Ιεράς Μονής Κύκκου δια του Ηγουμένου της Πανιερώτατου Μητροπολίτη Κύκκου & Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 7104/15, 26/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7104/15 Μεταξύ: Ιεράς Μονής Κύκκου δια του Ηγουμένου της Πανιερώτατου Μητροπολίτη Κύκκου & Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου Ενάγοντες v.
- Γενικού Εισαγγελέα
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24/01/2024 για παραπομπή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Αυγούστου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Δαμιανού για Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση 1: κα Τσαγγάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ Για Εναγόμενη 2-Καθ΄ης η αίτηση 2: κα Θεοδώρου για Αλέκος Ευαγγέλου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3-Καθ΄ης η αίτηση 3: κ. Ιωάννου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με την αίτησή τους ζητούν όπως παραπεμφθεί στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσο οι διατάξεις του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/2013 και συγκεκριμένα τα άρθρα 5
(1), 5
(7), 5
(12)(α), 7
(1)και 12, καθώς και το Διάταγμα 5 της ΚΔΠ 103/2013 και τα Διατάγματα 5, 6 και 7 της ΚΔΠ 278/2013 παραβιάζουν το Άρθρο 23.9 του Συντάγματος. Παράλληλα, ζητούν όπως ανασταλεί η εκδίκαση της αγωγής μέχρι την έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Νομική βάση της αίτησης αποτέλεσαν τα Άρθρα 23.1, 23.2, 23.3, 23.9, το Άρθρο 110 και τα Άρθρα 144.1, 144.2 και 144.3 του Συντάγματος, τα άρθρα 2, 4 και 5 του περί της Λειτουργίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 2023, τα άρθρα 9
(2)(α)(i)(ii) και (iii) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου Ν.33/1964, το άρθρο 34(Α) του περί Δικαστηρίων Νόμου, η Δ.27 θ.θ.1 και 2 και η Δ.48 θ.θ.2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η πρακτική και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Γιώργου Παύλου, Υπεύθυνου του Λογιστηρίου της Ιεράς Μονής Κύκκου και εξουσιοδοτημένου στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Υποστηρίζει ότι η λειτουργία των Εναγόντων ρυθμίζεται από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας λόγω του ότι συνιστούν εκκλησιαστικό οργανισμό. Όσον αφορά τα γεγονότα, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κατείχαν 2.359.407 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, πλην όμως με την έκδοση της Κ.Δ.Π.103/2013 ο αριθμός τους μειώθηκε, λόγω των προνοιών του άρθρου 5
(2)της ΚΔΠ 103/2013 και ως αποτέλεσμα μειώθηκε η αξία τους αλλά και το ποσοστό συμμετοχής των Εναγόντων στην Τράπεζα Κύπρου. Ακολούθησε η έκδοση της ΚΔΠ 278/2013 με την οποία μειώθηκε η ονομαστική αξία των μετοχών Τάξης Α, Β, Γ, Δ και των Συνήθων Μετοχών από 1 ευρώ σε 1 έως 3 σεντς του ευρώ. Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών είναι σήμερα οι Ενάγοντες να κατέχουν μόνο 1.180 μετοχές. Υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα μέτρα δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περίπτωση των Εναγόντων λόγω του ότι το Σύνταγμα τους παρέχει ειδική προστασία, αφού το Άρθρο 23.9 του Συντάγματος απαγορεύει την αποστέρηση ή περιορισμό στην κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία των εκκλησιαστικών οργανισμών όπως είναι οι Ενάγοντες. Γι' αυτό ζητείται η παραπομπή του ερωτήματος κατά πόσο οι διατάξεις του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου και συγκεκριμένα τα άρθρα 5
(1), 5
(7), 5
(12)(α), 7
(1)και 12 αυτού, καθώς και το Διάταγμα 5 της Κ.Δ.Π.103/2013 και τα Διατάγματα 5, 6 και 7 της Κ.Δ.Π.278/2013 είναι συμβατά με το Άρθρο 23.9 του Συντάγματος. Προωθεί τη θέση ότι το ζήτημα είναι ουσιώδες για το αποτέλεσμα της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται η παραπομπή του ερωτήματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Καταχωρίστηκε ένσταση από όλους τους Εναγόμενους - Καθ΄ων η αίτηση. Ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ου η αίτηση παρέθεσε δέκα
(10)λόγους ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι είναι αντινομική και ή παράτυπη, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι το ερώτημα που τίθεται είναι γενικό και ή αόριστο και δεν είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να δείχνει με σαφήνεια το θέμα της αντισυνταγματικότητας, ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο αιτιολόγησης της αίτησης και της αναγκαιότητας παραπομπής του ερωτήματος προς το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ότι δεν εγείρεται θέμα αντισυνταγματικότητας στην αγωγή ή/και στην Έκθεση Απαίτησης ή και δεν δικογραφείται με σαφήνεια ή και επάρκεια, ότι απάντηση του ερωτήματος δεν είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης, ότι τυχόν παραπομπή του ερωτήματος θα επιφέρει εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας και θα οδηγήσει σε σπατάλη χρόνου και χρήματος και ότι δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Αιτητών. Νομική βάση της ένστασης αποτέλεσαν τα ίδια άρθρα που καταγράφονται στην αίτηση και δεν θα επαναληφθούν. Όσον αφορά τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την ένσταση καταγράφηκαν σε ένορκη δήλωση της Γιούλης Ιωακείμ Ησαΐα, γραμματειακής λειτουργού στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και εξουσιοδοτημένης στην κατάρτισή της. Υποστηρίζει ότι δεν εγείρεται στην Έκθεση Απαίτησης το θέμα της συνταγματικότητας που προωθείται με την αίτηση, ούτε και γίνεται σαφής αναφορά στο Άρθρο 23.9 του Συντάγματος. Προωθεί τη θέση ότι σύμφωνα με τη νομολογία, επιβάλλεται η δικογράφηση του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας με την αντιπαραβολή των διατάξεων του Νόμου με τις διατάξεις του Συντάγματος που παραβιάζονται. Κατά τη δική της άποψη, το θέμα της αντισυνταγματικότητας τίθεται με τρόπο γενικό και αόριστο και δεν είναι διατυπωμένο με σαφήνεια. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι το ερώτημα της αντισυνταγματικότητας που τίθεται δεν είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της αγωγής αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν σχετίζονται με το θέμα της αντισυνταγματικότητας. Υποστηρίζει ότι δεν επεξηγήθηκε από τους Αιτητές γιατί είναι αναγκαίο να παραπεμφθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και τυχόν παραπομπή θα επιφέρει εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας. Η Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η αίτηση στη δική της ένσταση παρέθεσε δεκαπέντε
(15)λόγους ενστάσεως, οι οποίοι είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, ότι δεν ικανοποιεί τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος, ότι είναι αντικανονική και ή παράτυπη και ή έκδηλα αβάσιμη και ή ανυπόστατη, ότι δεν έχει προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση των διαταγμάτων, ότι δεν θα εξυπηρετηθούν οι σκοποί της δικαιοσύνης, ότι δεν δικογραφείται ως ισχυρισμός το ερώτημα το οποίο οι Αιτητές επιχειρούν να παραπέμψουν, ότι το ζήτημα αντισυνταγματικότητας που εγείρεται δεν είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της εκκρεμούσας διαδικασίας, ότι δεν προσδιορίζονται τα θέματα για τα οποία ζητείται η άσκηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης του Άρθρου 23.9 του Συντάγματος γιατί ούτε ο Ν.17(Ι)/13 αλλά ούτε και οι Κ.Δ.Π.103/23 και Κ.Δ.Π.278/13 περιορίζουν ή αποστερούν κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία των Αιτητών, ότι ο Ν.17(Ι)/13 και οι Κ.Δ.Π.103/13 και 278/2013 αφορούν την Τράπεζα Κύπρου και όχι τους Αιτητές, οι οποίοι μόνο συμβατική σχέση έχουν με την Τράπεζα Κύπρου, ότι ο επηρεασμός δικαιωμάτων με την παρέμβαση της Πολιτείας εξετάζεται σε αστικές διαδικασίες ως θέμα ιδιωτικού δικαίου, ότι οι Αιτητές δεν βρίσκονται σε χειρότερη θέση από την οποία θα είχαν βρεθεί αν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης αφού αν η Τράπεζα Κύπρου τίθετο σε εκκαθάριση θα έχαναν το σύνολο της επένδυσής τους, ότι όλα τα Διατάγματα και αποφάσεις της Αρχής Εξυγίανσης λήφθηκαν για σκοπούς προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δικαιολογούνται δυνάμει του δικαίου της ανάγκης, ότι με την παραπομπή του ερωτήματος δεν επιλύονται όλα τα επίδικα θέματα της αγωγής και ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να εξεταστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, το οποίο θα ακούσει μαρτυρία και θα αποφανθεί επί όλων των επίδικων ζητημάτων. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης παρατέθηκαν από τον Μιχάλη Στυλιανού, Προϊστάμενο του Τμήματος Εξυγίανσης στην Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η αίτηση, ο οποίος λόγω της ιδιότητας του τα γνωρίζει προσωπικά. Προωθεί τη θέση ότι το ερώτημα που επιζητούν οι Αιτητές να παραπέμψουν δεν δικογραφείται, αλλά γενικά και αόριστα αναφέρεται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι πράξεις των Εναγομένων 1 και 2 ήταν αντισυνταγματικές και ως εκ τούτου κωλύονται να το εγείρουν και να αιτούνται την παραπομπή του προς το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Προωθεί τη θέση ότι ο Ν.17(Ι)/13 και οι Κ.Δ.Π.103/13 και 278/2013 αφορούν την Τράπεζα Κύπρου και όχι τους Αιτητές, οι οποίοι μόνο συμβατική σχέση έχουν με την Τράπεζα Κύπρου και η εξέταση του όποιου επηρεασμού των δικαιωμάτων των μετοχών των Αιτητών είναι θέμα που εμπίπτει στην αστική δικαιοδοσία και στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση καθώς και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι ελλιπείς γιατί δεν προσδιορίζονται σαφώς τα νομικά θέματα για τα οποία ζητείται η άσκηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, αφού δεν στοιχειοθετείται με ποιο τρόπο τα συγκεκριμένα άρθρα παραβιάζουν το Άρθρο 23.9 του Συντάγματος. Καταγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν τον Μάρτιο 2013 στην έκδοση του Ν.17(Ι)/2013 και στις Κ.Δ.Π.103/2013 και 278/2013 και εξηγεί τι εφαρμόστηκε όσον αφορά την απομείωση στην Τράπεζα Κύπρου. Υποστηρίζει ότι εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 12
(8)του Ν.17(Ι)/13 και απομειώθηκε πρώτα το μετοχικό κεφάλαιο και τα δικαιώματα απόκτησης μετοχών, στη συνέχεια απομειώθηκε η αξία των αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και στη συνέχεια απομειώθηκαν οι χρεωστικοί τίτλοι και τα δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων. Λόγω του ότι η συγκεκριμένη μείωση δεν αρκούσε για ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου, η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε τη μετατροπή του 47.5% των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχικό κεφάλαιο και η απομείωση οδήγησε σε μια νέα δομή μετοχικού κεφαλαίου. Κατά τη δική του άποψη τα μέτρα εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και αφού λήφθηκε υπόψη ότι οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4 του Ν.17(Ι)/13. Προωθεί τη θέση ότι στην περίπτωση που η Τράπεζα Κύπρου τίθετο σε εκκαθάριση, οι μέτοχοι και οι καταθέτες θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που βρέθηκαν λόγω των μέτρων εξυγίανσης. Υποστηρίζει ότι το ζήτημα που επιχειρείται να παραπεμφθεί δεν είναι ουσιώδες για το αποτέλεσμα της αγωγής και ότι δεν προσδιορίζεται γιατί το συγκεκριμένο ερώτημα είναι ουσιώδες για να αποφασιστούν τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Ισχυρίζεται ότι από τη στιγμή που οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν συμπεριλάβει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης κωλύονται, στο παρόν στάδιο, να ισχυρίζονται ότι είναι ουσιώδες για την έκβαση της υπόθεσης 9 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, η παραπομπή του συγκεκριμένου θέματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δεν θα επιλύσει όλα τα επίδικα θέματα της αγωγής, αφού θα πρέπει να αποφασιστούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο οι καταγραφείσες θέσεις, στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 2, ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είχαν ληφθεί για σκοπούς προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας, για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης ή και της δημόσιας ασφάλειας. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί κατά πόσο οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν υποστεί ζημιά μεγαλύτερη από αυτή που θα είχαν υποστεί αν δεν εκδίδονταν τα Διατάγματα και οι Τράπεζες αφήνονταν στην πορεία τους να τεθούν σε εκκαθάριση. Καταλήγει, ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να εξεταστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο θα ακούσει τη μαρτυρία για τα γεγονότα, ιδιαίτερα για το γεγονός ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν βρίσκονται σε χειρότερη θέση από αυτή που θα είχαν βρεθεί αν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης και η Τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση. Η Εναγόμενη 3 - Καθ΄ης η αίτηση στη δική της ένσταση καταγράφει δεκαέξι
(16)λόγους ενστάσεως, με μερικούς από αυτούς να είναι πανομοιότυποι με τους λόγους ενστάσεως που προτάθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση και ως εκ τούτου δεν χρήζουν επανάληψης. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση της Εναγόμενης 3 παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της Χλόης Στυλιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 3 - Καθ΄ης η αίτηση. Υποστηρίζει ότι δεν είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα γιατί δεν θα επιλύσει τα θέματα που εγείρονται με την αγωγή, αλλά και λόγω του ότι τα Δικαστήρια δεν επιλύουν θέματα συνταγματικότητας εάν η υπόθεση μπορεί να αποφασιστεί πάνω σε άλλο θέμα. Προωθεί τη θέση ότι πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα νομικά ζητήματα για τα οποία ζητείται η άσκηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Κατά τη δική της άποψη, το συγκεκριμένο ερώτημα δεν πληροί τις νομολογιακές προϋποθέσεις γιατί δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η παραπομπή του, αλλά τίθεται γενικά και αόριστα. Ισχυρίζεται ότι θέματα συνταγματικότητας συνιστούν νομικά θέματα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και για αυτό επιβάλλεται η δικογράφηση τους. Όσον αφορά τα γεγονότα, εισηγείται ότι υπάρχει διάσταση στα πραγματικά γεγονότα μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και ως εκ τούτου δεν υφίσταται το αναγκαίο πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων στη βάση του οποίου θα μπορούσε να εξεταστεί η αίτηση. Ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη της λέξης «δύναται», στο Άρθρο 144.1.2. του Συντάγματος, καταδεικνύει ότι δεν είναι αναγκαστική η παραπομπή οποιουδήποτε ζητήματος τεθεί σε δικαστική διαδικασία αλλά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα παραπέμψει το συγκεκριμένο θέμα. Υποστηρίζει ότι αυτό που επιδιώκουν οι Ενάγοντες - Αιτητές είναι η ερμηνεία, από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, της συμβατότητας ενός εθνικού νομοθετήματος με τις πρόνοιες του Συντάγματος. Εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Όλες οι πλευρές προώθησαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες και πολύ υποβοηθητικές για το Δικαστήριο αγορεύσεις με τις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των πλευρών λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Θα αναφερθεί σε αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Άρθρο 144.1 και 2 του Συντάγματος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 1.
(1)Κάθε διάδικος, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένης της κατ' έφεση, δύναται να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως.
(2)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, δύναται να παραπέμψει τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως νόμος ήθελε ορίσει, εν τοιαύτη δε περιπτώσει αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας ενώπιόν του, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφανθεί επί τούτου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(3).» Αναφορικά με το πότε παραπέμπεται ένα ζήτημα για απόφαση από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σχετικό είναι το σκεπτικό της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Hasan Abul Hasem v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Εφ. 130/15 ημερ. 31/01/2024, από την οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: « Θεωρούμε διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παΐκκος κ.ά. v. Παΐκου κ.ά.
(1994)1(Α) Α.Α.Δ. 610: «Η παραπομπή γίνεται για ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, που εγείρεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μιας υπόθεσης, το οποίο είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης από το Δικαστήριο. Όταν το ζήτημα είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της εκκρεμούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να το παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο για απόφαση. Αν, όμως, κατά την κρίση του, δεν είναι ουσιώδες, δεν το παραπέμπει. Κατά κανόνα αναφέρει στην παραπομπή ότι το ζήτημα είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της ενώπιόν του υπόθεσης. Το Δικαστήριο που παραπέμπει πρέπει να διακριβώσει από το διάδικο που εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας και να αναφέρει ειδικά στην παραπομπή του την προσβαλλόμενη νομοθετική διάταξη, το Άρθρο του Συντάγματος στο οποίο προσκρούει και τους λόγους που η νομοθετική διάταξη είναι ασύμφωνη ή αντίθετη με το Άρθρο του Συντάγματος. ............................... Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Πιπονίδη v. Ελληνικής Τράπεζας κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, ημερ. 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A444, ECLI:CY:AD:2017:A444, Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην υπόθεση Νικολάου v. Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566 ο εφεσείων είχε υποστηρίξει ενώπιον του Εφετείου ότι η γραπτή γνωστοποίηση προς τον Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει του τότε εν ισχύι άρθρου 67 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αντίκειτο στα Άρθρα 30 και 152 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων δεν έχει συμμορφωθεί με τη διαδικασία η οποία έχει καθιερωθεί από τη νομολογία για την έγερση θέματος συνταγματικότητας. Έπρεπε να είχε εγείρει το θέμα εξειδικευμένα και με πλήρη λεπτομέρεια στο δικόγραφο του ή έπρεπε να το είχε διατυπώσει με λεπτομερές υπόμνημα (Βλ. Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, Κυριακίδης κ.ά. ν. Εφόρου Φ.Π.Α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 75, Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 862, Δημοκρατία ν. Βαρναβίδη κ.ά.
(1998)3 Α.Α.Δ. 851 και Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910). Τα άρθρα 30 και 152 του Συντάγματος ρυθμίζουν πάρα πολλά θέματα. Στην απουσία της πιο πάνω εξειδίκευσης του θέματος της συνταγματικότητας η εξέταση του καθίσταται αδύνατη. Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης καθορίζει με σαφήνεια και λεπτομέρεια πώς πρέπει να εγείρεται οποιοδήποτε θέμα συνταγματικότητας. Η γενική και αόριστη αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων - Αιτητών, στην παράγραφο 11 αυτής, ότι οι πράξεις των Εναγόμενων 1 και 2 ήταν αντισυνταγματικές, δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις και οι αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς, από την Έκθεση Απαίτησης, η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας, το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται, καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα καταγράφεται στην αίτηση και στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόντων - Αιτητών δεν το καθιστά εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους (βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 5). Διαπιστώνεται ότι ναι μεν υπάρχει αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης για αντισυνταγματικές πράξεις των Εναγόμενων 1 και 2, αλλά δεν προβάλλεται ή καταγράφεται οτιδήποτε άλλο. Εφόσον δεν παρέχονται στο δικόγραφο όλες οι απαραίτητες λεπτομέρειες, ως προς το ποια άρθρα των Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων αντίκεινται στο Σύνταγμα και σε ποιο Άρθρο του Συντάγματος αντίκεινται μαζί με τη σχετική αιτιολογία, το θέμα της συνταγματικότητας δεν μπορεί να εξεταστεί. Με δεδομένο ότι η παραπομπή συνιστά άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το δεύτερο θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το συγκεκριμένο ζήτημα είναι απαραίτητο για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. Έχει νομολογηθεί πλειστάκις ότι τα Δικαστήρια δεν επιλύουν ζητήματα συνταγματικότητας εάν η υπόθεση μπορεί να αποφασιστεί πάνω σε οποιοδήποτε άλλο λόγο. Στην υπό κρίση αγωγή έχουν καταγραφεί και άλλοι λόγοι που μπορούν να απασχολήσουν το Δικαστήριο για επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι ενόψει όλων των πιο πάνω η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση 1, 2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο