← Κύπρος

Διαχειριστική Επιτροπή Συγκροτήματος Κατοικιών Anemomylos Gardens κ.α. ν. Νικόλα Παύλου κ.α., Αρ. αγωγής: 261/2022, 12/6/2023

Διαχειριστική Επιτροπή Συγκροτήματος Κατοικιών Anemomylos Gardens κ.α. ν. Νικόλα Παύλου κ.α., Αρ. αγωγής: 261/2022, 12/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα Εξόδων: €2,000 - €10,000 Κλίμακα Αγωγής: €2,000 - €10,000 Η αξίωση υπερβαίνει τις €3,000 Αρ. αγωγής: 261/2022(
  2. i)Μεταξύ: 1. Διαχειριστική Επιτροπή Συγκροτήματος Κατοικιών Anemomylos Gardens 2. Γεώργιος Παντζιάρας 3. Πετρούλα Παντζιάρα 4. Παναγιώτης Παναγή 5. Ηλέκτρα Παναγή 6. Vasken Yiacoubian 7. Ευτυχία Νεοφύτου 8. Αντώνιος Νεοφύτου 9. Παναγιώτης Τσέρκεζος 10. Μάριος Τσέρκεζος 11. Άνθια Σκουρός 12. Σάββας Σαββίδης 13. MZ Metal Creations Ltd 14. Ευρούλα Γεωργίου Ενάγοντες και 1. Νικόλα Παύλου 2. Μάθιου Παύλου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Νεοφύτου για ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΝΕΟΦΥΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση 2: κ. Σάντης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 17.3.2023) Δια της αγωγής τους οι ενάγοντες αξιούν την έκδοση απόφασης υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων για ποσό €6,460.00 έναντι μη καταβληθέντων κοινοχρήστων πλέον αποζημιώσεις πλέον δικηγορικά έξοδα. Επιπρόσθετα εναντίον του εναγομένου 2 αξιούν ενδιάμεσα οφέλη εκ €500,00 ετησίως από 1.7.2023. Με ενδιάμεση Αίτηση τους ημερ. 17.3.2023 (στο εξής η «Αίτηση») οι ενάγοντες / αιτητές αιτούνται την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στον Καθ' ου η αίτηση 2 ή/και στον ιδιοκτήτη ή/και στον Μ.Π. ή/και στους αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή υπαλλήλους του Καθ' ου η αίτηση 2 από το να αποξενώσουν και/ή ανταλλάζουν και/ή αντιπαρέχουν και/ή διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή πωλήσουν και/ή δεσμεύσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το όλον μερίδιο ή και μέρος του μεριδίου της κατοικίας με αρ. εγγραφής [ ] (στο εξής η «κατοικία») η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση 2, μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής ή και νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω οι αιτητές αιτούνται την έκδοση διατάγματος και/ή δήλωσης του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση 2 να διαφημίζει την πώληση ή/και ανταλλαγή ή/και αντιπαροχή της κατοικίας, καθώς επίσης και διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση 2 η οποιαδήποτε συνομολόγηση συμφωνίας πώλησης της κατοικίας, μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής ή και νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση εδράζεται στην Δ. 39 Θ.Θ. 1 και 2, Δ.48 Θ.Θ. 1 έως 9 και Δ. 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 29, 30,31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στο Κοινοδίκαιο (Common Law), στις Γενικές Αρχές της Επιείκειας (Equity), στην πρακτική καθώς επίσης και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη Γενική Πρακτική, στο άρθρο 16,35 του Συντάγματος, στα άρθρα 5,8, και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών η οποία κατακυρώθηκε από τον Νόμο 39(ιιι) του 1982. Το υπόβαθρο των γεγονότων που στηρίζουν την Αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Σ.Σ. ημερ. 17.3.2023, τους ισχυρισμούς του οποίου θα συνοψίσω ευθύς αμέσως. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα, η κατοικία αποτελεί ιδιοκτησία του καθ' ου η αίτηση 2 δυνάμει πράξης μεταβίβασης ημερ. 25.9.2015. Η εν λόγω κατοικία ενοικιάζετο από τον καθ' ου η αίτηση 2 σε τρίτα πρόσωπα μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 2022, όταν οι ιδιοκτήτες ενημέρωσαν τους ενοίκους και/ή περιοίκους και/ή λοιπούς ιδιοκτήτες του συγκροτήματος κατοικιών όπου βρίσκεται η κατοικία, ότι προτίθεντο να πωλήσουν την κατοικία. Οι καθ' ων η αίτηση για πολλά χρόνια δεν κατέβαλλαν κοινόχρηστα προς την Διαχειριστική Επιτροπή, με αποτέλεσμα να πλουτίζουν αθέμιτα σε βάρος των αιτητών. Συγκεκριμένα, ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν κατέβαλε τα κοινόχρηστα για την περίοδο από 1.7.2010 μέχρι 30.6.2016, ενώ ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν κατέβαλε τα κοινόχρηστα για την περίοδο από 1.7.2016 μέχρι την 30.6.2023. Οι καθ' ων η αίτηση είναι συγγενείς και πάντοτε ειδοποιούντο τόσο από τον ομνύοντα, όσο και από την Διαχειριστική Επιτροπή και ενημερώνονταν επανειλημμένως για τα ποσά που τους αναλογούσαν σε σχέση με τα κοινόχρηστα, προσωπικά και/ή τηλεφωνικώς, αλλά και μέσω ανάρτησης ανακοινώσεων και επιστολών. Παρόλες τις συνεχείς οχλήσεις, οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται και αμελούν να καταβάλουν τα οφειλόμενα κοινόχρηστα. Ως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ομνύων, πρόσφατα περιέπεσε στην αντίληψή του ότι την κατοικία επισκέπτονται κτηματομεσίτες και από έρευνα στην οποία προέβη ο ενάγων υπ' αρ. 6, ανακάλυψε στο διαδίκτυο σχετική διαφήμιση της κατοικίας, πράγμα το οποίο δεικνύει την πρόθεση των καθ' ων η αίτηση να αποξενώσουν την κατοικία και να μην αποπληρώσουν τα κοινόχρηστα. Ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτει τη σχετική διαφήμιση. Ο ομνύων ισχυρίζεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, άρνηση δε της έκδοσής των συνιστά αδικοπραξία και καταστρατήγηση της δικαιοσύνης και καταπάτηση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Τυχόν άρνηση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα επιφέρει καταστροφή και απόγνωση στους αιτητές, καθώς ο καθ' ου η αίτηση 2 είναι συνιδιοκτήτης και επέδειξε ασέβεια προς αυτούς, ενώ προσπορίζετο τα οφέλη των ενοικίων χωρίς να καταβάλλει ποτέ κανένα ποσό έναντι των κοινόχρηστων οφειλών και τώρα θέλει να αποξενώσει την κατοικία. Ως εκ τούτου υπάρχει ενδεχόμενο να μην μπορούν να αποκατασταθούν τα δικαιώματα των αιτητών σε μεταγενέστερο στάδιο και η οποιαδήποτε τελική απόφαση να είναι θεωρητικής μόνο αξίας. Από την άλλη, ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο καθ' ου η αίτηση 2 καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση, στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: i. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι είναι καταχρηστική ή και ανυπόστατη ή και κακόβουλη ή και ενοχλητική. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού η ίδια Αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 / Καθ' ου η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι είναι καταχρηστική ή και ανυπόστατη ή και κακόβουλη ή και ενοχλητική. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής εναντίον του Εναγομένου 2 και δεν υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της απόρριψης της Αίτησης καθότι: i. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. ii. Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οι Αιτητές να κατακρατούν ή και χρησιμοποιούν παράνομα το ακίνητο, ιδιοκτησίας του Καθ' ου η Αίτηση κατά τρόπο άδικο ή και ανεπιεικές. iii. Οι Αιτητές επιχειρούν να επέμβουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην κατοχή ή και ιδιοκτησία ή και διαχείριση της προσωπικής ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2. iv. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo. v. Θα προκληθεί μεγαλύτερη ζημιά στον Εναγόμενο 2 εάν εκδοθούν τα διατάγματα αφού θα παρεμποδίζεται από του να απολαμβάνει και να διαχειρίζεται το ακίνητο ιδιοκτησίας του. Οι Ενάγοντες - Αιτητές ( εφεξής οι Αιτητές) δεν έχουν αποδείξει ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος ή και οιουδήποτε άλλου διατάγματος, συγκεκριμένα ή και χωρίς περιορισμό.
  3. i)Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αλλά ούτε πως έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή τους.
  4. ii)Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε λόγο που να στηρίζει την προϋπόθεση ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. iii) Η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Αιτητών σε περίπτωση που αποδείξουν ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και ο Καθ' ου η Αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει μια τέτοια ζημιά.
  5. iv)Επιπρόσθετα και συγκεκριμένα σε σχέση με την προαναφερθείσα παράγραφο, οι Ενάγοντες / Αιτητές στην Έκθεση Απαίτησης τους και με τις αξιούμενες θεραπείες στις παραγράφους 15 - 18, 23 - 25 και 29 ουσιαστικά προβαίνουν σε παραδοχή ότι τα Αιτούμενα διατάγματα Α, Β και Γ, μπορούν να αποτιμηθούν σε χρηματική αξία και συνεπώς η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Αιτητών σε περίπτωση που αποδείξουν οποιαδήποτε παράβαση ή και ζημιά. Τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται οι Αιτητές τόσο στην Αγωγή και Αίτηση τους όσο και στην Ένορκο Δήλωση ημερομηνίας 17/03/2023 απέχουν από την πραγματικότητα και/ή είναι ψευδή και/ή ελλιπή και/ή αναφέρονται με σκοπό να πληγούν τα συμφέροντα του Εναγομένου 2. Η αίτηση ημερομηνίας 17/03/2023 δεν είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) ως απαιτείται από τη σχετική Νομολογία και/ή Νόμο και/ή κανονισμούς και/ή τους κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης. Oι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει το δύσκολο και/ή αδύνατο της απονομής πλήρους δικαιοσύνης και/ή δημιουργίας ανεπανόρθωτης ζημιάς αν δεν ικανοποιηθεί η παρούσα αίτηση τους. Οι Αιτητές δεν έχουν εισάγει επαρκή και/ή στερεά και/ή αληθή μαρτυρία που να αποδεικνύει αφερεγγυότητα και/ή δεινή οικονομική κατάσταση εκ μέρους του Εναγομένου 2 που να είναι τέτοια έτσι ώστε να καταδεικνύει κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας στους ιδίους ή την οποιαδήποτε ανικανότητα πληρωμής οποιασδήποτε τυχόν απόφασης. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει κίνδυνο και ή πρόθεση αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου 2. Δεν πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις της νομολογίας και/ή του νόμου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ή/και οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε και/ή επαρκή μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει την ανάγκη έκδοσης διαταγμάτων τέτοιου είδους και/ή δεν υπάρχει οποιαδήποτε και/ή η παραμικρή ένδειξη πρόθεσης και/ή κινδύνου και/ή διάθεσης αποξένωσης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων από τον Καθ' ης η Αίτηση. Η αίτηση και τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αξία κατά πολλές φορές μεγαλύτερη από την αξία της απαίτησης της Ενάγουσας και υπό τις περιστάσεις θα ήταν υπέρμετρα άδικη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αίτηση δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και/ή πνεύμα της νομοθεσίας και του Νόμου. Η αίτηση σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του Εναγομένου ή και γίνεται προς επιδίωξη αλλότριων σκοπών. Η Αίτηση τείνει να προδικάσει την ουσία της απαίτησης και υπεράσπισης του Εναγομένου 2 κατά παράβαση της νομολογίας και του συντάγματος. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ή/και προσπάθεια παράκαμψης της διαδικασίας εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και/ή ως μοχλός πίεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση. Η Αίτηση πάσχει αφού βασίζεται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Η πλάστιγγα της ευχέρειας και/ή δικαιοσύνης οδηγεί σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της μη έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων που αιτούνται οι Αιτητές. Το Σεβαστό Δικαστήριο παραπλανάται από τους Αιτητές και/ή θα ενεργήσει υπό καθεστώς πραγματικής πλάνης σε περίπτωση που προβεί σε έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν προέβησαν σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη και/ή δεν παρουσίασαν επαρκή μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης τους και/ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή καλή πίστη ή/και επιχειρούν να παραπλανήσουν το Σεβαστό Δικαστήριο προκειμένου να εξασφαλίσουν τα αιτούμενα διατάγματα, προς όφελος τους. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ή δεν ενήργησαν με επιείκεια ή και προωθούν την παρούσα Αίτηση με βάση αλλότρια κίνητρα και ή παράνομα κίνητρα και ως εκ τούτου εμποδίζονται (estopped) από του να προωθούν την παρούσα Αίτηση ή και από το να διεκδικούν τις θεραπείες οι οποίες εδράζουν από το δίκαιο της επιείκειας. Δεν υπάρχει κίνδυνος οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη ισχύος των επίδικων διαταγμάτων ή/και δεν παρουσιάζεται βάσιμα οποιαδήποτε πιθανότητα δυσκολίας και/ή αδυναμία πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των Εναγόντων. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Η Αίτηση παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Το αιτούμενο διάταγμα είναι αντίθετο στις αρχές της επιείκειας και θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά η έκδοση του παρά ή μη έκδοση του. Οι επιπτώσεις στον Εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση σε συνάρτηση με το ύψος της απαίτησης συνηγορούν υπέρ της απόρριψης του Διατάγματος. Η θεραπεία των αποζημιώσεων είναι επαρκής σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής συνεπώς δεν τίθεται θέμα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος. Το Αιτούμενο διάταγμα παραβιάζει τα Άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος. Δια ταύτα ο Εναγόμενος 2 / Kαθ' ου η Αίτηση αρνείται τις αιτούμενες θεραπείες της αίτησης των Αιτητών και αξιώνουν απόρριψη της αίτησης μετ΄ εξόδων. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 2, 4, 5 και 7, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), άρθρα 28, 29, 30, 31 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 ΘΘ1-6, Δ. 48, ΘΘ1-11, Δ.59, Δ. 64, Άρθρο 23, 26, 30 του Συντάγματος και στη συμφυή εξουσία, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Χ.Π. ημερ. 9.5.2023, του οποίου παραθέτω κατωτέρω συνοπτικά τους ισχυρισμούς. Ως αναφέρει ο ομνύων, είναι ο πατέρας του καθ' ου η αίτηση 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτόν να προβεί σε ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 1), γνωρίζει δε τα γεγονότα της υπόθεσης ένεκα της προσωπικής του εμπλοκής, καθώς επίσης και από τα όσα του έχουν κατά καιρούς αναφέρει οι εναγόμενοι. Αποτελεί ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αναληθή και ελλιπή και στόχο έχουν να πλήξουν τον καθ' ου η αίτηση 2, ενώ δεν έχει επισυναφθεί μαρτυρία που να αποδεικνύει αφερεγγυότητα του καθ' ου η αίτηση 2, ώστε να διαφαίνεται ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους αιτητές. Ως προς τους ισχυρισμούς περί επισκέψεων προτιθέμενων αγοραστών της κατοικίας, ο ομνύων τους απορρίπτει και αναφέρει ότι πρόκειται για αυθαίρετο συμπέρασμα το οποίο ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Περαιτέρω ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η κατοικία ενοικιαζόταν για χρόνια από άτομα τα οποία ουδέποτε κατέβαλαν ενοίκιο ή εξοφλούσαν τις υποχρεώσεις τους προς την Α.Η.Κ. και την Υδατοπρομήθεια, αφήνοντας το ακίνητο να περιπέσει σε κατάσταση διάλυσης. Εξαιτίας τούτου, χρειάστηκε να καταβληθούν μεγάλα χρηματικά ποσά προς επιδιόρθωση της κατοικίας. Τα άτομα τα οποία επισκέπτονται την κατοικία, είναι οι επαγγελματίες οι οποίοι την επιδιορθώνουν και όχι Κτηματομεσίτες. Ως προς το Τεκμήριο 1, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ο ομνύων αναφέρει ότι πρόκειται για λάθος του κτηματομεσιτικού γραφείου που ανέλαβε την εκ νέου ενοικίαση και όχι την πώληση της κατοικίας. Εν πάση δε περιπτώσει, η πώληση ή μη της κατοικίας αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα του νόμιμου ιδιοκτήτη της. Επιπρόσθετα, αποτελεί ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος ότι η αξία της κατοικίας είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση των εναγόντων και συγκεκριμένα 33 φορές μεγαλύτερη, εφόσον έχει εκτιμώμενη αξία περί τις €200,000, επομένως συνεπώς τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ήταν υπέρμετρα άδικη. Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, οι ενάγοντες θα δικαιούνται το ποσό που αξιώνουν δια της αγωγής τους και αν αυτό δεν πληρωθεί, τότε θα μπορούν να προωθήσουν μέτρα εκτέλεσης. Τυχόν δε έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα προκαλέσει ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση 2 πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση των εναγόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η έκδοση διαταγμάτων απαγόρευσης αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας για σκοπούς ικανοποίησης δικαστικής απόφασης, εξετάζεται σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960,[1] το οποίο παρέχει ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα. Το Δικαστήριο, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι ο αιτών έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, η δε έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, ως είναι νομολογημένο, ασκείται με φειδώ. Το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν αποφασίζει επί της ουσιαστικής απαίτησης του αιτητή, ενώ επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει να προβεί σε ευρήματα ή συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι υπό του Νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις και το βάρος απόδειξης πλήρωσής των, φέρει ο αιτών.[2] Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται, τίθεται υπό εξέταση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (βλ. υποσημ. 2), το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτών πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32, ώστε να δημιουργηθεί το υπόβαθρο βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα αποφασίσει υπέρ ή κατά της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος.[3] Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή.[4] Μέσα στο πλαίσιο της εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες. Το Δικαστήριο, περιορίζεται σε εξέταση των δικογράφων, σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και στην μαρτυρία η οποία προκύπτει από ενδεχόμενη αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως τονίστηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (βλ. υποσημ. 2), μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να συναχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. H προβολή της θέσης περί ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι αναγκαίο να τεκμηριώνεται με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων και δεν επαρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ του ενάγοντα.[5] Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.[6] Άλλη περίπτωση είναι αυτή όπου εάν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Η έννοια της δικαιοσύνης, δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[7] Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, είναι δυνατή η δέσμευση ακίνητης περιουσίας που δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, χάριν εκτέλεσης απόφασης. Το εν λόγω άρθρο παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την μη αποξένωση τόσου μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο είναι κατά την γνώμη του Δικαστηρίου επαρκές για σκοπούς ικανοποίησης της απαίτησης του ενάγοντα και των εξόδων της αγωγής. Η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εναγομένου ή αυτός να δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης της. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6 διαλαμβάνονται στο εδάφιο

(2)του εν λόγω άρθρου και είναι οι ακόλουθες: (α) ο ενάγων έχει «καλή βάση αγωγής» και (β) με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην ισχύ της υπόθεσης του ενάγοντα και η «καλή βάση» της αγωγής έχει την έννοια ότι από άποψης ποιότητας, η αγωγή συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας και δεν παρουσιάζει απλώς βάση ή αιτία αγωγής. Πρόκειται για προϋπόθεση η οποία έχει παρομοιαστεί με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960.[8] Η δεύτερη προϋπόθεση σχετίζεται με την μαρτυρία που πρέπει να παρουσιάσει ο ενάγων ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πιθανότητα να παρεμποδιστεί η ικανοποίηση ενδεχόμενης μέλλουσας δικαστικής απόφασης η οποία θα εκδοθεί υπέρ του. Η προϋπόθεση αυτή κρίνεται βάσει των ειδικών περιστάσεων εκάστης περίπτωσης και είναι ανάλογη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/1960.[9] Προς ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής ο ενάγων θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία ότι υπάρχει ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εναγομένου ή στην οποία αυτός έχει κατά νόμο δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Θα πρέπει επίσης να προσκομίσει στοιχεία αναφορικά με τη φύση και την εκτιμημένη αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας επιζητείται η δέσμευση. Ενδεχόμενη πρόθεση αποξένωσης της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας από τον εναγόμενο δεν είναι αναγκαίο όπως αποδεικνύεται με μαρτυρία, καθώς εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η επίδραση της ενδεχόμενης αποξένωσης στην ικανοποίηση τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης υπέρ του ενάγοντος. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης, δεν συνιστά εμπόδιο στην έκδοση τέτοιου παρεμπίπτοντος διατάγματος.[10]Επιπρόσθετα, ο ενάγων θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, ώστε να καταδειχθεί ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, πιθανό ο ενάγων να παρεμποδιστεί από το να ικανοποιήσει δικαστική απόφαση η οποία ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του.[11] Ως επισημάνθηκε στην Spider Trade Co. Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1759, η έκδοση προσωρινού διατάγματος με τo οποίο δεσμεύεται η περιουσία του εναγόμενου που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παραμείνει χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης δικαστικής απόφασης στην αγωγή. Κατά το ακροαματικό στάδιο της Αίτησης, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των μερών περιορίστηκαν στην καταχώρηση των ικανών γραπτών τους αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεών τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[12] Έχω δε μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης, καθώς επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Σε σχέση με την πρώτη και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, εάν δηλαδή παρουσιάζεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, ικανοποιούμαι ότι αυτές πληρούνται. Υπενθυμίζεται ότι όσον αφορά στην δεύτερη προϋπόθεση, καθίσταται αναγκαίο όπως το Δικαστήριο προβεί σε μια εκ πρώτης όψεως εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να κρίνεται η αξιοπιστία ή το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που καλείται να ξεπεράσει ο αιτών είναι αυτό της τεκμηρίωσης μιας πιθανότητας επιτυχίας, κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και συνάμα πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το επίπεδο απόδειξης σε πολιτική αγωγή. Εν προκειμένω, η αγωγή έχει εγερθεί από την Διαχειριστική Επιτροπή του Συγκροτήματος στο οποίο με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των αιτητών, συμπεριλαμβάνεται και η κατοικία. Αντικείμενο της αγωγής είναι τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα κοινόχρηστα που αφορούν στην κατοικία, για την περίοδο από 1.7.2010 μέχρι την 30.6.2023. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των αιτητών, αποτελεί ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι της οφειλής αυτής. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο ομνύων αρνείται και απορρίπτει τους ανωτέρω ισχυρισμούς, χωρίς ωστόσο να προβάλλει οιονδήποτε θετικό ισχυρισμό περί εξόφλησης ή ανυπαρξίας της ισχυριζόμενης οφειλής. Αποτελεί ισχυρισμό του ομνύοντα, ότι η κατοικία ενοικιαζόταν από τρίτα πρόσωπα, τα οποία ουδέποτε κατέβαλλαν ενοίκιο και ουδέποτε εξοφλούσαν τις υποχρεώσεις τους, όπως το νερό και το ρεύμα που κατανάλωναν. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, χωρίς να υπεισέρχομαι σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιόν μου, θεωρώ ότι οι αιτητές έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής τους. Δεν μου διαφεύγει ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν προσκόμισε απτή μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Για τον βαθμό ωστόσο που απαιτείται η στοιχειοθέτηση των πρώτων δύο προϋποθέσεων στο παρόν στάδιο, ικανοποιούμαι ότι αυτές πληρούνται. Ως άλλωστε αναφέρθηκε στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015: «σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του». Εφόσον έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, προχωρώ σε εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης, ήτοι του κατά πόσον σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επισημαίνεται ότι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, εξετάζεται η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση περιουσίας ή η επιβάρυνσή της, ως προς την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Η πρόθεση αποξένωσης δεν απαιτεί, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, την προσκόμιση μαρτυρίας προς απόδειξη τούτου. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνω εν πρώτοις ότι δεν προσκομίστηκε από τους αιτητές, οι οποίοι φέρουν το βάρος αποδείξεως για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εκτίμηση αναφορικά με την αξία της κατοικίας. Παρεμβάλλω σε αυτό το σημείο ότι η παράλειψη αυτή καθιστά αδύνατο για το Δικαστήριο, έστω και αν ήθελε ικανοποιηθεί ότι όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις πληρούνται, να υπολογίσει το μέρος της αξίας της κατοικίας που χρειάζεται να δεσμευτεί προς ικανοποίηση των αιτητών, σε συνάρτηση με την απαίτησή τους. Οι δε αόριστες και χωρίς τεκμηρίωση αναφορές του καθ' ου η αίτηση στην αξία της κατοικίας, δεν συνιστούν ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Ως γνωστό, το Δικαστήριο δεν εικάζει, αλλά αποφαίνεται βάσει της μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιόν του.[13] Ως προς την πρόθεση αποξένωσης της κατοικίας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση γίνεται αναφορά σε διαφήμιση πώλησης και επισυνάπτεται σχετικά το Τεκμήριο
  1. Οι καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τον ισχυρισμό αυτό, αναφέροντας ότι πρόκειται για λάθος του κτηματομεσιτικού γραφείου το οποίο ανέλαβε την ενοικίαση και όχι την πώληση της κατοικίας. Επισημαίνω ότι ουδείς αντεξετάσθηκε επί των ισχυρισμών του αναφορικά με το θέμα αυτό και ότι εν πάση περιπτώσει, ενδεχόμενη πρόθεση αποξένωσης της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας από τον εναγόμενο δεν είναι αναγκαίο όπως αποδεικνύεται με μαρτυρία. Σημειώνω επίσης, ότι καμία μαρτυρία ή στοιχείο δεν προσκομίστηκε αναφορικά με άλλη περιουσία των εναγομένων, πέραν της κατοικίας. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν προβάλλουν κανένα ισχυρισμό ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν, ούτε και έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς ικανοποίησή του στον απαιτούμενο βαθμό, οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση ή ότι αδυνατούν να αποζημιώσουν τους αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, ή ότι θα καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση τυχόν εκδοθείσας δικαστικής απόφασης υπέρ τους. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι ούτε η άλλη πλευρά έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή στοιχεία σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του καθ' ου η αίτηση 2, πέραν μιας γενικής αναφοράς σε δυνατότητα των αιτητών να λάβουν μέτρα εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ τους. Υπενθυμίζεται ωστόσο ότι το βάρος αποδείξεως φέρει ο αιτών.[14] Οι ισχυρισμοί των αιτητών περί ανεπανόρθωτης βλάβης περιστρέφονται γύρω από την θέση ότι τυχόν αποξένωση της κατοικίας θα έχει ως απότοκο την αδυναμία αποκατάστασης των δικαιωμάτων των αιτητών, ενώ στην ίδια την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρεται ότι: «.υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων των Εναγόντων σε μεταγενέστερο στάδιο αφού, ο Εναγόμενος 2 θα έχει ήδη προβεί σε πώληση του ακινήτου, ενώ φαίνεται να είναι και άφαντος, ή/και δυσεύρετος. Από την άλλη δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος του Εναγόμενου 2 με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος λόγω του ότι οι λόγοι που θα απαγορευθεί η μεταβίβαση αυτή θα εκλείψει όταν εξοφληθούν τα κοινόχρηστα που οφείλονται». Δια της ανωτέρω θέσης τους, αλλά και δια των δικογραφημένων ισχυρισμών στην αγωγή τους, οι ίδιοι οι αιτητές καθορίζουν ότι η διαφορά τους με τους καθ' ων η αίτηση είναι χρηματική και ότι είναι δυνατός ο υπολογισμός της, καθώς η απαίτησή τους αφορά σε οφειλόμενα κοινόχρηστα συνολικού ποσού €6,460.00 και ενδιάμεσα οφέλη, τα οποία οι ίδιοι καθορίζουν σε ποσό €500,00 ετησίως από 1.7.
  2. Οι δε ισχυρισμοί των αιτητών για καταπάτηση των δικαιωμάτων τους παραμένουν γενικοί και αόριστοι και ως γνωστό, τέτοιοι ισχυρισμοί δεν εγείρονται αφηρημένα. Η Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. xxx Ιωαννίδη, Πολ. Εφ. αρ. Ε44/2014 ημερ. 16.7.2019 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών διαφοροποιείται από τα περιστατικά της παρούσας, καθώς αφορούσε σε περίπτωση διεκδίκησης αποζημιώσεων συνεπεία ατυχήματος για το οποίο ο ενάγων απέδιδε αμέλεια στους εναγομένους. Ως λέχθηκε, μεταξύ άλλων, στην εν λόγω απόφαση, το κριτήριο της ανεπανόρθωτης βλάβης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου στο σύνολό της, με συνεκτίμηση της βασιμότητας του κινδύνου ότι τυχόν απόφαση υπέρ του ενάγοντος, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, βρίσκω ότι υπό τις περιστάσεις ο ακριβής υπολογισμός της ζημίας που οι αιτητές επικαλούνται είναι εφικτός και ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του αρ. 32 του Ν. 14/
  3. Καταλήγω επίσης ότι το μαρτυρικό υλικό το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι δυνατό να οδηγήσει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη ενδεχόμενη δικαστική απόφαση υπέρ των αιτητών. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται σωρευτικά οι τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παρέλκει η αναγκαιότητα ενασχόλησης του Δικαστηρίου με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται και η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού παρέλκει. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση 2 και εναντίον των αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Νοείται ότι θα καταβληθεί 1 σετ εξόδων. (Υπ.).......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)(ΙΒ) Α.Α.Δ. 1121. [2] Βλ. μεταξύ άλλων, Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd.
(1982)1C.L.R.557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 26, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.Δ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225. [3] Ιπποδρομιακή Αρχή Αντιπροσωπευομένη υπό του Βάσου Βασιλοπούλλου και άλλοι ν. "Πασχάλη Χ"" Βασίλη"
(1989)1E ΑΑΔ 15. [4] Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2) 2008 1 A.A.Δ.
  2. [6] Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231. [7] M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791. [8] Κυτάλα ν. Χρυσάθου κ.α.
(1996)1Α ΑΑΔ 253, Τσιολάκκης κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β ΑΑΔ 782, Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1Α ΑΑΔ 162. [9] C. Phasarias (Automotive Center) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 785, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α ΑΑΔ 280. [10] C. Phasarias (Automotive Center) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 785. [11] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015. [12] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [13] Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 ΑΑΔ 369. [14] Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.