← Κύπρος

Σάββα Ελευθεριάδη ν. Λεωνίδα Αλεξάνδρου, Αρ. Αγωγής: 7357/2010, 30/4/2024

Σάββα Ελευθεριάδη ν. Λεωνίδα Αλεξάνδρου, Αρ. Αγωγής: 7357/2010, 30/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 7357/2010 Μεταξύ: Σάββα Ελευθεριάδη Ενάγοντα -ν-

  1. Λεωνίδα Αλεξάνδρου
  2. Αυγούλας Χαραλάμπους Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Βασιλείου Για Εναγόμενη 2: κ. Ιωάννου Ενδιάμεση Απόφαση Αιτούμενες θεραπείες Με την υπό εξέταση αίτηση, ο Ενάγοντας/Αιτητής (στο εξής «ο Ενάγοντας») επιζητεί την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται η πώληση δύο ακινήτων της Eναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Eναγόμενη»), στη βάση του δεδομένου ότι εναντίον της τελευταίας και υπέρ του πρώτου εκδόθηκε, στις 21.12.2010, απόφαση για το ποσό των €263.430, με τόκο 9% ανά έτος από 12.04.2010 μέχρι εξοφλήσεως, καθώς επίσης και τα δικηγορικά έξοδα εκ ποσού €3.059, με τόκο 5,5% ανά έτος από 27.08.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον 15% ΦΠΑ, εξ΄ αποφάσεως χρέος, το οποίο η Eναγόμενη δεν εξόφλησε μέχρι σήμερα, ούτε και κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντί του. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, αποτελούν, στην ουσία, κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Έχουν ως εξής: Στις 21.12.2010, εκδόθηκε, στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Eναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, η ανωτέρω αναφερόμενη απόφαση. Έκτοτε, κανένας εκ των Eναγόμενων δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντί της. Η απόφαση παραμένει σε ισχύ αφού ουδέποτε εξασφαλίστηκε οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής της εκτέλεσής της, ούτε και αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ο Ενάγοντας, ως εξ΄ αποφάσεως πιστωτής, καταχώρισε τα εμπράγματα βάρη τύπου memo με αριθμούς ΕΒ 1371/2020 και ΕΒ 3792/2016 επί των δύο επίδικων ακινήτων της Eναγόμενης, τα πλήρη στοιχεία των οποίων αναφέρονται, τόσο στο κύριο σώμα της αίτησης, όσο και στο μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, που με βάση εκτίμηση που έγινε τον Απρίλη του 2021, το ένα εξ αυτών (με αρ. εγγραφής 9/3094) είναι αξίας €200.000, και το άλλο (με αρ. εγγραφής 9/3146), αξίας €195.000, εκτίμηση, που, επίσης, δεν αμφισβητείται από την Εναγόμενη. Προς υποστήριξη της αίτησης, ο Ενάγοντας ετοίμασε τρεις ένορκες δηλώσεις. Την αρχική ένορκη δήλωση που συνόδευσε, εξ΄ αρχής, την αίτηση, συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 05.05.2022, μέσω της οποίας κατάθεσε νέο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με την περιουσία της Eναγόμενης προς διόρθωση του σχετικού πιστοποιητικού που επισύναψε στην αρχική ένορκη δήλωσή του[1] και, τέλος, επιπρόσθετη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.10.
  3. Η Εναγόμενη, αφού προηγουμένως της επιδόθηκε η επίδικη αίτηση, καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), την οποία υποστηρίζουν δύο ένορκες δηλώσεις, τις οποίες ετοίμασε η θυγατέρα της και πληρεξούσιός της. Η πρώτη συνόδευσε, εξ΄ αρχής, την ένσταση, ενώ η δεύτερη είναι συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.02.
  4. Μέσω των ενόρκων δηλώσεών του, ο Ενάγοντας κατέθεσε ως τεκμήρια, χωρίς το περιεχόμενό τους να αμφισβητηθεί, α) πιστό αντίγραφο της τελικής, αμετάκλητης, απόφασης στην παρούσα αγωγή ημερομηνίας 21.12.2010, β) πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με την περιουσία της Eναγόμενης, στη βάση του οποίου τούτη είναι ιδιοκτήτρια των δύο επίδικων ακινήτων, επί των όποιων μοναδικά εμπράγματα βάρη αποτελούν τα ανωτέρω αναφερόμενα memo προς όφελος του Ενάγοντα, γ) αποδείξεις εγγραφής των εν λόγω memo προς όφελος του Ενάγοντα, δ) έκθεση εκτίμησης της αγοραίας, ανωτέρω αναφερόμενης, αξίας των δύο επίδικων ακινήτων της Eναγόμενης που έγινε τον Απρίλη του 2021 και ε) ειδοποίηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στη βάση της οποίας προκύπτει ότι επιχειρήθηκε η εκτέλεση εντάλματος κινητής περιουσίας της Eναγόμενης, το οποίο εκδόθηκε στις 12.04.2021, πλην όμως τούτο επιστράφηκε ως ανεκτέλεστο, καθότι η τελευταία στερείτο κινητής περιουσίας που υπόκειται σε κατάσχεση. Εκ μέρους της Eναγόμενης, στο πλαίσιο της ένστασής της, κατατέθηκαν ως τεκμήρια (των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητείται από τον Ενάγοντα), α) το πρωτότυπο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο αυτή διορίζει τη θυγατέρα της, και ομνύουσα των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση, όπως, εκ μέρους της, την υπερασπίζεται, αντιπροσωπεύει, παρίσταται, καταθέτει, και υπογράφει όποιο δικαστικό έγγραφο, όπως αίτηση, ένσταση ή ένορκη δήλωση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, β) αντίγραφο ενδιάμεσης απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής στις 14.04.2020, δια της οποίας ακυρώθηκε μεταβίβαση, στην οποία προέβη η Eναγόμενη, του ενός εκ των δύο επίδικων ακινήτων της (με αρ. εγγραφής 9/3146) σε τρίτο πρόσωπο, ως δόλια, και γ) αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσης που άσκησε η Eναγόμενη στην τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως των όσων προβάλλονται στο κύριο σώμα της ένστασης ως λόγοι για την απόρριψή της, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει τούτη, αλλά και των όσων αναφέρονται, περιοριστικά, στην αγόρευση του συνηγόρου της Eναγόμενης (βλέπε τελευταία παράγραφο από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου στην Αγωγή 1/2019 μεταξύ Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα, απόφαση ημερομηνίας 28 Μαΐου 2020), στην ουσία εκείνους που η Eναγόμενη προβάλλει ως λόγους για την απόρριψη της αίτησης είναι ότι, (α) εκκρεμεί η Έφεση υπ. αρ.: Ε79/2020, την οποία καταχώρισε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση), με την οποία ακυρώθηκε, ως δόλια, προγενέστερη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου με αρ. εγγραφής 9/3146 από την Εναγόμενη σε τρίτο πρόσωπο, και (β) στο ισόγειο του εν λόγω ακινήτου[2] διαμένει η Eναγόμενη μαζί με την οικιακή βοηθό της και στην ανώγειο κατοικία τούτου, ο εγγονός της με την οικογένειά του και τη μητέρα του (θυγατέρα της Εναγόμενης και ομνύουσα των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση). Τίποτα άλλο, από πλευράς της Eναγόμενης, προβάλλεται προς αναχαίτιση της αίτησης, είτε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τον τύπο της ή τη νομική της βάση ή το δέον της επίδοσής της ή και το περιεχόμενό της, είτε, τέλος, με το δικαίωμα του Ενάγοντα να προωθεί τούτη. Είναι στην ουσία η θέση της Eναγόμενης ότι, (α) εν όψει, αφενός, του γεγονότος ότι εκκρεμεί η ανωτέρω αναφερόμενη έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, η οποία, στην περίπτωση που επιτύχει, θα έχει ως αποτέλεσμα το ένα εκ των δύο επίδικων ακινήτων, και ειδικότερα αυτό στο οποίο διαμένει η Eναγόμενη, να επανεγραφεί στο τρίτο πρόσωπο, στο οποίο η τελευταία το είχε μεταβιβάσει στο παρελθόν, και (β) στο ισόγειο του ρηθέντος ακινήτου διαμένει τούτη, μαζί με την οικιακή της βοηθό, δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί η πώληση του εν λόγω ακινήτου. Συναφώς προβάλλεται η θέση ότι, αν εγκριθεί η επίδικη αίτηση, η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η Eναγόμενη θα απωλέσει τον χώρο διαμονής της. Επικουρικά, προβάλλεται ότι, (α) αμφότερα τα ακίνητα αποτελούν ένα ενιαίο και συνεχόμενο κτίριο ανεγειρόμενο επί δύο οικοπέδων που γειτνιάζουν μεταξύ τους και (β) το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την επίδικη αίτηση στη βάση του τρόπου που αντιμετωπίζεται μια αίτηση για εξασφάλιση απαγορευτικών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), και δη στη βάση της αρχής της ανεπανόρθωτης ζημιάς, δηλαδή κατά πόσο, στην περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο για την Eναγόμενη, στο μέλλον, να τύχει πλήρους Δικαιοσύνης αφού η έφεσή της θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Από πλευράς του Ενάγοντα, στη βάση, πάντα, της μαρτυρίας που προσκόμισε, προβάλλεται ότι η αίτηση πληροί όλες τις προβλεπόμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις (βλέπε, Δ.42, θ.1), καθώς επίσης και ότι, τούτος ενήργησε ως ο Νόμος ορίζει, (βλέπε, άρθρα 22 και 23 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6), αφού επιδίωξε να εκτελέσει ένταλμα για πώληση της κινητής περιουσίας της Eναγόμενης, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Στη βάση, δε, του γεγονότος ότι η Eναγόμενη διαμένει στο ισόγειο του ενός εκ των δύο επίδικων ακινήτων, το οποίο έχει διακριτή και ανεξάρτητη είσοδο, ο Ενάγοντας, αναγνωρίζοντας το γεγονός αυτό, επιζητεί την έκδοση διατάγματος πώλησής του, υπό τον όρο ότι στο σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας, που θα αποκτήσει ο νέος αγοραστής του, θα εγγραφεί δικαίωμα της Εναγόμενης να συνεχίζει, έφορου ζωής, να διαμένει σε αυτό (στο ισόγειο), και τούτος (ο νέος αγοραστής του) να έχει δικαίωμα στη κατοχή του (του ισογείου) μόνο μετά το θάνατό της ή την τυχόν εγκατάλειψή του από αυτή. Νομική πτυχή Με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης, η οποία έχει επιβαρυνθεί με εγγραφή δικαστικής απόφασης (MEMO). Τόσο η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με εγγραφή δικαστικής απόφασης, όσο και η εκτέλεση με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, αποτελούν μεθόδους εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  5. Το Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, διέπει την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση διατάγματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, περιέχονται στα άρθρα 22 - 24 του Κεφ. 6, καθώς και στη Δ.42 θθ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κεφ. 6: «
  6. Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία.» Περαιτέρω, το άρθρο 23 του Κεφ.6 προνοεί ότι: «
  7. Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένειά του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειάς του. [...].» Σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κεφ. 6 κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους. Εξετάζοντας, συνδυασμένα τις πρόνοιες των άρθρων 22, 23 και 24 του Κεφ.6, προκύπτει ότι για να εκδοθεί ένταλμα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας θα πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Αντίγραφο της διά κλήσεως αίτησης για έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, πρέπει να έχει επιδοθεί στον εξ αποφάσεως χρεώστη. (β) Να έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί. (γ) Να έχει συναινέσει ο εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστης στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή να έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο ή όταν φαίνεται ότι πράγματι ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε κινητή περιουσία. (δ) Η ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας ζητείται η πώληση πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστη στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου. (ε) Όταν πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολικά ή μερικά κατοικία πρέπει να αφήνεται ή να παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του και (στ) Όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του. Ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος πώλησης ακίνητης περιουσίας, στο βαθμό που τούτο είναι σχετικό με την επίδικη αίτηση, η Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που τιτλοφορείται «Execution by sale of immovable property» προβλέπει τα εξής: «
  8. Every application under Part 5 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, for the sale of immovable property shall be by summons and set out the property sought to be sold, giving the registration number, the locality, the kind of property, and its extent; it shall also set out the items making up the amount sought to be recovered, and shall have attached thereto the receipts or other evidence in support of any items for disbursements. There shall also be attached to the application an office copy of the judgment or order sought to be executed and the Land Registry Office certificates showing that the property sought to be sold stands registered in the debtor΄s name.
  9. The application shall be supported by affidavit verifying the sum stated to be still due under the judgment or order and all sums claimed as expenses incidental to the execution thereof; the affidavit shall set forth in detail the enumber of the debtor΄s family, the house accommodation left, and (where necessary) the land to be exempted as requisite for the support of the debtor and his family, and shall also state that to the best of the applicant΄s belief sufficient provision is made for the needs of the debtor and his family in these respects.
  10. A copy of the application and the affidavit in support thereof shall be served upon the debtor.». Μελετώντας τις πρόνοιες της Δ.42 διαπιστώνεται ότι αίτηση για εκτέλεση με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά και να αποκαλύπτει τα ακόλουθα: (α) Η αίτηση να υποβάλλεται δια κλήσεως και να επιδίδεται στον χρεώστη, (β) Να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση που βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος οφείλεται ακόμη ή να αναφέρεται ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτού, (γ) Να επισυνάπτεται στην αίτηση, (ι) πιστό αντίγραφο της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η εκτέλεση και (ιι) πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνει ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, (δ) Μέσω της αίτησης να προκύπτουν, (ι) η περιουσία της οποίας επιδιώκεται η πώληση, ο αριθμός εγγραφής, η τοποθεσία, το είδος της και η έκταση της, (ιι) τα κονδύλια που δημιουργούν το ποσό που διεκδικείται να ανακτηθεί με σχετικές αποδείξεις ή μαρτυρία για υποστήριξη τους και (ιιι) τα ποσά που απαιτούνται ως παρεπόμενα έξοδα της εκτέλεσης της απόφασης και (ε) Στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι φυσικό πρόσωπο, στην ένορκη δήλωση θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομερώς ο αριθμός των μελών της οικογένειας του χρεώστη, η οικία που παραμένει για διαμονή, και όπου είναι αναγκαίο η γη που θα εξαιρεθεί σαν αναγκαία για τη συντήρηση του χρεώστη και της οικογένειας του και επίσης να δηλώνεται από τον αιτητή ότι, εξ όσων αυτός καλύτερα πιστεύει, έχει γίνει επαρκής πρόνοια για τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του, από αυτή την άποψη. Μελέτη των προνοιών των άρθρων 22, 23 και 24 του Κεφ. 6 και της Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεικνύει ότι, κάποιες εξ αυτών, θέτουν τις ίδιες ή παρόμοιες προϋποθέσεις, και για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων θα εξεταστούν μαζί, κατωτέρω. Δεδομένων των ανωτέρω αναφερόμενων θέσεων της Εναγόμενης, σχετικές είναι και οι πρόνοιες της Δ.35, θ18, οι οποίες έχουν ως εξής: «
  11. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct.». Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τα διέπει Εκείνο που αβίαστα προκύπτει και αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών είναι ότι τουλάχιστον για το ένα εκ των δύο ακινήτων, των οποίων η πώληση επιδιώκεται μέσω της επίδικης αίτησης (με αρ. εγγραφής 9/3094), δεν προβάλλεται κανένας λόγος γιατί να μην εκδοθεί σχετικό διάταγμα. Δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι η επίδικη αίτηση έχει επιδοθεί δεόντως στην Εναγόμενη, ότι έχει εκδοθεί η εναντίον της η τελική απόφαση και δεν έχει καταβληθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της οποιοδήποτε ποσό, ότι το εν προκειμένω ακίνητο είναι ιδιοκτησίας της και ότι επ' αυτό έχει εγγραφεί εμπράγματο βάρος, τύπου memo, προς όφελος του εξ΄ αποφάσεως πιστωτή/Ενάγοντα. Ούτε προβάλλεται θέση ότι η Eναγόμενη διαμένει σ΄ αυτό, ούτε ότι για οποιοδήποτε λόγο τούτο δεν θα έπρεπε να πωληθεί προς εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους της τελευταίας. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό, και επιβεβαιώνεται και από το Δικαστήριο, ότι η επίδικη αίτηση πληροί τα αναγκαία, ανωτέρω αναφερόμενα, κριτήρια. Η δε θέση ότι τα δύο ακίνητα γειτνιάζουν μεταξύ τους και έχουν ανεγερθεί σε δύο γειτνιάζοντα οικόπεδα, με κάθε σεβασμό, δεν προσφέρει κάτι στην επίλυση των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων της αίτησης. Και τούτο γιατί, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα οικόπεδα εντός των οποίων ανεγέρθηκαν τα δύο ακίνητα της Εναγόμενης είναι όμορα, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών, και προκύπτει και αβίαστα από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, ότι πρόκειται για δύο χωριστά ακίνητα, με διαφορετικές εγγραφές στο τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της επαρχίας Λευκωσίας. Προκύπτει, ακόμα, ότι πρόκειται για κτίρια τα οποία έχουν χωριστές εισόδους με ανεξάρτητη πρόσβαση και τυγχάνουν και ανεξάρτητης χρήσης από τους κατόχους τους. Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό, συναφώς, ότι, στη βάση των όσων η ίδια η Εναγόμενη προβάλλει, και ο Ενάγοντας αποδέχεται, η Εναγόμενη κατέχει και χρησιμοποιεί ως οικία της μόνο την ισόγειο κατοικία του έτερου ακινήτου της, με αρ. εγγραφής 9/3146, την ανώγειο κατοικία του οποίου κατέχουν και χρησιμοποιούν ως οικία τους ο εγγονός της με την οικογένειά του και την μητέρα του (θυγατέρα της Εναγόμενης και ομνύουσα των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση). Η δε εκκρεμούσα έφεση (στην όποιαν, τυχόν, σχετικότητα της οποίας θα αναφερθώ κατωτέρω) δεν αφορά στο εν προκειμένω ακίνητο (με αρ. εγγραφής 9/3094), παρά μόνο στο έτερο ακίνητο, στο οποίο και διαμένει η Eναγόμενη, στο οποίο, επίσης, θα αναφερθώ κατωτέρω. Έχοντας υπόψη την ανωτέρω, σχετική με τα επίδικα ζητήματα, νομοθεσία, κρίνω ότι ο Ενάγοντας, με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, και εν απουσία οποιουδήποτε, αποδεκτού, σχετικού, λόγου ένστασης από πλευράς της Eναγόμενης, έχει ικανοποιήσει κάθε εκεί προβλεπόμενη προϋπόθεση, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης σε ό, τι αφορά τις υπό στοιχεία Ι και III αιτούμενες θεραπείες, σε σχέση με το ακίνητο της Eναγόμενης με αριθμό εγγραφής 9/3094, για το οποίο και θα πρέπει να εκδοθεί σχετικό διάταγμα ως η αίτηση. Αναφορικά τώρα με το έτερο ακίνητο της Εναγόμενης (με αρ. εγγραφής 9/3146), στο βαθμό που επιζητείται η απόρριψη της αίτησης επί το ότι εκκρεμεί η έφεση Ε79/2020, με κάθε σεβασμό προς τη σχετική εισήγηση, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για απόρριψή της. Το εκκρεμές μίας εφέσεως εναντίον μίας πρωτόδικης κρίσης, δεν μεταβάλλει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το εκτελεστό της υπό έφεση απόφασης (βλ. Δ.35 θ.18, ανωτέρω). Μόνο αν εξασφαλιστεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, τότε τούτη (η πρωτόδικη απόφαση), δεν μπορεί να αποτελεί τη βάση για να λαμβάνονται, προς ικανοποίησή της, μέτρα εκτέλεσης, ως το επίδικο διάβημα, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει συμβεί. Εν πάση περιπτώσει, η εν προκειμένω εκκρεμούσα έφεση δεν αφορά στην τελική απόφαση της παρούσας αγωγής, η οποία είναι τελεσίδικη (δεν αμφισβητήθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ούτε και εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής της εκτέλεσής της), και την οποία επιδιώκει ο Ενάγοντας να εκτελέσει μέσω της επίδικης αίτησης, αλλά άλλη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, μέσω της οποίας δεν μεταβλήθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η ουσία και δεσμευτικότητα της τελικής απόφασης (βλ. την Αναφορικά με την αίτηση της Landrian Estates Ltd, Πολ. Εφ. 9/2023, απόφαση ημερομηνίας 22 Μαρτίου, 2024). Όσον, τώρα, αφορά στο γεγονός ότι η Eναγόμενη χρησιμοποιεί την ισόγειο κατοικία, του εν προκειμένω ακινήτου, ως χώρο διαμονής της, τούτο θα μπορούσε, υπό περιστάσεις, να αποτελούσε λόγο για να απορριφθεί η αίτηση σε σχέση με το ακίνητο αυτό, αν ο Ενάγοντας δεν μεριμνούσε ώστε να παρέχεται στην Eναγόμενη στέγαση η οποία είναι απόλυτα αναγκαία για αυτήν και την οικογένειά της, ως η επιφύλαξη του άρθρου 23 του Κεφ.
  12. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας, αποδεχόμενος την εκεί διαμονή της Eναγόμενης, ζητεί από το Δικαστήριο όπως εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο, πλην όμως να ορίσει, ως δικαίωμα της Eναγόμενης, παρά την όποια πώλησή του σε τρίτο, αυτή να συνεχίσει να διαμένει εφ' όρου ζωής σε αυτό, θεωρώντας ότι, με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει εντός του πλαισίου των εφαρμοστέων, ανωτέρω αναφερομένων, νομικών αρχών, αφού έτσι διασφαλίζεται η στέγαση της ιδίας και της οικογένειάς της, που, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, στη βάση των όσων σχετικών τέθηκαν ενώπιόν μου, ως τέτοια (οικογένεια της) κρίνω ότι λογίζεται, μόνο, η όποια τυχόν οικιακή βοηθός της, η οποία, λόγω της ηλικίας της Εναγόμενης, της είναι απαραίτητη. Αν και δεν προβάλλεται σχετικός λόγος ένστασης, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι, ο εγγονός (με την οικογένειά του) και η θυγατέρα της Εναγόμενης (μητέρα του εγγονού της), οι οποίοι διαμένουν στην ανώγειο κατοικία του εν προκειμένω ακινήτου, δεν λογίζονται, κατά την κρίση μου, ως «οικογένεια της», στην έννοια των ανωτέρω νομικών προνοιών, καθότι, αφενός δεν προβάλλεται οποιαδήποτε θέση περί του ότι η εκεί διαμονή τους είναι το αποτέλεσμα παροχής στέγασης σε αυτούς από την Εναγόμενη, καθηκόντως ή εξ ανάγκης, όπως, π.χ. ως πρόσωπα για τα οποία η Εναγόμενη οφείλει να τους εξασφαλίσει στέγη ή ως πρόσωπα που της παρέχουν αναγκαία φροντίδα, αφού, εξάλλου, πρόκειται για πρόσωπα (θυγατέρα και εγγονός), που δημιούργησαν την δική τους οικογένεια, και αφετέρου, η εν προκειμένω ανώγειος κατοικία είναι διακριτώς ανεξάρτητη, ως προς την χρήση της, από την ισόγειο κατοικία (έχουν διαφορετική είσοδο και τυγχάνουν ανεξάρτητης χρήσης από τους κατόχους τους), στην οποία διαμένει η Εναγόμενη, η οποία ισόγειος κατοικία φαίνεται, στη βάση των όσων, σχετικών, προβάλλονται μέσω της ενώπιον μου μαρτυρίας, να καλύπτει, πλήρως, τις όποιες ανάγκες στέγασης της Εναγόμενης, και δη του προσώπου για το οποίο ο Νόμος προβλέπει σχετική προστασία. Επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό, πάντα συναφώς, ότι, ούτε η Εναγόμενη προβάλλει θέση που να την θέλει να οφείλει να παρέχει στη θυγατέρα της και τον εγγονό της χώρο για στέγασή τους. Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί, και δεδομένης της ήδη ανωτέρω εκφρασθείσας κρίσης μου περί του ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει όλες τις προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, κρίνω ότι δικαιούται και στην σχετική με το έτερο ακίνητο της Εναγόμενης, θεραπεία, νοουμένου ότι, στο πλαίσιο της, θα διασφαλίζεται η στέγαση της τελευταίας και της όποιας τυχόν οικιακής βοηθού της, ή άλλου προσώπου που εκεί παρουσία του σκοπό θα έχει να της παρέχει φροντίδα. Κρίνω, στο σημείο αυτό, αναγκαίο να σημειώσω ότι με απασχόλησε το κατά πόσο στη βάση της πρώτης επιφύλαξης του άρθρου 23 του Κεφ. 6 (ανωτέρω), δεδομένης της διαμονής της Εναγόμενης στο ισόγειο του ενός εκ των δυο επιδίκων ακινήτων της, θα έπρεπε τούτο (το όλο ακίνητο) ή, έστω, το ισόγειο του (αν είναι δυνατό), να εξαιρεθεί της πώλησης. Είμαι, ωστόσο, της γνώμης ότι τούτο δεν θα πρέπει να συμβεί. Θεωρώ, εν προκειμένω, ότι ο νομοθέτης, με ξεκάθαρο τρόπο, διαφοροποίησε την περίπτωση που επιζητείται η πώληση ενός ακινήτου, το οποίο, εν όλω ή εν μέρει, χρησιμοποιείται ως κατοικία του εξ αποφάσεως χρεώστη, από την περίπτωση που επιζητείται η πώληση ακινήτου του το οποίο χρησιμοποιεί ως γεωργός για σκοπούς συντήρησης του ιδίου και της οικογένειας του. Εξ ου, και στην πρώτη περίπτωση προνόησε ότι «πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται[3] στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση» σε αντιδιαστολή με τη δεύτερη περίπτωση όπου, σχετικώς, προνόησε ότι «πρέπει να εξαιρείται[4] από την πώληση τέτοια γη». Είναι έκδηλα που προκύπτει από αυτές τις πρόνοιες ότι ο νομοθέτης, εξαίρεσε, από πώληση, μόνο την ιδιοκτησία που χρησιμοποιείται από γεωργό/εξ αποφάσεως χρεώστη για την συντήρησή αυτού και της οικογένειάς του, και όχι αυτή που χρησιμοποιείται ως κατοικία, εξ ου και εκεί, επιπροσθέτως, συμπεριέλαβε και την πρόνοια «η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά[5] από κατοικία», έτσι που το Δικαστήριο να κέκτηται εξουσίας, παρά την έκδοση διατάγματος για πώλησή της όλης ιδιοκτησίας, να παρέχει στον χρεώστη δικαίωμα χρήσης, τουλάχιστο μέρους της, για στέγασή του. Κατά συνέπεια εκδίδονται διατάγματα ως το I. II. και III της αίτησης, και σε σχέση με τα υπό στοιχεία I. και II. διατάγματα, η πώληση καθορίζεται στην επιφυλαχθείσα τιμή της εκτιμημένης αξίας (κατά τον Απρίλιο του 2021) των επιδίκων ακινήτων, ως αυτή αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα, η οποία θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την πρόσφατη και εύλογη αξία των ακινήτων. Ως προς το υπό στοιχείο II. διάταγμα, η πώληση του εκεί αναφερόμενου ακινήτου της Εναγόμενης (με αρ. εγγραφής 9/3146) να διενεργηθεί, υπό την αίρεση ότι επί του τίτλου ιδιοκτησίας που θα αποκτήσει ο αγοραστής του θα αναγνωρίζεται στην πρώτη δικαίωμα κατοχής του ισογείου του εφ' όρου ζωής της ή μέχρι αυτή, οικειοθελώς, το εγκαταλείψει. Νοείται ότι, για το διάστημα αυτό, που η Εναγόμενη θα έχει δικαίωμα κατοχής του ισογείου του εν προκειμένω ακινήτου, σε αυτό θα δύναται να διαμένει μαζί της και κάθε πρόσωπο το οποίο της παρέχει φροντίδα. Νοείται, επιπροσθέτως, ότι, οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος, το οποίο δεν θα είναι αναγκαίο για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους (περιλαμβανομένων και των δικηγορικών εξόδων) ως ανωτέρω ορίζεται, και των εξόδων που τυχόν θα απαιτηθούν για την εκτέλεση της απόφασης, θα τύχει χειρισμού ως ο Νόμος ορίζει. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και, κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στο οποίο εμφαίνοντο διάφορες, άλλες από τα δικά του ΜΕΜΟ, επιβαρύνσεις επί των ακινήτων της τελευταίας, οι οποίες, ωστόσο, είχαν εξαλειφθεί. [2] Του οποίου ακυρώθηκε η προγενέστερη μεταβίβαση. [3] Η υπογράμμιση δική μου [4] Η υπογράμμιση δική μου [5] Η υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.