← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ, Αρ. Αγωγής: 149/2023, 1/12/2023

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ, Αρ. Αγωγής: 149/2023, 1/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Άνω των €3.000 Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Αρ. Αγωγής: 149/2023 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΟΥ Ενάγοντας και ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 1η Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Τ. Κουμής για TASOS G. KOUMIS & CO LLC Για Εναγόμενο / Καθ' ου η αίτηση: κ. Ν. Νικολάου για Νικόλα Γ. Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ. 19.6.2023) Δια της αγωγής του την οποία καταχώρισε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο ενάγων αξιοί την έκδοση σωρείας διαταγμάτων, με τα οποία να διατάζεται ο εναγόμενος όπως παραδώσει ελεύθερη και/ή κενή κατοχή της επίδικης κατοικίας όπου διαμένει και όπως παύσει να επεμβαίνει και/ή χρησιμοποιεί και/ή κατέχει και/ή εκμεταλλεύεται την εν λόγω κατοικία. Περαιτέρω ο ενάγων αξιοί την επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση και/ή απώλεια της ενοικιαστικής αξίας της κατοικίας, καθώς επίσης και χρηματικά ποσά έναντι κατ' ισχυρισμό οφειλόμενων ενοικίων. Μετά την επίδοση της αγωγής και προτού ο εναγόμενος καταχωρίσει Υπεράσπιση, ο ενάγων καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, δια της οποίας αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπερ του, ως η Έκθεση Απαίτησης, περιορίζοντας το ποσό που αξιώνει δια του παρακλητικού (Δ) σε ποσό €3.000,00 αντί €3.460,00 ως η αρχική δικογράφηση. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.18 Θ.Θ. 1(α), 2, 4, 8 και 9, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 7 και 9, Δ.57 και Δ.64, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, άρθρα 98, 103, 104, 105, στο Σύνταγμα, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση, εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο εναγόμενος στερείται οποιασδήποτε υπεράσπισης και παραθέτει το ιστορικό των γεγονότων της αγωγής. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας, την οποία ενοικίασε με γραπτή συμφωνία στον εναγόμενο περί το 2006 για δύο έτη, για ποσό 450 Λ.Κ. (€780,69). Με την λήξη της περιόδου ενοικιάσεως που καθόριζε η εν λόγω συμφωνία, ο ενάγων συμφώνησε με τον εναγόμενο προφορικά όπως ο τελευταίος συνεχίζει να ενοικιάζει την επίδικη κατοικία από μήνα σε μήνα για ποσό €770,00 μηνιαίως. Από το 2012 μέχρι και τον Αύγουστο του 2020, ο εναγόμενος άρχισε να καταβάλλει το ποσό των €500,00 μηνιαίως και δεν ανταποκρίθηκε στις οχλήσεις και στις επιστολές του ενάγοντα, για να καταβάλει τα προηγούμενα υπόλοιπα. Από τον Σεπτέμβριο του 2020 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2022, ο εναγόμενος παρέλειψε να προβεί σε πληρωμή των ενοικίων συνολικού ύψους €14.000,00 ήτοι €500,00 μηνιαίως. Στη συνέχεια με επιστολή του ο ενάγων τερμάτισε την συμφωνία ενοικιάσεως και κάλεσε τον εναγόμενο να εκκενώσει και να παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή της επίδικης κατοικίας, καθώς επίσης και να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια, πράγμα που δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα. Η συμπεριφορά του εναγομένου, συνεχίζει ο ενάγων, έχει σαν αποτέλεσμα να υφίσταται απώλεια χρήσης της επίδικης κατοικίας, της οποίας η ενοικιαστική αξία ανέρχεται σε €800,00 μηνιαίως, ως επιμαρτυρεί η έκθεση εκτίμησης την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο

  1. Ο εναγόμενος καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
  2. Υπάρχει καλή Υπεράσπιση από τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση στην Αγωγή.
  3. Η αίτηση είναι ελλιπής, αβάσιμη και ανυπόστατη και εν πάσει περιπτώσει δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  4. Ουδέν ποσόν οφείλεται από τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση στον Ενάγοντα/Αιτητή ως οφειλόμενα και/ή καθυστερημένα ενοίκια για το έτος
  5. Ουδέποτε ο Ενάγοντας/Αιτητής ενόχλησε τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση να εξοφλήσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προτού σταλούν οι επιστολές τερματισμού.
  6. Το Τεκμήριο 5 που επισυνάπτει ο Ενάγοντας/Αιτητής φαίνεται ότι οφειλόμενο ποσό και/ή ποσό 3.000 είναι παντελώς ανεδαφικό.
  7. Τα ενοίκια που διεκδικούνται από τον Αιτητή για τους μήνες Σεπτέμβριο 2020 μέχρι και το Δεκέμβριο 2022 επανηλειμμένα προσφέρθηκαν και προς τον ίδιο τον Ενάγοντα αλλά και προς το δικηγόρο του και αρνήθηκε να τα παραλάβει.
  8. Ο Ενάγοντας/Αιτητής απέστελλε διάφορες επιστολές τερματισμού στον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση. 8.Η Επιστολή ημερομηνίας 29/12/21 ήταν επιστολή τερματισμού και όχι προειδοποιητική επιστολή.
  9. Ζητούνται καταχρηστικά και αβάσιμα από τον Ενάγοντα/Αιτητή να καταβληθούν αποζημιώσεις για απώλεια ενοικιαστικής αξίας. Το Τεκμήριο 8 καταρτίστηκε αποκλειστικά εις βάρος του Εναγόμενου/Καθού η Αίτηση για να στηρίξει τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του Ενάγοντα/Αιτητή, αφού υπάρχει μεταξύ των διαδίκων προφορική εν ενεργεία συμφωνία στη βάση της οποίας καθορίζεταιμ και το ενοίκιο.
  10. Τα διατάγματα που αιτείται ο Αιτητής να εκδοθούν είναι καταχρηστικά, καθότι στην εν λόγω κατοικία ο Καθού η Αίτηση διαβιεί καθόλα νόμιμα σύμφωνα με προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Αιτητή και δεν υπάρχει κανένας νόμιμος λόγος τερματισμού της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας.
  11. Ουδέποτε ο Εναγόμενος/Καθού η Αίτηση ενοχλήθηκε από τον Ενάγοντα/Αιτητή να καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς εξόφληση καθυστερημένων ενοικίων, καθότι δεν οφείλονταν ενοίκια και/ή καθυστερημένα ενοίκια προτού σταλούν επιστολές τερματισμού.
  12. Η παρούσα Αγωγή καταχωρείται ούτως ώστε ο Ενάγοντας να εκδιώξει τον Εναγόμενο από την κατοικία και η παρούσα αίτηση προωθείται καταχρηστικώς προς επίτευξη τούτου του σκοπού.
  13. Τα χρηματικά ποσά που διεκδικεί ο Ενάγοντας/ Αιτητής ζητούνται καταχρηστικά, καθότι δεν οφείλονται.
  14. Ο Ενάγοντας/Aιτητής ουδέποτε διεκδίκησε οποιαδήποτε αύξηση επί του καταβαλλόμενου ενοικίου και ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση στη βάση αυτού του λόγου που αφορά δηλαδή την ενοικιαστική αξία του ακινήτου προωθείται αυθαίρετα, παράνομα και αδικαιολόγητα». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ 1(α) 2,3(α), (β), 4, 6, 8, 9, Δ.48 Θ. 1- 13, Δ.64 στο Σύνταγμα και επί των αρχών του Κοινοδικαίου(common law ) στο Δίκαιο της Επιείκειας, στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου, όπου, μεταξύ άλλων, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του ενάγοντα, πλην του ότι πράγματι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικίασε την επίδικη κατοικία από τον ενάγοντα για δύο έτη και μετά την λήξη της, συνέχισε την ενοικίαση του επίδικου ακινήτου έναντι ενοικίου €770,00 μηνιαίως. Ο εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό για το έτος 2012, ενώ άνευ βλάβης της θέσης του αυτής, ισχυρίζεται ότι τα ενοίκια του 2012, συμψηφίστηκαν με διάφορα ποσά τα οποία κατέβαλε για αντιμετώπιση φυσικών φθορών και ζημιών που είχε και εμφάνιζε η επίδικη κατοικία. Για κάποιο χρονικό διάστημα, συνεχίζει ο ομνύων, κατέβαλλε ενοίκιο €600,00 μηνιαίως, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 4 που επεσύναψε ο ενάγων. Εν τέλει ο ενάγων μείωσε το ενοίκιο σε €500,00 ώστε ο εναγόμενος να παραμείνει ενοικιαστής, ενόψει του ότι είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την κατοικία και να εξεύρει φθηνότερο τόπο διαμονής. Κατά ή περί τα έτη 2014 - 2015, ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος, η επίδικη κατοικία παρουσίασε φθορές τις οποίες ανέλαβε, με τη συγκατάθεση του ενάγοντα, να αποκαταστήσει. Έτσι, συμφώνησαν όπως ένα μικρό υπόλοιπο οφειλόμενων ενοικίων, συμψηφιστεί. Ως εκ τούτου, η μεταξύ των συμφωνία συνέχισε στη βάση του νέου συμφωνημένου ενοικίου, ύψους €500,00 μηνιαίως. Η καταβολή των ενοικίων, παρουσιάζεται στις αποδείξεις που ο ενάγων προσκόμισε ως Τεκμήριο
  15. Περί το 2020, σύμφωνα με τον εναγόμενο, για πρώτη φορά, ο ενάγων επανέφερε στην απόδειξη το παλιό υπόλοιπο, σκόπιμα, εφόσον ήθελε να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει την επίδικη κατοικία. Αναφορικά με τα ενοίκια που αφορούν στους μήνες από τον Σεπτέμβριο του 2020 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2022, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα παρείχε στον εναγόμενο, είτε προσωπικά, είτε μέσω του δικηγόρου του, αλλά δεν γίνονταν αποδεκτά, ώστε να δημιουργηθεί αιτία τερματισμού της μεταξύ των συμφωνίας. Ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οχλήθηκε από τον ενάγοντα για την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού και η πρώτη φορά που έλαβε γνώση περί των αξιώσεων του ενάγοντα, ήταν με την λήψη της επιστολής ημερ. 29.12.
  16. Ως προς την έκθεση εκτίμησης που επισυνάπτει ο ενάγων στην ένορκη του δήλωση, ο εναγόμενος αμφισβητεί το κατά πόσο είναι πλήρης και έχει εκπονηθεί ορθά, εφόσον ουδέποτε οι εκτιμητές που την ετοίμασαν, του ζήτησαν να προβούν σε εσωτερική επιθεώρηση της επίδικης κατοικίας, τίθεται δε εν αμφιβόλω το κατά πόσο η εν λόγω έκθεση εκτίμησης έγινε από ανεξάρτητους εκτιμητές, εφόσον αυτοί χρηματοδοτήθηκαν από τον ενάγοντα για να προβούν στην ετοιμασία της. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[1] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Διαταγή 18 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «(α) Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση, για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας ή για την παράδοση συγκεκριμένου ακινήτου, αναλόγως της περίπτωσης και για τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί». Συνεπώς, τα κριτήρια τα οποία ο ενάγων πρέπει να ικανοποιήσει σωρευτικά, είναι τα εξής: (α) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο (2.6). (β) Πρέπει να έχει καταχωρηθεί εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η Αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, τη βάση της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει). Ο ομνύων πρέπει επίσης να δηλώνει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, αφού πρώτα πείσει ο ίδιος το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει το αίτημα του είναι τόσο ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα που επιτρέπουν την υπέρ του έκδοση απόφασης.[2] Από την άλλη, ο εναγόμενος, νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή (β) αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του. Επίσης ο εναγόμενος πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. Αφής στιγμής ο ενάγων ικανοποιεί τα αναφερθέντα κριτήρια, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί εαυτόν.[3] Η αυστηρή προσέγγιση όσον αφορά στην επάρκεια ή στην πληρότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, οφείλεται στο ότι κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης.[4] Σύμφωνα με την παγίως καθιερωμένη νομολογία που διέπει το ζήτημα, η Δ.18 εφαρμόζεται σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις και σκοπός της είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να λάβει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί.[5] Η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης. Ως λέχθηκε στην CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries

(1982)1 C.L.R. 897: «.judgment for the plaintiff may be given unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend; [.] .that since the defendants failed to show that they have a prima facie answer to the plaintiffs' claim, whether by way of defence or counterclaim; and that since the statement of claim, though rather laconical, it fully complies with the provisions of 0.19, r.4, as it sets out all the material facts and it does not fall short of the requirements of the Rules, the plaintiffs are entitled to judgment;» Στην Παναγιώτης Νεάρχου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Ltd
(2005)1 Α. Α. Δ.818 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, είναι κυρίως η ταχύτητα. Δηλαδή αναλαμβάνει ο Ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια, που δείχνουν ότι η απαίτησή του, είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβλέπεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον Εναγόμενο από το να υπερασπιστεί την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Διαταγή 18 Κανονισμοί 1 ‑ 5». Διαφωτιστικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην Λούκος Λτδ κ.ά. v Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να εκδίδεται από το Δικαστήριο όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του κατά πόσον ο ενάγων έχει καταδείξει την σωρευτική συνύπαρξη των προϋποθέσεων που έχουν αναλυθεί ανωτέρω. Ως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και οι τρείς προϋποθέσεις πληρούνται καθότι:
  1. Την 24.2.2023 καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
  2. Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 15.5.
  3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση γίνεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και συνεπώς είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά σε σχέση με αυτά. Περαιτέρω, στην ένορκη του δήλωση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση, εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω στην συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας του, προσκομίζοντας σχετικά Τεκμήρια, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Κρίνω συνεπώς ότι η ένορκη του δήλωση πληροί τα κριτήρια της Δ.
  4. Εφόσον έχω ικανοποιηθεί ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον ο εναγόμενος παρουσιάζει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρει άλλο θέμα το οποίο χρήζει εκδίκασης.[6] Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν αμφισβητείται η συνομολόγηση της αρχικής γραπτής συμφωνίας ενοικιάσεως ημερ. 31.3.2006 με την οποία συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος ενοικιάζει την επίδικη κατοικία από τον ενάγοντα και ιδιοκτήτη της, για δύο χρόνια, για ποσό 450 Λ.Κ. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι μετά την λήξη της εν λόγω συμφωνίας, οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά όπως ο εναγόμενος συνεχίζει να ενοικιάζει την κατοικία, καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο ύψους €770,
  5. Ο εναγόμενος ωστόσο, στην ένορκη του δήλωση, εγείρει διάφορα ζητήματα και αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι με τον ενάγοντα συμφώνησαν μειωμένο ενοίκιο. Για τις πληρωμές αυτές, ο εναγόμενος παραπέμπει στα Τεκμήρια που ο ενάγων επεσύναψε. Διερχόμενη του Τεκμηρίου 3, διαπιστώνω ότι πράγματι για τα έτη 2014 - 2019 υπάρχουν αποδείξεις για την καταβολή του ποσού των €9.000,00 ετησίως (ήτοι €500,00 μηνιαίως) και καμία σημείωση για τυχόν οφειλόμενο ποσό. Διαπιστώνω επίσης ότι στην ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα, αναφέρεται ότι ο ενάγων του οφείλει ενοίκια ύψους €500,00 μηνιαίως, κατά παράβαση της προφορικής τους συμφωνίας (βλ. παράγραφος 3.7 της ένορκης του δήλωσης η οποία συνοδεύει την Αίτηση). Δεν μου διαφεύγει, ότι ο εναγόμενος δεν επεσύναψε οποιαδήποτε απόδειξη προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του ότι προέβη σε επιδιορθώσεις φθορών επί της επίδικης κατοικίας, αναφορικά με τις οποίες κατά τον ίδιο συμφώνησαν με τον ενάγοντα να γίνει συμψηφισμός με οφειλόμενα υπόλοιπα. Ούτε και παραγνωρίζω ότι ο ενάγων είναι κατά κοινή ομολογία ο ιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας και ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν έλαβε οποιαδήποτε ποσά ενοικίων από τον Σεπτέμβριο του 2020 μέχρι και τον Δεκέμβριο του
  6. Τούτο βεβαίως, κατά τον εναγόμενο, κατ' επιλογήν του ιδίου του ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι ο εναγόμενος έχει εγείρει ζητήματα τα οποία χρήζουν εκδίκασης και η υπό εξέταση περίπτωση, δεν μπορεί να αποφασισθεί χωρίς την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, όπου μέσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο θα μπορέσει να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας που κάθε πλευρά θα προσκομίσει. Η αγωγή, υπενθυμίζω, δεν αφορά μόνο σε παράδοση ελεύθερης και/ή κενής κατοχής του επίδικου ακινήτου ενόψει οφειλόμενων ενοικίων, αλλά και σε διεκδίκηση οφειλόμενων ποσών, αναφορικά με τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά κατ' επίκληση προφορικής συμφωνίας μείωσης του ενοικίου και διευθέτησης συμψηφισμού. Σημειώνω δε, ότι ουδείς αντεξετάσθηκε, ενώ αμφότεροι οι ενόρκως δηλούντες έκαναν αναφορά σε προφορικές συμφωνίες και μεταξύ των διευθετήσεις. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης, αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Περαιτέρω, ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο, είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει, κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση.[7] Στην προκειμένη περίπτωση, σταθμίζοντας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, θεωρώ ότι το κριτήριο αυτό έχει ικανοποιηθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Για όλους τους ανωτέρω λόγους, δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο όπως ενεργοποιηθεί η δραστική εξουσία του Δικαστηρίου και εκδοθεί συνοπτική απόφαση, αποστερώντας από τον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί. Συνεπακόλουθα, η Αίτηση απορρίπτεται και παρέλκει η ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καθώς δεν θεωρώ ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.) .......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238. [2] Παναγιώτης Ζερβός ν Euro Investment & Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Ratio TV ν Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου του
(2005)1 Α. Α. Δ. 408. [3] Παναγιώτης Νεάρχου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Ltd
(2005)1 Α. Α. Δ.818. [4] Symon & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259. [5] Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782. [6] Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ
  1. [7] Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά Πολ. Έφ. υπ' αρ. Ε242/2014 ημερ. 3.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.