S. P. I. Spirits (Cyprus) Limited ν. A.C.M. Christophides Ltd, Αίτηση Αρ: 4/22, 26/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου -Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αρ: 4/22 Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν.121(Ι)/2000) και Αναφορικά με τον περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/79) και Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) και Αναφορικά με την Απόφαση (Award) ημερομηνίας 31/08/2021, του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου (International Arbitration Court) στην υπόθεση υπ΄αριθμό ICC n.24476/GR/PAR μεταξύ των
(1)S. P. I. Spirits (Cyprus) Limited (Απαιτούσα) και
(2)A.C.M. Christophides Ltd (Καθ΄ης η Απαίτηση). Μεταξύ: S. P. I. Spirits (Cyprus) Limited Αιτήτρια και A.C.M. Christophides Ltd Καθ΄ης η αίτηση ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 09/11/2023 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Αυγούστου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Αλ. Τσιρίδης με κα Α. Χαραλαμπίδη για Κώστας Τσιρίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ων η αίτηση: κα Ε. Κασάπη για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτησή της η Αιτήτρια εταιρεία επιζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να της επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην Αίτηση που καταχωρίστηκε στις 04/08/2022, η οποία αφορά αίτημα για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της απόφασης ημερ. 31/08/2021 του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου με αριθμό 24476/GR/PAR. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.28 θ.θ. 1, 4, 5, 6, 11 και 12, στη Δ.39, στη Δ.48, θ.θ. 1 - 13 και στη Δ.64 θ.θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη του αιτήματος καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του Σπύρου Βασιλείου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια εταιρεία και εξουσιοδοτημένου στην κατάρτισή της. Ο λόγος για τον οποίο ορκίστηκε ο ίδιος είναι γιατί το θέμα είναι νομικό αφού αφορά το να καταδειχθεί καλός λόγος για να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Καταγράφει, ο Ομνύοντας, ότι στην περίπτωση που δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα ορκιστεί ο Andrey Poimstev, ο οποίος έχει καλύτερη γνώση και κατανόηση αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα που εγείρονται στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ότι η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ζητείται για να απαντηθούν ζητήματα τα οποία δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης ημερομηνίας 04/08/
- Συγκεκριμένα, για να απαντηθεί ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν γνώριζε για την αμφισβήτηση των πνευματικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας, για να επεξηγηθεί η απόφαση της Χάγης, στην οποία αναφέρεται η Καθ' ης η Αίτηση στην ένστασή της αλλά και για να υποδειχθεί γιατί η συγκεκριμένη απόφαση είναι άσχετη με τη διαιτητική διαδικασία. Παράλληλα, είναι η θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ενημερωθεί για το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν χρησιμοποίησε τα ένδικα μέσα που είχε στη διάθεσή της με βάση το Ελβετικό Δίκαιο, που διέπει τη συμφωνία διαιτησίας και διανομής, για το ότι η διαμάχη μεταξύ των μερών, η οποία αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, συνεχίζεται, αλλά και για να διευκρινιστούν θέματα που αφορούν την Αγωγή αρ.187/2019 του Ε.Δ. Λεμεσού την οποία η άλλη πλευρά επικαλείται. Υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα θέματα δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση στην κυρίως Αίτηση γιατί η Αιτήτρια δεν γνώριζε ότι αυτά θα εγείρονταν, λόγω του ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, ένας αιτητής έχει καθήκον να καλύψει ζητήματα που αφορούν μόνο τα θέματα που περιέχονται στο Άρθρο IV της Σύμβασης. Προωθεί τη θέση ότι ήταν αδύνατο να προβλεφθεί ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα ήγειρε θέμα άγνοιας της αμφισβήτησης των πνευματικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας και δόλου. Οπόταν, είναι αναγκαίο να απαντηθεί ο ισχυρισμός αυτός και να δοθεί μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι η Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε όλες τις διαδικασίες αμφισβήτησης πριν από την υπογραφή της επίδικης Σύμβασης Διανομής ημερ. 20/01/
- Επιπρόσθετα, είναι αναγκαίο όπως καταδειχθεί ότι με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο, που είναι το Ελβετικό, η απόφαση της Χάγης είναι άσχετη με τη Διαιτητική Διαδικασία και τη Διαιτητική Απόφαση οπόταν πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με το Ελβετικό Δίκαιο. Παράλληλα, πρέπει να τεθεί ότι η νομική διαμάχη σε σχέση με την πνευματική ιδιοκτησία συνεχίζεται και ότι η απόφαση της Χάγης δεν έχει τελεσιδικήσει. Όλοι αυτοί οι λόγοι, που είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την καταχώριση της Αίτησης, συνηγορούν υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης από την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία, στην οποία καταγράφηκαν εικοσιπέντε
(25)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι ενίοτε επαναλαμβάνονται και μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι αβάσιμη ή και ανυπόστατη ή και αστήρικτη ή και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ότι δεν έχουν παρουσιαστεί βάσιμοι λόγοι που να συνηγορούν υπέρ της έγκρισής της αφού δεν στοιχειοθετήθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ότι δεν έχει τεθεί το κατάλληλο υπόβαθρο για να μπορεί να γίνει αποδεκτό το αίτημα, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας ή και της νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα προσφέρει οτιδήποτε στη διαδικασία, ότι η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου, ότι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται στην Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση δεν συνιστά καλό λόγο, ότι τα όσα καταγράφονται στο προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης συνιστούν επιχειρηματολογία ή και σχολιασμό μαρτυρίας που έχει τεθεί, ότι από τη στιγμή που η Αιτήτρια θεωρεί τα όσα η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται άσχετα δεν υπάρχει λόγος καταχώρισης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι η Δ.48 θ.4 δεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε Εναρκτήρια Αίτηση, ότι η ύπαρξη αμφισβήτησης γεγονότων δεν τεκμηριώνει από μόνη της καλό λόγο, ότι η Αιτήτρια επιδιώκει να προσθέσει ισχυρισμούς ή και μαρτυρία με σκοπό να αρθούν οι συνέπειες ελλείψεων ή και παραλήψεων ή και κενών στην κυρίως Αίτηση, ότι είναι καταχρηστική ή και εγείρει νέους ισχυρισμούς ή και νομικές θέσεις, ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρεί να εισάγει ήταν γνωστά στην Αιτήτρια ή και έπρεπε να ήταν γνωστά κατά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης, ότι η εκδίκαση της κυρίως Αίτησης θα πρέπει να περιοριστεί στο μαρτυρικό υλικό το οποίο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η εκδίκαση της υπό εξέτασης αίτησης θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε στα επίδικα θέματα και ότι καταχωρίστηκε υπέρμετρα και καθυστερημένα. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.28 θ.θ.1,4‑6, 11 και 12, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1‑13 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στη Νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Ένσταση παρατίθενται σε ένορκη δήλωση του Λευτέρη Μουσαρρή, ενός εκ των διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση δεόντως εξουσιοδοτημένου στην κατάρτισή της. Ο ίδιος γνωρίζει τα γεγονότα λόγω προσωπικής ενασχόλησής του αλλά και από τη μελέτη της Αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων. Ο ίδιος έχει διαβάσει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που η πλευρά της Αιτήτριας επιθυμεί να καταθέσει και κατά τη δική του άποψη επιδιώκεται να προσαχθεί και θα ληφθεί υπόψη πρόσθετη μαρτυρία. Ισχυρίζεται ότι όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση έλαβαν χώρα πριν την καταχώριση της κυρίως Αίτησης στις 04/08/2022 και ήταν υπόψη της Αιτήτριας, οπόταν και όφειλε να τα αποκαλύψει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως Αίτηση. Προωθεί τη θέση ότι η Αιτήτρια προσπάθησε να αποκρύψει τα όσα αναφέρονται στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση στην κυρίως Αίτηση και με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει να προσθέσει ισχυρισμούς ή και μαρτυρία με σκοπό την άρση των ελλείψεων ή και των παραλείψεων ή και των κενών της κυρίως Αίτησης. Υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη επιλογή είναι ανεπίτρεπτη ή και παραβιάζει τον κανόνα που επιβάλλει όπως μη διορθώνονται παραλείψεις. Κατά τη δική του άποψη αν τα όσα καταγράφονται από την Καθ΄ης η Αίτηση και αφορούν την απόφαση της Χάγης είναι άσχετα, ως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών στην υπό κρίση αίτηση, τότε εγείρεται το ερώτημα γιατί να χρήζουν απάντησης από τη στιγμή που θεωρούνται ζητήματα άσχετα με τη Διαιτητική Διαδικασία. Προωθεί τη θέση ότι δεν παρέχεται ευχέρεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφορικά με γεγονότα άσχετα ή και γεγονότα που δεν επηρεάζουν τη διαδικασία ή και δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την έκδοση απόφασης. Υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί αλλά και τα θέματα που εγέρθηκαν στην Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση ήταν καθόλα προβλεπτά και ήταν δεδομένο ότι θα εγείρονταν αφού η συμφωνία προμήθειας και διανομής, ημερομηνίας 20/01/2009, υπογράφτηκε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, με την αντίληψη ότι η Αιτήτρια ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχος των εμπορικών σημάτων Stolichnaya και ότι δικαιούτο να τα εκμεταλλεύεται μέσω του ομίλου εταιρειών της Αιτήτριας. Το Εμπορικό Δικαστήριο της Χάγης αποφάσισε ότι ο πραγματικός δικαιούχος και νόμιμος κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων και εθνικών εμπορικών σημάτων της Stolichnaya ήταν η FKP και όχι οι θυγατρικές εταιρείες του ομίλου S.P.I. Group / Stoli Group στις οποίες περιλαμβάνεται και η Aιτήτρια. Όφειλε, είναι η θέση του, η Aιτήτρια να παραθέσει εξ΄ αρχής τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς γιατί ήταν καθόλα προβλεπτοί και αποκάλυπταν ότι η συμφωνία ημερ. 20/01/2009 και η ρήτρα δικαιοδοσίας ήταν εξ υπαρχής παράνομη και άκυρη. Η Αιτήτρια παρέλειψε να το πράξει και επιχειρεί τώρα, με την υπό κρίση αίτηση, να διορθώσει τη συγκεκριμένη παράλειψη ή και να καλύψει κενά. Εισηγείται ότι δεν αποτελεί καλό λόγο για παραχώρηση άδειας η αντίκρουση ισχυρισμών και προώθησε τη θέση ότι όλα όσα καταγράφονται στο προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης συνιστούν επιχειρηματολογία ή και σχολιασμό ή και κριτική στη μαρτυρία που έχει τεθεί ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, προωθεί τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε υπέρμετρα καθυστερημένα, ήτοι 15 μήνες μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης και 6 μήνες μετά την καταχώριση της Ένστασης. Υποστηρίζει ότι η εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε στα θέματα τα οποία είναι υπό εξέταση με την κυρίως Αίτηση. Καταλήγει, ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες προώθησαν στο Δικαστήριο και το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Το πρώτο ερώτημα που χρήζει απάντησης, λόγω του ότι έχει τεθεί ως λόγος ένστασης, είναι κατά πόσο εφαρμόζεται η Δ.48 που επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, γιατί οι πρόνοιες της Δ.48 δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση έναρξης της διαδικασίας με πρωτογενή αίτηση. Έχει διασαφηνιστεί από τη νομολογία ότι η διαδικασία αναγνώρισης αλλοδαπών αποφάσεων άρχεται με την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Viatcheslav Rovneiko
(2013)1 Α.Α.Δ. 2035: « Προκύπτει με σαφήνεια από τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 5
(1)(α) του Νόμου 121(Ι)/2000 ότι η διαδικασία αναγνώρισης άρχεται με καταχώρηση αίτησης διά κλήσεως, πράγμα που δεν είχε τηρηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση εφόσον η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και στη βάση των Διατάξεων του Νόμου 101/87. Με το νόμο 121(Ι)/2000 τα πράγματα έχουν πλέον διαφοροποιηθεί έναντι της προηγούμενης νομοθεσίας. Προνοείται πλέον με την παράγραφο 5
(1)(α), ρητώς, η έναρξη της διαδικασίας και το ζήτημα δεν επιδέχεται οποιασδήποτε αμφισβήτησης: ότι αυτή άρχεται με την καταχώρηση αίτησης διά κλήσεως συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση συμφώνως των διατάξεων των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Με το Άρθρο 5(δ) του Νόμου προνοείται ότι μετά την επίδοση ο καθ' ου υποβάλλει, εάν το επιθυμεί, γραπτή ένσταση τουλάχιστον δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Στην Τράπεζα Κύπρου ν. Dynacon Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978 διαβάζονται τα ακόλουθα κατατοπιστικά σε σχέση με το κατά πόσο εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 στην υπό κρίση αίτηση: « Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις προνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
- Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.». Η διαδικασία και πρακτική που ακολουθείται στο Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Vol. 6, para.1146,
- Ειδικότερα, η παρα. 1054 καταγράφει꞉ «
- Affidavit verifying petition. Every petition must be verified by an affidavit referring thereto, which must be made by the petitioner or by one of the petitioners if more than one, or may in a proper case be made by his or their solicitor or agent when the latter knows the facts. In case the petition is presented by a corporation the affidavit should be made by some director, secretary or other principal officer thereof. The affidavit must be sworn after and filed within four days after the petition is presented. Such affidavit is sufficient prima facie evidence of the statements in the petition, unless fraud is charged, in which case the facts alleged to constitute fraud must be set out in an affidavit. [.] Notice of the filing of the statutory affidavit need not be given, but notice should be given of the filing of additional or supplementary affidavit(s). Affidavits in opposition to a petition must be filed within seven days of the date on which the affidavit verifying the petition is filed. Notice of the filing of every affidavit in opposition to such a petition must be given to the petitioner or to his solicitor or London agent on the day on which the affidavit is filed. An affidavit in reply to an affidavit filed in opposition to a petition must be filed within three days of the date on which notice of that affidavit is received by the petitioner or his solicitor or London agent(s).». Γίνεται αναφορά, στο συγκεκριμένο αγγλικό σύγγραμμα, σε επιπρόσθετες ή και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις υπό την προϋπόθεση ότι γνωστοποιούνται στην άλλη πλευρά. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι στους νέους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς του 2023, σύμφωνα με το Μέρος 44, για αιτήσεις που αφορούν την αναγνώριση και εγγραφή διαιτητικών αποφάσεων εφαρμόζεται το Μέρος 8 των Θεσμών και αυτές τυγχάνουν χειρισμού ως «συνήθης απαιτήσεις». Η παράγραφος 8.8.3 επιτρέπει στον διάδικο, για καλό λόγο, την προσκόμιση περαιτέρω γραπτής μαρτυρίας. Η ομοιότητα της Δ.48 θ.4
(2)με το Μέρος 8 των νέων περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και συγκεκριμένα την παράγραφο 8.8.3 είναι εμφανής. Ανάγνωση των δύο συγκεκριμένων δικονομικών προνοιών οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και σε «πρωτογενής αιτήσεις». Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από τον διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συνεπακόλουθα της κατάληξης αυτής, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης κρίνεται ανεδαφικός. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 Α.Α.Δ. 2523, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « «καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007: « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει από τη νομολογία ότι μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι συγκεκριμένες νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Η.Φ. ν. Χ.Χ. Πολ. Εφ. Ε58/23 ημερ. 10/06/2024. Με δεδομένο το αντικείμενο της διαδικασίας η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς είναι επιθυμητή. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να παραβλάψουν τα δικαιώματα των διαδίκων. Η υπό κρίση αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και μη λησμονώντας ότι η κυρίως Αίτηση αφορά αίτημα για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου ημερομηνίας 31/08/2021 μεταξύ των δύο εμπλεκομένων μερών. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων δικηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον η Αιτήτρια εταιρεία επιδιώκει να συμπληρώσει ηθελημένα κενά στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως Αίτηση και δεύτερον, κατά πόσο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί. Για τους σκοπούς της απόφασης το Δικαστήριο ανέγνωσε την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, Τεκμήριο 1 στην υπό κρίση αίτηση. Προκύπτει ότι αυτό που επιζητεί η Αιτήτρια εταιρεία είναι να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την απάντησή της ή και να διευκρινίσει τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του Λευτέρη Μουσαρρή, που συνοδεύει την Ένσταση στην κυρίως Αίτηση και εισηγούνται την από μέρους της Αιτήτριας απάτη και ή δόλο και ή παράλειψη προσκόμισης ουσιώδους μαρτυρίας κατά την Διαιτητική Διαδικασία, έτσι ώστε να αρθούν οποιεσδήποτε σκιές αφήνονται και να καταδειχθεί το ανυπόστατο των συγκεκριμένων ισχυρισμών. Παρόλο που το Δικαστήριο σε τέτοιους είδους αιτήσεις, ως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας ή της ορθότητας της απόφασης του Αλλοδαπού Δικαστηρίου και ασκεί μόνο εποπτικό έλεγχο, οι θέσεις που προβάλλονται από την Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία στην καταχωρηθείσα Ένσταση, αφήνουν σοβαρές αιχμές σε σχέση με την συμπεριφορά της Αιτήτριας εταιρείας στη διαδικασία της Διαιτησίας. Επιπρόσθετα, ο πρώτος λόγος Ένστασης, ως καταγράφεται στην παράγραφο 1 της καταχωρηθείσας Ένστασης στην κυρίως Αίτηση, αφορά το ότι η Διαιτητική απόφαση, της οποίας η αναγνώριση επιδιώκεται, «εκδόθηκε κατόπιν συνωμοσίας και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράλειψης προσκόμισης ουσιώδης μαρτυρίας η οποία οδήγησε εις την παραπλάνηση της Καθής η Αίτηση αλλά ... και συνεπώς η επίδικη Διαιτητική Απόφαση είναι άκυρη εξ υπαρχής και ή δεν δημιουργεί έννομα αποτελέσματα, και ή η οποιαδήποτε τυχόν έγκρισή της Αίτησης αντίκειται στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ή προσκρούει σε διατάξεις της Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας.». Ενόψει του ότι η Καθ΄ης η Αίτηση εντάσσει την ισχυριζόμενη συμπεριφορά της Αιτήτριας εντός των λόγων που περιορισμένα καθορίζονται για απόρριψη της αίτησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 31/08/2021, ως αυτοί παρατίθενται στο Άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 και του Ν.101/87, το Δικαστήριο θεωρεί ότι συντρέχει καλός λόγος για να απαντηθούν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Η Αιτήτρια εταιρεία οφείλει να θέσει τις θέσεις της, όσον αφορά ιδιαίτερα τον συγκεκριμένο ισχυρισμό περί απάτης και παραπλάνησης, στο Δικαστήριο αφού αυτό θα κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο η Διαιτητική Απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου ημερομηνίας 31/08/2021 δύναται να αναγνωριστεί, εγγραφεί και εκτελεστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια όφειλε να προβλέψει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί θα εγείρονταν από την πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει αφού σε σχέση με την συγκεκριμένη αίτηση ο οποιοσδήποτε αιτητής οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο αυτά που προβλέπονται στο Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D
(1995)1 Α.Α.Δ. 737). Καταλήγω ότι είναι δικαιολογημένη η παροχή άδειας για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, Τεκμήριο 1 στην υπό κρίση αίτηση, για τους ακόλουθους λόγους։ Πρώτον, δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε ενδιάμεση θεραπεία μονομερώς επομένως, δεν απαιτείται να επιδειχθεί από το Δικαστήριο εκείνη η αυστηρότητα που η νομολογία επιβάλλει όταν πρόκειται για αίτηση καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για διόρθωση ή συμπλήρωση του πραγματικού υπόβαθρου που είχε υπόψη του ένα Δικαστήριο το οποίο μονομερώς χορηγούσε ενδιάμεση θεραπεία στηριζόμενο στις αρχικές ένορκες δηλώσεις. Δεύτερον, η Αιτήτρια εταιρεία φέρει το βάρος να ανατρέψει τους ισχυρισμούς της Καθ΄ης η Αίτηση και θα πρέπει να της δοθεί από το Δικαστήριο λογική ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Λευτέρη Μουσαρρή, ο οποίος έθεσε θέματα απάτης και δόλου τα οποία χρίζουν απάντησης. Διαφορετικά, αν δεν δοθεί στην Αιτήτρια εταιρεία η ευκαιρία να απαντήσει, θα διατρέχει τον κίνδυνο να εκληφθεί από το Δικαστήριο η ανυπαρξία απάντησης εκ μέρους της ως αποδοχή από αυτήν των ισχυρισμών του Λευτέρη Μουσαρρή στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11/05/
- Πράγματι, το προσχέδιο Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του Andrey Poimtsev που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση φανερώνει την επιθυμία της Αιτήτριας να απαντήσει στα όσα ισχυρίζεται ο Λευτέρης Μουσαρρή για απάτη, ψευδείς παραστάσεις και παράλειψη προσκόμισης ουσιώδους μαρτυρίας και απέχει από την όποια διόρθωση και κάλυψη κενών που τυχόν υπάρχουν στην αρχική ένορκη δήλωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δικαιολογείται η παροχή άδειας στην Αιτήτρια εταιρεία να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, ως το προσχέδιο που επισυνάπτεται και συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Συνεπακόλουθα, δίδεται άδεια ως το αιτητικό Α της υπό κρίση αίτησης. Η προτιθέμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, Τεκμήριο 1, να καταχωρηθεί μέχρι 16/09/
- Τα έξοδα που προκλήθηκαν από την υπό κρίση αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο