Αναφορικά με την Αίτηση του Λ.Κ. ν. -, Γεν. Αιτ. Αρ.:73/2022, 6/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιονː Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Γεν. Αιτ. Αρ.:73/2022(
- i)Αναφορικά με τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, Ν. 81(Ι)2011, άρθρα 1 έως 18, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και Αναφορικά με το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 10/05/1993 μεταξύ της Α.Γ. Σ. ΤΟ ΓΕΝΟΣ Ν.Τ. από το Φρέναρος και Κ.Χ., Δ.Τ. [ ], από την Δερύνεια. και Αναφορικά με την Αίτηση του Λ.Κ., από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΑ Κ.Χ., Δ.Τ. [ ], σύμφωνα με την Αίτηση Πτώχευσης με αρ. 86/09 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, για Άδεια και/ή Διάταγμα το οποίο να επιτρέπει την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 10/05/1993 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Χ''Αντώνης για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για CAC CORAL LIMITED / Ενδιαφερόμενο Μέρος: κ. Πιττάτζης για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται από το Δικαστήριο άδεια που να επιτρέπει την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, πιστού αντιγράφου του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 10/05/1993 (στο εξής το «πωλητήριο έγγραφο»). Περαιτέρω, αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παρατείνεται η χρονική περίοδος για την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ.Θ 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81
(1)/2011 ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 1 - 18 και ιδιαίτερα στο άρθρο 12, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου (General practice of the Court) στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου (Inherent powers of the Court), στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Το υπόβαθρο των γεγονότων που στηρίζουν την Αίτηση εμφαίνεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία αναφέρει ότι διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του Κ.Χ. δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28/06/2012 εις αντικατάσταση του Επίσημου Παραλήπτη, αφότου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής την 01/12/
- Ως εκ τούτου, η περιουσία του Κ.Χ. περιήλθε σε αυτόν υπό την ιδιότητα του διαχειριστή. Τα εν λόγω διατάγματα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α και Β. Δυνάμει συμφωνίας πώλησης ημερ. 10/05/1993, την οποία ο ομνύων επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ, ο Κ.Χ. αγόρασε το διαμέρισμα με αρ. 4 το οποίο αποτελεί μέρος οικοδομικού συγκροτήματος από την Α.Γ.Σ (στο εξής το «διαμέρισμα»). Σε σχέση με το διαμέρισμα εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας απ' ονόματι της ιδιοκτήτριας της γης, η οποία μέχρι σήμερα δεν προέβη σε μεταβίβαση του τίτλου επ' ονόματι του Κ.Χ., κατά παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου. Ως Τεκμήριο Δ ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας στο μητρώο του Κτηματολογίου επ' ονόματι της Α.Γ.Σ., όπου εμφαίνεται η νομική κατάσταση του ακινήτου εντός του οποίου ανεγέρθηκε, μεταξύ άλλων, το επίδικο διαμέρισμα. Μετά την καταχώρισή της, η Αίτηση επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ως αυτά προκύπτουν εκ της έρευνας που έγινε στο Κτηματολόγιο (Τεκμήριο Δ), όπως επίσης και στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου.[1] Την 26/01/2023 το ενδιαφερόμενο μέρος, CAC CORAL LIMITED (στο εξής η «CAC»), καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση, στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Η αίτηση είναι τυπικά, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη ή και παράτυπη. (β) Ο Αιτητής δεν τήρησε τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Περί Πτωχεύσεως Νόμος ΚΕΦ. 5 για να νομιμοποιείται να προωθήσει την παρούσα αίτηση. (γ) Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν είναι αποδεκτά ή και δεν τεκμηριώνουν τέτοιο δικαίωμα του Αιτητή. (δ) Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα. (ε) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Ν. 81(Ι)/
- (στ) Ούτως ή άλλως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω της αρχής του δεδικασμένου». Η Ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.63, Δ.48 Θ. 1-9, στα άρθρα 3, 12, 16, 16Α του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81
(1)/2011, στο άρθρο 2 του Περί Συμβάσεως Νόμου (Κεφ. 149), στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο (Κεφ. 5) αρ. 2 και 9, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, στη νομολογία, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Δ.Μ., εργοδοτούμενου στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LTD, η οποία έχει αναλάβει την διαχείριση των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων και αντίστοιχων εξασφαλίσεων της CAC. Σε αυτήν αναφέρει ότι στο επίδικο ακίνητο υπάρχουν επιβαρύνσεις εγγεγραμμένες προς όφελος της CAC και οι οποίες εμφαίνονται στο Τεκμήριο Δ. Πρόκειται για μία Υποθήκη και 2 ΜΕΜΟ. Η ιδιοκτήτρια του ακινήτου, δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφλήσει τις οφειλές της έναντι της CAC, οφειλές οι οποίες εξασφαλίζονται δια των αναφερόμενων επιβαρύνσεων. Ο ομνύων θέτει επίσης ζήτημα νομιμοποίησης του Αιτητή ως διαχειριστή της περιουσίας του Κ.Χ. να εγείρει την παρούσα διαδικασία, ενόψει του ότι δεν έλαβε άδεια από το Δικαστήριο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση είναι η δεύτερη που έχει καταχωριστεί με τον ίδιο σκοπό, γεγονός το οποίο την καθιστά καταχρηστική, προσκρούει δε στον κανόνα του δεδικασμένου. Ως Τεκμήρια 1Α, 1Β και 1Γ ο ομνύων επισυνάπτει την Αίτηση υπ' αρ. 8/21 που καταχώρισε ο Κ.Χ. σε προγενέστερο χρόνο, την Ένσταση της CAC και την απόφαση του Δικαστηρίου αντίστοιχα. Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου και αναφέρει ότι ουδέποτε η CAC έλαβε γνώση αναφορικά με το πωλητήριο έγγραφο και ουδέποτε συγκατατέθηκε στην πώληση, παρότι το επίδικο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελός της περί το
- Ούτε και έλαβε οποιοδήποτε ποσό από την ιδιοκτήτρια. Ως Τεκμήριο 2, ο ομνύων επισυνάπτει πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 27/01/2016 την οποία ο Αιτητής είχε επισυνάψει μέσα στο πλαίσιο της Αίτησης υπ' αρ. 8/21, όπου εμφαίνεται ως επιβάρυνση ένα ΜΕΜΟ το οποίο κατατέθηκε δυνάμει δικαστικής απόφασης από τον ίδιο τον πτωχεύσαντα, ένεκα δικαστικής διαμάχης που είχε με την ιδιοκτήτρια. Στο Τεκμήριο Δ, συνεχίζει ο ομνύων, δια μαγείας δεν υπάρχει το εν λόγω ΜΕΜΟ. Τέλος, ο Αιτητής δεν επεξηγεί γιατί το πωλητήριο έγγραφο δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο από το 1993 μέχρι σήμερα. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[2] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Χρήζει καταρχάς υπόμνησης το γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύναψης του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, ήτοι το 1993, - γεγονός το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί ανεξαρτήτως της αμφισβήτησης της εγκυρότητας της εν λόγω συμφωνίας -, ίσχυε ο Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, για να ήταν δεκτική ειδικής εκτέλεσης μια σύμβαση για πώληση ακινήτου έπρεπε να είναι μεταξύ άλλων γραπτή και ο αγοραστής να την είχε, εντός δυο μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης, καταθέσει ή μεριμνήσει ώστε να κατατεθεί στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Σύμφωνα με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του ρηθέντος άρθρου, η κατάθεση γινόταν αποδεκτή μόνο αν υπήρχε εγγραφή στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου στο όνομα του πωλητή για την ακίνητη ιδιοκτησία που πωλείτο με τη σύμβαση. Το Κεφάλαιο 232 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Ν. 81(Ι)/2011, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 29/07/
- H υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 12 του Νόμου 81
(1)/2011 ως έχει τροποποιηθεί και το οποίο διαβάζεται ως ακολούθως: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσης τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με του παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή». Ως προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις, το Δικαστήριο κέκτηται ευρείας διακριτικής ευχέρειας να επιτρέψει την κατάθεση πωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, το οποίο βρίσκεται σε ισχύ και συνομολογήθηκε σε οποιοδήποτε χρόνο, εάν και εφόσον ικανοποιηθεί, αναλόγως περιπτώσεως, ότι τούτο είναι δίκαιο και εύλογο, για την προστασία του αγοραστή.[3] Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του ισχυρισμού της CAC περί δεδικασμένου. Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 914, 921- 936, αναφέρεται ότι το κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα. Η εφαρμογή του δεδικασμένου μπορεί να πάρει και τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα (cause of issue estoppel). Αναφορικά με τις αρχές του κωλύματος λόγω δεδικασμένου παραπέμπω στην Πανέρας Ιωάννης (ανήλικος) διά της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης αυτού Ζωής-Φρειδερίκης Στεφάνου ν. Νικόλαου Πανέρα
(2001)1 ΑΑΔ 1684, όπου γίνεται εκτενής νομική ανάλυση του θέματος και αναδύεται η αρχή ότι για να τύχει εφαρμογής ο κανόνας του δεδικασμένου, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (
- i)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη. (
- ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων. (
- iv)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Στην Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 ΑΑΔ 58 κρίθηκε ότι η έγερση νέας αγωγής προσκρούει στον κανόνα του δεδικασμένου, καθότι δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Περαιτέρω, ως υπεδείχθη στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, με παραπομπή στην Arnold v. NatWest Bank PLC [1991] 2 AC 93, όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία, έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Ο κανόνας του δεδικασμένου εφαρμόζεται ακόμα και σε τρίτα πρόσωπα πέραν των διαδίκων, τα οποία έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, τη στιγμή που διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα.[4] Χρήσιμα είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από τον Λόρδο Keith Δ. στην Αrnold v National Westminster Bank plc [1991] 2 AC 93: «Issue Estoppel may arise when a particular issue forming a necessary ingredient in a cause of action has been litigated and decided and in subsequent proceedings between the same parties involving a different cause of action to which the same issue is relevant, one of the parties seeks to reopen that issue. [.] Cause of action estoppel applies where a cause of action in a second action is identical to a cause of action in the first, the latter having been between the same parties or their privies and having involved the same subject matter. In such a case, the bar is absolute in relation to all points decided, unless fraud or collusion is alleged, such as to justify setting aside the earlier judgment. The discovery of new factual matter which could not have been found out by reasonable diligence for use in earlier proceedings does not permit the matter to be re-opened». Αντλώντας καθοδήγηση από τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, δεν συμμερίζομαι την θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας του δεδικασμένου, καθότι δεν φαίνεται να υπάρχει ούτε ταύτιση των διαδίκων, ούτε της ιδιότητας των διαδίκων. Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα και όχι εκ μέρους και για λογαριασμό του ή προς όφελός του. Σημειώνω ότι το διάταγμα παραλαβής ημερ. 01/12/2009 εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης αίτησης πτώχευσης η οποία υπεβλήθη από την Alpha Bank Cyprus Ltd. Στη βάση λοιπόν των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι το συμφέρον του Αιτητή ταυτίζεται με το συμφέρον του πτωχεύσαντα. Σχετικά παραπέμπω στις Γαβριήλ Ανδρέας Γιάννη κ.α. ν. Γεώργιου Αγαπίου
(1998)1 ΑΑΔ 1868 & Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 151/10 ημερ. 7.3.2014. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω και δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, στρέφομαι καταρχάς σε εξέταση του κατά πόσο το επίδικο πωλητήριο έγγραφο βρίσκεται σε ισχύ. Εν πρώτοις διαπιστώνω, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι δεν υπάρχει οιοσδήποτε ισχυρισμός ή αναφορά σε τερματισμό του πωλητηρίου εγγράφου ή σε κήρυξή του ως άκυρου βάσει δικαστικής απόφασης. Ό,τι προβάλλει το ενδιαφερόμενο μέρος, είναι ισχυρισμοί δια των οποίων τίθεται υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του ενόρκως δηλούντα, στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο: - Τα στοιχεία που καταγράφονται στο πωλητήριο έγγραφο δεν αντιστοιχούν στα στοιχεία του επίδικου ακινήτου. - Στο πωλητήριο έγγραφο δεν καταγράφονται επαρκή στοιχεία των συμβαλλομένων μερών για σκοπούς ταυτοποίησης. - Στο πωλητήριο έγγραφο δεν περιγράφεται επαρκώς το επίδικο ακίνητο ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί κατά πόσο ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου αντιστοιχεί στο πωλητήριο έγγραφο. - Στο πωλητήριο έγγραφο φέρονται να έγιναν χειρόγραφες επεμβάσεις. - Η ημερομηνία υπογραφής και χαρτοσήμανσης του πωλητηρίου εγγράφου διαφέρουν. Στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενδιαφερομένου μέρους, όπου προωθείται η πιο πάνω θέση, γίνεται παραπομπή στο αρ. 3
(1)του Ν. 81(Ι)/2011, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα, ως έχει τροποποιηθεί: «Η κατάθεση της σύμβασης από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών γίνεται αποδεκτή, μόνο αν - (α) υπάρχει εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία- (
- i)η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ή (
- ii)στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης: [.] (β) η σύμβαση είναι γραπτή, περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, αναφέρει το αντάλλαγμα και είναι υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη· και (γ) η σύμβαση κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της, στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της επαρχίας που βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία: [.]». Παρεμβάλλω ότι βάσει των μεταβατικών διατάξεων του Ν. 81(Ι)/2011, άρθρο 16Α, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 32(Ι)/2012, δηλ. πριν τις 06/04/2012, θα μπορούσαν να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την εν λόγω ημερομηνία, νοουμένου ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Νόμου, ομοίως με τα διαλαμβανόμενα του αρ.
- Στην προκειμένη ωστόσο περίπτωση, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του αρ. 12, δηλ. ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου, ως ισχύει μετά την τροποποίηση του βασικού Νόμου.[5] Επανερχόμενη στην υπό κρίση Αίτηση, επισημαίνω ότι ζητήματα που άπτονται άλλων διαφορών μεταξύ των διάδικων μερών, ενδεχομένως να χρήζουν επίλυσης μέσα στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αυτό το οποίο ενδιαφέρει το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσο η επίδικη συμφωνία βρίσκεται σε ισχύ. Εάν και εφόσον η προϋπόθεση αυτή πληρείται, το Δικαστήριο προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να διατάξει την κατάθεσή του στο Κτηματολόγιο. Έχω ανατρέξει στo Τεκμήριo Γ και διαπιστώνω ότι η επίδικη συμφωνία είναι γραπτή, ως επιτάσσει η σχετική νομοθεσία, ως ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψής της. Το γεγονός δε της μη ύπαρξης ένδειξης εγγραφής της στο οικείο Επαρχιακό Κτηματολόγιο είναι και ο λόγος που καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση. Επιπρόσθετα και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η επίδικη συμφωνία καταγράφει επαρκή στοιχεία των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει το αντικείμενό της με βάση τα στοιχεία που ίσχυαν τότε, ενώ στο παρακλητικό της Αίτησης, αναγράφεται ξεκάθαρα ότι ο αριθμός τεμαχίου και φύλλου/σχεδίου έχει αλλάξει. Περαιτέρω, αναφέρει το αντάλλαγμα και είναι υπογεγραμμένη. Σε ότι αφορά στην διαφορά που υπάρχει στις ημερομηνίες υπογραφής και χαρτοσήμανσης, δεν έχω εντοπίσει οιαδήποτε νομοθετική διάταξη που να αναφέρει ότι τούτο επηρεάζει την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου, ούτε και με έχουν παραπέμψει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι σε ο,τιδήποτε σχετικό. Ως προς τον ισχυρισμό ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ουδέποτε συγκατατέθηκε στην πώληση του διαμερίσματος, ο ισχυρισμός αυτός δεν προωθείται μέσω της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του και συνεπώς θεωρείται εγκαταλειφθείς. Μέσα από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από το ενδιαφερόμενο μέρος και την συναφή επιχειρηματολογία του συνηγόρου του, αναδύονται υπόνοιες για την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου, ένεκα της κατάθεσης ΜΕΜΟ από τον αγοραστή, καθότι προηγήθηκε δικαστική διαμάχη μεταξύ του αγοραστή και της πωλήτριας. Εντούτοις, καμία απόφαση Δικαστηρίου δεν τέθηκε ενώπιόν μου ώστε να μπορέσω να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα υπέρ αυτής της θέσης. Η απουσία του ΜΕΜΟ [ ] του 1989 από την έρευνα που επεσύναψε ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση, δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να με οδηγήσει με ασφάλεια σε τέτοιο συμπέρασμα, εφόσον το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται συνειρμικά ή επί υποθετικής βάσης, αλλά με βάση το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιόν του. Από την άλλη, το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του φέρει ο Αιτητής στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ο οποίος αποτείνεται στο Δικαστήριο ζητώντας θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση, ουδείς αντεξετάσθηκε και ουδείς ζήτησε να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι σκιές λοιπόν σχετικά με την εγκυρότητα και κατ' επέκταση την ισχύ του πωλητηρίου εγγράφου παραμένουν και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Αιτητής έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο βρίσκεται σήμερα σε ισχύ. Πέραν των ανωτέρω, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, με βάση τα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης, είναι δίκαιη και εύλογη για την προστασία του αγοραστή, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Διερχόμενη της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την Αίτηση, παρατηρώ ότι σε αυτήν δεν επεξηγείται η καθυστέρηση στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, ούτε ο λόγος που αυτό δεν κατατέθηκε εξαρχής εμπρόθεσμα. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι οι παράγοντες αυτοί δεν αποτελούν τροχοπέδη στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, Εντούτοις, κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι είναι δίκαιο και εύλογο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με άλλα λόγια, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα απολύτως στοιχείο, το οποίο να μπορέσει να συνυπολογισθεί ως παράγων κατά την άσκηση της δικανικής του κρίσης. Τοσούτω δε μάλλον, αφ' ης στιγμής το ενδιαφερόμενο μέρος ήγειρε σωρεία ζητημάτων, με το βάρος αποδείξεως να παραμένει στους ώμους του Αιτητή. Ναι μεν ο νομοθέτης εν τη σοφία του παρέχει στον αγοραστή τη δυνατότητα να ζητήσει την εκπρόθεσμη κατάθεση πωλητηρίου εγγράφου, εντούτοις προνόησε όπως αυτή η δυνατότητα ελέγχεται δικαστικώς, ώστε να επιτρέπεται, όταν αυτό κρίνεται εύλογο και δίκαιο. Εν τη απουσία οιασδήποτε μαρτυρίας για τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη εφικτή η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου για 29 ολόκληρα χρόνια, αλλά και αναφορικά με το ιστορικό της υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη των όσων ηγέρθησαν από την άλλη πλευρά, καθίσταται εξ αντικειμένου αδύνατο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο η έγκριση της Αίτησης είναι εύλογη και δίκαιη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η εξέταση οποιοδήποτε άλλου ισχυρισμού παρέλκει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd για την έκδοση διατάγματος certiorari, Πολ. Εφ. αρ. 68/2019 ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:A
- [2] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [3] Βλ. Πολ. Αίτηση αρ. 25/2019, Αναφορικά με την αίτηση της Alpha Bank of Cyprus Public Company Ltd ημερ. 26.2.
- [4] Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 151/10 ημερ. 7.3.
- [5] Βλ. ανάλυση της Έντιμης Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην Γενική Αίτηση αρ. 116/17: Κίκης Φιλίππου (Είδη Υγιεινής και Υλικά Οικοδομής) Λτδ vs. Ectoras Properties Ltd (απόφαση ημερ. 10.9.2018). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο