← Κύπρος

Ιωάννα Προκοπίου ν. Ευάγγελος Χρίστου Δημητρίου, Αρ. Αγωγής: 139/2017, 11/8/2023

Ιωάννα Προκοπίου ν. Ευάγγελος Χρίστου Δημητρίου, Αρ. Αγωγής: 139/2017, 11/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ Κλίμακα εξόδων: €2.000 - €10.000 Αρ. Αγωγής: 139/2017 Ιωάννα Προκοπίου Ενάγουσα και Ευάγγελος Χρίστου Δημητρίου Εναγομένου Ημερομηνία: 11 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Μάρκου για ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. Χ''ΚΩΣΤΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Α. Χατζηχριστοδούλου για ΑΔΑΜΟΣ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (επί του προδικαστικού νομικού σημείου για απόρριψη της αγωγής) Δια της αγωγής της την οποία καταχώρισε την 16.3.2017, η ενάγουσα αξιοί την έκδοση απόφασης με την οποία να διατάζεται ο εναγόμενος να άρει την παράνομη επέμβαση στο κτήμα της ενάγουσας, να κατεδαφίσει την δεξαμενή η οποία βρίσκεται εντός κτήματος ιδιοκτησίας της και να επαναφέρει το εν λόγω κτήμα στην προτέρα του κατάσταση, να απομακρύνει την περίφραξη που βρίσκεται εντός του ρηθέντος κτήματος και να αποκαταστήσει οιανδήποτε ζημιά προκληθεί από την ενέργειά του αυτή στο κτήμα. Περαιτέρω αξιοί διάταγμα με το οποίο να διατάζεται ο εναγόμενος όπως μην προβεί στο μέλλον σε οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση στο κτήμα της ενάγουσας, καθώς επίσης και αποζημιώσεις. Ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα είναι ο κύριος και/ή ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή νομέας και/ή δικαιούμενο πρόσωπο του κτήματος Α, το οποίο γειτνιάζει με το κτήμα Β, του οποίου ο κύριος και/ή ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή νομέας και/ή δικαιούμενο πρόσωπο είναι ο εναγόμενος. Κατά ή περί το έτος 2000 και/ή σε άγνωστο χρόνο, ο εναγόμενος επενέβη στο κτήμα Α κατασκευάζοντας μέρος χωμάτινης δεξαμενής την οποία περιέφραξε με τέλι και εισέρχεται παράνομα καθημερινά και/ή πολύ συχνά εντός του κτήματος Α, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας να μην το πράττει. Η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, με την οποία αιτήθηκε την επίλυση της διασυνοριακής διαφοράς της με τον εναγόμενο. Κατόπιν διεξαγωγής επιτόπιας εξέτασης και χωρομετρικής εργασίας που έγινε στο διαφιλονικούμενο μέρος του κτήματος Α από λειτουργούς του Κτηματολογίου, εκδόθηκε απόφαση με την οποία επιβεβαιώθηκε ότι μέρος της χωμάτινης δεξαμενής και της περίφραξης που κατασκεύασε ο εναγόμενος, εμπίπτει στο κτήμα Α. Παρότι η ενάγουσα απέστειλε μέσω του δικηγόρου της επιστολή προς τον εναγόμενο, όπως άρει την παράνομη επέμβαση επί του κτήματος Α, ενημερώνοντάς τον για την απόφαση του Κτηματολογίου, αυτός αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να το πράξει. Δια της Υπεράσπισής του ο εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, εξαιρουμένου του ότι είναι ιδιοκτήτης του κτήματος Β το οποίο γειτνιάζει με το κτήμα Α και εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι αφορά ακίνητη ιδιοκτησία και δεν έχουν συνενωθεί ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη στο Κτηματολόγιο από το 1974 ως συνιδιοκτήτρια του κτήματος Α κατά 15/18 μερίδια, καταχώριση η οποία είναι λανθασμένη λόγω του ότι το κτήμα Α απέκτησε με απαλλοτρίωση και/ή αγορά η Κοινοτική Αρχή Δερύνειας για υδρευτικές ανάγκες της κοινότητας. Μετά το 1974, λόγω της απώλειας των αρχείων του Κτηματολογίου Αμμοχώστου, εκ παραδρομής και/ή λανθασμένα το κτήμα Α καταχωρήθηκε στο όνομα της ενάγουσας και άλλων 3 προσώπων ως συνιδιοκτητών. Την εν λόγω λανθασμένη καταχώριση προσπαθεί να διορθώσει πλέον ο Δήμος Δερύνειας. Με το δικόγραφο της Απάντησής της η ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου και επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ως η έκθεση απαίτησης. Αφού καταχωρίστηκαν αποκαλύψεις εγγράφων και ονομαστικοί κατάλογοι και σύνοψη μαρτυρίας και η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών εκ συμφώνου δήλωσαν όπως, στην βάση των παραδεκτών γεγονότων τα οποία προσκόμισαν με κατάλογο στο Δικαστήριο, εκδικαστεί η προδικαστική ένσταση του εναγομένου. Πρόκειται για τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: - Ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του κτήματος Β. - Το κτήμα Α και το κτήμα Β συνορεύουν. - Η ενάγουσα μέσω του δικηγόρου της την 28.3.2012 απέστειλε στον εναγόμενο επιστολή ημερ. 28.3.2012 την οποία ο εναγόμενος παρέλαβε την 15.6.

  1. - Η ενάγουσα μέσω του δικηγόρου της την 24.4.2014 απέστειλε στον εναγόμενο επιστολή ημερ. 24.4.2014 την οποία ο εναγόμενος παρέλαβε στις 7.5.2014 και με την οποία ζητούσε την άρση οποιασδήποτε επέμβασης στο κτήμα της. Περαιτέρω με δήλωσή τους οι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο σημειώθηκε και εγκρίθηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος Α κατά 15/18 μερίδια. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Πέραν της κατάθεσης των ανωτέρω καταλόγου παραδεκτών γεγονότων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών υιοθέτησαν τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, οι οποίες έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[1] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καλύπτει αιτήματα για προδικαστική εκδίκαση οποιουδήποτε νομικού σημείου το οποίο εγείρεται στα δικόγραφα, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ειδικότερα, η Διαταγή 27 Θεσμοί 1 και 2 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  2. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  3. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just». Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, αιτήματα για προδικαστική εκδίκαση εγειρόμενων νομικών σημείων εγκρίνονται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις και όχι σε περιπτώσεις όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση, ή σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Επίσης η αίτηση για την έκδοση τέτοιου διατάγματος πρέπει να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα.[2] Επιπρόσθετα, η Διαταγή 27 Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαβάζεται ως ακολούθως: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Ως προκύπτει από το κείμενο της πιο πάνω διαταγής, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για την έκδοση τέτοιας απόφασης είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Πρόκειται για εξαιρετική και δραστική δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε προφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις.[3] Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο.[4] Αν ένα δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο εμπεριέχει μεταξύ άλλων και γενικούς ισχυρισμούς ή η υπόθεση φαίνεται να είναι αδύναμη, δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για τη διαγραφή του. Mέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης, ενώ απλή πολυλογία δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Το ζητούμενο, είναι να καταδειχθεί στο Δικαστήριο η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο, εφόσον αυτό είναι και το ουσιώδες στοιχείο που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικανικής του κρίσης.[5] Είναι δε αναγκαίο όπως το απαιτούμενο υπόβαθρο γεγονότων τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η επίλυση της διαφοράς.[6] Εν προκειμένω, οι συνήγοροι των διαδίκων με δήλωσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, συμφώνησαν όπως το προδικαστικό νομικό σημείο που εγείρεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης εκδικασθεί προδικαστικώς. Έχω διέλθει των παραδεκτών γεγονότων και θεωρώ ότι η περίπτωση είναι τέτοια, ώστε το εγειρόμενο προδικαστικό ζήτημα να μπορεί να εξετασθεί υπό τις περιστάσεις, εφόσον πρόκειται περί αμιγώς νομικού σημείου και τα σχετικά προς τούτο γεγονότα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως παραδεκτά.[7] Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη του γεγονότος ότι, κατά κοινή παραδοχή των μερών, η ενάγουσα είναι συνιδιοκτήτρια του επίδικου κτήματος Α κατά 15/18 μερίδια, το ερώτημα το οποίο το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, είναι το κατά πόσο η μη προσθήκη ως εναγόντων των ιδιοκτητών των υπολοίπων 3/18 μεριδίων επί του κτήματος Α, αποτελεί λόγο απόρριψης της αγωγής από αυτό το στάδιο. Διευκρινίζεται, ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο λόγος για τον οποίο δεν προστέθηκαν ως ενάγοντες οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες, ούτε αποκαλύφθηκε η ταυτότητα των προσώπων αυτών. Το γεγονός αυτό εμποδίζει το Δικαστήριο από το να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, διατάζοντας την προσθήκη των προσώπων αυτών στην αγωγή.[8] Εν πάση όμως περιπτώσει, τούτο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να ασκήσει τη δικανική του κρίση σε σχέση με το εγειρόμενο νομικό σημείο. Έχω διέλθει της νομολογίας στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου. Tο απαύγασμα της νομολογίας αυτής, είναι ότι σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία, πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, διαφορετικά η όλη διαδικασία είναι θνησιγενής και άκυρη.[9] Διαπιστώνω ωστόσο ότι οι υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου, αφορούν σε περιπτώσεις όπου διεκδικείτο η διαφιλονικούμενη γη συνεπεία εχθρικής κατοχής και σε περιπτώσεις καταχωρήσεων εφέσεων εναντίον των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου, αναφορικά με δικαιώματα σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα. Επίσης, η Παναγιώτα Νικολάου Χ'' Θεοδοσίου ν. Μαρούλλας Ιωάννου

(1996)1 Α.Α.Δ. 764, αφορούσε σε περίπτωση παντελούς απουσίας της ιδιοκτήτριας του επίδικου ακινήτου ως μέρος της αγωγής, μετά από μεταβίβασή του και αλλαγή του καθεστώτος ιδιοκτησίας. Η παρούσα περίπτωση, στη βάση του περιεχομένου της δικογραφίας από την οποία αντλώ καθοδήγηση, αφορά στο αστικό αδίκημα της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης. Ως μάλιστα επιχειρηματολογεί ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευσή του, βασίζεται στο άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σύμφωνα με τη νομολογία, το αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία στρέφεται εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας της ακίνητης ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, για να επιτύχει ο ενάγων, θα πρέπει κατά τον χρόνο της ισχυριζόμενης επέμβασης, η ακίνητη περιουσία επί της οποίας έλαβε χώρα η επέμβαση, να βρίσκεται στην κατοχή του. Ο ιδιοκτήτης ο οποίος δεν έχει κατοχή, δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, εκτός αν έχει προκληθεί ζημιά στην περιουσία του ή η επέμβαση είναι μόνιμη. Περαιτέρω, κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας επί της οποίας έλαβε χώρα η επέμβαση.[10] Στην Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516, οι εναγόμενοι/εφεσείοντες επιχειρηματολόγησαν ότι δεν είχαν συνενωθεί όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή η οποία αφορούσε στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Τα ακόλουθα λεχθέντα στην ρηθείσα απόφαση, επισφραγίζουν κατά την κρίση μου την απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση νομικό σημείο: «Θα ασχοληθούμε τώρα με το κατά πόσο θα έπρεπε να συνενωθούν στην αγωγή ως διάδικοι όλοι οι συνιδιοκτήτες των επίδικων κτημάτων και ειδικά του τεμαχίου 482/1. Επί του προκειμένου παραπέμπουμε στο σκόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμα Clerk & Lindsell on Torts 14η Έκδοση, παράγραφος 212, στο οποίο γίνεται αναφορά και στην πρωτόδικη απόφαση: "Joint plaintiffs in tort. Where a tort was committed to some subject matter in which several persons were jointly interested, non-joinder of any of the parties so interested as plaintiffs was formerly matter for a plea in abatement, but if no such plea was raised, the parties who sued were entitled to recover damages in proportion to their interests in the subject matter. Thus one of several joint owners of a chattel might recover for the injury to his share, leaving his co-owners to recover in another action for the injury to their shares. Pleas in abatement no longer exist, and neither the misjoinder nor the non-joinder of any party leads to the defeat of the action: the court may determine the issues in dispute so far as they affect the rights and interests of those who are parties. On the other hand, unless the court gives leave to the contrary, all persons jointly entitled to relief should be made parties and any one of them who does not consent to being joined as a plaintiff must be made a defendant." Kαι στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings στo οποίo και πάλι γίνεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση: "In actions for torts, where several persons are entitled to sue in respect of a wrong done to them jointly, as, for instance, in cases of injury to their joint property by trespass, conversion, or negligence, they should, in general, all join as plaintiffs in the action. But it does not lie in the mouth of the wrongdoer to complain of non-joinder. It has been decided that one of several co-owners of a patent may sue alone for an infringement of his right, and so may one of several co-owners of a trade mark; again in an action for conversion, one of several co-owners may sue alone, although he will be able to recover only his own share of the value of the property converted." (Η υπογράμμιση είναι δική μας). (Δέστε και Βaker v. Barclays Bank Ltd
(1955)2 All E.R. 571). Έτσι, το επιχείρημα των εφεσειόντων-εναγομένων δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά τη μη συνένωση όλων των συνιδιοκτητών του τεμαχίου 482/1 των εφεσειόντων-εναγομένων, αφού οι λοιποί συνιδιοκτήτες σε καμιά ενέργεια δεν είχαν προβεί που να συνιστά το αστικό αδίκημα της επέμβασης για το οποίο ενάγονται οι εφεσείοντες-εναγόμενοι. Επισημαίνουμε επίσης ότι, αφού η αιτία αγωγής είναι η διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, κανένα περιουσιακό ή άλλο συμφέρον ή δικαίωμα των λοιπών συνιδιοκτητών δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία. Και αυτός ο λόγος έφεσης απορρίπτεται». Παραπέμπω επίσης στα όσα συναφώς αναφέρθηκαν στην πρωτόδικη απόφαση ημερ. 27.6.2017 Ανδρέας Σταύρου ν. QUALITY FURNITURE G.S. SIAKOLA LTD κ.α. αρ. Αίτησης Ε176/14 επί του θέματος. Εν κατακλείδι, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο επιμελώς δεν υπεισέρχεται σε εξέταση οιωνδήποτε ζητημάτων άπτονται της ουσίας της υπόθεσης ή αποδεικτικού δικαίου, εφόσον αυτά θα αποφασισθούν σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού ακουστεί μαρτυρία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά στα έξοδα, λαμβανομένου υπόψη του ότι οι συνήγοροι των διαδίκων υπέβαλαν από κοινού το αίτημα εκδίκασης του νομικού σημείου σε αυτό το στάδιο, με επακόλουθο τον περιορισμό των επίδικων ζητημάτων, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτά ακολουθήσουν την πορεία της αγωγής. .......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Χ'' Οικονόμου ν Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1(Β) ΑΑΔ 949. [3] Σάουρου κ.ά. ν. Φιλίππου
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2141. [4] Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.
  2. [6] Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 990. [7] Κώστα Δημητρίου, ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2014)1 ΑΑΔ 1125. [8] Κώστα Δημητρίου, ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2014)1 ΑΑΔ 1125. [9] Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1210. [10] Eleutheria Adamou v. Constantis Christofi
(1974)1 CLR 100, Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516, Γεωργίου ν. Ανδρέα [1998] 1(Δ) Α.Α.Δ. 2311. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.