Χ. ΞΕΝΗ & ΥΙΟΙ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 1929/2022, 28/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1929/2022 Μεταξύ:
- Χ. ΞΕΝΗ & ΥΙΟΙ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΞΕΝΑΚΗΣ ΞΕΝΗ Ενάγοντες και
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ
- ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ
- ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΖΑΠΙΤΗΣ
- ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- M.S.C. LATOUROS INVESTMENTS LTD
- RECYCLING POINT - LATOUROS & XENIS BROS LTD Εναγόμενοι Αίτηση Εναγόμενων 1-7/Αιτητών ημερομηνίας 21.12.2022 για ακύρωση διατάγματος έρευνας 28 Αυγούστου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1-7/ Αιτητές: κ. Λ. Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες 1 & 2/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Ανδρέου για Χατζηλοΐζου, Χατζηνικολάου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 7.9.2022 οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση»). Με την Κυρίως Αίτηση ζητούσαν την έκδοση διατάγματος έρευνας τύπου Anton Pilller, διατάγματος αποκάλυψης διαφόρων εγγράφων και πληροφοριών καθώς και διάφορα άλλα ενδιάμεσα διατάγματα. Στις 12.9.2022 το παρόν Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, εξέτασε την αίτηση και εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα έρευνας τύπου Anton Piller (στο εξής το «Διάταγμα Έρευνας») και το διάταγμα αποκάλυψης. Με το Διάταγμα Έρευνας διέταξε τους Καθ' ων η Αίτηση να επιτρέψουν την είσοδο στις εγκαταστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση, μιας ομάδας έρευνας αποτελούμενης από επιβλέπων δικηγόρο και άλλα πρόσωπα, ώστε να διεξάγουν έρευνα, να παραλάβουν, επιθεωρήσουν αντιγράψουν κτλ διάφορα έγγραφα, αρχεία και πληροφορίες που καταγράφονται στο Διάταγμα. Ακολούθως διατάζει την ομάδα έρευνας να παραδώσει αυτά στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για ασφαλή φύλαξη. Το Διάταγμα Έρευνας περιλαμβάνει και άλλες, επικουρικές της έρευνας, πρόνοιες. Παρενθετικά σημειώνω ότι πέραν του Διατάγματος Έρευνας και του διατάγματος αποκάλυψης, τα υπόλοιπα διατάγματα που οι Ενάγοντες αιτήθηκαν μονομερώς με την Κυρίως Αίτηση, δεν εκδόθηκαν αλλά δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της Κυρίως Αίτησης σε σχέση με εκείνα. Αναφορικά με το υπόβαθρο της παρούσας διαδικασίας, συνοπτικά αναφέρω ότι η Ενάγουσα 1 και η Εναγόμενη 5 είναι μέτοχοι κατά 49% και 51% αντίστοιχα στην Εναγόμενη 7 εταιρεία. Διευθυντές της Εναγόμενης 7 είναι ο Ενάγοντας 2, ο Εναγόμενος 1 και η θυγατέρα του, Εναγόμενη
- Ο Ενάγοντας 2 ελέγχει την Ενάγουσα
- Οι Εναγόμενες 5 και 6 είναι συνδεδεμένες εταιρείες και ανήκουν σε όμιλο εταιρειών που ελέγχεται από την εταιρεία Λατούρος. Η Εναγόμενη 3 είναι γραμματέας της Εναγόμενης 7 και διατηρεί τα λογιστικά βιβλία αυτής και, γενικότερα, του ομίλου Λατούρος. Ο Εναγόμενος 4 επίσης εργοδοτείται από τον όμιλο Λατουρός και είναι αναπληρωτής διευθυντής της Εναγόμενης 2 στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 5 εταιρεία κατέχει άδεια διαχείρισης αποβλήτων από το Υπουργείο Γεωργίας. Η Εναγόμενη 7 διαθέτει μονάδα ανακύκλωσης και έχει συμβληθεί με την Εναγόμενη 5 ώστε να διαχειρίζεται τα απόβλητα εκ μέρους της, σύμφωνα με την χορηγηθείσα άδεια. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι 1-6 ελέγχουν την διοίκηση της Εναγόμενης 7, την οποία ασκούν με τρόπο καταπιεστικό. Μέσω της πλειοψηφίας που διαθέτουν στο διοικητικό συμβούλιο και γενική συνέλευση, διαχειρίζονται τις υποθέσεις της Εναγόμενης 7 κατά τρόπο που δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εταιρείας αλλά τα οικονομικά συμφέροντα του ευρύτερου ομίλου και οικογένειας Λατούρος. Υποστηρίζουν ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνδράμουν, εις γνώση τους, σε αυτές τις ενέργειες μέσω των αρμοδιοτήτων τους στον όμιλο Λατούρος και την εμπλοκή τους στην Εναγόμενη 7 εταιρεία, ενώ οι Εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες χρησιμοποιούνται ως οχήματα για την πραγμάτωση των προθέσεων της πλευράς Λατούρος. Σημειώνεται ότι οι εγκαταστάσεις, γραφεία και μονάδα διαχείρισης αποβλήτων της Εναγόμενης 7 βρίσκονται σε ακίνητο της Εναγόμενης
- Μεταξύ άλλων, ο Εναγόμενος 2 παραπονείται ότι έχει ουσιαστικά αποκλειστεί από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 7 εταιρείας και ότι δεν έχει πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες τις οποίες δικαιούται και χρειάζεται για να έχει ορθή εικόνα των οικονομικών της εταιρείας. Παράλληλα, η Εναγόμενη 7 οφείλει μεγάλα χρηματικά ποσά στην Ενάγουσα 1 τα οποία, ένεκα της κακοδιαχείρισης που γίνεται από την πλειοψηφία, αδυνατεί να αποπληρώσει. Η πλευρά των Εναγόντων παραπονείται, μεταξύ άλλων, για εικονικές οικονομικές συναλλαγές, λογιστικές παρατυπίες (false accounting), πλαστά πρακτικά συνεδριών. Υποστηρίζουν επίσης οι Ενάγοντες ότι παρά τη συμφωνία συνεργασίας για σκοπούς της διαχείρισης αποβλήτων μεταξύ της Εναγόμενης 7 και Εναγόμενης 5, η οικογένεια Λατούρος, για να εξυπηρετήσει δικά της οικονομικά συμφέροντα, ενεργεί προς ζημιά της Εναγόμενης
- Όλα αυτά που διατείνεται η πλευρά των Εναγόντων, οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η αγωγή προωθείται και ως παράγωγη αγωγή, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 7 εταιρεία και προς προάσπιση των συμφερόντων της. Ήταν η θέση των Εναγόντων στην Κυρίως Αίτηση ότι η διεξαγωγή της έρευνας και παραλαβή εγγράφων, πληροφοριών και στοιχείων είναι απαραίτητη για να υπάρχει πλήρης εικόνα για την έκταση των ατασθαλιών, να ληφθούν πληροφορίες για την οικονομική διαχείριση της Εναγόμενης 7 εταιρείας, να διαφανεί η έκταση του αθέμιτου οφέλους των άλλων εμπλεκόμενων και, αντίστοιχα, η ζημιά που έχει υποστεί η εταιρεία. Ήταν επίσης η θέση τους ότι ο δόλιος τρόπος που ενεργούν οι εμπλεκόμενοι, η φύση των προθέσεων και ενεργειών τους, δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο να καταστρέψουν ενοχοποιητικά στοιχεία εάν λάβουν προγενέστερη γνώση για τη διεξαγωγή της έρευνας. Η δε παραλαβή είναι απαραίτητη για να διαφυλαχθεί η μαρτυρία. Αυτά σε σχέση με τη θέση των Εναγόντων στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης. Τα πιο πάνω είναι μόνο μια συνοπτική αναφορά σε όσα προηγήθηκαν που θεωρώ αναγκαία προς παρακολούθηση της παρούσας απόφασης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση περιλαμβάνει αναφορές σε διάφορα άλλα γεγονότα και έγγραφα. Θεωρώ όμως ότι δεν χρειάζεται να αναφέρω περισσότερα. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, εκδόθηκε το Διάταγμα Έρευνας και το διάταγμα αποκάλυψης, μονομερώς. Με την επίδοση του Διατάγματος Έρευνας, διεξήχθη η έρευνα στις εγκαταστάσεις των Καθ΄ων η Αίτηση, έχουν συλλεγεί, παραληφθεί, επιθεωρηθεί και ερευνηθεί έγγραφα και αρχεία. Μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου, με τη συγκατάθεση των Καθ΄ων η Αίτηση, έχει αντιγραφεί σε σκληρό δίσκο και δεν έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία των πληροφοριών που περιλαμβάνονται σε αυτόν, όμως είναι στην κατοχή της ομάδας έρευνας. Η θέση των Εναγόντων είναι ότι η καθυστέρηση στη ολοκλήρωση της επεξεργασίας οφείλεται στην πλευρά των Εναγόμενων. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω επί αυτού στο παρόν στάδιο. Οι Εναγόμενοι 1-7/Αιτητές, καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό του Διατάγματος Έρευνας, την επιστροφή όλου του υλικού που λήφθηκε από την ομάδα έρευνας, την απαγόρευση της χρήσης του υλικού αυτού από τους Ενάγοντες και άλλα επικουρικά διατάγματα. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ. 48 Θ.8
(4)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζονται για αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν την 1.9.2023). Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Αυτός αναφέρεται με λεπτομέρεια σε σωρεία γεγονότων και εγγράφων για να δείξει ότι η πλευρά των Εναγόντων απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο στην Κυρίων Αίτηση για να πετύχει την έκδοση του Διατάγματος Έρευνας. Υποστηρίζει επίσης ότι οι Ενάγοντες ενεργούν κακόπιστα και καταχρηστικά με σκοπό να χειραγωγήσουν καταστάσεις και να αναγκάσουν την πλευρά των Εναγόμενων να εξαγοράσει τις μετοχές που η Ενάγουσα 1 κατέχει στην Εναγόμενη 7 εταιρεία, σε ψηλότερη τιμή από την πραγματική αξία. Είναι επίσης η θέση του ότι το Διάταγμα Έρευνας πρέπει να ακυρωθεί γιατί δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση του, ότι κατά την έκδοση του Διατάγματος δεν τέθηκαν οι δέουσες ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα των Εναγόμενων και ότι το Διάταγμα Έρευνας πάσχει λόγω ασάφειας. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση έχουν εγείρει ένσταση στην παρούσα Αίτηση. Η δική τους θέση είναι ότι το Διάταγμα Έρευνας ορθώς εκδόθηκε, δεν έχει αποκαλυφθεί λόγος που να δικαιολογεί τον παραμερισμό του και καμία απόκρυψη γεγονότων υπήρξε από μέρους τους. Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι εξέτασα όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, περιλαμβανομένης της Αίτησης και της ένστασης, των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν, της Κυρίως Αίτησης και των αγορεύσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών. Έχω επίσης υπόψη μου το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Ξεκινώντας, δεν συμφωνώ με τους Εναγόμενους/Αιτητές ότι το Διάταγμα Έρευνας πάσχει λόγω αοριστίας. Στο Διάταγμα καταγράφονται οι πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα που αφορά. Δεν επισημάνθηκε μέσω της παρούσας Αίτησης κάποιο συγκεκριμένο μειονέκτημα στο λεκτικό που να το καθιστά έκδηλα ανεφάρμοστο. Ούτε μπορώ να δεχτώ ότι δεν τέθηκαν δέουσες δικλείδες ασφαλείας από το Δικαστήριο. Απλή ανάγνωση φανερώνει ότι έχουν τεθεί παράμετροι που έπρεπε να τηρηθούν κατά την εκτέλεση του Διατάγματος και τη διεξαγωγή της έρευνας καθώς και για τον περαιτέρω χειρισμό των διαφόρων πληροφοριών και εγγράφων που αυτό αφορά. Εξάλλου, δεν επισημάνθηκαν συγκεκριμένοι όροι από τους Εναγόμενους που θα έπρεπε να είχαν περιληφθεί στο Διάταγμα, ούτε αποκαλύφθηκε συγκεκριμένη ζημιά που υφίστανται ή θα υποστούν από παράλειψη, αοριστίες ή κενά στο Διάταγμα. Προχωρώ στην εξέταση της Δ. 48 Θ.8
(4)των Θεσμών στην οποία βασίζεται η παρούσα Αίτηση. Αυτή η διάταξη δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να παραμερίσει ή τροποποιήσει διάταγμα που εξέδωσε μονομερώς κατόπιν αίτησης προσώπου που επηρεάζεται από αυτό. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι: «Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» Το Δικαστήριο, αποφασίζοντας κατά πόσο θα επέμβει παραμερίζοντας ή τροποποιώντας προηγούμενο διάταγμα που εξέδωσε, πρέπει να ενεργεί εντός των παραμέτρων που έχει καθορίσει η νομολογία τόσο σε σχέση με τη γενική εξουσία που παρέχεται από τη Δ. 48 Θ.8
(4)αλλά και με γνώμονα τις ειδικές συνθήκες και φύση του επίδικου Διατάγματος που είναι το αντικείμενο εξέτασης. Συνεπώς, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.48 Θ. 8
(4)το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του και δεν αναθεωρεί ούτε επανεξετάσει την ορθότητα ή νομιμότητα της προηγούμενης του απόφασης. Η εξουσία του περιορίζεται στο να εξετάσει εάν η μαρτυρία και νέα δεδομένα που αποκαλύπτονται μέσω της Αίτησης, διαφοροποιούν ουσιωδώς τα στοιχεία που είχε ενώπιον του και στα οποία βασίστηκε για να εκδώσει μονομερώς το διάταγμα[1]. Διατάγματα έρευνας, τύπου Anton Piller όπως το εδώ επίδικο, είναι ιδιαίτερης φύσης. Σε αντίθεση με διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς στη βάση του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, διατάγματα έρευνας τύπου Anton Piller δεν παρέχουν στους επηρεαζόμενους τη δυνατότητα να ειδοποιηθούν πριν αυτά οριστικοποιηθούν. Οι επηρεαζόμενοι ενημερώνονται για την έκδοση του διατάγματος έρευνας ταυτόχρονα με την εκτέλεση του. Κεντρικό ζήτημα που εγείρεται με την παρούσα Αίτηση είναι κατά πόσο ένα διάταγμα έρευνας τύπου Anton Piller μπορεί να παραμεριστεί όταν έχει ήδη εκτελεστεί. Δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία που να διαφωτίζει. Όμως σχετική είναι η Αγγλική απόφαση WEA Records Ltd v Visions Channel 4 Ltd and others [1983] 2 All ER
- Στην υπόθεση εκείνη εγέρθηκε και εξετάστηκε αντίστοιχο ζήτημα. Εκεί, το Αγγλικό πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση μονομερούς αίτησης, εξέδωσε διάταγμα έρευνας εναντίον εναγόμενων. Το διάταγμα επιδόθηκε και εκτελέστηκε. Ακολούθως, κάποιοι από τους εναγόμενους καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό του μονομερούς διατάγματος έρευνας υποστηρίζοντας ότι λανθασμένα εκδόθηκε. Ζητούσαν επίσης την επιστροφή των αντικειμένων που είχαν παραληφθεί κατά την εκτέλεση του διατάγματος. Όταν δεν ικανοποιήθηκαν πρωτόδικα, αποτάθηκαν στο Αγγλικό Εφετείο. Το Αγγλικό Εφετείο στην ομόφωνη απόφαση του επισήμανε ότι δεν νοείται ακύρωση διαταγμάτων έρευνας τα οποία έχουν εκτελεστεί. Σε περίπτωση που οι εναγόμενων ζημιώθηκαν από την έκδοση ή εκτέλεση του διατάγματος, τότε το διαθέσιμο διάβημα είναι η διεκδίκηση αποζημίωσης έναντι της εγγύησης που είχαν παράσχει οι ενάγοντες κατά την έκδοση του. Όπως το έθεσε ο Δικαστής Sir John Donaldson MR στην απόφαση του: «In the instant case the Anton Piller order is spent in the sense that it has been executed. However, the defendants seek to go back to the beginning of the action saying that, regardless of whether the fruits of the order are such as to show that it was abundantly justified, the judge had insufficient material to justify his action at the ex parte stage. They therefore invite us to set the ex parte order aside and to order the return of the affidavits to the two personal defendants and the seized material to the defendants' solicitors. I regard this as wholly absurd. The courts are concerned with the administration of justice, not with playing a game of snakes and ladders. If it were now clear that the defendants had suffered any injustice by the making of the order, taking account of all relevant evidence including the affidavits of the personal defendants and the fruits of the search, the defendants would have their remedy in the counter-undertaking as to damages.» Ο Dunn L.J., υιοθετώντας το σκεπτικό του Sir Donaldson MR, πρόσθεσε ότι η μόνη βάση για παραμερισμό του διατάγματος έρευνας μετά την έκδοση και εκτέλεση του είναι εάν καταδειχθεί ότι είχε εξασφαλιστεί κακόπιστα ή συνεπεία απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Ανέφερε συγκεκριμένα: «.the court looks at the reality of the situation, including any evidence filed or statement made by counsel by way of admissions after the execution of the Anton Piller order. If consequent on the grant of the Anton Piller order the evidence shows that the order was in fact justified, then the fact that the evidence before the judge was not as strong as it ultimately became does not in my view provide a ground for challenging the order itself. It does not of course affect the situation if the order was obtained mala fide or by some material non-disclosure, but neither of those matters are alleged in this case, and I too would dismiss the appeal for the reasons given by Sir John Donaldson MR.» Με τη σειρά του, ο Purchas L.J. συμφώνησε ότι όταν ένα διάταγμα έρευνας εκτελεστεί τότε δεν χωρεί παραμερισμός του. Το διαθέσιμο διάβημα σε πρόσωπο που έχει υποστεί ζημιά συνεπεία της εκτέλεσης του είναι να εγείρει αξίωση προς αποζημίωση στη βάση της εγγύησης υπό την οποία εκδόθηκε το διάταγμα. Ανέφερε τα εξής: «By 3 February 1983 the ex parte order against which this appeal is brought had been executed and had expired... For my part I doubt that on an application to set aside an ex parte order which has become entirely spent, even if made to the court which made that order, let alone by way of appeal, the party against whom the order had been made can succeed save only in those very exceptional circumstances to which Sir John Donaldson MR and Dunn LJ have referred.» Η ίδια προσέγγιση, ότι δηλαδή δεν χωρεί παραμερισμός διατάγματος έρευνας μετά που αυτό έχει εκτελεστεί, ακολουθήθηκε και σε άλλες Αγγλικές αποφάσεις. Παραπέμπω ενδεικτικά στην Shlaimoun & Anor v Mining Technologies International [2011] EWHC 3278 (QB). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε διάταγμα έρευνας παρόμοιου τύπου με διάταγμα Anton Piller. Επανέρχομαι στην προκείμενη περίπτωση. Όπως ανέφερα, το Διάταγμα Έρευνας έχει επιδοθεί, η έρευνα στις εγκαταστάσεις των καθ' ων η αίτηση έχει διεξαχθεί και το υλικό έχει παραληφθεί. Εκκρεμεί η επεξεργασία κάποιου υλικού που βρίσκεται σε σκληρό δίσκο που κατέχει η ομάδα έρευνας όμως ο άμεσος σκοπός του Διατάγματος που είναι η έρευνα και διαφύλαξη/παραλαβή του υλικού που είναι το αντικείμενο της έρευνας (search and seize), από τα ενώπιον μου στοιχεία, φαίνεται να έχει επιτευχθεί. Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι επί του παρόντος να εξετάσω εάν καθυστέρηση στην επεξεργασία του σκληρού δίσκου οφείλεται στους Εναγόμενους καθώς και στις ενδεχόμενες επιπτώσεις εάν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο. Συνεπώς η παρούσα Αίτηση με την οποία ζητείται ο παραμερισμός του Διατάγματος είναι άνευ αντικειμένου. Εφόσον η έρευνα και παραλαβή του υλικού έχει διεξαχθεί, τα γεγονότα αυτά δεν μπορούν να ακυρωθούν ή διαγραφούν. Εάν στην πορεία διαφανεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί κάποια ζημιά από την λανθασμένη έκδοση ή εκτέλεση του Διατάγματος τότε η διαθέσιμη θεραπεία είναι η διεκδίκηση αποζημίωσης στη βάση της εγγύησης που χορηγήθηκε από τους Ενάγοντες κατά την έκδοση του. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, θεωρώ ορθό να σημειώσω και τα εξής. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, η οποία εκτείνεται σε 80 σελίδες, παρατίθεται μεγάλος όγκος πληροφοριών. Παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα και την ερμηνεία τους. Μεταξύ άλλων, ο Εναγόμενος 1 ουσιαστικά υποστηρίζει ότι για να βοηθήσει οικονομικά και επαγγελματικά τον Ενάγοντα 2, δέχτηκε να προχωρήσει στη σύσταση της Εναγόμενης 7 εταιρείας. Δέχτηκε επίσης όπως το 49% του μετοχικού κεφαλαίου στην Εναγόμενη 7 παραχωρηθεί στην Ενάγουσα 1 και όπως ο Ενάγοντας 2 διοριστεί διευθυντής στο διοικητικό συμβούλιο μαζί με τον ίδιο και τη θυγατέρα. Είναι η θέση του ότι η συνεισφορά της πλευράς των Εναγόντων, τόσο οικονομικά όσο και επιχειρηματικά είναι υποδεέστερη της δικής του πλευράς, ότι ο Ενάγοντας 2 δεν διέθετε τις γνώσεις ή ικανότητες να συμμετάσχει αποτελεσματικά στη διοίκηση της Εναγόμενης
- Αρνείται ότι υπήρξε κακοδιαχείριση, αρνείται ότι ο Ενάγοντας 2 εμποδιζόταν να συμμετάσχει στη διοίκηση και να λαμβάνει πληροφορίες. Υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας 2 είναι εκείνος που δραστηριοποιείται ανταγωνιστικά και ενάντια των συμφερόντων της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με τη δική του αντίληψη, ο λόγος που προωθείται η παρούσα αγωγή είναι διότι η πλευρά των Εναγόντων αθέμιτα και κακόπιστα προσπαθεί να «αναγκάσει» την πλευρά του, να εξαγοράσει τις μετοχές των Εναγόντων στην Εναγόμενη 7 εταιρεία σε παράλογα αυξημένη τιμή η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη 7 αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας, δεν είναι κερδοφόρα και η αξία της είναι μηδενική. Στην ένσταση που έχουν εγείρει οι Ενάγοντες, ο Ενάγων 2 εκφράζει τη διαφωνία του με τα πιο πάνω. Διαφωνεί ότι απέκρυψε γεγονότα στην Κυρίως Αίτηση. Χαρακτηρίζει κάποια από τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο Εναγόμενος 1 ως ψευδή και δημιουργήματα. Για τα υπόλοιπα αναφέρει ότι πρόκειται για ζητήματα που και ο ίδιος είχε περιλάβει στην αρχική του ένορκη δήλωση για σκοπούς της Κυρίως Αίτησης. Είναι η θέση του ότι ο Εναγόμενος 1 παρερμηνεύει και παραπλανεί και εξηγεί τους λόγους γιατί η δική του εκδοχή είναι εκείνη που αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Ως προς τον ισχυρισμό ότι υπήρξε απόκρυψη, σημειώνω πως η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας[2]. Ένα από τα αξιώματα της επιείκειας είναι ότι όποιος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον αυτό εμπεριέχει την υποχρέωση στον εκάστοτε αιτητή να αποκαλύπτει πλήρως και ειλικρινά όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση, είτε είναι υπέρ του είτε εναντίον του, τα οποία ενδεχομένως να επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Διάδικος που αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, οφείλει να αποκαλύψει όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[3] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Εξέτασα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 1 σχετικά με αυτό το ζήτημα και όσα αναφέρονται στη αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων. Εξέτασα και τις θέσεις της άλλης πλευράς. Κρίνω, για τους λόγους που θα εξηγήσω, ότι διαφωνώ πως υπάρχει ουσιώδης απόκρυψη από πλευράς των Εναγόντων. Στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης, ο Ενάγοντας 2 αναφέρθηκε σε διάφορα γεγονότα και δεδομένα και παρουσίασε τη δική του εκδοχή και ερμηνεία για τα γεγονότα αυτά. Στην παρούσα Αίτηση, ο Εναγόμενος προσέφερε τη δική του εκδοχή και ερμηνεία για τα γεγονότα εκείνα και αναφέρεται και σε πολλά άλλα. Τα επιπρόσθετα γεγονότα που παρουσίασε δεν διαφοροποιούν ουσιωδώς την αρχική εικόνα. Η αρχική εικόνα που δημιουργήθηκε είναι ότι ο μέτοχος μειοψηφίας παραπονείται για καταπιεστική συμπεριφορά από την άλλη πλευρά που ελέγχει τη διοίκηση, τα οικονομικά και τις υποθέσεις της Εναγόμενης 7 εταιρείας προς ζημιά της εταιρείας και για δικό τους όφελος. Μέσω της Αίτησης επιβεβαιώθηκε ότι υπάρχουν διαφωνίες για επιχειρηματικά, διοικητικά, οικονομικά ζητήματα. Διαφάνηκε επίσης ότι η οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 7 εταιρίας είναι δυσμενής, παρά τις αντίθετες αρχικές προβλέψεις και επιδιώξεις. Κάποιες επιχειρηματικές αποφάσεις και συνεργασίες της Εναγόμενης 5 για τις οποίες παραπονούνται οι Ενάγοντες ότι είναι παραδείγματα της καταπιεστικής διοίκησης της Εναγόμενης 7, δεν τις αρνούνται οι Εναγόμενοι (παρότι διαφωνούν ότι συνιστούν καταπίεση). Η παρούσα Αίτηση δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί ποια από τις διιστάμενες εκδοχές για διάφορα γεγονότα είναι η αληθινή. Ούτε είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστούν προθέσεις, επιδιώξεις, κίνητρα, δικαιώματα και υποχρεώσεις των εμπλεκόμενων. Αυτό στο οποίο εστιάζω είναι κατά πόσο μέσω της Αίτησης διαφοροποιείται ουσιαστικά η εικόνα που οδήγησε στην έκδοση του Διατάγματος Έρευνας. Επί αυτού του ερωτήματος, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων κρίνω ότι δεν ανατρέπεται η αρχική διαπίστωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για την έκδοση Anton Piller order. Δηλαδή υπάρχει μαρτυρία εναντίον των Εναγόμενων, υπάρχει το ενδεχόμενο να προκληθεί σοβαρή ζημιά από την ισχυριζόμενη συμπεριφορά, τα στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενο του Διατάγματος Έρευνας ήταν στην κατοχή των Εναγόμενων 1-6 και ενόψει της φύσης των αξιώσεων υπάρχει πραγματική πιθανότητα καταστροφής των στοιχείων εάν είχαν λάβει προηγουμένως γνώση του Διατάγματος Έρευνας[4]. Ούτε ανατρέπεται η διαπίστωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Τέλος δεν διαπιστώνω έκδηλη κακοπιστία ή καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους των Εναγόντων. Σαφώς οι δύο πλευρές διαφωνούν για τις προθέσεις και κίνητρα ή μια της άλλης. Όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα. Καταληκτικά, για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης, σημειώνω ότι οι Ενάγοντες προωθούν την αγωγή και ως παράγωγη αγωγή υπέρ της Εναγόμενης
- Ενόψει αυτού κρίνω ορθό να μην επιδικάσω έξοδα εναντίον της και έτσι, σε σχέση με την Εναγόμενη 7, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Αναφορικά με τους υπόλοιπους Εναγόμενους 1-6/Αιτητές, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον τους, αλληλέγγυα και ξεχωριστά, και υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική η Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν Μακρίδη
(2012)1 ΑΑΔ 1218 [2] Σχετική η Γιαβρή Στέλλα και Άλλη ν. Σταύρου Πάσιου
(2004)1 ΑΑΔ 125 [3] Konamaneni v Rolls Royce Industrial Power (India) Ltd [2002] 1 WLR 1269 [4] Γρηγοριάδης Νεόφυτος κ.α.
(2013)1 AAD 1247 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο