Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Aelius Developers Limited, Αρ. Γενικής Αίτησης: 70/2023, 23/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 70/2023 (i justice) Αναφορικά με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 Ν. 112(Ι)/2021 Μεταξύ: Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή Αιτητή -και- Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Aelius Developers Limited (HE 180840) Καθ'oυ η αίτηση Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Φ. Σωτηρίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Καθ΄ου η Αίτηση: Καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή (στο εξής ο «Διευθυντής») κατόπιν απόφασης που έλαβε στις 10.7.2015 (στο εξής η «Απόφαση») μετά από παράπονο που υποβλήθηκε στις 19.2.2015 από τους κ.κ. Θεόδωρο και Μαίρη Κατσαντώνη - καταναλωτές (στο εξής οι «Παραπονούμενοι») σε σχέση με τους όρους της Σύμβασης με τίτλο Contract of Sale ημερομηνίας 28.3.2011 (στο εξής η «Σύμβαση») την οποία είχαν συνάψει με την εταιρεία Aelius Developers Limited (στο εξής η «Aelius») για αγορά κατοικίας. Ο Διευθυντής προέβη σε εξέταση του παραπόνου με βάση τις πρόνοιες του περί της Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 Ν. 112(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 12.5.2021 και είναι εναρμονιστικός, μεταξύ άλλων, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 (στο εξής η «Οδηγία») σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σκοπός της πιο πάνω αναφερόμενης Οδηγίας είναι η προστασία των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις, προστασία η οποία παρέχεται, μεταξύ άλλων, μέσω των ευρύτατων εξουσιών που δίνονται στον Διευθυντή. Η σημασία της προστασίας και ενημέρωσης των καταναλωτών από την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις, σύμφωνα με το προοίμιο της Οδηγίας, πρέπει να διασφαλίζεται μέσω νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων. Στην Οδηγία περιέχεται ενδεικτικός και μη εξαντλητικός κατάλογος ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές ο οποίος είναι δεκτικός προσθηκών ή αυστηρότερης διατύπωσης ιδίως σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής των ρητρών αυτών. Από την έκδοσή της η Οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες έχει ερμηνευθεί με πολυάριθμες αποφάσεις του Δ.Ε.Ε., κυρίως με προδικαστικές αποφάσεις, μέσω των οποίων το Δικαστήριο ανέπτυξε, πέραν από τα κριτήρια για την ουσιαστική εκτίμηση των συμβατικών ρητρών, τις συνέπειες που προκύπτουν λόγω του καταχρηστικού τους χαρακτήρα και περαιτέρω, τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, στο μέτρο που αυτοί έχουν σημασία για την αποτελεσματική προστασία από τις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες. Προκύπτει από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. ότι το σύστημα προστασίας που εγκαθιδρύει η Οδηγία εδράζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς την εξουσία διαπραγμάτευσης, όσο και ως προς το επίπεδο πληροφόρησης. Υποδεικνύεται περαιτέρω πως το Δ.Ε.Ε. έχει επανειλημμένως χαρακτηρίσει την προστασία στο πλαίσιο της Οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες ως ζήτημα δημοσίου συμφέροντος (βλ. Υπόθεση C-243/08, Pannon GSM). Με βάση την Οδηγία προβλέπεται ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες. H ατομική μορφή προστασίας αντιστοιχεί στις πρόνοιες του άρθρου 6, παράγραφος 1 της Οδηγίας, που προβλέπει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να «θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δε δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Η ατομική αυτή προστασία συνίσταται κατά βάση στη δυνατότητα επίκλησης του καταχρηστικού χαρακτήρα μίας ρήτρας στο πλαίσιο μιας δίκης από τους ίδιους τους καταναλωτές, είτε ως υπεράσπιση είτε για επιδίωξη ατομικών απαιτήσεων/αξιώσεων των καταναλωτών. Το άρθρο 7 της Οδηγίας θεσπίζει το δικαίωμα συλλογικής προστασίας των καταναλωτών από τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που είτε ήδη χρησιμοποιούνται, είτε που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν και προνοεί τα ακόλουθα: «
- Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.
- Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες, που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών.
- Τηρουμένης της εθνικής νομοθεσίας, οι προσφυγές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να ασκούνται, κατά πλειόνων επαγγελματιών, χωριστά ή από κοινού, του αυτού επαγγελματικού τομέα ή κατά των ενώσεών τους που χρησιμοποιούν ή συνιστούν τη χρησιμοποίηση των αυτών ή παρόμοιων γενικών συμβατικών ρητρών». Κρίνεται, επίσης, σκόπιμο να σημειωθεί πως η Οδηγία κατοχυρώνει τον προληπτικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα των διαδικασιών που πρέπει να προβλεφθούν νομοθετικώς καθώς και τον αυτόνομο χαρακτήρα τους έναντι πάσης φύσεως συγκεκριμένης ατομικής διαφοράς και προϋποθέτουν ότι οι αγωγές μπορούν να ασκηθούν έστω και αν δεν έχει γίνει χρησιμοποίηση των ρητρών, οι οποίες ζητείται να απαγορευθούν (βλ. Commission of the European Communities ν. Ιtaly, C372/99). Η προκειμένη περίπτωση εντάσσεται στο πλαίσιο του συλλογικού ελέγχου, αφού ο έλεγχος που καλείται να ασκήσει το Δικαστήριο δεν αφορά μόνο στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στα υποβαλλόμενα παράπονα αλλά επεκτείνεται αυτεπαγγέλτως σε οποιαδήποτε ρήτρα σύμβασης η οποία απευθύνεται σε καταναλωτές. Ο Διευθυντής ενεργεί πάντοτε υπό το πρίσμα της συλλογικής προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών και δεν λαμβάνει υπόψη τις ατομικές περιστάσεις των καταναλωτών, εφόσον αυτές δεν είναι γενικεύσιμες και άρα χρήσιμες για τη συλλογική προστασία των καταναλωτών. Συναφώς, σημειώνεται, πως στη βάση των όσων έχουν λεχθεί στην Nemzeti Fogyasztóvédelmi Hatóság v Invitel Távközlési Zrt, C472/2010, απόφαση ημερομηνίας 26.4.2012: - Η αναγνώριση καταχρηστικής ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 7 της Οδηγίας προς το δημόσιο συμφέρον και εξ' ονόματος των καταναλωτών, από οργανισμό που ορίζει η εθνική νομοθεσία, επιτρέπεται να παράγει, σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, αποτελέσματα έναντι όλων των καταναλωτών οι οποίοι έχουν συνάψει σύμβαση με τους ίδιους γενικούς όρους, - Τα Δικαστήρια που εκδικάζουν αγωγές μεμονωμένων καταναλωτών είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν υπόψη τους τα αποτελέσματα των συλλογικών διαδικασιών στο πλαίσιο των αυτεπάγγελτων καθηκόντων τους και δεν μπορούν να κρίνουν τη σχετική ρήτρα δίκαιη και έγκυρη σε περίπτωση που κρίθηκε αυτή ως τέτοια στο πλαίσιο συλλογικής διαδικασίας. Ο Ν.112(Ι)/2021 εφαρμόζεται σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή (σχετικό το άρθρο 48). Οι όροι «καταναλωτής» και «εμπορευόμενος» ερμηνεύονται στο άρθρο 2, ως εξής: «καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα∙ «εμπορευόμενος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν διέπεται από το ιδιωτικό ή το δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου∙ Από την ερμηνεία του όρου «καταναλωτής» προκύπτει ότι καθοριστικό στοιχείο για την ιδιότητα του παραπονούμενου προσώπου ως καταναλωτή είναι η κατάρτιση της σύμβασης για σκοπούς που δεν σχετίζονται με την άσκηση του επαγγέλματος ή της επιχείρησης του. Στο πλαίσιο αυτό, το επίπεδο γνώσεων του συγκεκριμένου προσώπου, όπως, επίσης, ο σκοπός της σύμβασης, εφόσον αυτός δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν ενδιαφέρει (βλ. απόφαση Δ.Ε.Ε. ημερομηνίας 3.9.2015, Υπόθεση C-110/14, Costea ν. Ρουμανίας). Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο είναι καταναλωτής είναι σημαντικό, επίσης, να εξεταστεί η ισορροπία ισχύος μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Συνήθεις παράγοντες που εξετάζονται στο πλαίσιο αυτό είναι η ασυμμετρία πληροφόρησης, γνώσεων και τεχνογνωσίας ή διαπραγματευτικής ισχύος (βλ. απόφαση του Δ.Ε.Ε. ημερομηνίας 10.12.2020, στην υπόθεση C-774/19, Α.B. and B.B. ν Personal Exchange lnternational Limited). Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθίσταται προφανές πως οι Παραπονούμενοι εντάσσονται στην κατηγορία του καταναλωτή εν τη εννοία του Νόμου. Ως προκύπτει από τα επισυνημμένα στην υπό κρίση αίτηση τεκμήρια, οι Παραπονούμενοι αγόρασαν από την Aelius μια κατοικία για ιδιωτική χρήση, ενεργώντας, έτσι, εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων και επομένως, εμπίπτουν στην έννοια του όρου «καταναλωτής». Από την ίδια μαρτυρία διαφαίνεται πως η Aelius είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη γης και οικοδομών, δεόντως εγγεγραμμένη στο αρχείο Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με το Νόμο, η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση δυνάμει Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και εκκαθαριστής της διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης, με τρόπο ώστε να εμπίπτει στην έννοια του όρου «εμπορευόμενος». Με βάση το εδάφιο 2 του άρθρου 48 του Ν.112(Ι)/2021 η εκτίμηση περί του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά, ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες με τρόπο σαφή και κατανοητό. Το εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου προνοεί ότι οι διατάξεις του Μέρους που αφορά στις καταχρηστικές ρήτρες εφαρμόζονται με ανάλογες αναπροσαρμογές και στις ρήτρες συμβάσεων για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως και η Σύμβαση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δ.Ε.Ε., οι συμβατικές ρήτρες που εμπίπτουν στην έννοια του κύριου αντικείμενου της σύμβασης είναι εκείνες με τις οποίες καθορίζονται οι ουσιώδεις παροχές της υπό εξέταση σύμβασης και οι οποίες, ως τέτοιες, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση. Αντιθέτως, οι ρήτρες που έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα δεν εμπίπτουν στην έννοια του «κυρίου αντικειμένου της σύμβασης». Εξετάζοντας τις ρήτρες για τις οποίες επιδιώκεται η παύση και/ή μη επανάληψη χρήσης, διαπιστώνεται ότι δεν αφορούν στο κύριο αντικείμενο των συμβάσεων και ως τέτοιες δεν εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου. Σε ό,τι αφορά στον κρίσιμο χρόνο αξιολόγησης της καταχρηστικότητας των όρων, αυτός είναι ο χρόνος σύναψης της σύμβασης. Τούτο προκύπτει τόσο από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. (βλ. Andriciuc and others v. Banca Romaneasca SA, C186-2016, απόφαση ημερομηνίας 20.9.2017), όσο και από το άρθρο 50
(2)του Ν. 112(Ι)/2021. Προκειμένου να εξεταστεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας σχετικό είναι το άρθρο 50 του Νόμου που προβλέπει τα ακόλουθα: «50.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών∙ (β) εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα∙ (γ) εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή∙ και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή.
(4)Το Παράρτημα IV περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές..», Η έννοια της καλής πίστης είναι αντικειμενική και συνδέεται με το κατά πόσον η υπό εξέταση συμβατική ρήτρα, με βάση το περιεχόμενο της, είναι συμβατή με έντιμες και δίκαιες πρακτικές οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα του καταναλωτή και συνακόλουθα συνδέεται στενά με την ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Υπό το φως των όσων παρατίθενται πιο πάνω, προχωρώ στην εξέταση των όρων σε σχέση με τις οποίες καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση αφορά τους όρους 2(b), 2(c), 3, 5, 7 και 9(
- c)της Σύμβασης. Η αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος εμφανίστηκε στη διαδικασία και δήλωσε πως δεν υπάρχει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρόλα αυτά, τα ζητήματα θα πρέπει καθηκόντως να εξεταστούν από το Δικαστήριο και σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αυτά να αιτιολογηθούν δικαστικά. Οι όροι που κατά την κρίση του Διευθυντή κρίθηκαν καταχρηστικοί είναι οι ακόλουθοι (παρατίθενται αυτούσιοι): « 2(
- b)€175,000 (one hundred and seventy five thousand Euro) will be paid on 30/6/2011 upon completion and delivery of the house to the PURCHASERS, constructed as per the architectural plans attached herein as ANNEX B and C and according to the technical specifications ANNEX D. 2(
- c)Any balance shall bear interest at 7% per annum from the day that same shall become payable as above until payment. Failure of the PURCHASERS to pay any sum towards the price as above agreed shall give the right to the VENDOR to terminate the agreement, by giving 21 days notice to the PURCHASERS to comply with their obligation and shall also give the right to the Vendor to claim damages. 3The VENDOR is obliged to complete the house in a good/ proper, sound and workmanlike manner as per architectural plans attached herein and according to the technical specifications ANNEX B and deliver the same to the PURCHASERS on or before 30/6/2011. The VENDOR has the right to delay the completion of the house and delivery thereof to the PURCHASERS up to 15 days from the date of delivery, In the event that the VENDOR fails to deliver the house to the PURCHASERS in accordance with this paragraph, then the VENDOR shall be responsible to provide the PURCHASERS with appropriate alternative accommodation free of rent for the duration of the delay. Acceptance thereof by the PURCHASERS is not deemed to be a waiver of their further right in respect of breach of contract. 5 The Vendor shall deliver possession of the house to the PURCHASERS upon its completion which shall be certified by the supervising architect provided that the PURCHASERS shall have his dues up to date settled. The VENDOR shall ensure and shall take al/ necessary steps so that the house will be connected with electricity and water installation. 7 The house, subject matter of this agreement, shall be transferred and registered in the names of the PURCHASERS after the issue of separate title deed by the Land Registry Office for which the VENDOR shall take all necessary steps. The transfer fees shall be paid by the PURCHASERS. 9 (
- c)The VENDOR shall transfer and register the house in the names of the PURCHASERS free of any mortgage and / or other legal encumbrances.» Αναφορικά με τους όρους 2(b), 7 και 9 (
- c)σημειώνονται τα εξής: Στους πιο πάνω όρους δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις υποχρεώσεις των πωλητών έναντι των αγοραστών-καταναλωτών σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους αλλά ούτε σε ευθύνη των πωλητών σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, ούτε σε δικαίωμα των τελευταίων να τερματίσουν τη Σύμβαση, όπως ούτε σε δικαίωμα αποζημίωσης. Εν προκειμένω, οι αγοραστές υποχρεώνονται να καταβάλουν το συνολικό ποσό οφειλής πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματί τους και χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος της μεταβίβασης και επομένως, δεν δίδεται καμία προστασία στους καταναλωτές σε περίπτωση καθυστέρησης της μεταβίβασης ή μη μεταβίβασης του ακινήτου. Οι πιο πάνω όροι συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 50
(1)του Ν. 112(Ι)/2021, ως πιο πάνω παρατίθεται, εφόσον δημιουργούν σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών της Σύμβασης. Και τούτο γιατί οι πωλητές υποχρεώνουν τους καταναλωτές στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού της οφειλής πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι τους, χωρίς να γίνεται πρόνοια για τις ανάλογες υποχρεώσεις του πωλητή. Ειδικότερα, οι πιο πάνω όροι δημιουργούν σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα, ως προς τις έννομες συνέπειες που δυνατόν να επέλθουν εις βάρος τους. Οι υπό κρίση όροι κρίνονται ως καταχρηστικές ρήτρες και με βάση τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (ιε) της παραγράφου
(1)του Παραρτήματος IV του Ν. 112(Ι)/2021, καθώς υποχρεώνουν τους καταναλωτές να εκπληρώσουν όλες τις υποχρεώσεις τους, προτού οι πωλητές εκπληρώσουν τις δικές τους. Ο όρος 2(c) της Σύμβασης κρίνεται καταχρηστικός με βάση την υποπαράγραφο (ε) της παραγράφου
(1)του Παραρτήματος IV του Ν. 112(Ι)/2021, καθώς επιβάλλει στον καταναλωτή δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση και την υποπαράγραφο (ιε) της παραγράφου
(1)του ιδίου Παραρτήματος του Νόμου, καθώς υποχρεώνει τους καταναλωτές να εκπληρώσουν όλες τις υποχρεώσεις τους, ενώ οι πωλητές δεν εκπληρώνουν τις δικές τους. Την ίδια στιγμή δημιουργούν σημαντική ανισότητα μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών της Σύμβασης, εις βάρος των καταναλωτών, κατά παράβαση της απαίτησης της καλής πίστης, αφού δεν προνοείται αντίστοιχη υποχρέωση στους πωλητές. Ως εκ τούτου, o προαναφερόμενος όρος έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, σε βάρος των καταναλωτών, καθώς σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών όρων εκ μέρους των πωλητών, οι καταναλωτές δεν απολαμβάνουν τα ίδια ή ανάλογα δικαιώματα έναντι των πωλητών. Σε σχέση με τους όρους 3 και 5 της Σύμβασης παρατηρούνται τα ακόλουθα: Οι εν λόγω όροι δημιουργούν σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα, παρά την απαίτηση καλής πίστης κυριότερα, ως προς τις έννομες συνέπειες δυνατόν να επέλθουν εις βάρος του καταναλωτή και συνεπώς, είναι καταχρηστικοί. Σημειώνεται πως η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας αναφέρεται στη διαπραγματευτική ισχύ των μερών και εξηγεί ότι η απαίτηση «καλής πίστης» συνδέεται με το ερώτημα εάν επαγγελματίας συναλλάσσεται με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον καταναλωτή και λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντά του. Επί του προκειμένου, το Δ.Ε.Ε. έκρινε σημαντικό να εξεταστεί εάν ο επαγγελματίας μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχόταν μια τέτοια ρήτρα κατόπιν ατομικής διαπραγμάτευσης (βλ. Banco Primus, Υπόθεση C-421/14). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι όροι 2(b), 2(c), 3, 5, 7 και 9(c) της Σύμβασης κρίνονται καταχρηστικοί. Με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του άρθρου 51 του Νόμου προβλέπεται ότι «καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δε δεσμεύει τον καταναλωτή». Περαιτέρω με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του ίδιου άρθρου προνοείται ότι «η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται ότι η Σύμβαση δεν θα μπορεί να εξακολουθήσει να τυγχάνει εφαρμογής μετά την μη χρήση των καταχρηστικών ρητρών. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο εκδίδει τα ακόλουθα διατάγματα: Απαγορευτικό Διάταγμα που να διατάσσει την παύση και/ή τη μη επανάληψη χρήσης των ακόλουθων ρητρών εντός περιόδου 60 ημερών από σήμερα, ήτοι: (
- i)Συμβατικού όρου που υποχρεώνει τους καταναλωτές στην αποπληρωμή του συνολικού ποσού οφειλής στους πωλητές πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των καταναλωτών (όρος 2(
- b)της επίδικης Συμφωνίας ημερομηνίας 28.3.2011). (
- ii)Συμβατικού όρου που προνοεί ότι σε περίπτωση που οι καταναλωτές παραλείψουν να πληρώσουν οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις τους, θα είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν στους πωλητές τόκους υπερημερίας προς 7% ετησίως μέχρι εξόφλησης του συμφωνηθέντος ποσού, χωρίς οι πωλητές να αναλαμβάνουν αντίστοιχη υποχρέωση (όρος 2(
- c)της επίδικης Συμφωνίας). (iii) Συμβατικού όρου που προνοεί ότι σε περίπτωση που οι καταναλωτές τηρήσουν όλες τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, οι πωλητές έχουν δικαίωμα να καθυστερήσουν την παράδοση του ακινήτου μέχρι και 15 μέρες από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία και σε περίπτωση που παρέλθει και αυτό το χρονικό περιθώριο, τότε οι πωλητές οφείλουν να παρέχουν δωρεάν διαμονή στους καταναλωτές μέχρι την παράδοση του ακινήτου, χωρίς να γίνεται κάποια αναφορά ως προς τον τελικό χρόνο παράδοσης κατοχής του ακινήτου (όροι 3 και 5 της επίδικης Συμφωνίας). (
- iv)Συμβατικού όρου που προνοεί ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στους καταναλωτές θα γίνει μετά την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο και αφού οι πωλητές αναλάβουν να προβούν σε όλα τα απαραίτητα διαβήματα για την έκδοση τους και ότι τα έξοδα μεταβίβασης θα πληρωθούν από τους καταναλωτές, χωρίς να καθορίζεται χρονικό περιθώριο εντός του οποίου οι πωλητές πρέπει να προβούν στα απαραίτητα διαβήματα για έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας και χωρίς να γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις των πωλητών έναντι των καταναλωτών σε περίπτωση που οι πωλητές δεν εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους (όρος 7 της επίδικης Συμφωνίας). (v)Συμβατικού όρου που προνοεί ότι οι πωλητές θα μεταβιβάσουν το ακίνητο στο όνομα των καταναλωτών χωρίς προϋπάρχουσες υποθήκες ή ενυπόθηκα βάρη, χωρίς να προνοεί τις υποχρεώσεις των πωλητών έναντι των καταναλωτών σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που ανέλαβαν (όρος 9(
- c)της επίδικης Συμφωνίας). Επιπλέον, το Δικαστήριο διατάσσει τη δημοσίευση της απόφασης εντός περιόδου 60 ημερών από σήμερα. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)...................................... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο