← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1409/2019, 27/8/2024

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1409/2019, 27/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Αρ. Αγωγής: 1409/2019 Μεταξύ:

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α. Ενάγοντες και
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
  3. ΜΑΡΙΟΣ ΣΟΥΠΑΣΙΗΣ
  4. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ
  5. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΟΥ
  6. ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΩΣΗΦ
  7. ΗΡΑΚΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
  8. ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΛΤΕΖΟΣ
  9. ΑΡΗΣ ΠΑΤΟΥΝΑΣ
  10. ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ Εναγόμενοι 27 Αυγούστου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Χατζηιωάννου δια Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σια Για Εναγόμενους: κ. Βαλιαντής με κα Παρασκευά δια Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ επί προδικαστικών ενστάσεων Εναγόμενων Η παρούσα αγωγή εγείρεται από 102 συνολικά πρόσωπα, πρώην υπάλληλους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου»). Οι Ενάγοντες είχαν αφυπηρετήσει περί τον Αύγουστο 2013 στη βάση σχεδίου εθελούσιας αποχώρησης. Μέχρι την αφυπηρέτηση τους, οι Ενάγοντες ήταν μέλη του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Τραπέζης Κύπρου (στο εξής το «Ταμείο Προνοίας»). Το Ταμείο Προνοίας τέθηκε υπό εκκαθάριση με απόφαση της γενικής συνέλευσης στις 29.8.
  11. Οι Ενάγοντες δεν συμμετείχαν στην εν λόγω γενική συνέλευση γιατί είχαν ήδη αφυπηρετήσει. Με την αφυπηρέτηση τους, οι Ενάγοντες δεν έλαβαν όλα τα ποσά που δικαιούνταν από το Ταμείο Προνοίας. Έκαστος έλαβε μόνο ποσοστό 52,5% του συνολικού ποσού που δικαιούτο. Μέσω της παρούσας αγωγής, ο κάθε ένας διεκδικεί το υπόλοιπο 47,5% του ποσού που δικαιούτο από το Ταμείο Προνοίας, ως ζημία που έχει υποστεί ένεκα όσων καταλογίζουν στους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι είναι τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούσαν τη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου Προνοίας και, μετά που αυτό τέθηκε σε εκκαθάριση, συνέχισαν ως Διαχειριστική Επιτροπή για την εκκαθάριση. Ταυτόχρονα ήταν και μέλη του Ταμείου Προνοίας. Οι Ενάγοντες (πλην του Ενάγοντα αρ. 70), μαζί με άλλα πρόσωπα, ήγειραν τις αιτήσεις 950/2013, 12/2014, 152/2014, 613/2014 και 48/2015 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Οι αιτήσεις εκείνες στρέφονταν εναντίον του Ταμείου Προνοίας (και όχι των εδώ Εναγόμενων) και μέσω αυτών οι αιτητές ζητούσαν το υπόλοιπο 47,5% των δικαιωμάτων τους από το Ταμείο Προνοίας. Η αίτηση 12/2014 και οι αιτήσεις 950/2013, 152/2014, 613/2014 και 48/2015 που συνεκδικάστηκαν έχουν απορριφθεί με αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 31.1.2018 και 5.11.2021 αντίστοιχα. Οι αποφάσεις έχουν εφεσιβληθεί και οι εφέσεις εκκρεμούν. Τα πιο πάνω συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτό προκύπτει από τα δικόγραφα αλλά και από τις δηλώσεις των συνηγόρων που περιλαμβάνονται σε γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν για σκοπούς της παρούσας (και προηγούμενης αίτησης που εκδικάστηκε στα πλαίσια της αγωγής). Είναι γεγονότα που προκύπτουν επίσης από έγγραφα που παρουσιάστηκαν από κοινού και κατέστησαν παραδεκτά για σκοπούς απόφασης των προδικαστικών ενστάσεων. Συγκεκριμένα, κατατέθηκαν ως παραδεκτά, αντίγραφα των αιτήσεων 950/2013, 12/2014, 152/2014, 613/2014, 48/2015 του Δικαστηρίου Εργατικών διαφορών μαζί με τα έγγραφα εμφάνισης των αιτήσεων αυτών και τις αποφάσεις εκείνου του Δικαστηρίου στις αιτήσεις 12/2014 και στις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις 950/2013, 152/2014, 613/2014 και 48/
  12. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής, είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού του Ταμείου Προνοίας, κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και εκ του νόμου υποχρεώσεων τους, με απάτη και ψευδείς παραστάσεις, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την ως άνω ζημιά στους Ενάγοντες. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι εγείρουν 7 προδικαστικές ενστάσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν τα εξής: 1 Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής γιατί αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει για την επίδικη διαφορά έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Σημειώνουν ότι οι αιτήσεις που είχαν καταχωρηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στρέφονταν μόνο εναντίον του Ταμείου Προνοίας αλλά εκείνο το Δικαστήριο ήταν αποκλειστικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τις αξιώσεις που εγείρονται στην παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγόμενων. 2 Η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και καταστρατηγεί την αρχή του δεδικασμένου αφού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει ήδη αποφασίσει τις ενώπιον του αιτήσεις που βασίζονταν στα ίδια νομικά και πραγματικά σημεία. 3 Η αγωγή συνιστά καταστρατήγηση νομοθετικών διατάξεων διότι επιδιώκεται μέσω αυτής να εκδικαστούν εκ νέου τα ζητήματα που εγέρθηκαν στις αιτήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. 4 Η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων. 5 Η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αντιβαίνουσα την αρχή του δεδικασμένου και λόγω καταστρατήγησης των νομοθετικών διατάξεων. Σε αυτή την προδικαστική ένσταση, οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι οι αιτήσεις 613/2014 και 48/2015 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (που είχαν καταχωρήσει οι εδώ Ενάγοντες υπ΄ αριθμό 32, 81 και 84 καθώς και οι Ενάγοντες υπ΄ αριθμό 3, 4, 41, 47, 77 και 96 αντίστοιχα) κρίθηκαν εκπρόθεσμες από εκείνο το Δικαστήριο και αναστάλθηκαν. 6 Το δικαίωμα του Ενάγοντα υπ' αριθμό 70 έχει παραγραφεί. Αυτό διότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας οποιαδήποτε αίτηση στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εντός 12 μηνών από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος. 7 Το αγώγιμο δικαίωμα όλων των Εναγόντων έχει παραγραφεί. Με προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αποφασίστηκε όπως οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγόμενων προδικαστούν και αυτό είναι το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι έχω μελετήσει το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, τις αγορεύσεις των συνηγόρων (γραπτές και προφορικές) καθώς και τη νομολογία στην οποία με έχουν παραπέμψει. Παρότι απαριθμούνται 7 προδικαστικές ενστάσεις, αυτές είναι αλληλένδετες και κεντρικό σημείο αναφοράς είναι το ερώτημα κατά πόσο η επίδικη διαφορά εμπίπτει στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου ή εάν καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Εάν το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο τότε παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι δεν ενάγονται ως η διαχειριστική επιτροπή του Ταμείου Προνοίας αλλά υπό την προσωπική τους ιδιότητα, για δόλο, απάτη, παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Είναι επίσης η θέση τους ότι τα γεγονότα στα οποία οι Ενάγοντες στηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή περιήλθαν σε γνώση τους κατά την εκδίκαση των αιτήσεων τους στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και, συνεπώς, οι εδώ αξιώσεις δεν θα μπορούσαν να είχαν περιληφθεί στις αιτήσεις εκείνες. Όπως καθορίζει η νομολογία, η βάση στην οποία κρίνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί[1]. Σύμφωνα με το άρθρο 21

(1)του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο Ν.8/1967: 12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν[2] του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: .(β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων.» (υπογράμμιση δική μου) Η λειτουργία του Ταμείου Προνοίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, ρυθμιζόταν από τον περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμο Ν. 208(I)/
  1. Σημειώνω ότι ο Νόμος εκείνος έχει πλέον καταργηθεί από τον περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμο 10(I)/
  2. Όμως κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ήταν σε ισχύ. Τα θέσμια καθήκοντα και το καθήκον επιμέλειας που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπείχαν έναντι τους οι Εναγόμενοι πηγάζουν από τις πρόνοιες του Ν. 208(Ι)/
  3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 208(Ι)/2012: «32.-
(1)Με την επιφύλαξη του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κάθε διαφορά εγειρόμενη συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου μεταξύ μέλους ή δικαιούχου και Ταμείου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.
(2)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται δικαιοδοσία όπως επιλαμβάνεται οποιασδήποτε διαφοράς κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(3), ανεξάρτητα από το αν τα γεγονότα ή οι περιστάσεις της διαφοράς συνιστούν αδίκημα δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται εξουσία όπως, κατά την απόλυτη κρίση του Προέδρου του, επιληφθεί εκ νέου οποιασδήποτε υπόθεσης ή αναθεωρήσει οποιαδήποτε απόφασή του επί οποιασδήποτε διαφοράς οποτεδήποτε, αν τούτο θεωρηθεί από τον Πρόεδρο ως ορθό και δίκαιο.» (υπογράμμιση δική μου) Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν. 208(Ι)/2012, που αφορά τις αρμοδιότητες της διαχειριστικής επιτροπής ενός ταμείου προνοίας: 19.-
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή κάθε Ταμείου επιμελείται των υποθέσεών του και το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως.
(2)Η έκταση της εξουσίας της Διαχειριστικής Επιτροπής προσδιορίζεται από τους κανόνες λειτουργίας του Ταμείου, ο δε προσδιορισμός αυτός ισχύει και έναντι τρίτου. Η εξουσία αυτής εν αμφιβολία εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη.
(3)Δικαιοπραξία η οποία επιχειρείται από τη Διαχειριστική Επιτροπή Ταμείου εντός των ορίων της εξουσίας της δεσμεύει το Ταμείο αυτό.
(4)Το Ταμείο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτά καθηκόντων και συνεπάγεται υποχρέωση αποζημίωσης. Επιπλέον, ευθύνεται εξ ολοκλήρου και το υπαίτιο πρόσωπο, μαζί και ξεχωριστά με το Ταμείο.» (υπογράμμιση δική μου) Δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 19
(4)πιο πάνω, ο νομοθέτης έχει προβλέψει ότι το Ταμείο ευθύνεται να αποζημιώσει για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν (μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η διαχειριστική επιτροπή). Παράλληλα όμως αναγνωρίζει ότι τα πρόσωπα που αποτελούν τα αντιπροσωπευτικά όργανα του Ταμείου δυνατό να υπέχουν και προσωπική ευθύνη. Σε τέτοια περίπτωση, το Ταμείο ευθύνεται μαζί και ξεχωριστά με το υπαίτιο πρόσωπο. Καθοριστικής σημασίας είναι η φύση και ουσία της απαίτησης που οι Ενάγοντες εγείρουν εναντίον των Εναγόμενων και ειδικότερα κατά πόσο αφορά πράξεις ή παραλείψεις «κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων». Χωρίς αμφιβολία, τα παράπονα των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων στην αγωγή απορρέουν από ισχυριζόμενες πράξεις ή παραλείψεις στα πλαίσια των καθηκόντων τους ως μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του Ταμείου Προνοίας. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο έπρεπε οι αξιώσεις εναντίον των Εναγόμενων να εγερθούν στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η απάντηση δίδεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου ν Κυπριακές Αερογραμμές, Πολιτική Έφεση 225/2012, ημερομηνίας 6.12.
  1. Εκεί η ενάγουσα, αφού απέτυχε απαίτηση της για αποζημίωση για παράνομη απόλυση και συναφείς αξιώσεις στα πλαίσια αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ήγειρε αγωγή για τα ίδια ποσά στο Επαρχιακό Δικαστήριο επικαλούμενη αδικαιολόγητο πλουτισμό, παράνομη ιδιοποίηση και άλλες βάσεις αγωγής που δεν είχαν περιληφθεί στην πρώτη διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου επί τούτου, κατέληξε ότι: «.δεν έχει σημασία πως ονομάζεται από την εφεσείουσα η αξίωση της (παράνομη ιδιοποίηση ή αδικαιολόγητος πλουτισμός). Σημασία έχει η δυνατότητα ένταξης της στην πρώτη διαδικασία [ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών].» Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση. Τα γεγονότα από τα οποία προκύπτουν οι αξιώσεις αφορούν τη μη πληρωμή των δικαιωμάτων των Εναγόντων από το Ταμείο Προνοίας στο ακέραιο μετά τα μέτρα εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου και τη διάλυση του Ταμείου Προνοίας. Η θεραπεία που επιδιώκουν είναι η αποζημίωση τους για το υπόλοιπο 47,5% του Ταμείου Προνοίας που δεν τους πληρώθηκε. Όπως οι Ενάγοντες δηλώνουν στην Έκθεση Απαίτηση τους (παράγραφος 5): «Η ζημιά ενός εκάστου είναι το ποσό που δεν έλαβαν από το ποσό που δικαιούντο να λάβουν κατά την αφυπηρέτηση τους από το Ταμείο με βάση τις προσωπικές τους μερίδες. Ποσό ζημίας και απαίτησης = συνολικό ποσό δικαιωμάτων μείον ποσό που κατεβλήθη από το Ταμείο.» Και μετέπειτα, στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι: «Οι Ενάγοντες προσθέτουν ότι μαζί με άλλους ήγειραν τις αιτήσεις αρ. 950/13, 12/14, 152/14, 613/14 και 48/15 Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εναντίον του Ταμείου απαιτώντας το υπόλοιπο των ωφελημάτων ως ο Πίνακας. Οποιαδήποτε είσπραξη έναντι των απαιτήσεων γίνει σε εκείνες τις απαιτήσεις θα πρέπει να αφαιρεθεί και από τις απαιτήσεις ενός εκάστου στην παρούσα υπόθεση αφού θα μειώνει τη ζημιά των εναγόντων.» Εξετάζοντας τις λεπτομέρειες αμέλειας, απάτης, παράβασης θέσμιου καθήκοντος, ως δικογραφούνται, διαπιστώνω ότι δεν αφορούν τους Εναγόμενους υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Δηλαδή παρότι στον τίτλο της αγωγής ως εναγόμενοι κατονομάζονται τα φυσικά πρόσωπα, εντούτοις στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης δεν αποδίδεται σε κάθε Εναγόμενο, ως μεμονωμένο φυσικό πρόσωπο, κάποια πράξη ή παράλειψη. Όλες οι ενέργειες και παραλείψεις που τους αποδίδονται, αφορούν όλους μαζί, ως σώμα που ενεργούσε συλλογικά, υπό την ιδιότητα τους ως τα πρόσωπα που συναποτελούσαν τη διαχειριστική επιτροπή του Ταμείου Προνοίας. Παράλληλα, η απαίτηση προϋποθέτει την ιδιότητα των Εναγόμενων ως τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του Ταμείου Προνοίας, δηλαδή του σώματος που ασκεί εκτελεστικά καθήκοντα και μέσω του οποίου το Ταμείο Προνοίας ενεργεί. Επιπρόσθετα, από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, προκύπτει ότι η απαίτηση εδράζεται στην ιδιότητα των Εναγόντων ως μέλη και δικαιούχοι του Ταμείου Προνοίας και τα ποσά που αξιώνουν είναι απόρροια αυτής της ιδιότητας. Το δικαίωμα των Εναγόντων να εγείρουν αξιώσεις για δόλο, απάτη, αμέλεια, είναι απόρροια των πιο πάνω ιδιοτήτων των εμπλεκομένων. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει μεταξύ ταμείου προνοίας και μέλους αυτού. Η αποκλειστική αυτή δικαιοδοσία επεκτείνεται σε κάθε αδικοπραξία, πράξη ή παράλειψη οργάνου που το αντιπροσωπεύει και καλύπτει αδικοπραξίες, επιμέρους, υπαίτιων προσώπων που ενεργούν για τα όργανα αυτά, περιλαμβανομένης της διαχειριστικής επιτροπής. Αυτή είναι, θεωρώ, η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 208(Ι)/2012 και που αντικατοπτρίζει ορθά την πρόθεση του νομοθέτη. Προσθέτω ότι έχω εξετάσει την απόφαση ημερομηνίας 30.11.2020 της έντιμης κας Εφραίμ ΠΕΔ (ως ήταν τότε) στην αγωγή 3238/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Ηλιάδη ν Ταμείου Προνοίας Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α. Η αγωγή εκείνη στρεφόταν εναντίον τόσο του Ταμείου Προνοίας όσο και εναντίον της διαχειριστικής επιτροπής του Ταμείου αλλά και προσωπικά εναντίον κάθε ενός από τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής. Ο ενάγοντας, εργοδοτούμενος της Τράπεζας Κύπρου, αξίωνε απόφαση για το ποσό που δικαιούτο από το Ταμείο Προνοίας και το οποίο δεν έλαβε στο σύνολο του συνεπεία των μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου που λήφθηκαν το
  2. Διεκδικούσε το ποσό αυτό, μεταξύ άλλων, ως απόρροια της εργοδότησης του, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παράνομης οικειοποίησης, αμέλειας, δόλου, απάτης, παράβασης θέσμιου καθήκοντος κτλ. Εγέρθηκε και στην αγωγή εκείνη από πλευράς των Εναγόμενων ζήτημα αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς. Η έντιμη κα Εφραίμ, στην απόφαση της, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Μέσα από την ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία εκτίθεται συνοπτικά ανωτέρω, είναι διάχυτη η αναφορά στο ότι η ιδιότητα των διαδίκων, το ύψος και ο τρόπος καθορισμού του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού και η βάση της αξίωσης αυτού παραπέμπουν στη σχέση του Ενάγοντος με το Εναγόμενο 1 Ταμείο στη βάση της οποίας ο Ενάγων απαιτεί το εν λόγω ποσό. Με άλλα λόγια, η απαίτηση για τον εν λόγω ποσό πηγάζει εξ ολοκλήρου από την ιδιότητα του Ενάγοντος ως μέλους του Εναγόμενου 1 [ταμείου προνοίας] και το δικαίωμα του στο εν λόγω ποσό βασίζεται σε αυτή την ιδιότητα του. για την τρίτη αξίωση για αποζημιώσεις για δόλο και /ή απάτη κλπ και για την τέταρτη διαφαίνεται ότι και αυτές πηγάζουν από την ίδια σχέση και την ίδια βάση εφόσον το ουσιαστικό υπόβαθρο τους είναι η άρνηση και ή παράλειψη των Εναγόμενων να καταβάλουν το εν λόγω ποσό στον Ενάγοντα.. Το γεγονός ότι αποδίδεται στους Εναγόμενους δόλος και ή απάτη και ή οικειοποίηση δεν διαφοροποιεί τη φύση της απαίτησης του Ενάγοντος και τη βάση της Αγωγής του και τούτο καθότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, διαφαίνεται ότι οι αποδιδόμενες στους Εναγόμενους τέτοιες ενέργειες προκύπτουν λόγω της ιδιότητας των Εναγόμενων και της άρνησης τους να καταβάλουν το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό στον Ενάγοντα.. Από την εν λόγω απόφαση [Κακοφεγγίτου (ανωτέρω)] προκύπτει ότι δεν έχει σημασία η ονομασία και ο τρόπος παρουσίασης της απαίτησης αλλά η φύση και η ουσία αυτής. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση, η οποία αν και επιχειρείται να ονομαστεί και παρουσιαστεί ως απαίτηση για αποζημιώσεις για δόλο και ή απάτη κλπ, στην ουσία αυτή πηγάζει αποκλειστικά από την εργασιακή σχέση του Ενάγοντος με την Εναγόμενη 18 [Τράπεζα Κύπρου] και την εξ αυτής συνακόλουθη συμμετοχή του ως μέλος του Εναγόμενου 1 [Ταμείου Προνοίας] δυνάμει συμφωνίας η οποία καθορίζει τα οφέλη του κατά την αποχώρηση του.» Συμφωνώ με την πιο πάνω ανάλυση και προσέγγιση που, όπως έχω εξηγήσει, ακολούθησα και στην παρούσα απόφαση μου. Τα γεγονότα, οι εμπλεκόμενοι, οι δικογραφημένες θέσεις και το νομικό υπόβαθρο είναι παραπλήσια. Η μη συμπερίληψη του ίδιου του Ταμείου Προνοίας ως διάδικου στην παρούσα αγωγή δεν διαφοροποιεί την ουσία. Οι αξιώσεις που εγείρονται στην παρούσα αγωγή είναι απόρροια της ιδιότητας των Εναγόντων ως μέλη του Ταμείου Προνοίας και της εργοδότησης τους στην Τράπεζα Κύπρου. Η απαίτηση τους αφορά δικαιώματα που ισχυρίζονται ότι δικαιούνται συνεπεία της αποχώρησης τους από την εργασία τους. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, συμφωνώ με τη θέση των Εναγόμενων ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την επίδικη διαφορά γιατί αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Έχω την άποψη ότι διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε σε πολλαπλές διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και Επαρχιακού Δικαστηρίου, που θα καλούνταν να εκδικάσουν και αποφασίσουν κατ' ουσίαν ίδιες αξιώσεις που βασίζονται στα ίδια γεγονότα. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν μπορώ να προχωρήσω και να εξετάσω τις υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις που αφορούν δεδικασμένο, κατάχρηση καθώς και ζητήματα παραγραφής. Αποκλειστικά αρμόδιο Δικαστήριο να εξετάσει οτιδήποτε περαιτέρω αφορά την ουσία της επίδικης διαφοράς είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 64Α του Περί Δικαστηρίου Νόμου (Ν.14/60), η διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διακόπτεται και η αγωγή παραπέμπεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Αναφορικά με τα έξοδα, ενόψει του ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, οποιαδήποτε τυχόν διαταγή αναφορικά με τα έξοδα, θα καθιστούσε την εν λόγω διαταγή, άκυρη. Κατά συνέπεια, ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. Το θέμα των εξόδων δέον να αποφασιστεί από το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, όταν αυτό θα επιλαμβάνεται της υπόθεσης. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Sevegep Ltd v United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ 729, Interamerican Insurance Co. Ltd v Μακριδου
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1529 [2] Σχετικές οι Αίτηση της Elbee Ltd
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 149, Στυλιανίδης ν British American Ins. Co
(1990)1 ΑΑΔ 517 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.