← Κύπρος

Θεονίτσα Σαρκά κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αίτησης: 1/2021, 26/8/2024

Θεονίτσα Σαρκά κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αίτησης: 1/2021, 26/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/2021 Αναφορικά με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/1997 και Αναφορικά με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016 και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 26 Αυγούστου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ιωάννου για Πλατή Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Μάρκου για Andys Polydorou LLC ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των Θεονίτσα Σαρκά και Σκεύης Παναγιώτου (στο εξής οι «Αιτήτριες») ημερομηνίας 11.7.2023 για άδεια έγερσης/συνέχισης αγωγής Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Αιτήτριες ζητούν να τους χορηγηθεί άδεια για τη συνέχιση της αγωγής υπ' αριθμό 1419/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εναγόμενοι στην αγωγή είναι η υπό εκκαθάριση εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Company Limited (στο εξής η «Λαϊκή Τράπεζα») και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου»). Η Αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που αναφέρει τα εξής: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Στην παρούσα περίπτωση, η αγωγή 1419/2023 καταχωρήθηκε στις 26.6.2023, χωρίς να ληφθεί προηγουμένως άδεια από το Δικαστήριο Εκκαθάρισης. Η πλευρά των Αιτητριών θεωρεί ότι, μέσω της παρούσας Αίτησης, μπορεί να χορηγηθεί άδεια ώστε η αγωγή να συνεχίσει εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Η πλευρά του εκκαθαριστή θεωρεί ότι έπρεπε να είχε ληφθεί η άδεια του Δικαστηρίου πριν την έγερση της αγωγής. Εξέτασα τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών σε σχέση με αυτό το ζήτημα, σε συνάρτηση με το λεκτικό του άρθρου 220 του Κεφ.

  1. Δεν έχω εντοπίσει νομολογία που να καθορίζει την ορθή προσέγγιση. Υπάρχουν κάποιες πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι και τις οποίες έχω εξετάσει. Έχω επίσης υπόψη την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου YS Trustees Ltd κ.α. ν Άντρης Αντωνιάδου ως ειδικής διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd, Πολιτική έφεση Ε223/21 ημερομηνίας 27.6.2024 η οποία, αν και δεν αφορά το ίδιο ζήτημα, είναι κατατοπιστική ως προς τη γενικότερη προσέγγιση του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης. Το λεκτικό του άρθρου 220, Κεφ. 113, «καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια» δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο. Θα μπορούσε να ερμηνευτεί ότι εννοεί πως η προηγούμενη λήψη άδειας είναι προϋπόθεση για την έγερση αγωγής εναντίον της εταιρείας. Θα μπορούσε όμως και να ερμηνευτεί ότι ακόμα και αν η αγωγή καταχωρήθηκε χωρίς άδεια, αυτή μπορεί να συνεχίσει μόνο αν εξασφαλιστεί άδεια για συνέχιση. Εφόσον το κείμενο δεν παρέχει ξεκάθαρη απάντηση στο ζήτημα, ανατρέχω στον σκοπό και πρόθεση του νομοθέτη. Έχω την άποψη ότι η πρόθεση, με αυτή τη ρύθμιση του πλαισίου εκκαθάρισης, δεν είναι να αποκλείσει ενάγοντες με βάσιμες και μη επαληθεύσιμες αξιώσεις εναντίον υπό εκκαθάριση εταιρείας, να τις προβάλλουν στο Δικαστήριο. Η πρόθεση είναι να γίνεται ένας έλεγχος από το Δικαστήριο που επιβλέπει την εκκαθάριση ώστε να αποφεύγονται χρονοβόρες και δαπανηρές δικαστικές διαδικασίες, εάν υπάρχουν αξιώσεις που είναι έκδηλα αβάσιμες ή που μπορεί να τύχουν χειρισμού μέσω της ανέξοδης και γρήγορης διαδικασίας της επαλήθευσης χρέους. Στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.6.2023 χωρίς να προηγηθεί άδεια. Όμως προκύπτει επίσης ότι σε σύντομο χρόνο από την καταχώρηση της αγωγής, οι Αιτήτριες καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση της οποίας ο εκκαθαριστής έχει λάβει γνώση και είχε την ευκαιρία να ακουστεί επί αυτής. Δεν μεσολάβησε κάποιο ουσιαστικό διάβημα στα πλαίσια της αγωγής στο ενδιάμεσο. Συνεπώς, δεν διακρίνω ουσιαστική βλάβη στα δικαιώματα της εκκαθάρισης από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ζήτημα εξόδων που μπορεί να έχουν προκύψει από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης, μπορεί να τύχουν χειρισμού από το Δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή. Ούτε διακρίνω ότι οι Αιτήτριες ενήργησαν κακόπιστα ή καταχρηστικά. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι, με τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, η παράλειψη εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο εκκαθάρισης πριν από την καταχώρηση της αγωγής 1419/2023, δεν είναι μοιραία και προχωρώ να εξετάσω την ουσία της Αίτησης. Μέσω της αγωγής, οι Αιτήτριες εγείρουν διάφορες αξιώσεις εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ που αφορούν στεγαστικό δάνειο/πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί περί το 2009 στην Ενάγουσα 1 και οι οποίες εξασφαλίζονται, μεταξύ άλλων, με προσωπική εγγύηση της Ενάγουσας 2 και υποθήκη επί ακινήτου της Ενάγουσας
  2. Οι αρχικές συμφωνίες έγιναν με την Λαϊκή Τράπεζα, όπου εργαζόταν τότε η Ενάγουσα 1, και μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας που λήφθηκαν το
  3. Προκύπτει, από αναφορές στην αγόρευση των συνηγόρων των Αιτητριών, ότι η εργοδότηση της Ενάγουσας 1 τερματίστηκε μετά τα γεγονότα του 2013 καθώς και ότι περί το 2020 οι χορηγήσεις κατέστησαν μη εξυπηρετούμενες και τερματίστηκαν. Από τη γενική οπισθογράφηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, φαίνεται ότι μόνο κάποιες από τις αξιώσεις στην αγωγή στρέφονται εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Αφορούν δηλωτικές αποφάσεις ότι η συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 18.8.2009, η προσωπική εγγύηση ίδιας ημερομηνίας της Εναγόμενης 2, η συμφωνία υποθήκης και όλες οι άλλες παρεπόμενες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή στερούνται νομικού αποτελέσματος. Αυτό διότι ήταν αποτέλεσμα δόλου, αθέμιτου επηρεασμού, κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης. Οι ενάγουσας ζητούν επίσης δηλωτικές αποφάσεις ότι υπήρξε από πλευράς των Εναγόμενων παράβαση Οδηγιών και Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας στον χειρισμό των χορηγήσεων, επιβολής παράνομων και καταχρηστικών όρων, τοκογλυφία και υπερχρεώσεις. Σχετικές είναι οι παράγραφοι Δ, ΣΤ, Η, Θ, Ι, ΙΣΤ, Κ, Λ και Μ του παρακλητικού της αγωγής. Σύμφωνα με την συνήγορο των Αιτητριών, εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας δεν αξιώνεται απόφαση για οποιοδήποτε ποσό αλλά μόνο δηλωτικές αποφάσεις που θεωρεί απαραίτητες ώστε να μπορούν να προωθηθούν οι υπόλοιπες αξιώσεις εναντίον της Τράπεζας Κύπρου. Προσθέτει ότι οι αναγνωριστικές θεραπείες που αξιώνει δεν είναι επαληθεύσιμες και μόνο μέσω αγωγής μπορούν να διεκδικηθούν. Η πλευρά του εκκαθαριστή έχει εγείρει ένσταση στη χορήγηση της αιτούμενης άδειας για συνέχιση της αγωγής. Μεταξύ άλλων λόγων ένστασης που εγείρονται, ο εκκαθαριστής υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής γιατί τα αγώγιμα δικαιώματα που επικαλούνται οι Αιτήτριες έχουν παραγραφεί. Θα ξεκινήσω από αυτό τον λόγο ένστασης που, όπως θα εξηγήσω, είναι καθοριστικός για την έκβαση της Αίτησης. Όπως σημείωσα, σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι αξιώσεις που αφορούν την Λαϊκή Τράπεζα βασίζονται σε ισχυριζόμενο δόλο, αθέμιτο επηρεασμό, κατάχρηση, αντισυμβατικές ενέργειες και παρανομία. Στα πλαίσια των μέτρων εξυγίανσης, οι συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν συναφθεί με την Λαϊκή Τράπεζα καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν σε σχέση με αυτές μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Συνεπώς, στο βαθμό που οι Αιτήτριες έχουν απαιτήσεις σχετικές με τις συμβάσεις που είχαν αρχικά συνάψει με την Λαϊκή Τράπεζα, αυτές μπορούν να διεκδικηθούν εναντίον της Τράπεζας Κύπρου που είναι επίσης εναγόμενη στην αγωγή. Περαιτέρω, αναφορικά με την Λαϊκή Τράπεζα, η εμπλοκή της με τα γεγονότα εκ των πραγμάτων τερματίστηκε τον Μάρτιο
  4. Για να δικαιολογείται η συμπερίληψη της Λαϊκής Τράπεζας στην αγωγή, πρέπει να υπάρχουν εναντίον της αυτοτελή αγώγιμα δικαιώματα, που να μην έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου. Μαρτυρία που να συνηγορεί ότι υπάρχουν τέτοια αυτοτελή δικαιώματα, τα οποία μάλιστα να μην έχουν παραγραφεί, δεν υπάρχει. Όπως σημείωσα πιο πάνω, οι επίδικες συμφωνίες υπογράφηκαν το 2009 ενώ η γενικότερη εμπλοκή της Λαϊκής Τράπεζας τερματίστηκε τον Μάρτιο
  5. Οι αναφορές στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος σε αθέμιτο επηρεασμό και δόλο κατά τη σύναψη των συμφωνιών παραπέμπει σε γεγονότα που έχουν συντελεστεί πριν ή κατά την υπογραφή των συμφωνιών, το
  6. Περαιτέρω, ο Κώδικας Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας για Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες υιοθετήθηκε το 2015, μετά την μεταφορά των επίδικων συμβάσεων στην Τράπεζα Κύπρου και, συνεπώς, δεν μπορεί να εμπλέκεται σε εκείνους τους χειρισμούς η Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με το άρθρο 6

(1)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν. 61(Ι)/2012): «6.-
(1)Τηρουμένων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής[1]. Στην περίπτωση που ενάγοντας ισχυρίζεται παράβαση συμφωνίας ως τη βάση αγωγής του, σχετικό είναι το άρθρο 7
(1)του Ν. 61(Ι)/2012 που προνοεί ότι: «7.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.» Όπως σημείωσα, όλα τα γεγονότα στα οποία θα μπορούσε να έχει εμπλοκή η Λαϊκή Τράπεζα χρονολογούνται πριν τον Μάρτιο
  1. Η αγωγή 1419/2023 καταχωρήθηκε τον Ιούνιο
  2. Δηλαδή, οποιοδήποτε αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα (που δεν έχει μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου) υπήρχε εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, έχει παραγραφεί πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής. Διευκρινίσω ότι δεν εξέτασα ούτε εκφέρω άποψη για οτιδήποτε αφορά την Τράπεζα Κύπρου. Στην αγόρευση της, η συνήγορος των Αιτητριών αναφέρει ότι οι παραβάσεις και παραλείψεις της Λαϊκής Τράπεζας που παράβλαψαν τα δικαιώματα των Αιτητριών περιήλθαν εις γνώση τους «περί το τέλος του 2020 όταν κατέστη αναξιόχρεο το επίδικο στεγαστικό δάνειο της Αιτήτριας 1». Παρά την αναφορά αυτή, δεν έχω ενώπιον μου συγκεκριμένα μαρτυρία που θα μπορούσε να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο χρόνος παραγραφής οποιωνδήποτε, αυτοτελών, αξιώσεων εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας ξεκινά «περί το τέλος του 2020» και όχι ενωρίτερα. Επανέρχομαι στις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που έχω παραθέσει πιο πάνω. Αποφασίζοντας κατά πόσο είναι ορθό και δικαιολογημένο να χορηγηθεί άδεια για συνέχιση αγωγής, το Δικαστήριο Εκκαθάρισης σταθμίζει τόσο τη θέση των εναγόντων όσο και τα ευρύτερα δικαιώματα των πιστωτών στην εκκαθάριση. Το Δικαστήριο Εκκαθάρισης έχει καθήκον να διασφαλίσει ότι η εκκαθάριση θα ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό. Έχει επίσης καθήκον να διαφυλάξει την περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας στην οποία προσβλέπουν όλοι οι πιστωτές για να εισπράξουν το λαβείν τους. Η υπεράσπιση μιας αγωγής είναι δαπανηρή αφού δημιουργεί και προϋποθέτει δικηγορικά έξοδα. Είναι επίσης διαδικασία χρονοβόρα μέχρι την τελεσιδικία. Το Δικαστήριο, από τη μια, οφείλει να έχει αυτά κατά νου. Από την άλλη, δεν πρέπει να αποστερήσει σε κάποιο αιτούντα διάδικο που διαθέτει συζητήσιμη, ουσιαστική και μη επαληθεύσιμη, αξίωση εναντίον της εταιρείας τη δυνατότητα να την προωθήσει στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια εξισορρόπησης των συμφερόντων και δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων, μέσα από τη νομολογία έχει εδραιωθεί ότι δεν χορηγείται άδεια για συνέχιση αγωγής εκτός εάν το Δικαστήριο Εκκαθάρισης ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί μια εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωση που εγείρεται. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτήτριες διαθέτουν πιθανότητες επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρουν εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Έχω την άποψη ότι για να στοιχειοθετηθεί «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία που να συνθέτει ένα συζητήσιμο υπόβαθρο για τις διεκδικήσεις εναντίον της. Εδώ, τα ενώπιον μου στοιχεία δείχνουν ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτήτριων, στο βαθμό που αφορά την Λαϊκή Τράπεζα, έχει παραγραφεί. Αυτή η διαπίστωση καθορίζει το αποτέλεσμα. Η παραγραφή συνιστά εμπόδιο στην συνέχιση της αγωγής εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Τονίζω ότι έχω εξετάσει μόνο τις αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή, στο βαθμό και έκταση που αφορούν αυτοτελή αγώγιμα δικαιώματα εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Δεν έχω εξετάσει ούτε επεκτείνομαι σε οτιδήποτε αφορά την Τράπεζα Κύπρου. Σαφώς, οι Αιτήτριες δεν εμποδίζονται από την παρούσα απόφαση να συνεχίσουν να προωθούν την αγωγή τους εναντίον της Τράπεζας Κύπρου. Για τους λόγους που εξήγησα, καταλήγω ότι δεν θα ήταν ορθό ούτε θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της εκκαθάρισης να δοθεί άδεια για συνέχιση της αγωγής 1419/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς η Αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται εναντίον των Αιτητριών και υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικό είναι και το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.