← Κύπρος

ASTRO BANK LTD ν. ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 231/16, 5/10/2023

ASTRO BANK LTD ν. ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 231/16, 5/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα εξόδων: €10.000 - €50.000 Αρ. Αγωγής: 231/16 Μεταξύ: USB BANK PLC Εναγόντων και

  1. ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ
  2. ΗΛΙΑΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ
  3. ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ Εvαγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 10.4.2019 Μεταξύ: ASTRO BANK LTD Εναγόντων και
  4. ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ
  5. ΗΛΙΑΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ
  6. ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ Εvαγομένων Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μουαϊμης για ΜΟΥΑΪΜΗΣ & ΜΟΥΑΪΜΗΣ Για Εναγομένους: κα Πάτσαλου για Χρ. Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της αγωγής της η ενάγουσα αξιοί (α) την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον των εναγομένων αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δανείου πλέον τόκο, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως και (β) την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον του εναγομένου 1 αναφορικά με χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως έχει μετονομαστεί, έπειτα από αιτήσεις του εναγομένου 1 ημερ. 4.6.2009 και 23.6.2009, ανοίχθηκε επ' ονόματί του τρεχούμενος λογαριασμός και η ενάγουσα του παραχώρησε όριο παρατραβήγματος μέχρι ποσό €10.000,
  7. Την 26.2.2014, κατόπιν σχετικής αίτησης την οποία ο εναγόμενος 1 υπέβαλε, η πιστωτική διευκόλυνση που είχε παραχωρηθεί στον εναγόμενο 1 ανανεώθηκε και του παραχωρήθηκε δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €11.900,00 με σκοπό την πλήρη εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου πλέον δεδουλευμένους τόκους και το όριο των €10.000,00 ακυρώθηκε. Την 14.3.2014 η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 υπέγραψαν συμφωνία δανείου καταναλωτικής πίστης με σκοπό την παραχώρηση του ποσού των €11.900,00 στον εναγόμενο 1 και επ' ονόματί του ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός. Για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου του, ο εναγόμενος 1 συνήψε ασφαλιστική κάλυψη με την LIBERTY LIFE, ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν ξεχωριστό εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 26.2.2014 με το οποίο εγγυήθηκαν κεχωρισμένως και/ή αλληλέγγυα γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1, ως απορρέουν από την συμφωνία δανείου του, μέχρι ποσού €14.280,00 πλέον τόκους και έξοδα. Αναφορικά με τις παραχωρηθείσες εγγυήσεις, οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν υπεύθυνη δήλωση. Την 18.12.2014 η ενάγουσα με επιστολή της ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 για την υπέρβαση που παρουσίαζε ο τρεχούμενος λογαριασμός του και για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός του δανείου του, καθώς επίσης και για τις σχετικές επιβαρύνσεις που προέκυπταν. Αντίστοιχες ενημερωτικές επιστολές στάλθηκαν και προς τους εναγομένους 2 και
  8. Την 12.1.2015 η ενάγουσα με επιστολή της ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 ότι συνεπεία των ανωτέρω, ταξινομήθηκε ως «μη συνεργάσιμος δανειολήπτης» καλώντας τον να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες των λογαριασμών του. Αντίστοιχες ενημερωτικές επιστολές στάλθηκαν και προς τους εναγομένους 2 και
  9. Την 20.8.2015 η ενάγουσα τερμάτισε τον λογαριασμό του δανείου του εναγομένου
  10. Σχετικές ενημερωτικές επιστολές στάλθηκαν προς όλους τους εναγομένους. Δια της Υπεράσπισης τους, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω επίσης συνοπτικά, οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και την καλούν σε απόδειξή των, πλην των ακόλουθων ισχυρισμών: - Ότι υπογράφτηκε η συμφωνία ημερ. 4.6.
  11. - Ότι η ενάγουσα ενέκρινε και παραχώρησε στον εναγόμενο 1, κατόπιν αίτησής του, όριο παρατραβήγματος μέχρι ποσό €10.000,
  12. - Ότι υπογράφηκε συμφωνία ανανέωσης της πιστωτικής διευκόλυνσης του ορίου παρατραβήγματος. - Ότι την 14.3.2014 η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 υπέγραψαν συμφωνία δανείου για ποσό €11.900,
  13. - Ότι η ενάγουσα χορήγησε το δάνειο ημερ. 14.3.2014 στον εναγόμενο
  14. - Ότι ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου θα ήταν με 141 μηνιαίες δόσεις και ότι για 24 μήνες ο εναγόμενος 1 θα κατέβαλλε στην ενάγουσα ποσό €100,00 μηνιαίως και για 117 μήνες ποσό €150,00 μηνιαίως. Η 1η δόση συμφωνήθηκε να πληρωθεί στις 5.4.2014 και οι υπόλοιπες την 5η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελείας εξοφλήσεως, την 5.12.
  15. - Ότι ο εναγόμενος 1 για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου του, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου του, συνήψε ασφαλιστική κάλυψη με την LIBERTY LIFE. - Ότι υπεγράφησαν οι συμφωνίες εγγυήσεως ημερ. 14.3.2014 από τους εναγομένους 2 και
  16. - Ότι υπεγράφησαν από τους εναγομένους 2 και 3 οι υπεύθυνες δηλώσεις ημερ. 14.3.
  17. Αποτελεί ισχυρισμό των εναγομένων ότι στον επίδικο λογαριασμό χρεώνονταν αντισυμβατικοί τόκοι και έξοδα, καθώς επίσης και παράνομες χρεώσεις, για τα οποία ουδέποτε συναίνεσε ο εναγόμενος
  18. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ενώ η ενάγουσα γνώριζε ότι ο εναγόμενος δεν είχε τα εισοδήματα να εξοφλήσει τα επίδικα δάνεια, συνεχώς απαιτούσε ανανέωση των επίδικων συμφωνιών. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι η επίδικη συμφωνία δανείου περιείχε καταχρηστικούς και ή παράνομους και ή άκυρους όρους οι οποίοι επιβλήθηκαν στον εναγόμενο 1 μονομερώς χωρίς καμία διαπραγμάτευση και συνεπώς η συμφωνία ημερ. 14.3.2014 είναι παράνομη και άνευ έννομου αποτελέσματος. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι ο ισχυριζόμενος τόκος του 9,00% είναι παράνομος και αντισυμβατικός, ότι υπάρχει λανθασμένος υπολογισμός των τόκων, παράνομος ανατοκισμός και ότι η ενάγουσα ουδέποτε ενημέρωσε τους εναγομένους για το ιστορικό χρέωσης επιτοκίων και ημερήσιου τόκου. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό των εναγομένων ότι η γραπτή συμφωνία εγγυήσεως είναι παράνομη και άκυρη και αντίκειται στον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, ότι οι όροι της συμφωνίας εγγυήσεως συντάχθηκαν μονομερώς και επιβλήθηκαν στους εναγομένους χωρίς διαπραγμάτευση και ως εκ τούτου είναι καταχρηστικοί και ανεφάρμοστοι. Επιπλέον οι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι έχουν απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις τους ως εγγυητές καθότι η ενάγουσα έδινε παράταση πληρωμής στον εναγόμενο 1 άνευ της συγκατάθεσής τους και καθότι απέτυχε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της νομοθεσίας αναφορικά με την προστασία των εγγυητών. Αποτελεί επίσης δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγομένων ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καθώς η ενάγουσα δεν τήρησε τον Κώδικα Δεοντολογίας της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και ότι ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών δανείων είναι παράνομος, πρόωρος και αντισυμβατικός. Τέλος οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα ήταν αμελής κατά την χορήγηση του επίδικου δανείου και παραθέτουν σχετικές λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της ενάγουσας. Δια της Απάντησής της, η ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η έκθεση απαίτησης και αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων. Αποτελεί ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι ο εναγόμενος 1 με την ελεύθερη του βούληση και ως άτομο με δικαιοπρακτική ικανότητα έλαβε το επίδικο δάνειο και ότι εν πάση περιπτώσει οι επίδικες συμφωνίες είναι καθ' όλα νόμιμες και νομότυπες. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Εκ μέρους της ενάγουσας προσέφερε μαρτυρία λειτουργός της, τοποθετημένος στο Τμήμα Διαχείρισης Χρεών (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν ο ΜΕ1 επαναλαμβάνει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και αναφέρεται λεπτομερώς στους όρους της σύμβασης δανείου ημερ. 14.3.2013, η οποία ως αναφέρει, παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 από την ενάγουσα, υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, για σκοπούς πλήρους εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού του. Επιπρόσθετα ο ΜΕ1 διευκρινίζει ότι η ενάγουσα δεν διεκδικεί το ποσό του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού του εναγομένου
  19. Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: - Τεκμήριο 1: Αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος της ενάγουσας ημερ. 10.1.
  20. - Τεκμήριο 2: Επιστολή προσφοράς ημερ. 23.6.2009 που απέστειλε η ενάγουσα στον εναγόμενο
  21. - Τεκμήριο 3: Επιστολή προσφοράς ημερ. 26.2.2014 που απέστειλε η ενάγουσα στον εναγόμενο
  22. - Τεκμήριο 4: Συμφωνία δανείου ημερ. 14.3.
  23. - Τεκμήριο 5(α): Εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 14.3.2014 που υπέγραψε ο εναγόμενος
  24. - Τεκμήριο 5(β): Εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 14.3.2014 που υπέγραψε ο εναγόμενος
  25. - Τεκμήριο 6: Υπεύθυνες Δηλώσεις ημερ. 14.3.2014 δια των οποίων οι εναγόμενοι 2 και 3 δήλωσαν ότι το εγγυητήριο έγγραφο ελεύθερα και χωρίς πίεση και ότι αντιλαμβάνονταν πλήρως τις συνέπειες της υπογραφής των. - Τεκμήρια 7(α) - (γ): Καταστάσεις Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων των εναγομένων 1 - 3 ημερ. 14.3.
  26. - Τεκμήρια 8(α) - (γ): Αντίγραφα προειδοποιητικών επιστολών ημερ. 18.11.2014, 3.12.2014 και 18.12.2014 προς τους εναγομένους 1 - 3 αναφορικά με τις καθυστερήσεις καταβολής των μηνιαίων δόσεων προς αποπληρωμή του δανείου. - Τεκμήριο 9: Αντίγραφα επιστολών ημερ. 12.1.2015 προς τους εναγομένους 1 - 3 αναφορικά με την ταξινόμηση του εναγομένου 1 ως μη συνεργάσιμου πελάτη και την επιβάρυνση του λογαριασμού δανείου του. - Τεκμήριο 10: Ανακοίνωση ενάγουσας στον ημερήσιο τύπο ημερ. 25.2.2015 για τη μείωση του βασικού επιτοκίου στο 4,95% από 2.3.
  27. - Τεκμήριο 11: Επιστολές τερματισμού προς τους εναγομένους 1 - 3 ημερ. 20.8.
  28. - Τεκμήριο 12: Κατάσταση του επίδικου λογαριασμού μαζί με σχετικό πιστοποιητικό. - Τεκμήριο 13: Αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού μαζί με σχετικό πιστοποιητικό. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε ανάμειξη στην προσυμβατική διαδικασία σύναψης της επίδικης σύμβασης, ούτε στην σύνταξη των εγγράφων τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια. Σε υποβολή ότι όλα τα έγγραφα καταρτίστηκαν και υπεγράφησαν την ίδια ημέρα, ο μάρτυρας απάντησε ότι πριν την υπογραφή των εγγράφων ο πελάτης ενημερωνόταν για το προϊόν που του προσφέρεται και αν συμφωνούσε διευθετείτο η μετάβασή του στο γραφείο της ενάγουσας για την υπογραφή των εγγράφων. Ερωτηθείς κατά πόσο οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν ενημερωθεί ότι επρόκειτο να εγγυηθούν τον εναγόμενο 1 ο οποίος δεν πλήρωνε το προηγούμενο του δάνειο, ο ΜΕ1 απάντησε ότι τα εγγυητήρια ετοιμάστηκαν την 26.2.2014 και υπογράφτηκαν την 14.3.2014, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει ότι υπήρχε συνεννόηση με τους εναγομένους πριν την υπογραφή των εγγράφων. Τα εγγυητήρια, συνέχισε ο ΜΕ1, κάνουν αναφορά στο δάνειο του εναγομένου 1, ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν εγγυηθεί και τον τρεχούμενο λογαριασμό του εναγομένου 1, παραπέμποντας στο Τεκμήριο
  29. Ερωτηθείς κατά πόσο το επίδικο δάνειο έπρεπε να δοθεί, βάσει των οικονομικών στοιχείων του εναγομένου 1, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι για να δόθηκε το δάνειο, η ενάγουσα έκρινε ότι μπορούσε να εξυπηρετηθεί, ενώ το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 ήταν παντρεμένος, σημαίνει ότι θα υπήρχαν επιπλέον οικονομικά εισοδήματα. Από πλευράς εναγομένων ενώπιόν μου μαρτυρία προσέφερε ο εναγόμενος 1 (στο εξής ο «ΜΥ1»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ο πρωτοφειλέτης του επίδικου δανείου και ότι οι εναγόμενοι 2 και 3, είναι αδέρφια του. Περαιτέρω αναφέρει ότι ήταν απαίτηση της Τράπεζας η σύναψη του δανείου ημερ. 14.3.2014 για σκοπούς εξόφλησης του τρεχούμενου λογαριασμού που είχε από το 2009 και ότι όλα τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε, τα ετοίμασε η Τράπεζα και του προσκομίστηκαν στο μαγαζί όπου δούλευε από υπάλληλο της ενάγουσας για να τα υπογράψει, χωρίς ποτέ να του δοθούν αντίγραφα. Είναι επίσης η θέση του ότι η άλλη μάρτυρας που υπογράφει στα έγγραφα δεν ήταν παρούσα και δεν γνωρίζει πότε τα υπέγραψε. Ως επίσης αναφέρει ο ΜΥ1 στην δήλωσή του, η ενάγουσα γνώριζε ότι δεν ήταν σε θέση, με βάση το εισόδημά του, να αποπληρώνει το δάνειο, καθώς είχε καθαρά εισοδήματα περί τα €833,00 και άλλα δάνεια τα οποία είχε λάβει μαζί με τον αδερφό του και την σύζυγό του, από τον Συνεργατισμό, τα οποία ξεπερνούσαν το €1.000.000,
  30. Η μόρφωσή του, ως αναφέρει, είναι του τεχνικού σχολείου μέχρι την 5η τάξη και δεν γνωρίζει για θέματα επιτοκίων, ενώ ουδέποτε του εξήγησε οποιοσδήποτε από την Τράπεζα τον τρόπο υπολογισμού των, όπως δεν του εξήγησαν κανένα από τους όρους της συμφωνίας δανείου, που τον πίεσαν και εξανάγκασαν να υπογράψει. Ως εκ τούτου, ζητά από το Δικαστήριο όπως κυρήξει τους όρους της συμφωνίας δανείου καταχρηστικούς και τη συμφωνία άκυρη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατ' ουδένα λόγο δεν έκανε αίτηση για να λάβει δάνειο καθώς είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και χαμηλό εισόδημα και ότι τον πίεζαν προς τούτο από το 2013 και έπειτα, ενώ τον απειλούσαν με την καταχώριση αγωγής. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά δεν κατείχε δοκτοράτο και δεν ήταν πρύτανης, επομένως δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν και δεν ενημερωνόταν από κάποιο υπάλληλο της ενάγουσας αναφορικά με το επιτόκιο. Ερωτηθείς πως θα διευθετούσε το ζήτημα του τρεχούμενου λογαριασμού, απάντησε ότι θα δανειζόταν ή θα έκανε συμφωνία διακανονισμού. Ερωτηθείς κατά πόσο η πληρωμή μηνιαίας δόσης των €100,00 για 24 μήνες και έπειτα €150,00 για 117 μήνες, ήταν προς όφελός του, ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν μπορούσε να πληρώνει δόσεις, όταν δεν είχαν χρήματα για φαγητό και χρωστούσε ενάμιση εκατομμύριο. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, μπόρεσα να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Αρχίζοντας από τον ΜΕ1, έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς απαντούσε με φυσικότητα και ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές, σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, από την οποία εξήλθε αλώβητος. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί εκ των πραγμάτων σε ορισμένα ερωτήματα που αφορούσαν στο προσυμβατικό στάδιο υπογραφής των επίδικων εγγράφων, δεν θεωρώ ότι πλήττει την αξιοπιστία του, εφόσον ως ο ίδιος ανέφερε, δεν ήταν παρών. Ο μάρτυρας ήταν σε θέση να απαντά εμπεριστατωμένα και με σαφήνεια στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν, ενώ ήταν ενημερωμένος και γνώστης των τραπεζικών ζητημάτων αναφορικά με τα οποια κλήθηκε να απαντήσει κατά την αντεξέτασή του. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι πρόκειται για φιλαλήθη μάρτυρα, επί της μαρτυρίας του οποίου μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΥ1, για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Καταρχάς ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει τις ευθύνες του. Ο ΜΥ1 υπερ-προσπαθούσε να δημιουργήσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι πιέστηκε για να λάβει το επίδικο δάνειο και ότι δεν είχε καμία μόρφωση και δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε, χωρίς εντούτοις να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση προς τούτο. Μαρτυρία, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν συνάδει και δεν προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων, καθώς πουθενά δεν δικογραφείται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 1 ήταν χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και ότι η επίδικη σύμβαση δανείου υπεγράφη κατόπιν ψυχικής πίεσης. Ως γνωστό, ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου και η μαρτυρία, στηρίζεται και καθορίζεται από αυτά.[8] Έστω δε και αν για ορισμένα μη δικογραφημένα ζητήματα δοθεί μαρτυρία χωρίς την προβολή ένστασης από την άλλη πλευρά, τέτοια μαρτυρία δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.[9] Επιπρόσθετα, ως ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε, είχε δικαίωμα να του εξηγηθούν οι όροι του επίδικου δανείου, όπως επίσης και δικαίωμα να λάβει αντίγραφο της συμφωνίας δανείου και να αποταθεί σε σύμβουλο εντός 15 ημερών. Και ενώ ο ΜΥ1 ήθελε ως ισχυρίστηκε να προβεί σε διακανονισμό και πιέστηκε από την ενάγουσα να λάβει το επίδικο δάνειο, από την άλλη πρόθεσή του ήταν και πάλι να δανειστεί χρήματα. Απαντήσεις οι οποίες ήταν αντιφατικές μεταξύ τους και δείχνουν την ξεκάθαρη πρόθεση του εναγομένου 1 να αποφύγει την ευθύνη του, καθώς από τη μια παρουσιάστηκε ως άτομο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου το οποίο δεν είχε αντίληψη των όσων συνέβαιναν και από την άλλη, με τις απαντήσεις του έδειξε ότι γνώριζε τις διαδικασίες δανειοδότησης, ενώ δεν μου διαφεύγει ότι με βάση τα λεγόμενα του ιδίου, ήταν λήπτης δανεισμού από τραπεζικά ιδρύματα που ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο. Περαιτέρω, εφόσον ως ο ΜΥ1 ανέφερε πρόθεσή του ήταν να δανειστεί χρήματα για να αποπληρώσει τον τρεχούμενο λογαριασμό του, το Δικαστήριο αδυνατεί σε κάθε περίπτωση να αποδεχθεί την θέση ότι ο δανεισμός του από την ενάγουσα έγινε κατόπιν πίεσης. Τούτων λεχθέντων, δεν κρίνω ότι ο ΜΥ1 ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, ούτε ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη για την υπόθεση ευρήματα: Έπειτα από υποβολή αίτησης του εναγομένου 1 ημερ. 4.6.2009, η ενάγουσα άνοιξε επ' ονόματί του τρεχούμενο λογαριασμό. Κατόπιν αιτήματος του εναγομένου 1 ημερ. 17.6.2009 το οποίο η ενάγουσα ενέκρινε και παραχώρησε στον εναγόμενο 1 όριο παρατραβήγματος μέχρι ποσό €10.000 για σκοπούς κάλυψης προσωπικών του εξόδων. Εγγυητές του εναγομένου 1 αναφορικά με την παραχώρηση των ανωτέρω πιστωτικών διευκολύνσεων ήταν οι εναγόμενοι 2 και 3, για ποσό €12.000,
  31. Κατόπιν αίτησης του εναγομένου 1 ημερ. 26.2.2014 και συμπλήρωσης Καταστάσεων Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων από όλους τους εναγομένους, την 14.3.2014 υπογράφτηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1, βάσει της οποίας η ενάγουσα παραχώρησε στον εναγόμενο 1 δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €11.900,00 με σκοπό την πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού που είχε προηγουμένως παραχωρηθεί στον εναγόμενο 1 από την ενάγουσα, ύψους €11.763,21 πλέον δεδουλευμένοι τόκοι. Προς εξασφάλιση της ενάγουσας, οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τα έγγραφα εγγυήσεως ημερ. 14.3.2014 δια των οποίων εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 οι οποίες απορρέουν εκ της συμφωνίας δανείου ημερ. 14.3.2014 μέχρι ποσού €14.280,00 αφού τους επεξηγήθηκαν οι όροι του επίδικου δανείου. Με έγγραφες δηλώσεις τους ημερ. 14.3.2014, οι εναγόμενοι 2 και 3 δήλωσαν ότι υπέγραψαν τα εν λόγω εγγυητήρια έγγραφα ελεύθερα και χωρίς πίεση και ότι αντιλαμβάνονταν πλήρως τις συνέπειες της εγγύησής των. Ο εναγόμενος 1 πληροφορείτο αναφορικά με τις μεταβολές του επιτοκίου μέσω δημοσιεύσεων στον τύπο. Ειδικότερα, ενημερώθηκε σχετικά μέσω της ανακοίνωσης ημερ. 25.2.2015 στον τύπο αναφορικά με την μείωση του βασικού επιτοκίου σε 4,95% με ισχύ από 2.3.
  32. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις δανείου του με αποτέλεσμα η ενάγουσα να αποστείλει σε αυτόν προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 18.11.2014, 3.12.2014 και 18.12.
  33. Σχετικές ενημερωτικές επιστολές στάλθηκαν και στους εναγομένους 2 και
  34. Την 12.1.2015 η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 1 επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι ταξινομήθηκε ως «μη συνεργάσιμος πελάτης» και τον κάλεσε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές του. Σχετικές ενημερωτικές επιστολές στάλθηκαν και στους εναγομένους 2 και
  35. Ο εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε και με επιστολή της ημερ. 20.8.2015 η ενάγουσα τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό. Σχετικές ενημερωτικές επιστολές στάλθηκαν και στους εναγομένους 2 και
  36. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος αποδείξεως φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[10] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[11] Τα βασικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν και κατά συνέπεια χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο, σε περιπτώσεις όπου αξιώνεται οφειλόμενο τραπεζικό χρέος, είναι τα ακόλουθα:[12] (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Παρεμβάλλω ότι έχω μελετήσει τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολογούν στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[13] Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση της θέσης που προέβαλε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων, ότι η κατατεθείσα κατάσταση λογαριασμού δεν μπορεί να γίνει αποδεικτή δυνάμει του αρ. 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου. Καταρχάς υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολό της. Σημειώνεται επίσης ότι ο ΜΕ1 δεν αντεξετάσθηκε σε σχέση με την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμών τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 12 και
  37. Ως έχει νομολογηθεί, ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί και εκλαμβάνει ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση πρέπει να τίθεται στον μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο, ως προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει τον μάρτυρα.[14] Συνεπακόλουθα, η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, αναφέρω ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός και επί της ουσίας του, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στην γραπτή του δήλωση ο ΜΕ1 αναφέρει ότι η ενάγουσα τηρεί τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή στις κτηριακές εγκαταστάσεις της για όλους τους λογαριασμούς των πελατών της, όπου φυλάσσονται μηχανογραφημένες όλες οι σχετικές πληροφορίες και πρόσβαση έχουν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ΜΕ
  38. Όλες οι καταστάσεις λογαριασμών των πελατών της ενάγουσας, συνεχίζει ο ΜΕ1, αποτελούν καταχωρίσεις και μέρος των τραπεζικών βιβλίων που χρησιμοποιούνται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας και είναι αποθηκευμένες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της. Ως επίσης εξηγεί ο ΜΕ1 - και επαναλαμβάνω, επί τούτου δεν αντεξετάσθηκε - οι καταστάσεις τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 12 και 13, αποτελούν μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης λογαριασμών της ενάγουσας, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας και αφού ο ΜΕ1 τις συνέκρινε με τις αρχικές καταχωρίσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπου φυλάσσονται, διαπίστωσε ότι είναι ορθές, ότι αναπαραγάγουν και αντανακλούν επακριβώς τις καταχωρίσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ως εκ των άνω, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της ενάγουσας, γίνεται αποδεκτή δυνάμει των άρθρων 22 και 35 του Κεφ. 9.[15] Σχετικά παραπέμπω στην Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο». Κατ' επέκταση των ανωτέρω, η D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 ΑΑΔ 263 στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των εναγομένων, διαφοροποιείται ουσιωδώς από την υπό εξέταση περίπτωση, καθώς εκείνη η περίπτωση δεν αφορούσε σε απόδειξη χρεωστικού υπολοίπου με καταχωρίσεις σε τραπεζικά βιβλία. Εν κατακλείδι, υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την παγίως καθιερωμένη νομολογία, δεν αναμένεται το Δικαστήριο να προβαίνει σε λογιστικές και μαθηματικές πράξεις με σκοπό να ελέγξει λεπτομερώς την ορθότητα του οφειλόμενου υπόλοιπου, ενώ η αποδοχή του αντιγράφου του τραπεζικού βιβλίου τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση των εναγόντων, εκτός εάν η πλευρά των εναγομένων προσκομίσει ανατρεπτική μαρτυρία, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων.[16] Εν προκειμένω, τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους εναγομένους. Έρεισμα για τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου, αποτελούν επίσης οι πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις Societe Generale Bank - Cyprus Ltd v. Νίνου Χατζηρούσου ως Παραλήπτη Διαχειριστή της περιουσίας Stone Heaven (Village Houses) Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 191/14, ημερ. 11.7.2022 και Ανδρέα Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας-Λάρνακας-Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, Πολ. Εφ. 325/14 ημερ. 7.4.2023. Ως εκ των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι η ενάγουσα απέδειξε την ύπαρξη του οφειλόμενου χρέους στον απαιτούμενο βαθμό. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του ισχυρισμού της συνηγόρου των εναγομένων, ότι δεν προσφέρθηκε από πλευράς ενάγουσας μαρτυρία, ως προς την εκταμίευση του προϊόντος του δανείου. Τούτο, εισηγείται η συνήγορος των εναγομένων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ελλείπει το στοιχείο της αντιπαροχής. Για τους λόγους που θα εξηγήσω, η πιο πάνω θέση είναι έκθετη σε απόρριψη. Εν πρώτοις επισημαίνω ότι δεν υποβλήθηκε τέτοια θέση στον ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του και παραπέμπω στις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, τις οποίες έχω παραθέσει ανωτέρω. Επιπρόσθετα, το επιχείρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων και ειδικότερα με τον ισχυρισμό τους ότι η ενάγουσα χορήγησε το δάνειο στον εναγόμενο 1, παρόλο που γνώριζε ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να το αποπληρώσει.[17] Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Αθανασίου Χρυστάλλα ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1635: «Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκτείνεται σε άλλα μη προκύπτοντα θέματα, ιδιαίτερα, όπως στην παρούσα υπόθεση, όταν στο θέμα, το οποίο εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπήρχε ρητή παραδοχή απ' όλους τους διαδίκους στη δικογραφία» Ανεξαρτήτως της ανωτέρω κατάληξής μου, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι δεν θεωρώ εν πάση περιπτώσει ότι η θέση αυτή ευσταθεί. Καταρχάς έχω αποδεχθεί την μαρτυρία του ΜΕ1 στην ολότητά της και σύμφωνα με αυτήν, το επίδικο ποσό του δανείου παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1, για σκοπούς αποπληρωμής του τρεχούμενου λογαριασμού που διατηρούσε στην ενάγουσα. Κατά δεύτερον, ανατρέχοντας στις καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 12 και 13), τις οποίες έχω επίσης αποδεχθεί, διαπιστώνω ότι το ποσό των €11.900,00 εκταμιεύθηκε στον λογαριασμό του εναγομένου 1 την 24.3.2014. Προχωρώ σε εξέταση του ισχυρισμού περί ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου διότι αυτή δεν αποτελεί προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης κρίσης του εναγομένου 1, γεγονός το οποίο η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων συνδέει με την αδυναμία δυνατότητας αποπληρωμής από πλευράς εναγομένου 1 και το οποίο οδηγεί κατά την εισήγησή της σε εφαρμογή του αρ. 56
(2)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Αρχικά σημειώνω ότι δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση των εναγομένων ισχυρισμός περί ακυρότητας της σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης ή ματαίωσης (frustration) της επίδικης σύμβασης δανείου εξαιτίας του γεγονότος ότι η ενάγουσα δανειοδότησε τον εναγόμενο 1, παρόλο που γνώριζε ότι δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει το δάνειο λόγω της οικονομικής του κατάστασης. Ό,τι δικογραφείται στην Υπεράσπιση, είναι ότι η ενάγουσα αν και γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε την δυνατότητα αποπληρωμής του επίδικου δανείου, εντούτοις του το παραχώρησε. Ούτε και έχει καταχωριστεί ανταπαίτηση. Ως αναφέρεται πιο πάνω, το Δικαστήριο περιορίζεται στα όσα δικογραφούνται και συνεπακόλουθα, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται.[18] Ανεξαρτήτως της ανωτέρω κατάληξής μου και για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι εν πάση περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή της ματαίωσης σύμβασης. Το άρθρο 56 του Κεφ. 149 το οποίο επικαλείται η συνήγορος των εναγομένων, διαβάζεται ως ακολούθως: «
(1)Συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ' εαυτής αδύνατης είναι άκυρη.
(2)Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.
(3)Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης». Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την K & M (TRANSPORT) LTD v. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου, Πολ. Εφ. αρ. 341/2013 ημερ. 22.10.2020: «Εφόσον η αδυναμία εκτέλεσης οφειλόταν σε τρίτους, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν οποιαδήποτε ευθύνη και, συνεπώς, δεν υπήρχε θέμα παράβασης συμφωνίας. Το άρθρο 56
(2)του Κεφ. 149, το οποίο προνοεί για ματαίωση συμφωνίας, προέρχεται από το αντίστοιχο άρθρο του ινδικού νόμου. Βάσει της κυπριακής νομολογίας η έννοια της «ματαίωσης» (frustration) διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια όπως διαμορφώθηκε στο αγγλικό δίκαιο. Στην υπόθεση Izzet Fadil v. Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 11, συνοψίζονται οι αρχές της ματαίωσης όπως εφαρμόζονται στο κυπριακό δίκαιο ως ακολούθως: «Πηγή προέλευσης του Άρθρου 56
(2)του Νόμου είναι το αντίστοιχο άρθρο του Ινδικού Νόμου υπό το οποίο η έννοια της «ματαίωσης» (frustration) διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια όπως διαμορφώθηκε στο Αγγλικό δίκαιο (βλ. Χenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23, Maison Jenny Limited v. Krashias Footwear Industry Limited
(2002)1 A.A.Δ. 1156). Σχετικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελ. 402, που υιοθετήθηκε στην KIER (Cyprus) Ltd v. Trenco Construction Ltd
(1981)1 C.L.R. 30. «The doctrine of frustration comes into play when a contract becomes impossible of performance, after it is made, on account of circumstances beyond the control of parties or the change in circumstances makes the performance of the contract impossible». Εν προκειμένω, τα όσα προβάλλονται κατ' επίκληση της αρχής της ματαίωσης σύμβασης, δεν αποτελούν αναπάντεχα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα μετά την συνομολόγηση της σύμβασης, καθιστώντας την εκτέλεσή της αδύνατη. Ως εκ τούτου δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει οι θέσεις αυτές να υπαχθούν στα όσα διαλαμβάνει το αρ. 56
(2)του κεφ.
  1. Ούτε και προσκόμισαν οι εναγόμενοι οιανδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η ενάγουσα κακώς χορήγησε το επίδικο δάνειο στον εναγόμενο 1, εφόσον γνώριζε ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να το αποπληρώσει. Ως προς το επιχείρημα περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης δανείου διότι αυτή δεν αποτελεί προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης κρίσης του εναγομένου 1, υπενθυμίζεται ότι η μαρτυρία του ΜΥ1, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, η άσκηση πίεσης πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός από τον διάδικο που την επικαλείται και ειδικότερα, ότι η επιρροή που ασκήθηκε από το ένα μέρος στο άλλο ήταν καθοριστική για τη συνομολόγηση της σύμβασης.[19] Τούτων λεχθέντων, ούτε οι θέσεις αυτές ευσταθούν. Τέλος, στρέφομαι σε εξέταση του ισχυρισμού της συνηγόρου των εναγομένων, ότι η επίδικη συμφωνία δανείου θα πρέπει να ακυρωθεί ένεκα της ύπαρξης καταχρηστικών όρων σε αυτήν και συγκεκριμένα προ-διατυπωμένων όρων, οι οποίοι δεν επεξηγήθηκαν στους εναγομένους. Το σχετικό με τα ανωτέρω ζητήματα νομοθέτημα, είναι ο Περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος, Ν. 112(Ι)/2021, ο οποίος ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο το σχετικό ευρωπαϊκό πλαίσιο, ως καθορίζεται στο Προοίμιο του ρηθέντος Νόμου. Σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75 του Ν. 112(Ι)/2021, ο Νόμος εφαρμόζεται σε οποιεσδήποτε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου, ενώ με επιφύλαξή του εξαιρεί από την εφαρμογή του οποιεσδήποτε συμβάσεις συνήφθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος των καταργηθέντων Νόμων. Στους Νόμους αυτούς, συμπεριλαμβάνεται και ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος, Ν. 93(Ι)/
  2. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη συμφωνία δανείου φέρει ημερομηνία την 14.3.2014, δηλαδή μεταγενέστερη της έναρξης της ισχύος του Ν. 93(Ι)/1996, άρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 112(Ι)/
  3. Σύμφωνα λοιπόν με τις διατάξεις του Ν.112(Ι)/2021 και ειδικότερα του άρθρου 2, «καταναλωτής» είναι «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα». «Εμπορευόμενος» είναι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν διέπεται από το ιδιωτικό ή το δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου». Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία, ο εναγόμενος 1 δεν έλαβε το επίδικο δάνειο για λόγους οι οποίοι εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Περαιτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα παραχώρησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις στον εναγόμενο 1, μέσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος 1 εμπίπτει στην έννοια «καταναλωτής» δυνάμει των όσων προστάζει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Κατά τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 48 του Ν. 112(Ι)/2021, το Μέρος VII που σχετίζεται με τις καταχρηστικές ρήτρες τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Ως επίσης προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο, από την διεργασία εκτίμησης του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών, εξαιρούνται οι ρήτρες οι οποίες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και καθορίζουν το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, το ανάλογο ή μη του τιμήματος και/ή της αμοιβής αφενός και των υπηρεσιών ή τα αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα αφετέρου. Οι καθορίζουσες το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, είναι εκείνες οι συμβατικές ρήτρες οι οποίες καθορίζουν ουσιώδεις παροχές της σύμβασης και συνεπακόλουθα, την χαρακτηρίζουν. Στην εν λόγω κατηγορία, δεν εμπίπτουν οι ρήτρες οι οποίες έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα.[20] Το ποιες ρήτρες είναι καταχρηστικές, καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 50 του Ν.112(Ι)/2021, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «50.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή.
(4)Το Παράρτημα IV περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους». Ως λέχθηκε από το ΔΕΕ στην απόφασή του ημερ. 9.7.2020 στην C-452/18, XZ v. Ibercaja Banco SA, ο έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας συμβάσεως, αφορά τις ρήτρες οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ως επίσης λέχθηκε στην ίδια απόφαση, ρήτρα η οποία συντάχθηκε με σκοπό τη γενικευμένη της χρήση, συνιστά ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες μια ρήτρα τέθηκε υπόψη του καταναλωτή, να αποφασίσει εάν ο καταναλωτής μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της. Τα πιο πάνω, ισχύουν και αναφορικά με ρήτρες οι οποίες τροποποιούν προγενέστερες ρήτρες. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υφίστανται ρήτρες καταχρηστικές σε μία σύμβαση, αυτές δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή. Η σύμβαση ωστόσο εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα.[21] Αποτελεί επίσης επιτακτική νομοθετική ρύθμιση, όπως ο εμπορευόμενος διασφαλίζει, σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία.[22] Ο μηχανισμός που αφορά μια ρήτρα, πρέπει να διατυπώνεται με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις προς αυτόν οικονομικές συνέπειες. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης, στις οποίες συγκαταλέγονται η διαφήμιση και η πληροφόρηση που παρέχει ο δανειστής μέσα στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως συμβάσεως, να διαπιστώσει κατά πόσο ο καταναλωτής πληροφορήθηκε αναφορικά με όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δεσμεύσεως που αναλάμβανε, ώστε να μπορεί να υπολογίσει, μεταξύ άλλων, το συνολικό κόστος του δανείου του.[23] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 16.7.2020, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-224/19 CY v. Caixabank SA & C-259/19 PK v. Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA: «Ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας της επίμαχης στην κύρια δίκη ρήτρας πρέπει να εξεταστεί από το αιτούν δικαστήριο λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η διαφήμιση και η πληροφόρηση στις οποίες προβαίνει ο δανειστής στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως μιας συμβάσεως δανείου, και λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου προσοχής που μπορεί να αναμένεται από τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 74, της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei, C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 75, της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψεις 46 και 47, και της 3ης Μαρτίου 2020, Gómez del Moral Guasch, C-125/18, EU:C:2020:138, σκέψη 46)». Αναφορικά με την απαίτηση για διαφάνεια, δεν περιορίζεται στον κατανοητό χαρακτήρα της οικείας ρήτρας από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, καθώς θεωρείται δεδομένο ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη από τον επαγγελματία θέση, όσον αφορά στο επίπεδο πληροφόρησης.[24] Όταν πρόκειται περί ρήτρας για κυμαινόμενο επιτόκιο, η ρήτρα αυτή πρέπει όχι μόνο να είναι κατανοητή από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά και να παρέχει στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός, τη δυνατότητα να κατανοήσει τη συγκεκριμένη λειτουργία του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου και, συνακόλουθα, να αξιολογήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας για τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις. Κρίσιμα στοιχεία, για την εκτίμηση στην οποία θα προβεί το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσο τα σχετικά στοιχεία σχετικά με τον υπολογισμό του επιτοκίου ήταν ευχερώς προσβάσιμα στον καταναλωτή, καθώς επίσης και η παροχή σχετικής πληροφόρησης.[25] Αναφορικά με την απαίτηση καλής πίστης, εναπόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει, κατά πόσο ο επαγγελματίας, συναλλασσόμενος με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο τελευταίος θα αποδεχθεί μια τέτοια ρήτρα, κατόπιν ατομικής διαπραγμάτευσης.[26] Σε σχέση με την διαπίστωση σημαντικής ανισορροπίας, αυτή δυνατό να προκύψει μόνο από την σοβαρή επιδείνωση της νομικής κατάστασης στην οποία οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις θέτουν τον καταναλωτή, ως συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη σύμβαση, είτε ένεκα του περιορισμού των απορρεόντων δικαιωμάτων του βάσει της σύμβασης, είτε ένεκα της ύπαρξης εμποδίου στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, είτε εξαιτίας κάποιας επιβάρυνσης του καταναλωτή, με πρόσθετη υποχρέωση η οποία δεν προβλέπεται από το ημεδαπό δίκαιο.[27] Διερχόμενη του μαρτυρικού υλικού, διαπιστώνω καταρχάς ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί εκ μέρους των εναγομένων, με την οποία να καταρρίπτεται η απαίτηση της «καλής πίστης» από πλευράς της ενάγουσας. Σχετικά παραπέμπω στην Πολ. Εφ. αρ. 9/2011 ημερ. 15.6.2016 Frakapor Courier Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία αφορούσε σε σύμβαση δανείου και μέσα στο πλαίσιο της οποίας το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο στην απόφασή του, είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «. για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 είναι καταχρηστική, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων». Τα ανωτέρω τυγχάνουν κατά την κρίση μου εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, από την οποία να προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ενήργησε καλή τη πίστει. Αυτό το οποίο προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι ότι ο εναγόμενος 1 αιτήθηκε όπως του παραχωρηθούν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, με σκοπό να αποπληρωθούν προγενέστερες υποχρεώσεις του, ένεκα πιστωτικών διευκολύνσεων που του είχαν παραχωρηθεί στο παρελθόν από την ενάγουσα. Όπως και έγινε. Ανεξάρτητα από την ανωτέρω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο οι εισηγήσεις από πλευράς εναγομένων περί καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών της επίδικης σύμβασης δανείου, ευσταθούν. Το απαύγασμα των αποφάσεων του ΔΕΕ, είναι ότι το κατά πόσο μία ρήτρα είναι καταχρηστική θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της υπόθεσης. Υπό τις περιστάσεις, έστω και αν το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως δύναται να εξετάζει τον ενδεχόμενα καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας,[28] ελλείψει σχετικής μαρτυρίας, νομικών και πραγματικών στοιχείων, καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να αποφανθεί αναφορικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα όλων των συμβατικών όρων επί υποθετικής ή ακαδημαϊκής βάσης. Ως λέχθηκε από τον Έντιμο Τ. Οικονόμου, Δ. στην απόφασή του ημερ. 8.11.2018 στην Πολιτική Αίτηση υπ'αρ.125/2018, επί τοις Αφορώσι την Αίτηση του Λώλου, καμιά δικαστική διαδικασία δεν διενεργείται επί ματαίω. Επανερχόμενη στους όρους της επίδικης σύμβασης δανείου, διαπιστώνω καταρχάς ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως διευκρίνιση των όρων των οποίων αμφισβητείται η νομιμότητα. Υπάρχει μόνο μια γενική αναφορά στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων, η οποία έστω και αν μπορεί να υπαχθεί στις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, δεν προσφέρει καμία καθοδήγηση στο Δικαστήριο, ως προς το ποιοι είναι οι όροι που αμφισβητούνται. Εν πάση περιπτώσει, αντλώντας καθοδήγηση από την γενική αυτή αναφορά και με βάση την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία, διαπιστώνω ότι οι ακόλουθοι όροι, δεν έχουν εφαρμοστεί από την ενάγουσα στην υπό κρίση περίπτωση και ως εκ τούτου, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, καθίσταται μάταιη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτούς: - Ο όρος 6(Α) αναφορικά με τον διαιρέτη υπολογισμού του τόκου, καθότι η επίδικη σύμβαση δανείου αναφέρεται σε διαιρέτη 365 και όχι 360 ημερών. - Οι όροι 6(Α)(δ) και (ε) αναφορικά με χρεώσεις εξόδων και δικαιωμάτων από μέρους της ενάγουσας, εφόσον ως ο ΜΕ1 ανέφερε, δεν απαιτείται οποιοδήποτε ποσό εξόδων και αυτά αφαιρέθηκαν από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. - Ο όρος 10
(1)αναφορικά με το δικαίωμα της ενάγουσας να τερματίσει ανά πάσα στιγμή την σύμβαση πίστωσης, εφόσον εν προκειμένω ο λόγος τερματισμού της επίδικης σύμβασης δανείου ήταν η αθέτησή της και η παράλειψη καταβολής των συμφωνηθεισών δόσεων, ως ο όρος 10
(2)(i). - Ο όρος 15 αναφορικά με το δικαίωμα συμψηφισμού της ενάγουσας, εφόσον δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ή ισχυρισμού αναφορικά με συμψηφισμό. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο οι ακόλουθοι όροι της επίδικης σύμβασης δανείου, είναι καταχρηστικοί: i. Ο όρος 6(Β) που αφορά στο δικαίωμα της ενάγουσας να μεταβάλλει το εκάστοτε βασικό επιτόκιο μέσα στο πλαίσιο των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που θα ισχύουν κατά καιρούς, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος κ.τ.λ. κατά την κρίση της. ii. Ο όρος 6(Δ) που αφορά στο δικαίωμα της ενάγουσας να χρεώσει και απαιτήσει τόκο υπερημερίας σε περίπτωση που ο χρεώστης δεν καταβάλει στην Τράπεζα, κατά την ημέρα που αυτό είναι πληρωτέο, οποιοδήποτε ποσό οφείλεται δυνάμει των διατάξεων της συμφωνίας δανείου. Το βάρος αποδείξεως ότι για μια τυποποιημένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, φέρει ο επαγγελματίας.[29] Επισημαίνεται, ότι στην κυπριακή έννομη τάξη δεν έχει θεσπιστεί κατάλογος με τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες, οι οποίες θεωρούνται καταχρηστικές εν πάση περιπτώσει. Στην C-92/11, RWE Vertrieb AG v. Verbraucherzentrale Nordrhein-Westfalen eV, όπου οι επίδικες συμβατικές ρήτρες επέτρεπαν στον προμηθευτή να τροποποιεί μονομερώς το κόστος παροχής φυσικού αερίου, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι τυποποιημένες ρήτρες που καθιστούν δυνατή την μονομερή αναπροσαρμογή πρέπει να τηρούν τις απαιτήσεις της καλής πίστης, της ισορροπίας και της διαφάνειας, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό Δικαστήριο να διαπιστώσει. Χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ στην C-26/13, Árpád Kásler, Hajnalka Káslerné Rábai v. OTP Jelzálogbank Zrt: «Λαμβάνοντας υπόψη την υποδεέστερη αυτή θέση, η οδηγία 93/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό, στον εθνικό δικαστή απόκειται να διαπιστώσει αν, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 93/13, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία (βλ., επ' αυτού, αποφάσεις Invitel, C‑472/10, EU:C:2012:242, σκέψη 22, και RWE Vertrieb, C‑92/11, EU:C:2013:180, σκέψεις 42 έως 48)». Στρεφόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και λαμβανομένης πάντοτε υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταρχάς δεν διαπιστώνω ότι οι επίδικες ρήτρες δεν είναι διατυπωμένες με τρόπο σαφή και κατανοητό. Ούτε και δικογραφήθηκε από πλευράς εναγομένων αδυναμία κατανόησης των συμβατικών όρων ή ότι δεν πρόκειται περί του μέσου και εύλογα προσεκτικού καταναλωτή. Υπενθυμίζεται ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι εξαιτίας του μορφωτικού του επιπέδου, δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν, δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, δεν αναδύθηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι οι εναγόμενοι ήταν αποδέκτες οιωνδήποτε παροτρύνσεων, ώστε να προβούν στην συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών.[30] Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν του, ο εναγόμενος 1 αποτάθηκε στην ενάγουσα για τη λήψη δανείου. Επιπρόσθετα, ως περαιτέρω εξασφάλιση έναντι των υποχρεώσεών του εναγομένου 1, οι εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι είναι αδέρφια με τον εναγόμενο 1, εγγυητές του στον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε στην ενάγουσα και συνοφειλέτες σε άλλα δάνεια, προσέφεραν προσωπικές εγγυήσεις. Έχοντας τα ανωτέρω κατά νου, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τη συμφωνία δανείου με την ελεύθερη του βούληση. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι οι εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν ή εξέφρασαν τη διαφωνία τους σε σχέση με οποιονδήποτε όρο της συμφωνίας δανείου και των λοιπών εγγράφων που υπεγράφησαν, παρά μόνο υπεβλήθη σε αυτόν, γενικά και αόριστα, ότι οι συμβατικοί όροι επιβλήθηκαν στους εναγομένους, οι οποίοι ουδέποτε διαπραγματεύτηκαν με την ενάγουσα. Σημειώνω ωστόσο ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 παρέμεινε αλώβητη, ενώ ως έχει νομολογηθεί, το γεγονός ότι ένας όρος ενδεχομένως να είναι προ-διατυπωμένος, δεν τον καθιστά αυτομάτως καταχρηστικό. Ερωτηθείς εάν οι όροι των συμφωνιών είναι τυποποιημένοι, ο ΜΕ1 απάντησε ότι το γενικό πλαίσιο είναι κοινό, πλην όμως τα δεδομένα κάθε πελάτη, όπως οι ημερομηνίες, τα ποσά, οι δόσεις κ.λ.π., διαφέρουν. Σε υποβολή ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε διαπραγματεύτηκαν τους όρους της συμφωνίας δανείου, ο ΜΕ1 διαφώνησε και ανέφερε ότι οι πελάτες μπορούσαν να αλλάξουν οποιοδήποτε όρο ή να μην υπογράψουν τη συμφωνία δανείου, καθώς οι όροι τους εξηγήθηκαν. Άλλωστε, ως ανέφερε, είχαν δικαίωμα να συμβουλευτούν δικηγόρο και δεν το έπραξαν. Σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη, οι συμβατικοί όροι επεξηγήθηκαν στους εναγομένους και ήταν κατανοητοί σε αυτούς, τους αποδέχθηκαν και υπέγραψαν τόσο την επίδικη σύμβαση δανείου, όσο και τα λοιπά έγγραφα, με την ελεύθερη τους βούληση. Οι δε εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν και δήλωση με την οποία πιστοποίησαν ότι αντιλήφθηκαν πλήρως τις συνέπειες των εγγυήσεων που παρείχαν. Πρόκειται για ακόμα ένα στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, σε σχέση με το ζήτημα της κατανόησης των όρων των υπογραφέντων από τους εναγομένους και της μη αντίρρησής τους ως προς το περιεχόμενό τους. Σημαντικά στοιχεία τα οποία λαμβάνονται επίσης υπόψη είναι η φύση της επίδικης συμφωνίας, αλλά και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτή υπεγράφη. Υπενθυμίζεται, ότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν ήταν η 1η συμφωνία τέτοιας φύσεως την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι, εφόσον με το προϊόν του δανείου αποπληρώθηκαν προγενέστερες υποχρεώσεις του εναγομένου 1, στις οποίες οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν ήδη εγγυητές, ενώ ως αναφέρθηκε κατά το ακροαματικό στάδιο της υπόθεσης, συνολικά τα αδέρφια έχουν δανεισμό από τραπεζικά ιδρύματα πέραν του ενός εκατομμυρίου. Συνεπώς καταλήγω ότι οι επίδικες συμβατικές ρήτρες είναι διατυπωμένες με τρόπο κατανοητό και σαφή και όλα τα επίδικα έγγραφα υπεγράφησαν με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών, εφόσον οι όροι τους έγιναν κατανοητοί στους εναγομένους, οι οποίοι τους αποδέχθηκαν. Ως προς την διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2,00%, παραπέμπω στο άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, Ν. 160(Ι)/1999, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες [.]». Σχετική είναι η απόφαση του ΔΕΕ ημερ. ημερ. 7.8.2018 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-96/16 και C-94/17, όπου αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τόκοι υπερημερίας αποσκοπούν στην επιβολή κυρώσεων λόγω της μη εκπληρώσεως από τον οφειλέτη της υποχρεώσεώς του να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου εντός των προβλεπόμενων από τη σύμβαση προθεσμιών, στην αποτροπή του οφειλέτη αυτού από το να καταστεί υπερήμερος στην εκτέλεση των υποχρεώσεών του, καθώς και, ενδεχομένως, στην αποζημίωση του δανειστή για τη ζημία που υπέστη λόγω της υπερημερίας του οφειλέτη. Οι συμβατικοί τόκοι, επιτελούν τη λειτουργία του ανταλλάγματος για τη διάθεση του χρηματικού ποσού από τον δανειστή μέχρι την επιστροφή του (βλ. σκέψη 76). Εν προκειμένω, ο ΜΕ1 με επαρκείς και σαφείς λεπτομέρειες εξήγησε ότι ο τόκος υπερημερίας που υπολογίστηκε στο 2,00% αντικατοπτρίζει τη ζημιά της Τράπεζας ένεκα της αθέτησης της συμφωνίας δανείου, η οποία προέκυψε από την ανάγκη συγκρότησης εξειδικευμένης υπηρεσίας που θα χειρίζεται τον λογαριασμό των εναγομένων. Ως επίσης εξήγησε αντεξεταζόμενος, το Τμήμα Παρακολούθησης Λογαριασμών χρειάζεται περισσότερη στελέχωση και εργατοώρες σε περιπτώσεις αθέτησης σύμβασης δανείου, εφόσον οι υπάλληλοι της Τράπεζας ασχολούνται περαιτέρω με το δάνειο τηλεφωνώντας, αποστέλλοντας επιστολές, συζητώντας με τον πελάτη και διευθετώντας συναντήσεις μαζί του. Τούτων λεχθέντων, αποδέχομαι ότι ο τόκος υπερημερίας της τάξεως του 2,00% αντικατοπτρίζει τη ζημιά της ενάγουσας εξαιτίας της αθέτησης του δανείου. Επισημαίνω ότι αφής στιγμής δεν διεκδικείται τόκος υπερημερίας πέραν του 2,00%, περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα καθίσταται ακαδημαϊκή. Ούτε και διακρίνω ότι πρόκειται για όρο αδιαφανή, που δεν έχει διατυπωθεί με απλό και κατανοητό για τον μέσο και συνετό καταναλωτή τρόπο. Στη βάση όλων των ανωτέρω, δεν εντοπίζω οτιδήποτε το μεμπτό στην επιβολή τόκου υπερημερίας της τάξεως του 2,00% από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και έπειτα, η οποία εν πάση περιπτώσει συνάδει με το άρθρο
(3)(1α) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου του
  1. Αναφορικά με το ζήτημα των μεταβολών του επιτοκίου, ως ο ΜΕ1 εξήγησε, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ετοιμάστηκε με βάση τις ακόλουθες παραμέτρους: - Αφαίρεση τραπεζικών χρεώσεων και τόκου υπερημερίας προ του τερματισμού. - Υπολογισμό του τόκου στη βάση των 365/366 ημερών. - Συμβατικό επιτόκιο από την χορήγηση του δανείου μέχρι την 19.10.
  2. - Επιβολή του τόκου υπερημερίας 2,00% από τον τερματισμό, ήτοι την 20.8.
  3. Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με τον καθορισμό του βασικού επιτοκίου, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτό καθορίζετο από την ενάγουσα με βάση το κόστος του χρήματος και ότι ο τρόπος καθορισμού του επιτοκίου είναι πάγιος για όλες τις Τράπεζες. Ως επίσης ανέφερε, το επιτόκιο συμφωνήθηκε και υπογράφτηκε από τον πελάτη, ενώ το περιθώριο καθορίζεται βάσει του κινδύνου αποπληρωμής ή τις εξασφαλίσεις. Ως προς το ποσό της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού που απαιτείται από την εναγομένη, ο ΜΕ1 ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι δεν περιλαμβάνει χρεώσεις, πλην όμως απαιτείται τόκος υπερημερίας 2,00% από τον τερματισμό, ο οποίος έλαβε χώρα την 20.8.2015, πλέον το βασικό επιτόκιο του 7,70% που ίσχυε κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Αρχικά παραπέμπω στην Evelthon Developments Ltd κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486, όπου νομολογήθηκε ότι ο χρόνος τερματισμού της συμφωνίας είναι και ο χρόνος που αποκρυσταλλώνονται αμφότερες οι υποχρεώσεις. Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 3.3.2020, C-125/18, Marc Gomez Del Moral Guash v. Bankia SA, όπου μέσα στο πλαίσιο εξέτασης προδικαστικού ερωτήματος, αναφορικά με το κατά πόσο ρήτρα σε σύμβαση με κυμαινόμενο επιτόκιο με μονομερές δικαίωμα αλλαγής μέσω δημοσίευσης στον τύπο είναι καταχρηστική, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η ύπαρξη ρήτρας παρόμοιας φύσης σε σύμβαση δεν θεωρείται αυτομάτως καταχρηστική, καθώς αυτό που πρέπει να εξετασθεί, είναι το κατά πόσο η εν λόγω ρήτρα είναι κατανοητή στον δανειολήπτη και κατά πόσο παρασχέθηκε σε αυτόν η δυνατότητα να αξιολογήσει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν την μεταβολή και το ύψος του επιτοκίου. Υπενθυμίζεται ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αναφορικά με τις μεταβολές του επιτοκίου οι εναγόμενοι ενημερώνονταν μέσω του τύπου, στοιχεία τα οποία ήταν ευχερώς προσβάσιμα σε αυτούς, επομένως η απαίτηση της διαφάνειας ικανοποιείται. Ως προς την διατύπωση του συγκεκριμένου όρου, δεν θεωρώ ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν είναι κατανοητή στον μέσο και συνετό καταναλωτή. Ως έχει νομολογηθεί, τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο μεταβολής του επιτοκίου και αυτό έπραξαν εν προκειμένω.[31] Ούτε και μπορεί να αναμένεται από τον ΜΕ1 να απαντήσει ποια ήταν τα κριτήρια που λάμβανε υπόψη η Τράπεζα για τον καθορισμό της εκάστοτε χρέωσης. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την C‑452/18, ΖΧ ν. Ibercaja Banco SA: «Εντούτοις, όσον αφορά ρήτρα περιορισμού των διακυμάνσεων προς τα κάτω κυμαινόμενου επιτοκίου το οποίο υπολογίζεται βάσει ενός δείκτη, η ακριβής τιμή του επιτοκίου αυτού δεν μπορεί βεβαίως να καθοριστεί σε σύμβαση δανείου για όλη τη διάρκεια της συμβάσεως αυτής. Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται από έναν επαγγελματία η παροχή επακριβών πληροφοριών σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες που συνδέονται με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καθόσον οι διακυμάνσεις αυτές εξαρτώνται από μελλοντικά γεγονότα μη προβλέψιμα και ανεξάρτητα από τη βούληση του εν λόγω επαγγελματία. Ειδικότερα, η εφαρμογή κυμαινόμενου επιτοκίου συνεπάγεται μακροπρόθεσμα, ως εκ της φύσεώς της, διακύμανση των ποσών των μελλοντικών δόσεων, οπότε ο εν λόγω επαγγελματίας δεν μπορεί να είναι σε θέση να διευκρινίσει τις ακριβείς συνέπειες της εφαρμογής ρήτρας «κατώτατου επιτοκίου» στις δόσεις αυτές». Στην βάση επομένως όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξή μου ότι ούτε ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και ότι η απαίτηση της διαφάνειας πληρείται υπό τις περιστάσεις, καθώς ο όρος επεξηγήθηκε στους εναγομένους, οι οποίοι με τη σειρά τους τον αποδέχθηκαν και ήταν σε θέση πάντοτε να γνωρίζουν το εκάστοτε επιτόκιο με βάση τις δημοσιεύσεις στις οποίες προέβαινε η ενάγουσα. Αξίζει δε να υπομνησθεί, ότι στην προκειμένη περίπτωση η μεταβολή του επιτοκίου έγινε προς τα κάτω, δηλαδή προς όφελος των εναγομένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Υπό το φως όλων των ανωτέρω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της εναντίον των εναγόμενων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €25.654,75 πλέον τόκο προς 9,70% επί του εν λόγω ποσού από 1.7.2022 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.)........................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [9] Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. [10] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [11] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652. [12] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829. [13] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [14] Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, Σενέκκης Πανίκος ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 417. [15] Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.α. ν. Marfin Polpular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. αρ. 274/09 ημερ. 27.4.2016 & Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238. [16] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου
(2014)1 ΑΑΔ 2287. [17] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 & Λιασής Αναξαγόρας Ανδρέα κ.α. ν. Αντώνη Λεωνίδα Κοτσιά κ.α.
(2015)1 ΑΑΔ 2027. [18] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 & Αθανασίου Χρυστάλλα ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ
  1. [19] Μιχαήλ Κεφάλας ν. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα [2000] 1Β Α.Α.Δ.
  2. [20] C-224/19, CY v. Caixabank SA & C-259/19 PK v. Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA, σκέψη
  3. [21] Βλ. αρ. 51 του Ν. Ν.112(Ι)/
  4. [22] Βλ. αρ. 52 του Ν. Ν.112(Ι)/
  5. [23] C-452/18, XZ v. Ibercaja Banco SA, σκέψεις 44 - 48 και C-621/17 Kiss ν. CIB Bank Zrt., σκέψη
  6. [24] C‑125/18 Marc Gómez del Moral Guasch v. Bankia SA, σκέψη
  7. [25] C‑125/18 Marc Gómez del Moral Guasch v. Bankia SA, σκέψεις 51, 53 &
  8. [26] C-621/17, Kiss ν. CIB Bank Zrt., σκέψη
  9. [27] C-621/17, Kiss ν. CIB Bank Zrt., σκέψη
  10. [28] C-243/08 Pannon GSM Zrt v. Erzsébet Sustikné Győrfi. [29] Αρ. 3 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/
  11. [30] Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131. [31] Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.