Χ. ΞΕΝΗ & ΥΙΟΙ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 1929/2022, 28/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1929/2022 Μεταξύ:
- Χ. ΞΕΝΗ & ΥΙΟΙ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΞΕΝΑΚΗΣ ΞΕΝΗ Ενάγοντες και
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ
- ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ
- ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΖΑΠΙΤΗΣ
- ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- M.S.C. LATOUROS INVESTMENTS LTD
- RECYCLING POINT - LATOUROS & XENIS BROS LTD Εναγόμενοι Αίτηση Εναγόντων 1 και 2/Αιτητών ημερομηνίας 7.9.2022 για ενδιάμεσα διατάγματα 28 Αυγούστου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 & 2/Αιτητές: κ. Ανδρέου για Χατζηλοΐζου, Χατζηνικολάου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1-6/Καθ' ων η Αίτηση και για Εναγόμενη 7: κ. Λ. Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 7.9.2022 οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση εναντίον των Εναγόμενων 1-6, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής (στο εξής η «Αίτηση»). Με την Αίτηση ζητούσαν την έκδοση διατάγματος έρευνας τύπου Anton Pilller, διατάγματος αποκάλυψης διαφόρων εγγράφων και πληροφοριών καθώς και διάφορα άλλα ενδιάμεσα διατάγματα. Στις 12.9.2022 το παρόν Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, εξέτασε την Αίτηση και εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα έρευνας και το διάταγμα αποκάλυψης. Ως προς τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα (στο εξής τα «Επίδικα Αιτούμενα Διατάγματα»), το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση επιδοθεί προς τους Εναγόμενους 1-6/Καθ' ων η Αίτηση ώστε να έχουν την ευκαιρία να λάβουν γνώση και να ακουστούν. Αναφορά σε κάθε ένα από τα Επίδικα Αιτούμενα Διατάγματα γίνεται πιο κάτω στην απόφαση μου. Οι Εναγόμενοι 1-6/Καθ' ων η καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση των Επίδικων Αιτούμενων Διαταγμάτων. Σημειώνω παρενθετικά ότι η ένσταση καταχωρήθηκε και εκ μέρους της Εναγόμενης 7, παρότι η Αίτηση δεν στρέφεται εναντίον της. Το προς απόφαση ζήτημα είναι κατά πόσο, στη βάση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στην Αίτηση και τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε μέσω της ένστασης, δικαιολογείται η έκδοση των Επίδικων Αιτούμενων Διαταγμάτων. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η διατήρηση των διαταγμάτων έρευνας και αποκάλυψης που είχαν εκδοθεί μονομερώς, είναι αντικείμενο άλλων ενδιάμεσων διαδικασιών και συνεπώς εκείνα τα διατάγματα δεν εξετάζονται στην παρούσα απόφαση. Από το σύνολο της μαρτυρίας, προκύπτει ότι η Ενάγουσα 1 και η Εναγόμενη 5 είναι μέτοχοι κατά 49% και 51% αντίστοιχα στην Εναγόμενη 7 εταιρεία. Διευθυντές της Εναγόμενης 7 είναι ο Ενάγοντας 2, ο Εναγόμενος 1 και η θυγατέρα του, Εναγόμενη
- Ο Ενάγοντας 2 ελέγχει την Ενάγουσα
- Οι Εναγόμενες 5 και 6 είναι συνδεδεμένες εταιρείες και ανήκουν στον όμιλο εταιρειών Λατούρος που ελέγχεται από μέλη της οικογένειας Λατούρος. Ο Εναγόμενος 1 είναι το φυσικό πρόσωπο που, ουσιαστικά λαμβάνει τις διοικητικές αποφάσεις του ομίλου Λατούρος. Η Εναγόμενη 3 είναι γραμματέας της Εναγόμενης 7 και διατηρεί τα λογιστικά βιβλία αυτής καθώς και του ομίλου Λατούρος. Ο Εναγόμενος 4 εργοδοτείται από τον όμιλο Λατουρός και είναι αναπληρωτής διευθυντής της Εναγόμενης 2 στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 5 εταιρεία διαθέτει άδεια διαχείρισης αποβλήτων από το Υπουργείο Γεωργίας. Η Εναγόμενη 7 διαθέτει μονάδα ανακύκλωσης και έχει συμβληθεί με την Εναγόμενη 5 δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 28.4.2020 ώστε να διαχειρίζεται τα απόβλητα σύμφωνα με την χορηγηθείσα άδεια (στο εξής η «Συμφωνία»). Υπάρχουν διιστάμενες απόψεις σε σχέση με τη φύση της Συμφωνίας, ειδικότερα κατά πόσο δημιουργεί σχέση αποκλειστικής συνεργασίας ή όχι. Η ερμηνεία της Συμφωνίας και των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει αυτής, δεν είναι επί του παρόντος. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι 1-6 ελέγχουν την διοίκηση της Εναγόμενης 7 την οποία ασκούν με τρόπο καταπιεστικό. Μέσω της πλειοψηφίας που διαθέτουν στο διοικητικό συμβούλιο και γενική συνέλευση, διαχειρίζονται τις υποθέσεις της Εναγόμενης 7 κατά τρόπο που δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εταιρείας αλλά τα οικονομικά συμφέροντα του ευρύτερου ομίλου και οικογένειας Λατούρος. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνδράμουν, εις γνώση τους, σε αυτές τις ενέργειες μέσω των καθηκόντων που ασκούν στον όμιλο Λατούρος και τα αξιώματα τους στην Εναγόμενη 7 εταιρεία, ενώ οι Εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες χρησιμοποιούνται ως οχήματα για την πραγμάτωση των προθέσεων της πλευράς Λατούρος. Μεταξύ άλλων, ο Ενάγων 2 παραπονείται ότι έχει ουσιαστικά αποκλειστεί από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 7 εταιρείας και ότι δεν έχει πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες τις οποίες δικαιούται και χρειάζεται για να έχει ορθή εικόνα των οικονομικών και υποθέσεων της εταιρείας. Παράλληλα, η Εναγόμενη 7 οφείλει μεγάλα χρηματικά ποσά στην Ενάγουσα 1 τα οποία, ένεκα της κακοδιαχείρισης που γίνεται από την πλειοψηφία, αδυνατεί να αποπληρώσει. Η πλευρά των Εναγόντων παραπονείται, μεταξύ άλλων, για εικονικές οικονομικές συναλλαγές, λογιστικές παρατυπίες (false accounting), πλαστά πρακτικά συνεδριών διοικητικού συμβουλίου. Οι Ενάγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι κατά παράβαση της Συμφωνίας, η οικογένεια Λατούρος ενεργεί εις βάρος των συμφερόντων της Εναγόμενης 7, για να εξυπηρετήσει δικά της οικονομικά συμφέροντα. Σε αυτή τη βάση, οι Ενάγοντες 1 και 2/Αιτητές καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία προωθούν τόσο προσωπικές όσο και παράγωγες αξιώσεις, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 7 εταιρείας. Οι Εναγόμενοι 1-6/Καθ΄ων η Αίτηση διαφωνούν με όσα τους προσάπτουν οι Ενάγοντες/Αιτητές. Η δική τους θέση είναι ότι η διοίκηση και οικονομική διαχείριση της Εναγόμενης 7 εταιρείας γίνεται με τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο. Φαίνεται ότι οι διαπροσωπικές σχέσεις του Ενάγοντα 2 με τον Εναγόμενο 1, που αρχικά ήταν φιλικές, χαρακτηρίζονται πλέον από ένταση και αμοιβαία αμφισβήτηση. Εκφράζονται ισχυρές διαφωνίες σε σχέση με την ερμηνεία διαφόρων γεγονότων και προθέσεων των εμπλεκομένων. Ο Εναγόμενος 1 αναφέρεται σε διάφορα γεγονότα και περιστατικά για να δείξει ότι η συνεισφορά του Ενάγοντα 2 στη διοίκηση είναι ελάχιστη και η στάση του σε σχέση με την επιχείρηση της Εναγόμενης 7 χαρακτηρίζεται από αδιάφορη έως εσκεμμένα επιβαρυντική. Μεταξύ άλλων, οι Εναγόμενοι 1-6/Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Ενάγοντας 1 διατηρεί ανταγωνιστικά οικονομικά συμφέροντα, ότι αδιαφορεί για την δεινή οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 7, ότι αρνείται να συμμετάσχει στη διοίκηση, ότι δημιουργεί εντάσεις και καχυποψία. Του προσάπτουν επίσης ότι ενεργεί κακόπιστα με αλλότριο σκοπό να «εκβιάσει» την πλευρά Λατούρος να εξαγοράσει το ποσοστό της Ενάγουσας 1 στην Εναγόμενη 7 σε τιμή κατά πολύ υψηλότερη της πραγματικής της αξίας. Είναι επίσης η θέση των Εναγόμενων 1-6/Καθ' ων η Αίτηση ότι οι Ενάγοντες 1 & 2/Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα για να εξασφαλίσουν τα Επίδικα Αιτούμενα Διατάγματα. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στη μαρτυρία που περιλαμβάνεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Αναφορά σε κάποια άλλα επί μέρους σημεία της μαρτυρίας γίνεται κατωτέρω. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι έχω εξετάσει την Αίτηση και ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις και τις γραπτές αγορεύσεις που ετοιμάστηκαν από τους συνηγόρους για σκοπούς της ακρόασης της Αίτησης. Γνωρίζω επίσης το σύνολο του φακέλου της αγωγής. Προχωρώ επομένως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για έκδοση των Επίδικων Αιτούμενων Διαταγμάτων. H γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που προβλέπει ότι Δικαστήριο: «.δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην πιο πάνω διάταξη. Δηλαδή εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι εάν για κάθε ένα από τα Επίδικα Αιτούμενα Διατάγματα πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 για έκδοση του[1]. Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/1960, το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα για να αποφασίσει κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής. Όπως επαναλήφθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024: «για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.» Στην προκείμενη περίπτωση, όταν το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε της Αίτησης μονομερώς στις 12.9.2022 εξέτασε τη συγκεκριμένη προϋπόθεση στη βάση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που είχε τότε καταχωρηθεί. Από το περιεχόμενο του δικογράφου εκείνου, αποφάσισε ότι πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση και προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος έρευνας και διατάγματος αποκάλυψης. Η αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται, παραμένει. Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 αφορά κατά πόσο διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να επιτύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[3]. Στην Laxiflora (ανωτέρω), η προσέγγιση της νομολογίας συνοψίστηκε ως εξής: «Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο.» Όπως και με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960, όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε της παρούσας Αίτησης μονομερώς αποφάσισε, στη βάση της μαρτυρίας που είχαν θέσει ενώπιον του οι Ενάγοντες/Αιτητές ότι η 2η προϋπόθεση πληρείται και εξέδωσε το διάταγμα έρευνας και το διάταγμα αποκάλυψης. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε μέσω της ένστασης, ανατρέπεται η αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου. Ανέφερα ήδη ότι υπάρχουν διιστάμενες απόψεις ως προς τα γεγονότα, τις προθέσεις των εμπλεκομένων, την ερμηνεία εγγράφων, τα εκατέρωθεν νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Μέσω της ένστασης, ο Εναγόμενοι 1-6/Καθ' ων η Αίτηση δίδουν τη δική τους διαφορετική ερμηνεία σχεδόν για κάθε περιστατικό και έγγραφο που παρουσιάστηκε με την Αίτηση. Αναφέρονται περαιτέρω σε σωρεία άλλων γεγονότων και εγγράφων που θεωρούν σχετικά προς υποστήριξη της θέσης τους. Η διαδικασία έκδοσης παρεμπίπτοντων διαταγμάτων δεν προσφέρεται για εις βάθος αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα για αμφισβητούμενα γεγονότα. Ούτε είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για εξέταση του περιεχόμενου εγγράφων και διατύπωσης συμπερασμάτων. Η μαρτυρία που παρουσιάζεται εκατέρωθεν προσεγγίζεται και εξετάζεται μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για τα προς απόφαση ζητήματα. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας ο πήχης για το τί συνιστά ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν έχει τεθεί πολύ ψηλά από τη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, στη βάση όλων των στοιχείων ενώπιον μου, η αρχική διαπίστωση ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, δεν έχει ανατραπεί. Συνεπώς, κρίνω ότι ικανοποιείται και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Πριν προχωρήσω, στέκομαι σε ένα ζήτημα που εγέρθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων 1-6/Καθ' ων η Αίτηση στην ένσταση τους και αφορά τη θέση τους για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους Ενάγοντες/Αιτητές. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας[4]. Ένα από τα αξιώματα της επιείκειας είναι ότι όποιος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον αυτό εμπεριέχει την υποχρέωση στον εκάστοτε αιτητή να αποκαλύπτει πλήρως και ειλικρινά όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση, είτε είναι υπέρ του είτε εναντίον του, τα οποία ενδεχομένως να επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Διάδικος που αιτείται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος οφείλει να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[5] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Όμως θεωρώ ότι το καθήκον αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση στον αιτούντα διάδικο να αναφερθεί σε κάθε επί μέρους περιστατικό ή έγγραφο που μπορεί να αφορά την υπόθεση. Η ουσία είναι να δοθεί στο Δικαστήριο μια σαφής εικόνα για τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση. Έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 που συνοδεύει την ένσταση, διαφωνώ πως υπάρχει ουσιώδης απόκρυψη από πλευράς των Εναγόντων/Αιτητών. Αντίθετα, μέσω της ένστασης επιβεβαιώνεται η εικόνα που είχε δοθεί αρχικά ότι υπάρχουν ουσιαστικές διαφωνίες ως προς τη διαχείριση των υποθέσεων της Εναγόμενης 7 εταιρείας, διαφωνίες ως προς το κατά πόσο γίνεται ορθολογιστικός χειρισμός των οικονομικών της υποθέσεων, εάν οι αποφάσεις της πλειοψηφίας - τόσο σε επίπεδο γενικής συνέλευσης όσο και σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου - λαμβάνονται με γνώμονα και σκοπό την προώθηση και προστασία των συμφερόντων της εταιρείας. Συνεπώς, παρά τον μεγάλο όγκο επιπρόσθετων πληροφοριών που παρουσιάστηκαν μέσω της ένσταση καθώς και της διαφορετικής ερμηνείας που δίδεται σε γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε ο Ενάγοντας 2 στην Αίτηση, η γενική εικόνα ουσιαστικά παραμένει η ίδια. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με την εισήγηση των Εναγόμενων ότι υπάρχει εσκεμμένη απόκρυψη ή στρέβλωση γεγονότων τέτοιας σημασίας που να καθιστούν την Αίτηση έκθετη σε απόρριψη για αυτό τον λόγο. Επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί ποια από τις διιστάμενες εκδοχές για διάφορα γεγονότα είναι η αληθινή. Ούτε είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστούν προθέσεις, επιδιώξεις, κίνητρα των εμπλεκόμενων. Προχωρώ στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/
- Η συγκεκριμένη προϋπόθεση αφορά κατά πόσο η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί ανεπανόρθωτη βλάβη τους Ενάγοντες/Αιτητές. Η «ανεπανόρθωτη ζημιά» και, γενικότερα, η «δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο» εξετάζονται σε συνάρτηση με κάθε ένα από τα Επίδικα Αιτούμενα Διατάγματα που ζητά η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών. Δηλαδή για το κάθε Επίδικο Αιτούμενο Διάταγμα πρέπει να αποφασιστεί εάν η έκδοση του είναι απαραίτητη για να αποτραπεί ο κίνδυνος συγκεκριμένης ενδεχόμενης ζημιάς. Συνεπώς, εξετάζω στη συνέχεια τα Διατάγματα που ζητούν οι Ενάγοντες/Αιτητές. Με τα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Γ.1 και Γ.2 της Αίτησης, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν να ανασταλεί η ισχύς απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 7 εταιρείας με την οποία εγκρίθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις για το έτος 2021 καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στους ελεγκτές να καταχωρήσουν τις οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τα εν λόγω διατάγματα είναι απαραίτητα για να αποτραπεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγόμενη 7 εταιρεία. Η έγκριση και υποβολή οικονομικών καταστάσεων, προς συμμόρφωση με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της εταιρείας, δεν εμποδίζει την προώθηση των αξιώσεων στην αγωγή, ούτε την απόδοση των αιτούμενων θεραπειών σε περίπτωση που η αγωγή επιτύχει. Εάν διαπιστωθεί δόλος, κακή πίστη και όσα άλλα οι Ενάγοντες/Αιτητές ισχυρίζονται, υπάρχει η δυνατότητα διόρθωσης των οικονομικών καταστάσεων. Συνεπώς, αναφορικά με τα συγκεκριμένα Επίδικα Αιτούμενα Διατάγματα, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η έκδοση τους είναι αναγκαία προς αποτροπή ανεπανόρθωτης ζημιάς. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Δ της Αίτησης, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν όπως οι Εναγόμενοι 1-6/Καθ' ων η Αίτηση διαταχθούν να αποκαλύψουν καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών για την Εναγόμενη
- Ούτε για αυτό το αιτούμενο διάταγμα έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση του ώστε να αποτραπεί συγκεκριμένη ανεπανόρθωτη ζημιά. Στοιχεία αναφορικά με τα οικονομικά πεπραγμένα της Εναγόμενης 7 εμπίπτουν στα πλαίσια του διατάγματος έρευνας και του διατάγματος αποκάλυψης που έχουν ήδη εκδοθεί. Προχωρώ στα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Ε και Στ της Αίτησης. Ης παράγραφο Ε αφορά διάταγμα που να εμποδίζει την Εναγόμενη 5 εταιρεία να συναλλάσσεται με τρίτα πρόσωπα, πλην της Εναγόμενης 7, για διαχείριση αποβλήτων χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας
- Με το διάταγμα της παραγράφου Στ, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν να αναγορευτεί στην Εναγόμενη 5 να τερματίσει τη Συμφωνία, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Ούτε για αυτά τα διατάγματα έχω ικανοποιηθεί ότι είναι απαραίτητη η έκδοση τους. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν και συμβούν τα γεγονότα που οι Ενάγοντες/Αιτητές θέλουν να εμποδίσουν, υπάρχει το ενδεχόμενο να προκληθεί ζημιά οικονομικής φύσης. Όμως, η έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς για σκοπούς τους άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 κατά κανόνα παραπέμπει σε ζημιά που δεν μπορεί να αποτιμηθεί ή να αποζημιωθεί σε χρήμα. Συνεπώς, ακόμα και αν συμβούν αυτά που οι Ενάγοντες 1 και 2/Αιτητές θέλουν να εμποδίσουν, θεωρώ ότι υπάρχει ο τρόπος να αποκατασταθεί ικανοποιητικά η ζημιά. Προχωρώ στο αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Ζ της Αίτησης με το οποίο οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν να απαγορευτεί στους Εναγόμενους 1-6/Καθ' ων η Αίτηση να αποξενώσουν περιουσία τους. Ούτε αυτό το αιτούμενο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί. Καμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να στοιχειοθετεί πρόθεση των Εναγόμενων 1-6/Καθ' ων η Αίτηση να αποξενώσουν περιουσία. Χωρίς συγκεκριμένη μαρτυρία για τέτοιο ενδεχόμενο κίνδυνο κρίνω ότι δεν μπορεί να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Με τα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Η.1 και Η.2 της Αίτησης, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν να απαγορευτεί στους Εναγόμενους 1-6/Καθ' ων η Αίτηση να εμποδίζουν τον Εναγόμενο 2 να εισέρχεται στις εγκαταστάσεις τις Εναγόμενης 7 και να έχει πρόσβαση στα αρχεία της εταιρείας. Κρίνω ότι ούτε αυτά τα διατάγματα μπορούν να εκδοθούν. Υπενθυμίζω ότι έχουν ήδη εκδοθεί διατάγματα έρευνας και αποκάλυψης. Περαιτέρω, μαρτυρία ότι εμποδίστηκε ο Ενάγοντας 2/Αιτητής να εισέλθει στα γραφεία της Εναγόμενης 7 δεν παρουσιάστηκε. Δεν διαφωνώ ότι ίσως αισθάνεται ανεπιθύμητος όμως αυτό δεν εξισούται με παρεμπόδιση. Ενόψει αυτού δεν ικανοποιήθηκα ότι είναι απαραίτητη η έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Τέλος, οι Ενάγοντες/Αιτητές, με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Θ της Αίτησης ζητούν να αναγορευτεί στους Εναγόμενους 1-6/Καθ΄ων η Αίτηση να αποκλείουν τον Ενάγοντα 2 από τη διοίκηση της Εναγόμενης 7 εταιρείας. Πέραν του ότι δεν έχει προσδιοριστεί συγκεκριμένη ζημιά και μάλιστα ανεπανόρθωτη εκτός εάν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα, θεωρώ ότι η διατύπωση του συγκεκριμένου αιτητικού είναι τόσο ασαφής, που είναι ανεπιθύμητη η έκδοση του. Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, κρίνω ότι τα Επίδικα Αιτούμενα Διατάγματα των παραγράφων Γ-Θ της Αίτησης δεν μπορούν να εκδοθούν. Συνεπώς, η Αίτηση απορρίπτεται αναφορικά με αυτά. Σε σχέση με τα έξοδα της Αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1-6/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για την Εναγόμενη 7, ενόψει του ότι η Αίτηση δεν στρεφόταν εναντίον της, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς έξοδα. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [2] Οδυσσέως (ανωτέρω) [3] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [4] Σχετική η Γιαβρή Στέλλα και Άλλη ν. Σταύρου Πάσιου
(2004)1 ΑΑΔ 125 [5] Konamaneni v Rolls Royce Industrial Power (India) Ltd [2002] 1 WLR 1269 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο