το κατά πόσο ο ενάγων 1, θα έπρεπε να είχε μελετήσει την αίτηση/πρόταση προτού την υπογράψει, καθότι έθεσε την υπογραφή του σε αυτήν, πιστοποιώντας το αληθές των υποβληθέντων στοιχείων, έστω και αν το πρόσωπο το οποίο την συμπλήρωσε ήταν υπάλληλος της A.K. Andoniou. Με κάθε σεβασμό, η θέση του ενάγοντα 1 ότι δεν του δόθηκε χρόνος για να διαβάσει προτού υπογράψει την αίτηση/πρόταση ασφάλισης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επισημαίνω ότι ουδείς ισχυρισμός τέθηκε ότι ο ενάγων 1 αναγκάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο να υπογράψει το εν λόγω έντυπο, καθιστώντας το τοιουτοτρόπως βάση της σύμβασης του με την εναγομένη, ή ότι δεν γνώριζε ανάγνωση ή ότι υπήρχαν όροι οι οποίοι δεν ήταν μέρος του εγγράφου που υπέγραφε ή που δεν τέθηκαν εις γνώση του. Αποτελεί βασικό κανόνα του κοινοδικαίου και εν προκειμένω καταλήγω ότι τέτοια είναι η υπό εξέταση περίπτωση, ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται από έγγραφο το οποίο έχει υπογράψει.[10] Διαφωτιστικό επί του θέματος είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. αρ. 293/2012 ημερ. 7.2.2018, όπου ομοίως ο εναγόμενος είχε επικαλεστεί ότι την αίτηση την οποία είχε υπογράψει, είχε συμπληρώσει άλλο πρόσωπο: «Η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ.96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ΄αρχάς θα πρέπει εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός, ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και προσοχή που επέδειξε. Θα πρέπει, επίσης, το έγγραφο να είναι εντελώς διαφορετικό, υπό την έννοια ότι εντάσσεται σε διαφορετική κατηγορία εγγράφων». Περαιτέρω, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα General Principles of Insurance Law, Ivamy, 3rd ed. σελ, 522, στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης: «The agent in filling the answers ceases to be the agent of the insurers. He becomes the agent of the proposed assured, and therefore his knowledge cannot be imputed to the insurers. On the contrary, by signing the proposal, the proposed assured adopt the answers as his own and makes himself responsible for any inaccuracy in them». Ως λέχθηκε στην Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Προδρόμου
(2003)1Α ΑΑΔ 600, η νομική σχέση μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας, πράκτορα και ασφαλιζομένου είναι θέμα πραγματικό και όχι νομικό, το οποίο θα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την περίπτωση. Εν προκειμένω, οι ενέργειες της ΜΥ2 να συμπληρώσει την αίτηση/πρόταση ασφάλισης έγιναν εκ μέρους του ενάγοντα 1 και στην συνέχεια υπεγράφησαν από τον ίδιο. Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω νομικών αρχών, καταλήγω ότι ο ενάγων 1 δια της υπογραφής του αποδέχθηκε τα όσα η υπάλληλος της A.K. Andoniou κατέγραψε στην αίτηση/πρόταση ασφάλισης, καθιστώντας τα μέρος της σύμβασής του με την εναγομένη. Η εναγομένη με τη σειρά της, εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το αληθές αυτών, παρά μόνο με την εξέταση της αίτησης αποζημίωσης που έλαβε από τον ενάγοντα 1, μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς ωστόσο του επίδικου οχήματος, που ως οι ΜΥ2 και ΜΥ3 εξήγησαν αποτελούσε το αντικείμενο του ασφαλιστικού συμφέροντος, θεωρώ ότι ήταν εκ των πραγμάτων ουσιώδες και εν πάση περιπτώσει συνιστούσε την βάση της σύμβασης με την εναγομένη. Τέλος, στρέφομαι σε εξέταση του ισχυρισμού του συνηγόρου της εναγομένης, ότι εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την ζημιά των €6.000 που επικαλούνται, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος ημερ. 1.10.2014. Ως γνωστό, οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται λεπτομερώς και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα.[11] Εν προκειμένω, ουδεμία σχετική μαρτυρία παρατέθηκε από πλευράς εναγόντων. Το γεγονός ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό τους περί ζημιών ύψους €6.000, λαμβανομένου δε υπόψη του ότι στην υπεράσπιση της εναγομένης, δικογραφείται άγνοια ως προς τούτο και οι ενάγοντες καλούνται εις απόδειξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού τους. Ούτε η αναφορά επί του Τεκμηρίου 4, ότι το επίδικο όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς («total loss») ικανοποιεί το Δικαστήριο ως προς το ύψος της ζημιάς. Ως γνωστό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εικασίες αλλά αποφασίζει με βάση το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιόν του.[12] Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεσή τους στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η εναγόμενη δικαιούτο να ακυρώσει το ασφαλιστικό συμβόλαιο ημερ. 5.6.2014 το οποίο εκδόθηκε επ' ονόματι του ενάγοντα 1, λόγω του ότι βασίστηκε σε λανθασμένη πληροφόρηση ουσιώδους γεγονότος αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου οχήματος. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και εναντίον των εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων από κοινού και κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. (Υπ.)..................................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238. [9] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [10] L' Estrange v. F. Grancob Ltd
(1934)2 KB 394 & Ζαχαριάδη ν.Universal Life Insurance Co Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 144/2013 ημερ. 16.4.2019. [11] Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 1157, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Χρυσοστόμου Ανδρέας ν. Cyprialife Limited
(2011)1 ΑΑΔ 1490. [12] Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.