← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΦΛΩΡΑ ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 689/15, 14/8/2023

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΦΛΩΡΑ ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 689/15, 14/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα εξόδων: €50.000 - €100.000 Αρ. Αγωγής: 689/15 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΦΛΩΡΑ ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  2. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΥΣΟΥ Εvαγόμενοι Ημερομηνία: 14 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Α. Φασιανού για Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγομένους: κ. Κ. Σέργη για ΚΕΝΔΕΑΣ Α. ΣΕΡΓΗ Δ.Ε.Π.Ε. ________________________________________________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ ________________________________________________________________________ Η παρούσα αγωγή αφορά σε δάνειο το οποίο χορηγήθηκε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «Marfin») στην εναγόμενη 1 με σύμβαση ημερ. 5.3.
  3. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, από 29.3.2013, τα περιουσιακά στοιχεία, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ως είχε μετονομαστεί η Marfin Popular Bank Public Co Ltd, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με βάση το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013). Την 5.3.2010 κατόπιν αίτησης της εναγομένης 1, η ενάγουσα συμφώνησε με την τελευταία την παραχώρηση δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους €45.000,
  4. To προϊόν του δανείου θα χρησιμοποιείτο για την εξόφληση άλλων δύο υφιστάμενων δανείων, καθώς επίσης και συμβολαίου χρηματοδότησης αναφορικά με σπουδές της θυγατέρας της εναγομένης
  5. Δια εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 5.3.2010 ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε κεχωρισμένα και/ή αλληλέγγυα μετά της εναγομένης 1, όλες τις υποχρεώσεις της τελευταίας προς την ενάγουσα για ποσό €45.000,00 πλέον τόκους, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της ενάγουσας, υπεγράφη η υποθήκη ημερ. 10.3.2010 επί ακινήτου ιδιοκτησίας της εναγομένης 1, για ποσό €45.000,00 με 7,25% κυμαινόμενο επιτόκιο ετησίως από 10.3.
  6. Την 7.10.2013 η ενάγουσα με επιστολές της προς τους εναγομένους, ενημέρωσε τους τελευταίους για παράβαση της συμφωνίας δανείου και συγκεκριμένα για καθυστέρηση στην πληρωμή του ποσού των €1.034,80 και τους κάλεσε σε συμμόρφωση εντός 21 ημερών. Με επιστολές της ημερ. 2.1.2014 η ενάγουσα ενημέρωσε τους εναγομένους αναφορικά με τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου της εναγομένης 1 και τους κάλεσε όπως εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο εντός 10 ημερών, πλην όμως οι εναγομένοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Δια της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω επίσης συνοπτικά, οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, πλην του ότι η εναγόμενη 1 αποτάθηκε στην τότε Marfin Popular Bank Co Ltd με σκοπό να της παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις, ότι υπέγραψε τη συμφωνία δανείου και υποθήκης και ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως. Οι εναγόμενοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι τόσο η συμφωνία εγγυήσεως, όσο και η συμφωνία δανείου δεν αποτελούν νόμιμες συμφωνίες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό τους ότι οι ρηθείσες συμφωνίες καταρτίστηκαν από την ενάγουσα δίχως να παραχωρηθεί κανένα δικαίωμα διαπραγμάτευσης στους εναγομένους και/ή ότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε την θέση της έναντι των εναγομένων και επέβαλε σε αυτούς τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου και εγγυήσεως. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι συμβατικοί όροι είναι καταχρηστικοί και/ή άκυροι και/ή παράνομοι. Αποτελεί επίσης δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγομένων ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν και/ή συμφώνησαν με την ενάγουσα και/ή άλλο πρόσωπο την μεταφορά οποιουδήποτε λογαριασμού τους στα συστήματα της ενάγουσας και ότι η οποιαδήποτε μεταφορά έγινε, αν έγινε, είναι παράνομη και κατά παράβαση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών και δεν διασφάλιζε τα δικαιώματα των εναγομένων και/ή την με απόλυτη ακρίβεια μεταφορά των δεδομένων. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ακόμα ότι ουδέποτε τους γνωστοποιήθηκε οτιδήποτε για την μετατροπή και/ή αύξηση του επιτοκίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει η ενάγουσα δεν δικαιούτο να τροποποιήσει μονομερώς, το δε επιτόκιο που αξιώνεται είναι διογκωμένο και/ή καταχρηστικό και/ή παράνομο. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι ουδέποτε η ενάγουσα υπέβαλε σε αυτούς απαίτηση δια εξόφληση οιουδήποτε υπολοίπου και/ή έλαβαν ειδοποίηση απαίτησης μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό και συνεπώς το ισχυριζόμενο χρέος δεν κατέστη απαιτητό για να υπάρξει γένεση αγώγιμου δικαιώματος. Ανταπαιτητικώς οι εναγόμενοι αξιούν εναντίον της ενάγουσας δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες δανείου και εγγυήσεως είναι εξ υπαρχής άκυρες καθότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση του Νόμου και/ή κανονισμών και/ή περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Δια της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, η ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η έκθεση απαίτησης και αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων. Αποτελεί ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 5.3.2010 η εναγομένη 1, μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι έχει παραλάβει τον «Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων» και τους «Γενικούς Όρους και Κανονισμούς» της Τράπεζας οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας και τους έχει αποδεχθεί και έχει συμφωνήσει ότι θα εξακολουθούν να ισχύουν και να την δεσμεύουν. Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι επιβληθέντες τόκοι ήταν εντός των πλαισίων της συμφωνίας δανείου και του Νόμου και αξιοί απόρριψη της ανταπαίτησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προσέφεραν 3 μάρτυρες από πλευράς ενάγουσας. Πρώτος προσέφερε μαρτυρία ο Π.Π. (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: - Τεκμήριο 1: Αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος ημερ. 5.4.2012 από «Marfin Popular Bank Public Co Ltd» σε «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd». - Τεκμήριο 2: ΚΔΠ 104/
  7. - Τεκμήριο 3: Έρευνα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ. - Τεκμήριο 4: Αντίγραφο της συμφωνίας δανείου ημερ. 5.3.
  8. - Τεκμήριο 5: Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων. - Τεκμήριο 6: Γενικοί Όροι και Κανονισμοί. - Τεκμήριο 7: Δέσμη καταστάσεων λογαριασμών οι οποίοι εξοφλήθηκαν και έκλεισαν με την κατάθεση του προϊόντος του δανείου. - Τεκμήριο 8: Αντίγραφο εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 5.3.
  9. - Τεκμήριο 9: Αντίγραφο επιστολής ημερ. 5.3.2010 από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 2 δια της οποίας ενημερώνεται αναφορικά με τους όρους του δανείου ημερ. 5.3.
  10. - Τεκμήριο 10: Αντίγραφο της δήλωσης του εναγομένου 2 ημερ. 5.3.2010 ότι δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. - Τεκμήριο 11: Αντίγραφο της σύμβασης και της δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου ημερ. 10.3.2010 μαζί με αντίγραφο του εγγράφου υποθήκης. - Τεκμήριο 12: Δέσμη αντιγράφων των επιστολών ημερ. 7.10.
  11. - Τεκμήριο 13: Δέσμη αντιγράφων των επιστολών ημερ. 2.1.
  12. - Τεκμήριο 14: Αντίγραφα των δημοσιευμένων ανακοινώσεων ημερ. 14.11.2008, 17.3.2011, 13.7.2011 και 27.4.2013 αναφορικά με την μεταβολή του επιτοκίου. - Τεκμήριο 15: Αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. - Τεκμήριο 16: Αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την εξέταση και υπογραφή του δανείου και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες υπεγράφησαν οι επίδικες συμφωνίες, ωστόσο σύμφωνα με την πολιτική που ακολουθούσε η Τράπεζα, γινόταν επεξήγηση και δινόταν επίσης η δυνατότητα στον εγγυητή να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, την οποία εν προκειμένω ο εναγόμενος 2 αρνήθηκε. Ερωτηθείς εάν τα Τεκμήρια 4 και 8 περιέχουν προ-διατυπωμένους όρους, ο ΜΕ1 απάντησε ότι για κάθε δάνειο υπάρχει διαφορετικός σκοπός και εξασφαλίσεις και οι όροι αλλάζουν. Σε σχέση με τον υπολογισμό του βασικού επιτοκίου, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η ενάγουσα βασίστηκε στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς (Τεκμήριο 6), όπου αναφέρεται ότι η Τράπεζα μπορεί να το μεταβάλει κατά την κρίση της οποτεδήποτε, μέσα στο πλαίσιο των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος. Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει τι έλαβε υπόψη της η Τράπεζα για να μεταβάλει το επιτόκιο, αναφέροντας ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν για την ενδεχόμενη αύξηση ή μείωση του επιτοκίου, πράγμα το οποίο αποδέχθηκαν. Σε σχέση με την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτή ετοιμάστηκε με βάση τα όσα δημοσιεύτηκαν στον τύπο και βάσει της συμφωνίας δανείου, πλέον ένα ποσοστό του 2,00% μετά τον τερματισμό της. Δεν υπάρχει, ως ανέφερε επανειλημμένως ο μάρτυρας, οποιαδήποτε επιπρόσθετη χρέωση ή τόκος υπερημερίας πριν τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού ή έξοδα και διαφώνησε με τις υποβολές του συνηγόρου των εναγομένων, ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού περιέχει παράνομους υπολογισμούς και ανατοκισμούς. Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με τους όρους που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 6 και υποβολών ότι επρόκειτο για όρους καταχρηστικούς, ο ΜΕ1 διαφώνησε και απάντησε ότι οι εναγόμενοι διάβασαν τους όρους και τους γνώριζαν, επομένως μπορούσαν να μην υπογράψουν το δάνειο. Άλλωστε, ως ανέφερε, οι εναγόμενοι είχαν πάρει από την ενάγουσα και άλλα δάνεια και γνώριζαν τι υπέγραφαν και τι έκαναν. Η δεύτερη μάρτυρας η οποία προσέφερε μαρτυρία για την ενάγουσα ήταν η Ε.Χ. (στο εξής η «ΜΕ2»), η οποία υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Σε αυτήν αναφέρει ότι την 7.10.2013 ετοιμάστηκαν από συνάδελφό της οι προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήριο 12) και παραδόθηκαν στον υπεύθυνο του Τμήματος Αλληλογραφίας, ο οποίος τις ταχυδρόμησε με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων, η οποία είχε δοθεί στην ενάγουσα από τους εναγομένους κατά τη σύναψη του επίδικου δανείου. Την 2.1.2014 η ΜΕ2 ήταν ένα από τα πρόσωπα που υπέγραψαν τις επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 13) οι οποίες στάλθηκαν προς τους εναγομένους κατά τον ίδιο τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω σε σχέση με τις επιστολές ημερ. 7.10.2013 (Τεκμήριο 12). Εάν μια επιστολή δεν παραδιδόταν στον παραλήπτη θα επιστρεφόταν από το ταχυδρομείο στο Τμήμα Αλληλογραφίας και ο αρμόδιος λειτουργός θα την τοποθετούσε εντός του φακέλου της υπόθεσης. Ως πληροφορήθηκε, στην προκειμένη περίπτωση καμία επιστολή δεν επιστράφηκε. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ2 ανέφερε ότι ως προϊστάμενη όφειλε να επιβεβαιώσει ότι η αναγραφόμενη διεύθυνση ήταν ορθή και μετά βεβαιότητας απάντησε ότι το Τμήμα Αλληλογραφίας απέστειλε τις επιστολές στους εναγομένους με βάση την διαδικασία η οποία ακολουθείται διαχρονικά. Ο τρίτος μάρτυρας ο οποίος προσέφερε μαρτυρία για τους ενάγοντες, ήταν ο Κ.Η. (στο εξής ο «ΜΕ3»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως Διευθυντής στο υποκατάστημα της ενάγουσας στο Αυγόρου, αξιολόγησε το αίτημα παραχώρησης δανείου προς την εναγομένη 1 και έδωσε θετική σύσταση. Έπειτα από απόφαση που λήφθηκε στα κεντρικά γραφεία της ενάγουσας στην Λευκωσία, η αίτηση της εναγομένης 1 εγκρίθηκε. Κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ο ΜΕ3 ήταν παρών και υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφής τις επίδικες συμφωνίες. Πριν την υπογραφή των, εξήγησε στους εναγομένους τους όρους παραχώρησης του επίδικου δανείου και αφού αυτοί τους αποδέχθηκαν, υπέγραψαν τα αναφερόμενα έγγραφα. Με την υπογραφή των εγγράφων, η εναγόμενη 1 έλαβε αντίγραφο της συμφωνίας δανείου, ενώ της παραδόθηκε και ο Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων (Τεκμήριο 5) και οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί (Τεκμήριο 6). Ο δε εναγόμενος 2, πριν την υπογραφή του εγγράφου εγγυήσεως, έλαβε την επιστολή ημερ. 5.3.2010 (Τεκμήριο 9) δια της οποίας του επεξηγήθηκαν και γραπτώς οι όροι της παραχώρησης δανείου προς την εναγομένη
  13. Δια της υπογεγραμμένης δήλωσής του (Τεκμήριο 10) ο εναγόμενος 2 δήλωσε εγγράφως ότι δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι τα έγγραφα ετοιμάστηκαν στο γραφείο της Λάρνακας, έπειτα στάλθηκαν σε αυτόν και ακολούθως ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι μετέβησαν στο υποκατάστημα και τα υπέγραψαν. Οι εναγόμενοι, δεν είχαν εμπλοκή στην ετοιμασία των εγγράφων, αλλά σε περίπτωση μη αποδοχής κάποιου όρου οι πελάτες δεν υπέγραφαν και στελνόταν νέο αίτημα στην εγκρίνουσα αρχή. Καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 4, ήταν η θέση του ΜΕ3 ότι αυτό ετοιμάζεται αποκλειστικά ανά πελάτη, εφόσον αναφέρει την εγγύηση, τις υποθήκες, τα ποσά, τον σκοπό, τα έξοδα. Οι ειδικοί όροι, ως διευκρίνισε ο μάρτυρας, συμπληρώνονται ανάλογα με το δάνειο, πλην όμως συμφώνησε ότι ορισμένοι όροι είναι τυποποιημένοι και συμπληρώνονται αναλόγως. Από πλευράς εναγομένων μαρτυρία προσέφερε μόνο ένας μάρτυρας, ο Α.Ζ. (στο εξής ο «ΜΥ1»). Ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 το βιογραφικό του σημείωμα, ως Τεκμήριο 18 το Πτυχίο του στην Δημόσια Διοίκηση και Διοίκηση Επιχειρήσεων - Λογιστική, ως Τεκμήριο 19 τον επαγγελματικό του τίτλο ως Λογιστής και ως Τεκμήριο 20 το πιστοποιητικό εγγραφής του στον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην διαδικασία επανατοκισμού του κεφαλαιοποιημένου τόκου και καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 16, ανέφερε ότι έγινε ανατοκισμός 13 φορές για το 2010, 11 φορές για το 2011, 11 φορές για το 2012, 5 φορές για το 2013, 2 φορές για το 2014, 4 φορές για το 2015 και από το 2016 μέχρι το 2022, 2 φορές τον χρόνο. Ο μάρτυρας προέβη σε παραδείγματα με μαθηματικές πράξεις με βάση την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16, εξηγώντας ότι κάθε φορά που ο πελάτης προέβαινε σε κατάθεση, ο τόκος υπολογιζόταν πάνω στο υπόλοιπο. Από το 2016 και έπειτα, η διεργασία αυτή γινόταν μόνο δύο φορές κάθε έτος, κάθε 30/06 και 31/
  14. Ως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΥ1, όταν χρησιμοποιείται ο διαιρέτης υπολογισμού του τόκου των 360 αντί των 365 ημερών, η Τράπεζα κερδίζει επιπλέον τόκο, ήτοι 1.38,89% επιπλέον τόκο ετησίως. Ο ΜΥ1 δεν υπολόγισε το πραγματικό υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού, εφόσον ως ανέφερε, χρειάζεται ειδικό λογισμικό εργαλείο και χωρίς αυτό πρόκειται για χρονοβόρα διαδικασία, αναφορικά με την οποία δεν έλαβε σχετική εξουσιοδότηση να προβεί. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου, το ποσό της μηνιαίας δόσης θα κάλυπτε τόκο και κεφάλαιο. Ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη τι τόκος υπήρχε κατά την κατάθεση μιας δόσης χωρίς ανατοκισμό και ότι εξαιτίας αυτής της πρακτικής σε κάθε κατάθεση του οφειλέτη το τοκοφόρο υπόλοιπο μειωνόταν κατά μικρότερο ποσό, επειδή η Τράπεζα κεφαλαιοποιούσε τόκους. Η συνήγορος της ενάγουσας υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι η Τράπεζα πρώτα κατέβαλλε την δόση δανείου έναντι των τόκων και ό,τι απέμενε καταβαλλόταν έναντι του κεφαλαίου και με αυτό τον τρόπο δεν προστίθετο τόκος, με τον μάρτυρα να απαντά ότι κάθε φορά το τοκοφόρο υπόλοιπο περιλάμβανε τους προηγούμενους τόκους. Ως επίσης ανέφερε, η Τράπεζα έπρεπε να υπολογίζει τον τόκο μετά την καταβολή των μηνιαίων δόσεων και στο τέλος του εξαμήνου με ορθό υπόλοιπο να καθορίζει ποιο μέρος αυτού του υπολοίπου είναι κεφάλαιο και ποιο τόκοι. Παραδεκτά Γεγονότα Κατόπιν δήλωσης των συνηγόρων, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο διαιρέτης υπολογισμού του τόκου που χρησιμοποίησε η Τράπεζα για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 16), ήταν αυτός των 360 ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι την 31.12.2014 και από 1.1.2015 μέχρι τέλους, για τον υπολογισμό του τόκου χρησιμοποιήθηκε ο διαιρέτης των 365 ημερών ή/και 366 αν ήταν δίσεκτο έτος. Ως περαιτέρω προκύπτει εκ της μαρτυρίας και της δικογραφίας, αποτελούν παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα εξής: - Η εναγόμενη 1 αποτάθηκε στην Marfin Popular Bank Co Ltd με σκοπό να της παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις. - Η εναγόμενη 1 υπέγραψε τη συμφωνία δανείου ημερ. 5.3.
  15. - Η εναγόμενη 1 υπέγραψε τη δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου και τα σχετικά έγγραφα υποθήκης ημερ. 10.3.
  16. - Ο εναγόμενος 2 υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως ημερ. 5.3.
  17. Έχοντας παραθέσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ σε αξιολόγησή της. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[3] Περαιτέρω, η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις δε αντιφάσεις, δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.[6] Τέλος, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Όσον αφορά στην μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και στην αξιολόγησή τους, αυτή δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εξαιρουμένου του ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που αποτελεί ένα από τα στοιχεία κρίσεως της αξίας της γνώμης του. Το Δικαστήριο, πρέπει πρωτίστως να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και ακολούθως να εξετάσει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του.[8] Το κατά πόσο ένας μάρτυρας διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα ώστε να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου,[9] το οποίο μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, σε συνάρτηση με τα θέματα αναφορικά με τα οποία καλείται να καταθέσει.[10] Ως εκ τούτου, ένα πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πραγματογνώμονας, όχι μόνο βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων του, αλλά και βάσει της εμπειρίας του.[11] Οι εμπειρογνώμονες, οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματά τους, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης.[12] Αναφορικά με τον ΜΕ1, μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς απαντούσε με φυσικότητα και ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές, σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την μακρά αντεξέτασή του, από την οποία εξήλθε αλώβητος. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί εκ των πραγμάτων σε ορισμένα ερωτήματα που αφορούσαν στο κατά πόσο εξηγήθηκαν στους εναγομένους οι όροι των επίδικων εγγράφων, δεν θεωρώ ότι πλήττει την αξιοπιστία του, εφόσον ως ο ίδιος ανέφερε, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι πρόκειται για φιλαλήθη μάρτυρα, επί της μαρτυρίας του οποίου μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Η ΜΕ2 έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, ούσα σταθερή στις απαντήσεις της και χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητά της την μαρτυρία της ΜΕ2 χωρίς κανένα ενδοιασμό, ως καθ' όλα συνεκτική και πειστική. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο κατά την αντεξέτασή της και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Τέλος, ο ΜΕ3, ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων, έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας με ειλικρίνεια, φυσικότητα και αυθορμητισμό απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν και η μαρτυρία του είχε συνοχή και δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο κατά την αντεξέτασή του. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας συμφώνησε με τις υποβολές που αφορούσαν στο κατά πόσο ορισμένοι όροι των επίδικων εγγράφων ήταν προ-διατυπωμένοι, ενισχύει ακόμα περισσότερο το ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν προσπάθησε να αποφύγει να απαντήσει. Ούτε και θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί εάν υπήρχαν έγγραφα προ-συμβατικής ενημέρωσης κατά τον χρόνο υπογραφής του δανείου, ήτοι περί τα 10 χρόνια προηγουμένως, πλήττει την αξιοπιστία του. Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΥ1, σημειώνω καταρχάς ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν. Εντοπίζω ωστόσο ένα ουσιώδες κενό στην μαρτυρία του: δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξε στα συμπεράσματα του, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων του και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη άποψη, δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης. Ό,τι εξήγησε ο συγκεκριμένος μάρτυρας στο Δικαστήριο, ήταν μερικές μαθηματικές πράξεις στις οποίες προέβη ο ίδιος, χωρίς την χρήση κάποιου ειδικού λογισμικού, από μελέτη του Τεκμηρίου 16, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα έκανε λανθασμένους υπολογισμούς. Δεν ανέφερε ωστόσο ο μάρτυρας στο Δικαστήριο σε ποιο σύστημα βάσισε τους υπολογισμούς στους οποίους προέβη για να καταλήξει στα συμπεράσματά του, ή έστω αν διερεύνησε το ζήτημα και εντόπισε ότι άλλα πιστωτικά ιδρύματα ενεργούν κατά τον τρόπο που ο ίδιος υποστήριξε ότι είναι ο ορθός. Ήταν μάλιστα η απάντησή του, ότι για τον υπολογισμό του υπολοίπου μετά την καταβολή κάποιας δόσης, υπάρχει συγκεκριμένο λογισμικό, το οποίο ο ίδιος δεν διαθέτει, συνεπώς περιορίστηκε σε μερικές μαθηματικές πράξεις για να καταδείξει στο Δικαστήριο τον λανθασμένο, κατά την εισήγησή του, τρόπο υπολογισμού του χρεωστικού υπολοίπου. Ούτε και παρουσίασε στο Δικαστήριο κάποια συνολική κατάσταση του χρεωστικού υπολοίπου με βάση τους υπολογισμούς του, ώστε αυτή να αντιπαραβληθεί με το Τεκμήριο
  18. Τούτων λεχθέντων, δεν κρίνω ότι ο ΜΥ1 παρείχε στο Δικαστήριο τα αναγκαία εχέγγυα τα οποία θα αποτελέσουν αρωγό στη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης, σε σχέση πάντοτε με τα επίδικα ζητήματα. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 29.3.2013 με το διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ΚΔΠ 104/2013, οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και οι σχετικές εξασφαλίσεις, μεταφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Έκτοτε, η Τράπεζα Κύπρου υποκατέστησε την Marfin Popular Bank Co Ltd και την 6.6.2014 έγινε αυτόματη μεταφορά των δεδομένων που σχετίζονται με τους επίδικους λογαριασμούς στο ηλεκτρονικό σύστημα που διατηρεί η ενάγουσα. Η εναγόμενη 1 αιτήθηκε από την ενάγουσα όπως της παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις και κατόπιν εξέτασης του αιτήματός της, αυτό εγκρίθηκε. Η εναγόμενη 1 ενημερώθηκε αναφορικά με την έγκριση του αιτήματός της και μετέβη στο υποκατάστημα της ενάγουσας στο Αυγόρου για να υπογράψει τη συμφωνία δανείου ημερ. 5.3.2010, ως έπραξε, αφού της εξηγήθηκαν οι όροι του δανείου από τον ΜΕ
  19. Περαιτέρω της δόθηκε αντίγραφο της συμφωνίας δανείου, ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων και οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί. Η εναγόμενη 1 υπέγραψε επίσης τη δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ημερ. 10.3.2010 και ενέγραψε προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη ακινήτου δικής της ιδιοκτησίας. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της ενάγουσας, ο εναγόμενος 2 υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως ημερ. 5.3.2010 δια του οποίου εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1, αφού του επεξηγήθηκαν οι όροι του επίδικου δανείου, αναφορικά με τους οποίους ενημερώθηκε και εγγράφως με επιστολή των εναγόντων ημερ. 5.3.
  20. Με έγγραφη δήλωσή του ημερ. 5.3.2010, δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Με την εκταμίευση του προϊόντος του δανείου, εξοφλήθηκαν οι προηγούμενοι λογαριασμοί της εναγομένης 1 και έκλεισαν και το εναπομείναν ποσό κατατέθηκε στον αποταμιευτικό της λογαριασμό για προσωπικούς της σκοπούς. Οι εναγόμενοι πληροφορούντο αναφορικά με τις μεταβολές του επιτοκίου μέσω δημοσιεύσεων στην εφημερίδα. Ειδικότερα, ενημερώθηκαν σχετικά μέσω των ανακοινώσεων ημερ. 14.11.2008, 17.3.2011, 13.7.2011 και 27.4.
  21. Την 7.10.2013 το Τμήμα Αλληλογραφίας της ενάγουσας, κατόπιν ενεργειών της Μονάδας Υποστήριξης Χρεών, απέστειλε με απλό ταχυδρομείο προς τους εναγομένους, επιστολές με διεύθυνση αποστολής την τελευταία γνωστή στην ενάγουσα διεύθυνση των εναγομένων, την οποία οι τελευταίοι είχαν γνωστοποιήσει προς την ενάγουσα. Με τις εν λόγω επιστολές οι εναγόμενοι ενημερώνονταν ότι κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου υπήρχε καθυστέρηση στην πληρωμή του ποσού των €1.034,80 και κλήθηκαν σε συμμόρφωση εντός 21 ημερών. Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των επιστολών ημερ. 7.10.2013 και με επιστολές ημερ. 2.1.2014, οι οποίες στάλθηκαν με τον ίδιο τρόπο όπως και οι επιστολές ημερ. 7.10.2013, η ενάγουσα κάλεσε τους εναγομένους όπως εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο εντός 10 ημερών και τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος αποδείξεως φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[13] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[14] Τα βασικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν και κατά συνέπεια χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο, σε περιπτώσεις όπου αξιώνεται οφειλόμενο τραπεζικό χρέος, είναι τα ακόλουθα:[15] (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι στα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολογούν στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[16] Ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων Αποτελεί εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων, ότι οι όροι των επίδικων εγγράφων είναι άκυροι καθότι καταρτίστηκαν από την ενάγουσα μονομερώς, εκμεταλλευόμενη την δεσπόζουσα θέση της έναντι των εναγομένων, επιβάλλοντάς τους την υπογραφή συμφωνιών τις οποίες δεν είχαν πρόθεση να υπογράψουν, χωρίς να παρασχεθεί στους τελευταίους δικαίωμα διαπραγμάτευσης. Περαιτέρω, η ισχυριζόμενη καταχρηστικότητα των επίδικων συμφωνιών συνδέεται και με το γεγονός ότι οι όροι των εγγράφων ήταν προ-διατυπωμένοι, γενικοί και ασαφείς, παραβιάζουν τις αρχές της καλής πίστης και της διαφάνειας και δημιουργούν ανισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας, στη γραπτή της αγόρευση επιχειρηματολογεί ότι η σύναψη των επίδικων συμφωνιών ήταν καθόλα σύννομη και ορθή και ότι οι όροι των, είχαν δεόντως επεξηγηθεί στους εναγομένους, οι οποίοι τους αποδέχθηκαν, χωρίς να ζητήσουν την αλλαγή οποιουδήποτε όρου. Η μεν εναγόμενη 1, έλαβε τόσο τον Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων (Τεκμήριο 5), όσο και τους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς (Τεκμήριο 6), ο δε εναγόμενος 2, προ της υπογραφής της συμφωνίας εγγυήσεως, έλαβε ενημερωτική επιστολή επεξήγησης των όρων της επίδικης συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 9) και εγγράφως δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή (Τεκμήριο 10). Το σχετικό με τα ανωτέρω ζητήματα νομοθέτημα, είναι ο Περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος, Ν. 112(Ι)/2021, ο οποίος ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο το σχετικό ευρωπαϊκό πλαίσιο, ως καθορίζεται στο Προοίμιο του ρηθέντος Νόμου. Σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75 του Ν. 112(Ι)/2021, ο Νόμος εφαρμόζεται σε οποιεσδήποτε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου, ενώ με επιφύλαξή του εξαιρεί από την εφαρμογή του οποιεσδήποτε συμβάσεις συνήφθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος των καταργηθέντων Νόμων. Στους Νόμους αυτούς, συμπεριλαμβάνεται και ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος, Ν. 93(Ι)/
  22. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη συμφωνία δανείου φέρει ημερομηνία την 5.3.2010, δηλαδή μεταγενέστερη της έναρξης της ισχύος του Ν. 93(Ι)/1996, άρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 112(Ι)/
  23. Σύμφωνα λοιπόν με τις διατάξεις του Ν.112(Ι)/2021 και ειδικότερα του άρθρου 2, «καταναλωτής» είναι «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα». «Εμπορευόμενος» είναι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν διέπεται από το ιδιωτικό ή το δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου». Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία, η εναγόμενη 1 δεν έλαβε το επίδικο δάνειο για λόγους οι οποίοι εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική της δραστηριότητα. Περαιτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα παραχώρησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις στην εναγομένη 1, μέσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητούνται από τους συνηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι άλλωστε εκθέτουν την επιχειρηματολογία τους επί αυτών των δεδομένων. Ως εκ τούτου, η εναγόμενη 1 εμπίπτει στην έννοια «καταναλωτής» δυνάμει των όσων προστάζει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Κατά τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 48 του Ν. 112(Ι)/2021, το Μέρος VII που σχετίζεται με τις καταχρηστικές ρήτρες τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Ως επίσης προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο, από την διεργασία εκτίμησης του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών, εξαιρούνται οι ρήτρες οι οποίες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και καθορίζουν το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, το ανάλογο ή μη του τιμήματος και/ή της αμοιβής αφενός και των υπηρεσιών ή τα αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα αφετέρου. Οι καθορίζουσες το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, είναι εκείνες οι συμβατικές ρήτρες οι οποίες καθορίζουν ουσιώδεις παροχές της σύμβασης και συνεπακόλουθα, την χαρακτηρίζουν. Στην εν λόγω κατηγορία, δεν εμπίπτουν οι ρήτρες οι οποίες έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα.[17] Το ποιες ρήτρες είναι καταχρηστικές, καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 50 του Ν.112(Ι)/2021, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «50.-

(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή.
(4)Το Παράρτημα IV περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους». Ως λέχθηκε από το ΔΕΕ στην απόφασή του ημερ. 9.7.2020 στην C-452/18, XZ v. Ibercaja Banco SA, ο έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας συμβάσεως, αφορά τις ρήτρες οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ως επίσης λέχθηκε στην ίδια απόφαση, ρήτρα η οποία συντάχθηκε με σκοπό τη γενικευμένη της χρήση, συνιστά ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες μια ρήτρα τέθηκε υπόψη του καταναλωτή, να αποφασίσει εάν ο καταναλωτής μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της. Τα πιο πάνω, ισχύουν και αναφορικά με ρήτρες οι οποίες τροποποιούν προγενέστερες ρήτρες. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υφίστανται ρήτρες καταχρηστικές σε μία σύμβαση, αυτές δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή. Η σύμβαση ωστόσο εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα.[18] Αποτελεί επίσης επιτακτική νομοθετική ρύθμιση, όπως ο εμπορευόμενος διασφαλίζει, σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία.[19] Ο μηχανισμός που αφορά μια ρήτρα, πρέπει να διατυπώνεται με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις προς αυτόν οικονομικές συνέπειες. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης, στις οποίες συγκαταλέγονται η διαφήμιση και η πληροφόρηση που παρέχει ο δανειστής μέσα στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως συμβάσεως, να διαπιστώσει κατά πόσο ο καταναλωτής πληροφορήθηκε αναφορικά με όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δεσμεύσεως που αναλάμβανε, ώστε να μπορεί να υπολογίσει, μεταξύ άλλων, το συνολικό κόστος του δανείου του.[20] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 16.7.2020, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-224/19 CY v. Caixabank SA & C-259/19 PK v. Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA: «Ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας της επίμαχης στην κύρια δίκη ρήτρας πρέπει να εξεταστεί από το αιτούν δικαστήριο λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η διαφήμιση και η πληροφόρηση στις οποίες προβαίνει ο δανειστής στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως μιας συμβάσεως δανείου, και λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου προσοχής που μπορεί να αναμένεται από τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 74, της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei, C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 75, της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψεις 46 και 47, και της 3ης Μαρτίου 2020, Gómez del Moral Guasch, C-125/18, EU:C:2020:138, σκέψη 46)». Αναφορικά με την απαίτηση για διαφάνεια, δεν περιορίζεται στον κατανοητό χαρακτήρα της οικείας ρήτρας από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, καθώς θεωρείται δεδομένο ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη από τον επαγγελματία θέση, όσον αφορά στο επίπεδο πληροφόρησης.[21] Όταν πρόκειται περί ρήτρας για κυμαινόμενο επιτόκιο, η ρήτρα αυτή πρέπει όχι μόνο να είναι κατανοητή από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά και να παρέχει στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός, τη δυνατότητα να κατανοήσει τη συγκεκριμένη λειτουργία του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου και, συνακόλουθα, να αξιολογήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας για τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις. Κρίσιμα στοιχεία, για την εκτίμηση στην οποία θα προβεί το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσο τα σχετικά στοιχεία σχετικά με τον υπολογισμό του επιτοκίου ήταν ευχερώς προσβάσιμα στον καταναλωτή, καθώς επίσης και η παροχή σχετικής πληροφόρησης.[22] Αναφορικά με την απαίτηση καλής πίστης, εναπόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει, κατά πόσο ο επαγγελματίας, συναλλασσόμενος με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο τελευταίος θα αποδεχθεί μια τέτοια ρήτρα, κατόπιν ατομικής διαπραγμάτευσης.[23] Σε σχέση με την διαπίστωση σημαντικής ανισορροπίας, αυτή δυνατό να προκύψει μόνο από την σοβαρή επιδείνωση της νομικής κατάστασης στην οποία οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις θέτουν τον καταναλωτή, ως συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη σύμβαση, είτε ένεκα του περιορισμού των απορρεόντων δικαιωμάτων του βάσει της σύμβασης, είτε ένεκα της ύπαρξης εμποδίου στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, είτε εξαιτίας κάποιας επιβάρυνσης του καταναλωτή, με πρόσθετη υποχρέωση η οποία δεν προβλέπεται από το ημεδαπό δίκαιο.[24] Διερχόμενη του μαρτυρικού υλικού, διαπιστώνω καταρχάς ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί εκ μέρους των εναγομένων, με την οποία να καταρρίπτεται η απαίτηση της «καλής πίστης» από πλευράς της ενάγουσας. Σχετικά παραπέμπω στην Πολ. Εφ. αρ. 9/2011 ημερ. 15.6.2016 Frakapor Courier Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία αφορούσε σε σύμβαση δανείου και μέσα στο πλαίσιο της οποίας το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο στην απόφασή του, είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «. για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 είναι καταχρηστική, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων». Τα ανωτέρω τυγχάνουν κατά την κρίση μου εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, από την οποία να προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ενήργησε καλή τη πίστει. Αυτό το οποίο προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι ότι η εναγόμενη 1 αιτήθηκε όπως της παραχωρηθούν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, με σκοπό να αποπληρωθούν προγενέστερες υποχρεώσεις της, ένεκα πιστωτικών διευκολύνσεων που της είχαν παραχωρηθεί στο παρελθόν. Όπως και έγινε. Ανεξάρτητα από την ανωτέρω κατάληξή μου, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο οι εισηγήσεις από πλευράς εναγομένων, περί καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών της επίδικης σύμβασης δανείου, ευσταθούν. Στρεφόμενη στους υπό αμφισβήτηση όρους, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, διαπιστώνω ότι οι πλείστοι εξ αυτών ουδέποτε εφαρμόστηκαν στην περίπτωση των εναγομένων. Το απαύγασμα των αποφάσεων του ΔΕΕ, είναι ότι το κατά πόσο μία ρήτρα είναι καταχρηστική θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της υπόθεσης. Υπό τις περιστάσεις, έστω και αν το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως δύναται να εξετάζει τον ενδεχόμενα καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας,[25] ελλείψει σχετικής μαρτυρίας, νομικών και πραγματικών στοιχείων, καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να αποφανθεί αναφορικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα όλων των όρων των επίδικων συμφωνιών, επί υποθετικής ή ακαδημαϊκής βάσης. Ως λέχθηκε από τον Έντιμο Τ. Οικονόμου, Δ. στην απόφασή του ημερ. 8.11.2018 στην Πολιτική Αίτηση υπ'αρ.125/2018, επί τοις Αφορώσι την Αίτηση του Λώλου, καμιά δικαστική διαδικασία δεν διενεργείται επί ματαίω. Πέραν της γενικής του τοποθέτησης ότι οι όροι των Τεκμηρίων 4, 6, 8 και 11 είναι καταχρηστικοί, ο συνήγορος των εναγομένων στη γραπτή του αγόρευση επιχειρηματολογεί σε σχέση με την ισχυριζόμενη καταχρηστικότητα των όρων 3, 4(γ) και 5 της σύμβασης δανείου ημερ. 5.3.2010 (Τεκμήριο 4), καθώς επίσης και των όρων 8, 9, 10(α) - 10(μ), 12(i), 12(ii), 16, 17, 18(i)(β), 18(i)(ε), 18(i)(ζ), 18(ii), 18(iii), 36 και 37 των Γενικών Όρων και Κανονισμών (Τεκμήριο 6). Διευκρινίζεται ότι δεν προωθείται επιχειρηματολογία σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό καταχρηστικό χαρακτήρα των όρων της Συμφωνίας Εγγυήσεως και της Σύμβασης Υποθηκεύσεως Ακινήτου. Αυτό το οποίο συνάγεται, εκ των εισηγήσεων του συνηγόρου των εναγομένων, είναι ότι η συμφωνία εγγυήσεως και υποθηκεύσεως, συμπαρασύρονται από τα όσα θα αποφασισθούν σε σχέση με την συμφωνία δανείου. Επανερχόμενη στους ανωτέρω όρους, διαπιστώνω με βάση την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία, ότι οι ακόλουθοι όροι, δεν έχουν εφαρμοστεί από την ενάγουσα στην περίπτωση των εναγομένων και ως εκ τούτου, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, καθίσταται μάταιη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτούς: - Οι όροι 3, 4(γ) και 5 της σύμβασης δανείου ημερ. 5.3.2010 (Τεκμήριο 4), οι οποίοι σχετίζονται με την πρόωρη ή μερική εξόφληση του δανείου, με χρεώσεις του λογαριασμού και με τόκο υπερημερίας κατά 10,00000 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Εν προκειμένω, δεν τέθηκε ζήτημα πρόωρης εξόφλησης του δανείου. Ως προς τις χρεώσεις και τον τόκο υπερημερίας, σχετικά είναι τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1, την μαρτυρία του οποίου έχω αποδεχθεί στο σύνολό της. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ετοίμασε ο ίδιος την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, με βάση το ειδικό λογισμικό που διαθέτει η ενάγουσα, περιορίζοντας τον τόκο υπερημερίας σε 2,00% και αφαιρώντας οιεσδήποτε άλλες χρεώσεις. - Οι όροι 8, 10(β) - 10(μ), 12(i), 12(ii), 16, 17, 18(ii), 18(iii), 36 και 37 (εξαιρουμένης της 6ης παραγράφου) των Γενικών Όρων και Κανονισμών (Τεκμήριο 6), οι οποίοι σχετίζονται με την αποπληρωμή του δανείου σε περίπτωση πρώτης ζήτησης, με παραδείγματα παράλειψης καταβολής δόσης, με τα δικαιώματα επίσχεσης και συμψηφισμού, με απαίτηση αποζημίωσης κατόπιν απαίτησης της Τράπεζας ένεκα παράλειψης ή καθυστέρησης πληρωμής, με την αλλαγή των περιστάσεων, με έξοδα, καθώς επίσης και με τροποποιήσεις. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο οι όροι 9, 10(α), 18(i)(β), 18(i)(ε), 18(i)(ζ) και 37 (η 6η παράγραφος) των Γενικών Όρων και Κανονισμών, είναι καταχρηστικοί. Παραθέτω κατωτέρω το περιεχόμενό τους: «
  1. Παράλειψη καταβολής της αποπληρωμής Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε δόση με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα της Τράπεζας στις καθορισμένες ημερομηνίες, ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή εν όλω ή εν μέρει, καθιστά τις επηρεαζόμενες Τραπεζικές Διευκολύνσεις, αμέσως πληρωτέες και απαιτητές και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο ή μέρος του ποσού οποιωνδήποτε Τραπεζικών Διευκολύνσεων μαζί με τους τόκους, προμήθεια και δικαιώματα. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά ή με άλλο τρόπο την πληρωμή των Τραπεζικών Διευκολύνσεων πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι την πλήρη και τελική εξόφλησή τους. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές εν όλω ή εν μέρει, οποιασδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα, και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή οποιωνδήποτε Τραπεζικών Διευκολύνσεων σύμφωνα με τις πρόνοιες των παρόντων Γενικών Όρων και Κανονισμών.
  2. Παραδείγματα Παραλείψεων - Γεγονότα Μη Συμμόρφωσης .Τηρουμένου του γενικού δικαιώματος της Τράπεζας να προβαίνει σε τέτοια απαίτηση οποτεδήποτε, τα πιο κάτω αποτελούν μερικά παραδείγματα γεγονότων τα οποία θα επιτρέπουν στην Τράπεζα να εξασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματα της: (α) Αν ο Πελάτης παραλείψει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό του κεφαλαίου ή τόκου, ή άλλο οφειλόμενο ποσό ή δόση στην καθορισμένη ημερομηνία σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα.
  3. Έξοδα, Τόκος, Χρεώσεις, Δικηγορικά Έξοδα, Προμήθειες, Τραπεζικά Δικαιώματα, κ.ά. Ο Πελάτης συμφωνεί και έχει υποχρέωση να πληρώνει προς την Τράπεζα και η Τράπεζα θα χρεώνει τον Λογαριασμό του με τα πιο κάτω, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά: (i) Τόκος (β) Για τον υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει o καθένας αλλά για υπολογισμό του ετήσιου τόκου θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. (ε) Η Τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της, να μεταβάλει, οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας, το Euribor, τα περιθώρια, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, τον χρόνο καταβολής του, την προμήθεια, οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και /ή έξοδα και γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη μεταβολή και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν, κατά την κρίση της Τράπεζας, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή στη γραπτή ειδοποίηση (ζ) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο είναι πέραν του συμφωνημένου ανώτατου ορίου και/ή σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε οφειλής δανείου τακτής προθεσμίας ως και καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε οφειλόμενης δόσης, η Τράπεζα θα χρεώσει τόκο υπερημερίας επί του καθυστερημένου ποσού από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφλησή του. Η Τράπεζα δύναται κατά την κρίση της, να μεταβάλλει τον τόκο υπερημερίας οποτεδήποτε και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν ή μέσω του διαδικτύου, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή στην γραπτή ειδοποίηση.
  4. Τερματισμός [.] Η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα να τερματίσει άμεσα την Συμφωνία οποτεδήποτε συμβεί οποιοδήποτε από τα γεγονότα όπως αναγράφονται στο άρθρο 10 («Παραδείγματα Παραλείψεων») των παρόντων Γενικών Όρων και Κανονισμών [.]». Προ-διατυπωμένοι Όροι Το βάρος αποδείξεως ότι για μια τυποποιημένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, φέρει ο επαγγελματίας.[26] Επισημαίνεται, ότι στην κυπριακή έννομη τάξη δεν έχει θεσπιστεί κατάλογος με τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες, οι οποίες θεωρούνται καταχρηστικές εν πάση περιπτώσει. Στην C-92/11, RWE Vertrieb AG v. Verbraucherzentrale Nordrhein-Westfalen eV, όπου οι επίδικες συμβατικές ρήτρες επέτρεπαν στον προμηθευτή να τροποποιεί μονομερώς το κόστος παροχής φυσικού αερίου, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι τυποποιημένες ρήτρες που καθιστούν δυνατή την μονομερή αναπροσαρμογή πρέπει να τηρούν τις απαιτήσεις της καλής πίστης, της ισορροπίας και της διαφάνειας, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό Δικαστήριο να διαπιστώσει. Χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ στην C-26/13, Árpád Kásler, Hajnalka Káslerné Rábai v. OTP Jelzálogbank Zrt: «Λαμβάνοντας υπόψη την υποδεέστερη αυτή θέση, η οδηγία 93/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό, στον εθνικό δικαστή απόκειται να διαπιστώσει αν, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 93/13, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία (βλ., επ' αυτού, αποφάσεις Invitel, C‑472/10, EU:C:2012:242, σκέψη 22, και RWE Vertrieb, C‑92/11, EU:C:2013:180, σκέψεις 42 έως 48)». Στρεφόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και λαμβανομένης πάντοτε υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταρχάς δεν διαπιστώνω ότι οι επίδικες ρήτρες δεν είναι διατυπωμένες με τρόπο σαφή και κατανοητό. Ούτε και δικογραφήθηκε από πλευράς εναγομένων αδυναμία κατανόησης των συμβατικών όρων ή ή ότι δεν πρόκειται περί του μέσου και εύλογα προσεκτικού καταναλωτή. Περαιτέρω, δεν αναδύθηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι οι εναγόμενοι ήταν αποδέκτες οιωνδήποτε παροτρύνσεων, ώστε να προβούν στην συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών.[27] Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν του, η εναγόμενη 1 αποτάθηκε στην ενάγουσα για τη λήψη δανείου και όταν το αίτημά της εγκρίθηκε, αφού έλαβε τα σχετικά έγγραφα και της επεξηγήθηκαν οι όροι, υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες, η οποίες είχαν συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα και είχε το δικαίωμα να ζητήσει διευκρινίσεις. Επιπρόσθετα, η εναγόμενη 1 προσέφερε ως περαιτέρω εξασφάλιση έναντι των υποχρεώσεών της, υποθήκευση ακινήτου ιδιοκτησίας της. Έχοντας τα ανωτέρω κατά νου, η εναγόμενη 1 υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, δηλώνοντας συγχρόνως ότι παρέλαβε τον Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων, καθώς επίσης και τους Όρους και Κανονισμούς της Τράπεζας και χωρίς να ζητήσει την τροποποίηση οποιουδήποτε όρου. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν υπεβλήθη στους μάρτυρες της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν ή εξέφρασαν τη διαφωνία τους σε σχέση με οποιονδήποτε όρο της συμφωνίας δανείου και των λοιπών εγγράφων που υπεγράφησαν, παρά μόνο υπεβλήθη σε αυτούς, γενικά και αόριστα, ότι ενόψει του ότι οι όροι είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων, δεν μπορούσαν να τύχουν διαπραγμάτευσης. Σημειώνω ωστόσο ότι η μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν για την ενάγουσα παρέμεινε αλώβητη, ενώ ως έχει νομολογηθεί, το γεγονός ότι ένας όρος ενδεχομένως να είναι προ-διατυπωμένος, δεν τον καθιστά αυτομάτως καταχρηστικό. Εν προκειμένω, σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη, οι συμβατικοί όροι επεξηγήθηκαν στους εναγομένους και ήταν κατανοητοί σε αυτούς, καθώς πληροφορήθηκαν επαρκώς από την ενάγουσα αναφορικά με το περιεχόμενό τους, τους αποδέχθηκαν και υπέγραψαν τόσο την επίδικη σύμβαση δανείου, όσο και τα λοιπά έγγραφα, με την ελεύθερη τους βούληση. Σε σχέση με τον εναγόμενο 2, χρήζει υπόμνησης το γεγονός ότι με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3, αφού εξηγήθηκαν και εγγράφως σε αυτόν οι όροι παραχώρησης του επίδικου δανείου προς την εναγομένη 1, δήλωσε εγγράφως ότι δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Πρόκειται για ακόμα ένα στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, σε σχέση με το ζήτημα της κατανόησης των όρων των υπογραφέντων εγγράφων από τους εναγομένους και της μη αντίρρησής τους ως προς το περιεχόμενό τους. Σημαντικά στοιχεία τα οποία λαμβάνονται επίσης υπόψη είναι η φύση της επίδικης συμφωνίας, αλλά και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτή υπεγράφη. Υπενθυμίζεται, ότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν ήταν η 1η συμφωνία τέτοιας φύσεως την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι, εφόσον με το προϊόν του δανείου αποπληρώθηκαν προγενέστερες υποχρεώσεις της εναγομένης
  5. Συνεπώς καταλήγω ότι οι επίδικες συμβατικές ρήτρες είναι διατυπωμένες με τρόπο κατανοητό και σαφή και όλα τα επίδικα έγγραφα υπεγράφησαν με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών, εφόσον οι όροι τους έγιναν κατανοητοί στους εναγομένους οι οποίοι τους αποδέχθηκαν. Τόκος Υπερημερίας Ως προς την διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2,00%, παραπέμπω στο άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, Ν. 160(Ι)/1999, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Σχετική είναι η απόφαση του ΔΕΕ ημερ. ημερ. 7.8.2018 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-96/16 και C-94/17, όπου αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τόκοι υπερημερίας αποσκοπούν στην επιβολή κυρώσεων λόγω της μη εκπληρώσεως από τον οφειλέτη της υποχρεώσεώς του να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου εντός των προβλεπόμενων από τη σύμβαση προθεσμιών, στην αποτροπή του οφειλέτη αυτού από το να καταστεί υπερήμερος στην εκτέλεση των υποχρεώσεών του, καθώς και, ενδεχομένως, στην αποζημίωση του δανειστή για τη ζημία που υπέστη λόγω της υπερημερίας του οφειλέτη. Οι συμβατικοί τόκοι, επιτελούν τη λειτουργία του ανταλλάγματος για τη διάθεση του χρηματικού ποσού από τον δανειστή μέχρι την επιστροφή του (βλ. σκέψη 76). Εν προκειμένω, ο ΜΕ1 με επαρκείς και σαφείς λεπτομέρειες εξήγησε ότι ο τόκος υπερημερίας που υπολογίστηκε αφορά στη ζημιά της Τράπεζας ένεκα της αθέτησης της συμφωνίας δανείου. Οι τραπεζικοί λειτουργοί, ως ανέφερε, αφιερώνουν αρκετό χρόνο στο να επικοινωνούν με τους χρεώστες και να τους αποστέλλουν σχετικές επιστολές, ως έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Ακόμα, οι ενάγοντες προέβησαν στη σύσταση του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών το οποίο εργοδοτεί αρκετούς υπαλλήλους, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικώς με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Είναι αυτό το Τμήμα, το οποίο μετά τον τερματισμό δανείου, δίδει οδηγίες σε δικηγόρους αναφορικά με τη λήψη νομικών μέτρων. Όλα τα ανωτέρω, έλαβαν χώρα και σε σχέση με τους εναγομένους, επομένως αποδέχομαι ότι ο τόκος υπερημερίας της τάξεως του 2,00% αντικατοπτρίζει τη ζημιά της ενάγουσας εξαιτίας της αθέτησης του δανείου. Επισημαίνω, ότι αφής στιγμής δεν διεκδικείται τόκος υπερημερίας πέραν του 2,00%, περαιτέρω ενασχόληση με το περιεχόμενο του όρου 18(i)(ζ) καθίσταται ακαδημαϊκή. Ούτε και διακρίνω ότι πρόκειται για όρο αδιαφανή, που δεν έχει διατυπωθεί με απλο και κατανοητό για τον μέσο και συνετό καταναλωτή τρόπο. Στη βάση όλων των ανωτέρω, δεν εντοπίζω οτιδήποτε το μεμπτό στην επιβολή τόκου υπερημερίας της τάξεως του 2,00% από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και έπειτα, η οποία εν πάση περιπτώσει συνάδει με το άρθρο
(3)(1α) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου του 1999. Μεταβολές επιτοκίου και σχετική ενημέρωση εναγομένων Για το θέμα της μεταβολής του επιτοκίου, σχετικός είναι ο όρος 18(i)(ε). Ως εξήγησε ο ΜΕ1, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ετοιμάστηκε με βάση τη συμφωνία δανείου δηλ. το επιτόκιο που ίσχυε ως ανακοινωνόταν με τις δημοσιεύσεις στον τύπο, πλέον περιθώριο 2,25% και από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και έπειτα με το επιτόκιο το οποίο βρισκόταν σε ισχύ κατά τον τερματισμό. Σχετικά παραπέμπω στην Evelthon Developments Ltd κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486, όπου νομολογήθηκε ότι ο χρόνος τερματισμού της συμφωνίας είναι και ο χρόνος που αποκρυσταλλώνονται αμφότερες οι υποχρεώσεις. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 3.3.2020, C-125/18, Marc Gomez Del Moral Guash v. Bankia SA, όπου μέσα στο πλαίσιο εξέτασης προδικαστικού ερωτήματος, αναφορικά με το κατά πόσο ρήτρα σε σύμβαση με κυμαινόμενο επιτόκιο με μονομερές δικαίωμα αλλαγής μέσω δημοσίευσης στον τύπο είναι καταχρηστική, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η ύπαρξη ρήτρας παρόμοιας φύσης σε σύμβαση δεν θεωρείται αυτομάτως καταχρηστική, καθώς αυτό που πρέπει να εξετασθεί, είναι το κατά πόσο η εν λόγω ρήτρα είναι κατανοητή στον δανειολήπτη και κατά πόσο παρασχέθηκε σε αυτόν η δυνατότητα να αξιολογήσει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν την μεταβολή και το ύψος του επιτοκίου. Υπενθυμίζεται ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αναφορικά με τις μεταβολές του επιτοκίου οι εναγόμενοι ενημερώνονταν μέσω του Τύπου, στοιχεία τα οποία ήταν ευχερώς προσβάσιμα σε αυτούς, επομένως η απαίτηση της διαφάνειας ικανοποιείται. Ως προς την διατύπωση του συγκεκριμένου όρου, δεν θεωρώ ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν είναι κατανοητή στον μέσο και συνετό καταναλωτή, υπενθυμίζεται δε ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν την απάλειψη ή την τροποποίηση του όρου αυτού και ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε από πλευράς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, που να τεκμηριώνει ότι ο όρος αυτός δεν ήταν κατανοητός ή ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν σε θέση να ενημερώνονται αναφορικά με τις μεταβολές του επιτοκίου ή έστω ότι ζήτησαν την οποιαδήποτε εξήγηση και αυτή δεν τους παρασχέθηκε. Ως έχει νομολογηθεί, τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο μεταβολής του επιτοκίου και αυτό έπραξαν εν προκειμένω.[28] Ούτε και μπορεί να αναμένεται από τον ΜΕ1 να απαντήσει ποια ήταν τα κριτήρια που λάμβανε υπόψη η Τράπεζα για τον καθορισμό της εκάστοτε χρεώσης. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την C‑452/18, ΖΧ ν. Ibercaja Banco SA: «Εντούτοις, όσον αφορά ρήτρα περιορισμού των διακυμάνσεων προς τα κάτω κυμαινόμενου επιτοκίου το οποίο υπολογίζεται βάσει ενός δείκτη, η ακριβής τιμή του επιτοκίου αυτού δεν μπορεί βεβαίως να καθοριστεί σε σύμβαση δανείου για όλη τη διάρκεια της συμβάσεως αυτής. Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται από έναν επαγγελματία η παροχή επακριβών πληροφοριών σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες που συνδέονται με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καθόσον οι διακυμάνσεις αυτές εξαρτώνται από μελλοντικά γεγονότα μη προβλέψιμα και ανεξάρτητα από τη βούληση του εν λόγω επαγγελματία. Ειδικότερα, η εφαρμογή κυμαινόμενου επιτοκίου συνεπάγεται μακροπρόθεσμα, ως εκ της φύσεώς της, διακύμανση των ποσών των μελλοντικών δόσεων, οπότε ο εν λόγω επαγγελματίας δεν μπορεί να είναι σε θέση να διευκρινίσει τις ακριβείς συνέπειες της εφαρμογής ρήτρας «κατώτατου επιτοκίου» στις δόσεις αυτές». Στην βάση επομένως όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξή μου ότι ούτε ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και ότι η απαίτηση της διαφάνειας πληρείται υπό τις περιστάσεις, καθώς ο όρος επεξηγήθηκε στους εναγομένους, οι οποίοι με τη σειρά τους τον αποδέχθηκαν και ήταν σε θέση πάντοτε να γνωρίζουν το εκάστοτε επιτόκιο με βάση τις δημοσιεύσεις στις οποίες προέβαιναν οι ενάγοντες. Διαιρέτης 360 ημερών Προχωρώ σε εξέταση της ορθότητας του υπολογισμού του υπολοίπου με διαιρέτη τις 360 και όχι τις 365 ημέρες. Λαμβανομένου υπόψη του ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο διαιρέτης των 365 ημερών χρησιμοποιήθηκε από 1.1.2015 και έπειτα, απομένει να εξεταστεί εάν ο όρος 18(i)(β) δυνάμει του οποίου εφαρμόστηκε ο διαιρέτης των 360 ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι την 31.12.2014, είναι καταχρηστικός. Σύμφωνα με το άρθρο 50
(4)του Ν. 112(Ι)/2021: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους». Παρεμβάλλω, ότι ο Ν. 112(Ι)/2021 κατήργησε τον Ν. 93(Ι)/1996. Πριν την κατάργηση του Ν. 93(Ι)/1996, ο Νόμος αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 49(Ι)/2016 ώστε να προνοεί ότι κάθε ρήτρα στην οποία το επιτόκιο υπολογίζεται βάσει των 360 ημερών, είναι καταχρηστική. Ο τροποποιητικός Ν. 49(Ι)/2016 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22.4.2016 και ως ρητά ανέφερε, θα τίθετο σε ισχύ 30 ημέρες μετά την δημοσίευσή του. Πρόνοια για αναδρομική ισχύ του εν λόγω Νόμου δεν υπήρχε, συνεπώς αυτός εφαρμόζετο από 22.5.2016.[29] Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το μεμπτό σε ότι αφορά στον υπολογισμό του τόκου με βάση τον διαιρέτη των 360 ημερών μέχρι την 31.12.2014, λαμβανομένου φυσικά υπόψη του ότι τούτο προνοείτο από τη μεταξύ των μερών σύμβαση. Στην Πραξιτέλης Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 253 στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγομένων, η χρησιμοποίηση του διαιρέτη των 360 ημερών οδήγησε το ποσοστό του τόκου πέραν του τότε επιτρεπόμενου, δηλ. του 9% ετησίως. Τα δεδομένα στην προκειμένη ωστόσο περίπτωση διαφοροποιούνται, καθώς πλέον δεν υπάρχει επιτρεπόμενο όριο ποσοστού τόκου, με την κατάργηση του Περί Τόκου Νόμου του 1977, που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο έκδοσης της Βογαζιανός. Όμοιο ήταν το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Archbold Invest Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 1084, όπου κρίθηκε ότι ο τρόπος υπολογισμού βάσει των 360 ημερών, ως είχε συμφωνηθεί, ήταν ορθός, από τη στιγμή που δεν οδήγησε σε χρέωση πέραν του τότε επιτρεπόμενου ποσοστού του 9,00% ετησίως. Η μεταφορά των δεδομένων του επίδικου λογαριασμού στο σύστημα της ενάγουσας Ως επιχειρηματολογεί ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στην γραπτή του αγόρευση, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου θετική μαρτυρία ότι η μεταφορά των δεδομένων του επίδικου λογαριασμού από την Marfin στην ενάγουσα έγινε με απόλυτη ακρίβεια, συνεπώς το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα περί της ορθότητας του πραγματικού ισχυριζόμενου υπολοίπου. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολό της. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 15 και 16, ήτοι την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αντίστοιχα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι ενάγοντες, καθ' όλη την περίοδο των εργασιών τους και λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, διατηρούν αρχείο στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους, όπου γίνεται και γινόταν συνεχής ενημέρωση και καταχώριση κάθε χρέωσης ή πίστωσης. Επισημαίνει ο μάρτυρας, ότι οι ρηθείσες καταστάσεις αποτελούν μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών των πελατών της ενάγουσας. Ως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΕ1, οι καταχωρίσεις των καταστάσεων λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμήρια 15 και 16, που είναι συνήθη για την ενάγουσα έγγραφα, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας και βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχό της. Ο μάρτυρας συνέκρινε τις καταστάσεις λογαριασμών με τις αρχικές καταχωρίσεις που διατηρούνται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας και οι οποίες αποτελούν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της και διαπίστωσε ότι αυτές είναι ορθές. Αντεξεταζόμενος επί του θέματος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι την 6.6.2014 έγινε αυτόματη ηλεκτρονική μεταφορά των δεδομένων από την Marfin στην ενάγουσα, έκλεισαν οι προηγούμενοι λογαριασμοί και ανοίχθηκαν καινούριοι. Ερωτηθείς εάν διασφαλίστηκε η μεταφορά των δεδομένων του επίδικου λογαριασμού, ο ΜΕ1 παρέπεμψε στο Τεκμήριο 15, όπου φαίνεται ότι το τελευταίο ποσό το οποίο καταχωρίστηκε από την Marfin πριν το κλείσιμο του λογαριασμού, είναι το ίδιο ποσό το οποίο μεταφέρθηκε στην ενάγουσα και ανοίχθηκε ο καινούριος λογαριασμός. Ως επίσης ανέφερε αντεξεταζόμενος, η κατάσταση μεταφέρθηκε και εκτυπώθηκε από το δίκτυο της Marfin και από την 6.6.2014 και έπειτα αναγράφεται η ενάγουσα στα επιστολόχαρτα, ενόψει της μεταφοράς των δεδομένων. Η ανωτέρω μαρτυρία δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του μάρτυρα, συνάδει δε με λελογισμένη αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, ενώ επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι δεν προσέφεραν καμία περί του αντιθέτου υποστηρίζουσα μαρτυρία. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση και με αυτό το ζήτημα κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και πληροί τα όσα διαλαμβάνουν τα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού αποδεκτή μαρτυρία. Σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, από τη στιγμή που αυτή ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της ενάγουσας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το αρχείο της Marfin, και αυτή γίνεται αποδεκτή δυνάμει των άρθρων 22 και 35 του Κεφ. 9.[30] Ως εκ των άνω, δεν συμμερίζομαι την επιχειρηματολογία περί μη ακριβούς μεταφοράς των δεδομένων του επίδικου λογαριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα των εναγόντων. Οι χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού Στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων, παρατίθεται εκτενής επιχειρηματολογία σε σχέση με το υπόλοιπο που παρουσιάζουν οι καταστάσεις λογαριασμού (βλ. Τεκμήρια 15 και 16) και το κατά πόσο η ενάγουσα ορθά και νόμιμα χρεωπίστωνε τον επίδικο λογαριασμό. Ως ο ΜΕ1 ανέφερε, η ενάγουσα διεκδικεί το ποσό που παρουσιάζεται στην αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 16). Πρόκειται για υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου από την αρχή της παραχώρησης του δανείου βάσει των αρχικών όρων της συμφωνίας δανείου, χωρίς οποιαδήποτε έξοδα και με τόκο υπερημερίας περιορισμένο σε ποσοστό 2,00% από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και έπειτα. Από την άλλη, καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε, με την οποία να αποδεικνύεται ικανοποιητικώς ότι οι υπολογισμοί που έγιναν από την ενάγουσα είναι λανθασμένοι ή παράνομοι ή ότι υπολογίστηκαν επιπρόσθετα ποσά, εν αντιθέσει με τα λεγόμενα του ΜΕ1. Ως υπεδείχθη στην Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. αρ. 405/12 ημερ. 27.12.2019, το βάρος αποδείξεως του κατ' ισχυρισμό λανθασμένου των χρεοπιστώσεων, φέρει ο χρεώστης. Ως αναφέρεται πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1. Έχω επίσης αποδεχθεί ότι οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, συνάδουν με τα άρθρα 22 και 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Παραπέμπω στην Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491, όπου κατ' έφεση αμφισβητήθηκε η αποδοχή των καταστάσεων λογαριασμού από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση, αποφαινόμενο, μεταξύ άλλων, ότι η μάρτυρας που προσέφερε μαρτυρία εκ μέρους της Τράπεζας, έπεισε το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με την ορθή τήρηση του τραπεζικού βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του τραπεζικού βιβλίου. Όπως επίσης αναφέρθηκε: «Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο». Η Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 846, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, διαφοροποιείται από την προκειμένη περίπτωση, καθότι σε εκείνη την περίπτωση υπήρχε κενό στην κίνηση του λογαριασμού που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ενώ η μαρτυρία που παρουσίασε η Τράπεζα κρίθηκε ανεπαρκής προς απόδειξη, στον απαιτούμενο βαθμό, του χρεωστικού υπολοίπου, αλλά και του ποσού που αρχικώς παραχωρήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε με επαρκείς λεπτομέρειες στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού και εξήγησε σε ποιους υπολογισμούς και ενέργειες προέβη κατά την ετοιμασία της. Ως εκ τούτου, η παρούσα περίπτωση διαφέρει και από την περίπτωση που εξετάστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλούμη κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 1347, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγομένων. Κατ' επέκταση των ανωτέρω, η Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννούλλας Κυριάκου κ.α.
(2016)1 ΑΑΔ 1628 στην οποία επίσης παραπέμπει ο συνήγορος των εναγομένων, διαφοροποιείται ουσιωδώς από την υπό εξέταση περίπτωση, καθότι σε εκείνη την περίπτωση δεν επρόκειτο περί αποδείξεως χρεωστικού υπολοίπου με καταχωρίσεις σε τραπεζικά βιβλία. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα του ανατοκισμού, σχετικά είναι το όσα υπεδείχθησαν στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ 476: «Σημειώνουμε ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη ανατοκισμού είχε προβληθεί αόριστα στην Έκθεση Υπεράσπισης από τους εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος να τον αποδείξουν μετά την κατάθεση της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας ότι δεν υπήρξε ανατοκισμός. Αντίθετα οι εφεσίβλητοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνήθηκαν την απαίτηση της εφεσείουσας τράπεζας, χωρίς να παραθέσουν συγκεκριμένη μαρτυρία ή οποία θα υποστήριζε τους ισχυρισμούς.» Ίδια ήταν η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. 126/12 ημερ. 10.7.2018, όπου αμφισβητείτο η διενέργεια ανατοκισμού. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, έχω διέλθει του Τεκμηρίου 16, από το οποίο συνάγεται ότι από το εκάστοτε υπόλοιπο αφαιρείτο η κατατιθέμενη μηνιαία δόση δανείου, η οποία συμπεριλάμβανε τον εκάστοτε μηνιαίο τόκο. Διαπιστώνω επίσης ότι η κεφαλαιοποίηση του τόκου υπολογίστηκε ανά έτος δύο φορές, ήτοι κάθε 31/12 και 30/06.[31] Για το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως, ως οι πρόνοιες της σύμβασης δανείου, παραπέμπω στην Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Διαφωτιστικό επί του θέματος είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ζαρτάρ Παχατουριάν ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 322: «Προκύπτει σαφώς από τον όρο 4(α) ότι η Τράπεζα νομιμοποιείται, όταν γίνεται πληρωμή έναντι του δανείου, να υπολογίζει και εξοφλά με αυτή πρώτα τους μέχρι την ημέρα εκείνη δεδουλευμένους τόκους, όπως ακριβώς ήταν η πρακτική της στην προκειμένη περίπτωση. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα παράβασης του όρου 4(α) που να απέληγε σε υπερχρεώσεις. Αλλά ούτε και θέμα ανατοκισμού τίθεται, όπως παραπονείται η Εφεσείουσα στο μέρος (δ) του λόγου έφεσης. Είναι καθαρό από την κατάσταση λογαριασμού ότι οι τόκοι εξοφλούντο με τις πληρωμές και δεν κεφαλαιοποιούντο για σκοπούς υπολογισμού του τόκου ανά εξαμηνία, όπως προκύπτει και από το ότι, παρά τη χρέωση τόκων στις 23.12.1998 και στις 20.8.1999 μετά που δεν υπήρξαν άλλες πληρωμές, το δεικνυόμενο ως τοκοφόρο υπόλοιπο ήταν το προκύπτον μετά από την τελευταία πληρωμή στις 2.7.1998 ανερχόμενο σε £1,704.61 και όχι το συνολικά οφειλόμενο ποσό που προέκυπτε μετά την πρόσθεση και των οφειλόμενων τόκων. Ακόλουθα των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταρρέει και το μέρος (στ) του λόγου έφεσης που είναι ότι οι παράνομες χρεώσεις που εγίνοντο στο λογαριασμό κατά παράβαση της συμφωνίας παραβίαζαν τα δικαιώματα της Εφεσείουσας ως εγγυήτριας και την απάλλασσαν από την υποχρέωση της. Εφ' όσον δεν διαπιστώνονται χρεώσεις κατά παράβαση της συμφωνίας ή του νόμου, το υπόβαθρο του μέρους αυτού του λόγου έφεσης παύει να υφίσταται». Εν κατακλείδι, υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την παγίως καθιερωμένη νομολογία, δεν αναμένεται το Δικαστήριο να προβαίνει σε λογιστικές και μαθηματικές πράξεις με σκοπό να ελέγξει λεπτομερώς την ορθότητα του οφειλόμενου υπόλοιπου, ενώ η αποδοχή του αντιγράφου του τραπεζικού βιβλίου τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση των εναγόντων, εκτός εάν η πλευρά των εναγομένων προσκομίσει ανατρεπτική μαρτυρία, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων.[32] Εν προκειμένω, τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους εναγομένους. Ως εκ των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι η ενάγουσα απέδειξε την ύπαρξη του οφειλόμενου χρέους στον απαιτούμενο βαθμό. Έρεισμα για τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου, αποτελούν επίσης και οι πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις Societe Generale Bank - Cyprus Ltd v. Νίνου Χατζηρούσου ως Παραλήπτη Διαχειριστή της περιουσίας Stone Heaven (Village Houses) Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 191/14, ημερ. 11.7.2022 και Ανδρέα Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας-Λάρνακας-Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, Πολ. Εφ. 325/14 ημερ. 7.4.2023. Ισχυρισμός περί μη επίδοσης των επιστολών τερματισμού Οι εναγόμενοι αμφισβητούν τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου. Δια της γραπτής του αγόρευσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων επιχειρηματολογεί ότι οι ενάγοντες φέρουν το βάρος να αποδείξουν ότι οι επιστολές τερματισμού αποστάλθηκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Η μη απόδειξη του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, εισηγείται ο κ. Σέργη, καθιστά την έγερση της αγωγής πρόωρη. Για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, η επιχειρηματολογία αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον όρο 28
(2)(α) των Γενικών Όρων και Κανονισμών (Τεκμήριο 6) η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να επικοινωνεί με τους εναγομένους στην τελευταία τους γνωστή ταχυδρομική και/ή ηλεκτρονική διεύθυνση, ως έπραξαν, αποστέλλοντας προς τους εναγομένους τις επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 13). Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίστηκε στην Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Περαιτέρω, στον όρο 14 της Σύμβασης Εγγυήσεως, αναγράφεται ρητά ότι γραπτή απαίτησης πληρωμής θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα, αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στην διεύθυνση του εναγομένου 2, η οποία εμφαίνεται στη σύμβαση εγγυήσεως. Η γνωστοποίηση αυτή θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης του εναγομένου 2, έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί προς τους ενάγοντες, ενώ θα θεωρείται ληφθείσα εντός 24 ωρών μετά την ταχυδρόμησή της. Σχετικά παραπέμπω στις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, όπου νομολογήθηκε ότι αφ' ης στιγμής μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν και το βάρος αποδείξεως του εναντίου, μετατίθεται στους ώμους εκείνου που επικαλείται το αντίθετο. Ως προς την ορθότητα των διευθύνσεων, σχετική είναι η Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, στην οποία λέχθηκε ότι καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της σύμβασης, συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Εν πάση περιπτώσει, η ορθότητα της διεύθυνσης στην οποία ταχυδρομήθηκαν οι επίδικες επιστολές τερματισμού δεν αμφισβητείται. Στην Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους, καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Ως επίσης λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, παρότι τα συμβαλλόμενα μέρη δυνατό να καταστήσουν μέρος της συμφωνίας την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος για την ανάκτησή του, έστω και υπό αυτές τις περιστάσεις, η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους. Επιπρόσθετα, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι σε περίπτωση αγωγής η οποία αφορά σε δάνειο, δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Σχετικά παραπέμπω στην Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1322. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία όλων όσοι προσέφεραν μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση των εναγομένων και δεν επιστράφηκαν. Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν δεόντως και η επίδικη σύμβαση δανείου τερματίστηκε κατά τα συμφωνηθέντα και νομολογηθέντα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Υπό το φως όλων των ανωτέρω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όλες οι ανωτέρω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθιστούν αβάσιμη την ανταπαίτηση των εναγομένων. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €95.182,66 πλέον τόκο προς 9,50% από 5.9.2022 επί του ποσού των €93.551,28 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται επίσης διάταγμα με το οποίο διατάζεται η εκποίηση της Υποθήκης ημερ. 10.3.2010 προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του ότι εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση. (Υπ.)........................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 &MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 &MOSSA (MUSSA) MOHAMMEDMUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). [9] Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984. [10] Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 110). [11] Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825. [12] Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2016), Β' Έκδοση, σελ. 580 - 584. [13] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [14] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652. [15] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829. [16] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [17] C-224/19, CY v. Caixabank SA & C-259/19 PK v. Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA, σκέψη
  2. [18] Βλ. αρ. 51 του Ν. Ν.112(Ι)/
  3. [19] Βλ. αρ. 52 του Ν. Ν.112(Ι)/
  4. [20] C-452/18, XZ v. Ibercaja Banco SA, σκέψεις 44 - 48 και C-621/17 Kiss ν. CIB Bank Zrt., σκέψη
  5. [21] C‑125/18 Marc Gómez del Moral Guasch v. Bankia SA, σκέψη
  6. [22] C‑125/18 Marc Gómez del Moral Guasch v. Bankia SA, σκέψεις 51, 53 &
  7. [23] C-621/17, Kiss ν. CIB Bank Zrt., σκέψη
  8. [24] C-621/17, Kiss ν. CIB Bank Zrt., σκέψη
  9. [25] C-243/08 Pannon GSM Zrt v. Erzsébet Sustikné Győrfi. [26] Αρ. 3 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/
  10. [27] Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131. [28] Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194. [29] Όπως λέχθηκε στην Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2012)1(B) Α.Α.Δ. 1670: «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια». [30] Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.α. ν. Marfin Polpular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. αρ. 274/09 ημερ. 27.4.2016 & Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238. [31] Βλ. αρ. 3
(1)(δ) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, Ν. 160(Ι)/1999. [32] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου
(2014)1 ΑΑΔ 2287. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.