Χρήστος Χρήστου, ως διαχειριστής της περιουσίας του Αποβιώσαντος Ιωάννη Ευγενίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής:3043/2015, 11/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής:3043/2015 Μεταξύ: Ευγενίου Ιωάννης Ιωάννου Ρεβέκκα Ενάγοντες -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Γενικού Εισαγγελέα Διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου PricewaterhouseCoopers Limited Grant Thornton (Cyprus) Limited Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε σύμφωνα με το Διάταγμα ημερομηνίας 10.11.2021 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Αρ. Αγωγής: 3043/2015 Μεταξύ: Χρήστος Χρήστου, ως διαχειριστής της περιουσίας του Αποβιώσαντος Ιωάννη Ευγενίου Ιωάννου Ρεβέκκα Ενάγοντες -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Γενικού Εισαγγελέα Διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου PricewaterhouseCoopers Limited Grant Thornton (Cyprus) Limited Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Ιουνίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Δ Παυλίδης (κος) Για Εναγόμενη 1: Κλ. Πολυβίου (κα) ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1 τράπεζας[1] (στο εξής "η Εναγόμενη"), με την οποία να διακηρύττονται άκυρες οι συμφωνίες, (α) απόκτησης από αυτούς Μετατρέψιμων Χρεογράφων Κεφαλαίου αξίας €350.000,00 και (β) Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου αξίας €350.000,00 (στο εξής «τα ΜΑΚ»), που εξέδωσε τούτη το 2008 και 2009, αντίστοιχα. Επιζητούν επίσης, αποζημιώσεις στη βάση επικαλούμενης απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων και/ή παράβασης σχέσης εμπιστευματοδόχου και/ή στη βάση συνωμοσίας και γενικότερα των αρχών της επιείκειας, όλα τα πιο πάνω αναφορικά με τις συνθήκες συνομολόγησης των συμφωνιών απόκτησης των ανωτέρω αναφερόμενων χρηματοοικονομικών μέσων/αξιών που αγόρασαν από την Εναγόμενη (στο εξής «οι αξίες» ή «οι επίδικες αξίες»). Αποζημιώσεις, πάντα σε σχέση με τις εν προκειμένω συμφωνίες, επιζητούνται από τους Ενάγοντες και στη βάση παράβασης νομικού καθήκοντος, με ειδικές αναφορές στους Νόμους που επικαλούνται. Εκείνο που προκύπτει από τις σχετικές δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων[2] είναι ότι η Εναγόμενη, μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της, τους παραπλάνησε ως προς τη φύση των Μετατρέψιμων Χρεογράφων Κεφαλαίου (στο εξής «τα Χρεόγραφα»), που αγόρασαν τον Ιούλιο του 2008, παρουσιάζοντας τα ως καταθέσεις τακτής προθεσμίας και/ή ως ασφαλή επένδυση, αποκρύπτοντας τους, τους κινδύνους που ελλόχευαν με την απόκτηση τους. Είναι, εν προκειμένω, η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι η σύμβαση απόκτησης των Χρεογράφων είναι ακυρώσιμη και κατά συνέπεια θα πρέπει να ακυρωθεί με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, απόφαση η οποία θα πρέπει, συστημικά, να επιφέρει ακύρωση σε κάθε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση των διαδίκων για απόκτηση άλλων αξιών της Εναγόμενης. Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, κρίνω ορθό, από αυτό το σημείο, να καταγράψω ότι οι Ενάγοντες, χρησιμοποιώντας το κεφάλαιο που διατηρούσαν στην Εναγόμενη σε κατάθεση τακτής προθεσμίας (γραμμάτιο), απόκτησαν, κατά το 2008, τα Χρεόγραφα, αξίας €350.000,00 και, ακολούθως, το 2011, Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου του 2009 (στο εξής «τα ΜΑΚ»), ίδια αξίας, δια της καταβολής του κεφαλαίου που είχαν επενδυμένο στα Χρεόγραφα[3]. Προβάλλουν, πάντα συναφώς, επίσης, τη θέση ότι, με τον τρόπο που έδρασαν οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της Εναγόμενης κατά τον Ιούλη του 2008, επηρέασαν ανεπίτρεπτα τον αποβιώσαντα Ενάγοντα 1 (στο εξής «ο Ενάγοντας»)[4], εις τέτοιον τρόπο που τον οδήγησε στην υπογραφή, εκ μέρους και της Ενάγουσας 2 (συζύγου του), της συμφωνίας απόκτησης των Χρεογράφων. Προς τούτο, δικογραφούν σχετικές λεπτομέρειες των, κατ' ισχυρισμό, (α) ανεπίτρεπτου επηρεασμού τους, (β) αμέλειας, (γ) παράβασης καταπιστεύματος, (δ) παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων, (ε) συνομωσίας και, τέλος, (στ) παράβασης νομικού καθήκοντος από πλευράς της Εναγόμενης. Κρίνω, στο σημείο αυτό, αναγκαίο να καταγράψω ότι, στη βάση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, αλλά και της προσκομισθείσας από πλευράς των Εναγόντων, σχετικής, μαρτυρίας (στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω), στην ουσία, όλες οι δικογραφημένες από πλευράς τους λεπτομέρειες, για οποιανδήποτε νομική βάση επικαλούνται στο δικόγραφο τους, εστιάζονται στη συμπεριφορά, που, κατά τους ίδιους, επέδειξαν οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της Εναγόμενης, σε σχέση με τη φύση των αποκτηθεισών από αυτούς, κατά το 2008, Χρεογράφων και τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέβαλαν την αίτηση απόκτησής τους, τονίζοντας, στο πλαίσιο των αναφορών τους αυτών, την περιορισμένη, κατά τους ίδιους, σχετική ενημέρωση που έλαβαν από την Εναγόμενη, σε αντιδιαστολή με την πραγματική φύση και επικινδυνότητα των αξιών αυτών, επιρρίπτοντας, στην ουσία, ευθύνη στην τελευταία ότι όφειλε να αποκαλύψει κάθε τέτοιον κίνδυνο και να μην τους αποκρύψει δεδομένα που θα τους καθιστούσαν ικανούς να αντιληφθούν τους κινδύνους που θα είχαν να αντιμετωπίσουν. Προβάλλουν, επίσης, πάντα στην ίδια βάση, ότι η Εναγόμενη τους παραπλάνησε επί σκοπώ, αναδεικνύοντας μόνο κάποια θετικά που θα προέκυπταν από την απόκτηση των Χρεογράφων, αποφεύγοντας να τους δώσει την ορθή και κατάλληλη πληροφόρηση ώστε να μπορούν, ελεύθερα, με ανεπηρέαστη πρόθεση, να αποφασίσουν αν θα αποκτήσουν τούτα. Τέλος, ελλείπει, συναφώς, οποιαδήποτε δικογράφηση ως προς τις συνθήκες απόκτησης από τους Ενάγοντες των ΜΑΚ. Η μόνη σχετική δικογράφηση απαντάται στις παραγράφους 17 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης, οι οποίες έχουν ως εξής: «
- Η Εναγόμενη 1 ουδέποτε ενημέρωσε τους Ενάγοντες για το δικαίωμα μετατροπής των χρεογράφων σε αξιόγραφα ως το Ενημερωτικό δελτίο ανωτέρω, ενώ λάμβαναν μόλις το 2010 τόκο 1,993%.
- Η μετατροπή των χρεογράφων των Εναγόντων σε αξιόγραφα έγινε μόλις το 2011.» Η Υπεράσπιση Η Εναγόμενη, απορρίπτει τα όσα της προσάπτουν οι Ενάγοντες και προβάλλει τη θέση ότι, στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την έκδοση και τη διάθεση των, αποκτηθεισών από τους Ενάγοντες, αξιών της, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος, Ν.144
(1)/2007 (στο εξής «ο Νόμος»), καθότι, σε καμία περίπτωση δεν παρείχε οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες, ούτε, κατ' επέκταση, και επενδυτικές συμβουλές. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης, ότι, ενόψει του περιεχομένου των αιτήσεων που υπέβαλαν οι Ενάγοντες για αγορά των πιο πάνω αξιών, τούτοι κωλύονται από το να επικαλούνται άγνοια της φύσης και των κινδύνων που ελλόχευαν από την απόκτηση τους, καθώς επίσης και να προβάλλουν ότι έτυχαν επενδυτικής συμβουλής. Προτάσσει, επίσης, συναφώς, πάντα, ότι, ενήργησε σε πλήρη συμμόρφωση και εντός των επιταγών του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, Ν.114
(1)/2005, (στο εξής «ο περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος»), οι πρόνοιες του οποίου, στη προκειμένη περίπτωση, τύγχαναν εφαρμογής. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι, καμία ενέργεια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της δεν έγινε κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου και ότι, ενόψει τούτου, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιανδήποτε θεραπεία. Τέλος, ως επιπρόσθετη Υπεράσπιση, προβάλλεται ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται ότι υπέστηκαν οικονομική ζημιά, καθότι, ανεξαρτήτως των συνθηκών απόκτησης των επίδικων αξιών, ενόψει των γεγονότων του 2013 και της επακόλουθης απομείωσης των καταθέσεων των πελατών της Εναγόμενης, τούτοι δεν έχουν, στην πραγματικότητα, υποστεί οποιανδήποτε ζημιά. Ακροαματική διαδικασία Για σκοπούς απόδειξης της αγωγής, εκ μέρους των Εναγόντων, κατέθεσε ενόρκως, ο Χρ. Χρήστου, (διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ενάγοντα και υιός του, στο εξής «ο ΜΕ1»), η Ενάγουσα 2, σύζυγος του Ενάγοντα (στο εξής «η Ενάγουσα»), ο Κ. Γεωργίου Τσολάκη (στο εξής «ο ΜΕ3»), η Ζ. Πογιατζή (στο εξής «η ΜΕ4») και ο Ν. Παυλίδης (στο εξής «ο ΜΕ5»). Από πλευράς της Εναγόμενης, για σκοπούς αναχαίτισης της αγωγής, κατέθεσε η Στ. Κουμίδου (στο εξής η «ΜΥ1»). Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Τόσο στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων όσο και στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου κοινής ή αναντίλεκτης μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ της Ενάγουσας κα της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη αποτελεί τράπεζα, η οποία, για σκοπούς κεφαλαιουχικής ενίσχυσης της, εξέδωσε, κατά καιρούς, προς το ευρύ κοινό, τις επίδικες αξίες (Xρεόγραφα και ΜΑΚ)[5]. Οι Ενάγοντες κατά τον Ιούλιο του 2008, ήταν δικαιούχοι γραμματίου που διατηρούσαν στην Εναγόμενη, αξίας €350.000,00 (στο εξής «το γραμμάτιο»). Κατά τις 28.07.2008, ο Ενάγοντας, με σχετική εξουσιοδότηση και από την Ενάγουσα, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Εναγόμενης στον Ύψωνα (στο εξής «το υποκατάστημα της Εναγόμενης»), με σκοπό να ανανεώσει το γραμμάτιο. Υπό περιστάσεις που οι δυο πλευρές διαφωνούν, την συγκεκριμένη ημέρα ο Ενάγοντας υπέβαλε γραπτή αίτηση εκ μέρους των Εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 1(α)) για απόκτηση των Χρεογράφων της Εναγόμενης αξίας €350.000,00, χρησιμοποιώντας, για το σκοπό αυτό, το κεφάλαιο του γραμματίου. Η εν προκειμένω αίτηση έγινε δεκτή από την Εναγόμενη, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να καταστούν κάτοχοι των Χρεογράφων αξίας €350.000,
- Το 2009, η Εναγόμενη προχώρησε στην έκδοση των ΜΑΚ. Στο πλαίσιο της έκδοσης αυτής, η Εναγόμενη απέστειλε σε όλους τους κατόχους Χρεογράφων, περιλαμβανομένων και των Εναγόντων, συνοπτικό ενημερωτικό δελτίο (βλ. Τεκμήριο 7), με το οποίο τους ενημέρωνε για την πρόθεση της να εκδώσει τις εν λόγω αξίες και τη δυνατότητά τους να τις αποκτήσουν. Μέσω του συνοπτικού αυτού δελτίου, δίδονταν πληροφορίες για τη φύση και επικινδυνότητα των ΜΑΚ. Το συνοπτικό αυτό δελτίο, παραλήφθηκε από τον Ενάγοντα, πλην όμως δεν υποβλήθηκε, το εν λόγω χρονικό διάστημα, σχετική αίτηση για απόκτηση των ΜΑΚ από τους Ενάγοντες. Περί τον Δεκέμβριο του 2010, οι Ενάγοντες, ως κάτοχοι των Χρεογράφων, λάμβαναν τόκο περί το 2%, με αποτέλεσμα να θεωρούν ότι με την απόκτηση των ΜΑΚ (τα οποία είχαν ήδη, από το 2009, εκδοθεί από την Εναγόμενη), θα μπορούσαν να απολαμβάνουν επιτόκιο 5.5%. Στη βάση της θεώρησης αυτής, απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 12.12.2010 (βλέπε Τεκμήριο 3)[6], με την οποίαν ενημέρωναν το Τμήμα Μετοχών και Χρεογράφων της Εναγόμενης, ότι έτυχαν σχετικής ενημέρωσης από υποκατάστημα της τελευταίας, ότι δικαιούνται να μετατρέψουν τα Χρεόγραφα τους σε ΜΑΚ και ότι επιθυμούσαν να προβούν στη συγκεκριμένη μετατροπή, με αναδρομική ισχύ από το 2009, όταν και εκδόθηκαν τούτα. Το αίτημα των Εναγόντων έγινε δεχτό από την Εναγόμενη και στη βάση αιτήσεων που υπέβαλαν οι πρώτοι (βλέπε Τεκμήριο 8), μέσω Εξωχρηματιστηριακής Μεταβίβασης, απέκτησαν, κατά το 2011, τα ΜΑΚ αξίας €350.000,00, χρησιμοποιώντας για την απόκτηση τους - αφού, προηγουμένως, η μεταξύ των μερών, μέχρι τότε σε ισχύ[7], συμφωνία των Χρεογράφων τερματίστηκε κοινή συναινέσει - το κεφάλαιο των Χρεογράφων. Οι Ενάγοντες ουδέποτε υπέβαλαν αίτηση, ούτε και ποτέ απέκτησαν τις επόμενες εκδοθείσες από την Εναγόμενη αξίες, όπως τα ΜΑΕΚ. Από τον Ιούλιο του 2008, που οι Ενάγοντες απέκτησαν τα Χρεόγραφα μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2011,όταν, πλέον, ήταν κάτοχοι των ΜΑΚ, λάμβαναν τόκους, ως οι κατά καιρούς αξίες που κατείχαν προνοούσαν (βλέπε Τεκμήρια 2.1‑2.5, Τεκμήριο 4.1 και 4.2 και Τεκμήριο 6) και ήταν πλήρως ικανοποιημένοι ως κάτοχοι των αξιών αυτών. Σύμφωνα με τους σχετικούς όρους των επίδικων αξιών, οι τόκοι θα αποδίδονταν στους Ενάγοντες ανά εξαμηνία, και δη, κάθε Ιούνιο και Δεκέμβριο εκάστου έτους. Κατά τον Ιούνιο του 2012, όταν και θα έπρεπε να καταβληθεί τόκος στους Ενάγοντες για το πρώτο εξάμηνο του εν λόγω έτους σε σχέση με τα ΜΑΚ, που κατείχαν, η Εναγόμενη δεν τους, τον κατέβαλε, και ουδέποτε, ακολούθως, κατέβαλε οποιουσδήποτε άλλους τόκους, παρά το γεγονός ότι τα ΜΑΚ βρίσκονταν ακόμα σε ισχύ. Ακολούθησαν τα γνωστά γεγονότα του 2013, και στη βάση των προνοιών των διαφόρων Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της νομοθεσίας για εξυγίανση της Εναγόμενης, το κεφάλαιο των Εναγόντων που ήταν επενδυμένο στα ΜΑΚ, απομειώθηκε, ως προνοείτο στα σχετικά Διατάγματα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα, οι Ενάγοντες, στις 11.09.2013 να αποστείλουν επιστολή προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης (βλέπε Τεκμήριο 5), και να παραπονεθούν σχετικώς. Μέσω της επιστολής αυτής, καταγγέλθηκε και η ΜΕ4, προς την οποίαν οι Ενάγοντες απέδιδαν παραπλανητική συμπεριφορά, έναντί τους, που είχε ως αποτέλεσμα να πεισθούν να μετατρέψουν, το 2008, το γραμμάτιο τους σε Χρεόγραφα, χωρίς να τους ενημερώσει ότι η απόκτηση των τελευταίων, αποτελούσε επένδυση με μεγάλο ρίσκο. Απέδιδαν, περαιτέρω, σε αυτή, συγκεκριμένες φράσεις, οι οποίες καταγράφονται, ειδικώς, στο Τεκμήριο
- Τόσο τα Χρεόγραφα, όσο και τα ΜΑΚ, αποτελούν αξίες, εντελώς διαφορετικού τύπου από τις καταθέσεις τύπου γραμματίου, και εμπεριέχουν τέτοιους κινδύνους, ρίσκα και χαρακτηριστικά που τα καθιστούν ως περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα/αξίες, ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται από τον Νόμο. Για όλα τα πιο πάνω κοινώς αποδεχτά γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Υπό αμφισβήτηση επίδικα, επί γεγονότων, ζητήματα Με δεδομένες τις συνθήκες απόκτησης των ΜΑΚ από τους Ενάγοντες, προκύπτει ανάγκη, στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο δύναται να αποφανθεί ως προς τη νομιμότητα και γενικά την όποια τυχόν ακυρωσιμότητα της σύμβασης απόκτησης των Χρεογράφων. Συναφώς, είμαι της γνώμης, ότι στη βάση των όσων, σχετικώς, αποφασίστηκαν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποίαν αναφορά θα κάνω κατωτέρω, το παρόν Δικαστήριο δεν διατηρεί δικαίωμα σχετικής απόφανσης. Παρά τις ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορές των μαρτύρων σε «μετατροπή» των Χρεογράφων των Εναγόντων σε ΜΑΚ, είναι εξόφθαλμα που προκύπτει, τόσο από τα σχετικά Τεκμήρια, όσο και από τη σχετική κοινώς αποδεκτή μαρτυρία ‑ εξ' ου και ανωτέρω, στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, έγινε σχετική αναφορά ‑ ότι η απόκτηση των ΜΑΚ, δεν αποτελεί συνέχεια της σύμβασης απόκτησης των Χρεογράφων. Για σκοπούς απόκτησης των ΜΑΚ, η συμβατική σχέση των μερών για τα Χρεόγραφα, συμβιβάστηκε (settled) πριν τη λήξη της, με τους διαδίκους να απαλλάσσονται από τις εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις τους, και το κεφάλαιο των Χρεογράφων, απελευθερώθηκε, και οι Ενάγοντες το χρησιμοποιήσαν για σκοπούς της Εξωχρηματιστηριακής Απόκτησης των ΜΑΚ. Στη βάση του δεδομένου αυτού, δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να εξετάσει την όποια νομιμότητα η ακυρωσιμότητα της σύμβασης απόκτησης των Χρεογράφων. Όπως σχετικώς αναφέρθηκε στην απόφαση Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζας Κύπρου
(2013)1 Α.Α.Δ 168: "Αφήνοντας ανοικτό λοιπόν το τι θα μπορούσε να διεκδικηθεί σε περίπτωση που η χρέωση δεν έχει εξοφληθεί, σε συνάρτηση με την αρχή του κωλύματος και της παρανομίας, επισημαίνουμε ότι στην περίπτωση που έχουμε ενώπιον μας, δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται στην Εφεσείουσα να επανέρχεται, 5 ολόκληρα χρόνια μετά από την εξόφληση στην οποίαν προέβη, και να απαιτεί την επιστροφή ποσών ήδη χρεωθέντων και πληρωθέντων. Η ασφάλεια των συναλλαγών και η βεβαιότητα των πράξεων οι οποίες μάλιστα θέτουν τέρμα σε συμβατική σχέση, θα ανετρέπετο εκ θεμελίων και η όλη ιδέα της οριστικότητας των σχέσεων θα εκθεμελιώνετο. Η αναφορά την οποίαν έχει κάνει ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσείουσα στο Halsbury' s όσον αφορά τη σχέση του κωλύματος και της παρανομίας, δεν βοηθά την υπόθεση του εφ' όσον αυτή δεν έχει αναφορά στην περίπτωση που έχουμε ενώπιον μας σήμερα, όπου έχει γίνει εξόφληση. Είναι όμως σχετική μία απόφαση από τη Σκωτία, Connochie v. British Linen Bank [1943] S. L. T. (Sh. Ct.) 27, όπου επεσημάνθη η διαφορά μεταξύ ''current'' και ''settled''[8] account και εκεί, εφ' όσον επρόκειτο για ''settled'' account, απεφασίσθη ότι δεν ήταν δυνατό να επιτραπεί στον Ενάγοντα να επανέλθει και να ζητήσει ανάκτηση ποσών τα οποία είχε ήδη καταβάλει. Επισημαίνουμε την αναφορά στην υπόθεση Dickson v. The Clydesdale Bank Ltd όπου ελέχθη:‑ ''On behalf of the bank it was contended that as the pursuer had examined and approved of the bank's statement of her account, and granted a document under her hand to that effect, she was not entitled to reopen the matter by questioning the validity of the cheques in Question. In sustaining the bank' s contention, Lord Carmont gave the following decision: ''In my opinion the pursuer is not entitled to go back on her formal approval of the defenders debiting her account with the 10 cheque even on the assumption that it contains a forgery of the pursuer's signature. The amount of the account was approved at a figure 10 less than she now says it should have been, but she has only herself to blame for not checking the figures properly before she signed the letter of acknowledgment of the amount''. Περαιτέρω αναφορά έγινε στην υπόθεση Wilson' s Trs. v. Bank of England (House of Lords, 6th July, 1926) όπου ελέχθη ότι:‑ ''Obviously a customer who grants a written acknowledgment of the correctness of his bank account is equally bound, or, in other words, is barred from disputing its accuracy''. Εν όψει τούτου, απερρίφθη ανάλογη απαίτηση όπως η προκειμένη. Στη βάση της ανωτέρω εφετειακής κρίσης, που κρίνω ότι τυγχάνει εφαρμογής και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, στον βαθμό που με την παρούσα αγωγή επιζητείται από το Δικαστήριο να εκδώσει διακηρυκτική απόφαση περί παρανομίας ή ακυρωσιμότητας της σύμβασης απόκτησης των Χρεογράφων, τούτη δεν μπορεί να εκδοθεί, αφού η εν προκειμένω σύμβαση συμβιβάστηκε (settled) μεταξύ των συμβαλλομένων της και συνομολογήθηκε, ακολούθως, η νέα σύμβαση απόκτησης των ΜΑΚ. Προσθέτω, στο σημείο αυτό, ότι η όποια δικογραφημένη αναφορά των Εναγόντων σε ψευδείς παραστάσεις, απάτη, δόλο, πίεση, συνωμοσία και γενικότερα σε παραπλανητική συμπεριφορά από πλευράς της Εναγόμενης ως προς τη φύση των Χρεογράφων και τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση τους, προωθείται, δικογραφικώς, και προωθήθηκε και κατά τη δίκη, με σκοπό να αναδειχθεί ότι η μετέπειτα, της συμπεριφοράς αυτής, συναίνεση των Εναγόντων να συμβληθούν μαζί της για την απόκτηση τους (των Χρεογράφων), δεν ήταν ελεύθερη, με αποτέλεσμα η, εν προκειμένω, σύμβαση να είναι ακυρώσιμη και να επιτρέπεται στους Ενάγοντες να ζητούν διακηρυκτική απόφαση ακύρωσης της. Στη βάση της ανωτέρω κρίσης μου, η μόνη σύμβαση για την οποία δύναμαι να αποφανθώ ως προς την όποια τυχόν παρανομία ή ακυρωσιμότητά της, είναι η σύμβαση απόκτησης των ΜΑΚ, κάτι με το οποίο θα ασχοληθώ κατωτέρω. Με την μόλις πιο πάνω κρίση μου δεδομένη, και με γνώμονα τα ανωτέρω κοινώς αποδεκτά γεγονότα, τα υπό αμφισβήτηση, επί γεγονότων, επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, είναι τα εξής: - ποια ήταν η συμπεριφορά της Εναγόμενης και/ή των υπαλλήλων και/ή εκπροσώπων της πριν και κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης απόκτησης των ΜΑΚ; - γνώριζαν οι Ενάγοντες τη φύση των ΜΑΚ, καθώς επίσης και τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση τους πριν τα αποκτήσουν; - αν η απάντηση στη μόλις ανωτέρω ερώτηση είναι αρνητική, πώς θα ενεργούσαν οι Ενάγοντες στην περίπτωση που ήταν γνώστες τούτων; Θα αποκτούσαν, παρά ταύτα, τα ΜΑΚ, παίρνοντας τα ανάλογα ρίσκα; Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας, επί των πιο πάνω υπό αμφισβήτηση γεγονότων ΜΕ1 O ΜΕ1 ανέφερε ότι, μολονότι ο Ενάγοντας παρέλαβε το σχετικό συνοπτικό δελτίο που του απέστειλε η Εναγόμενη σε σχέση με τα ΜΑΚ, εντούτοις δεν υπέβαλε Αίτηση για απόκτηση τους. Όταν, περί το τέλος του 2010, στη βάση των όσων ίσχυαν για τα Χρεόγραφα, οι Ενάγοντες λάμβαναν χαμηλό επιτόκιο (περί το 2%), επισκέφθηκαν υποκατάστημα της Εναγόμενης[9], και παραπονέθηκαν σχετικώς. Εκεί ενημερώθηκαν από υπαλλήλους της τελευταίας[10], ότι είχαν, από το 2009, εκδοθεί τα ΜΑΚ και ότι το προνοούμενο από αυτά επιτόκιο ήταν 5.5%. Στη βάση της πληροφόρησης αυτής, αναζήτησαν τρόπο που θα μπορούσαν να αποκτήσουν τα ΜΑΚ και τους αναφέρθηκε ότι μπορούσαν να αποστείλουν σχετική επιστολή, εξ ου, με τη βοήθεια και του ιδίου (του ΜΕ1), οι Ενάγοντες απέστειλαν την επιστολή Τεκμήριο 3, και μέσω σχετικών αιτήσεων, που, ακολούθως, υπέβαλαν (βλέπε Τεκμήριο 8), αγόρασαν τα ΜΑΚ, καταβάλλοντας ως αντίτιμο το κεφάλαιο των Χρεογράφων που κατείχαν μέχρι τότε. Αποδέχτηκε τη θέση που του υποβλήθηκε από πλευράς της συνηγόρου της Εναγόμενης, ότι ο ίδιος δεν παρευρισκόταν σε οποιανδήποτε συνάντηση του Ενάγοντα με αντιπροσώπους της Εναγόμενης, είτε αυτή αφορούσε την απόκτηση των Χρεογράφων, είτε των ΜΑΚ. Προς τούτο ισχυρίστηκε ότι, σχετικής ενημέρωσης τύγχανε, πάντα, από τον αποβιώσαντα πατέρα του (Ενάγοντα), αλλά και τη μητέρα του (Ενάγουσα), η οποία ενημερωνόταν, σχετικώς, από τον τελευταίο. Προέβαλε επίσης τη θέση ότι αμφότεροι οι Ενάγοντες έτυχαν μέχρι δημοτικής εκπαίδευσης και δεν κατείχαν οποιεσδήποτε επενδυτικές γνώσεις, ούτε ήταν σε θέση να αντιληφθούν είτε τη φύση και επικινδυνότητα των επίδικων αξιών. Οι όποιες δε αναφορές του σε παραπλανητικές από πλευράς των εκπροσώπων της Εναγόμενης τοποθετήσεις, καθώς επίσης και οι όποιες τυχόν ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλος και/ή απάτη και γενικότερα απατηλή συμπεριφορά αποδίδεται από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη, αφορά αποκλειστικά στα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του Ενάγοντα και της ΜΕ4 (υποδιευθύντρια, τότε, του υποκαταστήματος της Εναγόμενης), κατά τη συνάντησή τους στις 28.07.2008 στο υποκατάστημα της Εναγόμενης, στη βάση των οποίων, ακολούθως, ο Ενάγοντας αποφάσισε να υποβάλει, εκ μέρους αμφοτέρων των Εναγόντων, την αίτηση (Τεκμήριο 1(α)) για απόκτηση των Χρεογράφων. Ήταν ξεκάθαρος στη σχετική τοποθέτηση του, ότι το όποιο παράπονο των Εναγόντων σε σχέση με συμπεριφορά που επέδειξαν οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της Εναγόμενης επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αγωγή, αφορά στα όσα αναφέρθηκαν στον Ενάγοντα κατά την εν λόγω συνάντηση. Αποδέχτηκε επίσης τη θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η απόκτηση των ΜΑΚ δεν ήταν το αποτέλεσμα οποιασδήποτε σχετικής ενέργειας της τελευταίας και/ή των υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της, αλλά προσωπικού αιτήματος των Εναγόντων, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους αδικημένους που δεν απέκτησαν τα ΜΑΚ κατά τον χρόνο έκδοσης τους, με αποτέλεσμα να μην απολαμβάνουν το υψηλότερο, από ότι λάμβαναν, τότε, ως κάτοχοι Χρεογράφων, επιτόκιο, που τούτα προνοούσαν. Ως προς τη ΜΕ4, ισχυρίστηκε ότι ήταν η αντιπρόσωπος της Εναγόμενης, με την οποία, στις 28.07.2008, ο Ενάγοντας συνομίλησε και πείσθηκε να αγοράσει τα Χρεόγραφα, με την οποίαν ο τελευταίος διατηρούσε άριστη συνεργασία, καθώς ήταν και συντοπίτες, και την οποίαν είχε (ο Ενάγοντας) καλέσει πολλές φορές για να επισκεφθεί το χωριό του και να συμφάγουν. Ως προς τα όσα αναφέρθηκαν από υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της Εναγόμενης μετά την απόκτηση των Χρεογράφων και πριν από την απόκτηση των ΜΑΚ, σε σχέση με τα τελευταία, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι σε επίσκεψη του Ενάγοντα σε υποκατάστημα της Εναγόμενης, συνομίλησε με κάποιο εκεί πρόσωπο, το οποίο δεν κατονόμασε, και του ανέφερε ότι "υπάρχει αυτό το σχέδιο των αξιογράφων, εάν ενδιαφέρεσαι να τα μετατρέψεις σε αξιόγραφα να προχωρήσουμε"[11]. Ανέφερε, συναφώς πάντα, ακόμα, ότι, στον Ενάγοντα "υποσχέθηκαν απ' ό,τι θυμάμαι τότε 5‑5.5% επιτόκιο και γι' αυτό αντί να παίρνει το 2% από τα χρεόγραφα, ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι έπρεπε να κάνει μίαν επιστολή ότι επιθυμεί να μετατρέψει τα χρεόγραφα του σε αξιόγραφα". Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, πάντα συναφώς, ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, ο Ενάγοντας «όταν διαπιστώσαμε τη μείωση του επιτοκίου που πήγε στην Τράπεζα Κύπρου, του είπαν ότι υπάρχει αυτό το σχέδιο με πολύ υψηλότερο επιτόκιο και δικαιούσαι να τα μετατρέψεις σε αξιόγραφα". Τέλος, πάντα συναφώς, αφού προηγουμένως επανέλαβε ισχυρισμούς όμοιους με τους ανωτέρω, σε ερώτηση που του τέθηκε αν για την απόκτηση των ΜΑΚ, ο Ενάγοντας είχε συναντηθεί στο υποκατάστημα της Εναγόμενης με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο προτού τα αποκτήσει, με σκοπό την απόκτηση τους, απάντησε "δεν μπορώ να σας πω τούτο το πράγμα, δεν ξέρω". Όταν, προς το τέλος της αντεξέτασης του, του τέθηκε ειδική ερώτηση σε σχέση με τις παραγράφους 16‑32 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), στις οποίες, στην ουσία, ο ΜΕ1 επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες από τους Ενάγοντες λεπτομέρειες απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων, μη αποκάλυψης, αμέλειας, παράβασης κατά εμπιστεύματος, παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων, συνωμοσίας, παράβασης νομικού καθήκοντος και παραπλανητικών στοιχείων στα διάφορα ενημερωτικά δελτία που εξέδωσε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με τις επίδικες αξίες, ανέφερε: "επαναλαμβάνω το πιο σημαντικό πράγμα κύριε Δικαστά, είναι να μην ακολουθήσουμε όλην την ιστορία, είναι η πρώτη μέρα η πιο σημαντική που του έπιασαν τα λεφτά του και του άλλαξαν τον τρόπο, όχι τον τρόπο, του τα δέσμευσαν για 5 χρόνια χωρίς να γνωρίζει ότι αυτά ήταν χρεόγραφα και υπήρχαν επενδυτικοί κίνδυνοι κτλ. Αυτά που αναφέρονται και στη δήλωση μας". Τέλος, αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί, ότι στην αρχική, σχετική, τοποθέτηση του ως προς το πού εστιάζεται το παράπονο των Εναγόντων εναντίον των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της Εναγόμενης 1, έδωσε την εξής απάντηση "αυτό που έχω να πω κύριε Δικαστά, είναι ότι ο δόλος και η απάτη η οποία δεν έχει καμία σχέση με το μέλλον από το '08 μέχρι το '12, ήταν η συγκεκριμένη ημέρα την οποίαν ο πατέρας μου πήγε στην τράπεζα, υπόγραψε την Αίτηση για να γίνουν τα λεφτά 350.000 και αυτό το πράγμα έγινε σε μία ώρα. Δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων ότι υπάρχει αυτό το σχέδιο. Υπόγραψε σύμφωνα με αυτά που του είπαν, όπως ανάφερα και προηγουμένως, ψηλό επιτόκιο, με τη μόνη υποχρέωση να δεσμευτούν τα λεφτά του για 5 χρόνια. Και για εμένα αυτή είναι η απάτη που προξένησαν στον πατέρα μου, αυτή είναι η κλοπή η οποία έγινε από την τράπεζα, κόποι μιας ζωής του πατέρα μου, με μια υπογραφή την οποίαν του παρουσίασαν τζιαμέ σαν ένα καλό γραμμάτιο 5 χρόνων. Και επειδή ο πατέρας μου δεν είχε ανάγκη άμεσα τα λεφτά, το υπόγραψε. Δέσμευση 5 χρόνων με επιτόκιο 7.5%". Στη βάση δε της τοποθέτησης αυτής του μάρτυρα, το Δικαστήριο έθεσε την εξής ερώτηση, στην οποίαν και απάντησε ο μάρτυρας ως ακολούθως: "Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Άρα αυτή η αναφορά που λέτε ότι η απάτη μιλά για εκείνην τη μια ώρα και μόνο, μπορείτε να μας το τοποθετήσετε χρονικά; Α. 28 Ιουλίου του '08, την ημέρα που έληξε το γραμμάτιο και πήγε ο πατέρας μου να κάνει την ανανέωση, φεύγοντας από εκεί υπόγραψε την αίτηση για τα χρεόγραφα". Η Ενάγουσα Η Ενάγουσα, ομοίως με τον ΜΕ1, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε η ίδια είχε οποιανδήποτε επαφή με οποιονδήποτε υπάλληλο ή αντιπρόσωπο της Εναγόμενης, είτε για την απόκτηση των Χρεογράφων, είτε και για την απόκτηση των ΜΑΚ. Για τα ζητήματα αυτά, ενεργούσε πάντα ο Ενάγοντας, στον οποίον είχε δώσει σχετική εξουσιοδότηση να ενεργεί και για λογαριασμό της. Ήταν θέση της ότι, βάσει της σχετικής ενημέρωσης που έλαβε από τον Ενάγοντα, στις 28.07.2008, ο τελευταίος, κατόπιν συγκεκριμένων παραστάσεων που του έγιναν από υπάλληλο του υποκαταστήματος της Εναγόμενης, οι οποίες παραστάσεις αναδείκνυαν μόνο θετικά χαρακτηριστικά των Χρεογράφων, χωρίς να αποκαλύπτονται η φύση και η επικινδυνότητά τους, αποφάσισε να υποβάλει, εκ μέρους αμφότερων των Εναγόντων, αίτηση που του υποδείχθηκε από τον υπάλληλο της τράπεζας για να αποκτηθούν τα Χρεόγραφα αξίας €350.000,
- Αναφέρθηκε και αυτή στη μετέπειτα απόκτηση των ΜΑΚ κατά το 2011, χωρίς, ωστόσο, να προσθέσει οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες απόκτησής τους. Τέλος, ανέφερε ότι η Εναγόμενη διαβεβαίωσε, πάντα στη βάση της σχετικής πληροφόρησης που είχε από τον Ενάγοντα, για εξασφαλισμένο επιτόκιο των Χρεογράφων 7.5%, με δικαίωμα της τράπεζας να εξαγοράσει τούτα πίσω, μετά πάροδο 5 ετών από την ημέρα απόκτησης τους, χαρακτηρίζοντας τη σχετική ενημέρωση που έγινε από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα ως παραπλανητική και ως αποκρυπτική των κινδύνων που ελλόχευαν από την απόκτηση τους. Ισχυρίστηκε, πάντα συναφώς, ότι, στη συγκεκριμένη συνάντηση που είχε κατά το 2008 ο Ενάγοντας με υπαλλήλους της, η Εναγόμενη παρουσίασε τα Χρεόγραφα ως καταθετικό προϊόν και όχι ως επένδυση, με σκοπό να δελεάσει τούτον και να τα αγοράσει με συνοπτικές διαδικασίες. Τέλος, η Ενάγουσα ανάφερε ότι, ούτε η ίδια ούτε ο Ενάγοντας ασχολήθηκαν ποτέ στο παρελθόν με επενδύσεις τέτοιου τύπου και ούτε γνώριζαν τα χαρακτηριστικά στοιχεία των επίδικων αξιών και ότι πρώτη φορά που άκουσε τη λέξη «Χρεόγραφα», ήταν όταν ενημερώθηκε σχετικώς από τον Ενάγοντα μετά την υποβολή της αίτησης απόκτησης τους. ΜΕ3 Ο ΜΕ3, κλήθηκε από τους Ενάγοντες ως πρόσωπο που εργαζόταν, κατά τον χρόνο που κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, στη θυγατρική, της Εναγόμενης, εταιρεία Cisco (στο εξής «η Cisco»). Δήλωσε άγνοια ως προς την όποιαν ανάμειξη της Cisco στη έκδοση των επίδικων αξιών της Εναγόμενης, καθότι εργοδοτήθηκε σε αυτήν, σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλώνοντας, σχετικώς, ότι η πεποίθηση του είναι ότι, για τα ενημερωτικά δελτία τούτων, θα πρέπει η Εναγόμενη να κάλεσε τη Cisco για να την βοηθήσει. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, η Cisco δεν αναμειγνύεται στην όποια διαδικασία επεξήγησης των αξίων που εκδίδει η Εναγόμενη, στους δυνητικούς επενδυτές που επιθυμούν να τις αποκτήσουν. Ανέφερε, επίσης, ότι, όταν η Εναγόμενη επιθυμεί να εκδώσει κάποιο ομόλογο ή άλλες κινητές αξίες, ως οι επίδικες, εργοδοτεί τη Cisco για να την βοηθήσει, η οποία και αποτελεί θυγατρική εταιρεία της. Τέλος, δήλωσε άγνοια αν τα κεφάλαια των Εναγόντων που χρησιμοποιήσαν για την απόκτηση των επίδικων αξιών, έτυχαν διαχείρισης από τη Cisco στη βάση οδηγιών που έδωσε η Εναγόμενη. ΜΕ4 Η ΜΕ4 ήταν, κατά τους ουσιώδεις, για την παρούσα αγωγή, χρόνους, υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος της Εναγόμενης. Ανέφερε ότι δεν είχε ιδιαίτερες γνώσεις ως προς τα Χρεόγραφα αφού εργαζόταν στο "Retails" κομμάτι της Εναγόμενης. Δήλωσε άγνοια ως προς το επενδυτικό μέρος των υπηρεσιών της Εναγόμενης και γνώση μόνο ως προς τα προϊόντα που προσφέρονταν από την τελευταία στους πελάτες μέσω των καταστημάτων, όπως δάνεια και απόκτηση καρτών. Αναφορικά με τα Χρεόγραφα, ισχυρίστηκε ότι, στη βάση της πρακτικής που τηρείτο το δεδομένο χρονικό στάδιο, τα καταστήματα της Εναγόμενης παραλάμβαναν, απλώς, τις αιτήσεις που υπέβαλλαν τα πρόσωπα που επιθυμούσαν να τα αποκτήσουν, τις οποίες και, ακολούθως, απέστελλαν στο αρμόδιο τμήμα της Εναγόμενης και, τελικώς, κατέληγαν στην Υπηρεσία Μετοχών της Εναγόμενης. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1(α) ως την αίτηση που υπέβαλε ο Ενάγοντας για σκοπούς απόκτησης των Χρεογράφων, εκ μέρους και των δύο Εναγόντων, και επί αυτής, αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα. Επί τούτου ισχυρίστηκε ότι, τύχαινε διάφοροι πελάτες, που επιθυμούσαν να υποβάλουν τέτοιαν αίτηση, να ζητήσουν από το προσωπικό της τράπεζας να συμπληρώσει τα ανάλογα κενά τούτης και ακολούθως, την τοποθετούσαν σε φάκελο και την έστελναν στην αρμόδια υπηρεσία της Εναγόμενης στη Λευκωσία. Λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από όταν ετοιμάστηκε η αίτηση (Τεκμήριο 1(α)), δεν ήταν σε θέση να θυμάται τις περιστάσεις ετοιμασίας της, πλην όμως στη βάση της αναγνώρισης του γραφικού της χαρακτήρα και της πρακτικής που επικρατούσε τη δεδομένη στιγμή, αποδέχτηκε ότι, το πιθανότερο είναι, η αίτηση αυτή να υποβλήθηκε στο υποκατάστημα στο οποίο ήταν υποδιευθύντρια, στο οποίο οι Ενάγοντες διατηρούσαν το γραμμάτιο το οποίο εξαργυρώθηκε για σκοπούς απόκτησης των Χρεογράφων. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1(β), ως σχετικό με την εξαργύρωση του γραμματίου έγγραφο. Σε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόντων, κατά την κυρίως εξέταση της, αν, ως υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος της Εναγόμενης, βοήθησε τον Ενάγοντα να συμπληρώσει την Αίτηση - Τεκμήριο 1(α), επειδή, ως αμπελουργός και συνταξιούχος, δεν είχε μόρφωση να πράξει τούτο, απάντησε "OK". Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι "αν την συμπλήρωσα δεν έδωσα σε καμία περίπτωση συμβουλές διότι δεν τις είχα τις γνώσεις να τις δώσω. Αν ήρθε στο κατάστημα και μου είπε να του συμπληρώσω, όπως ήρθαν κι πολλοί πελάτες και τους βοηθήσαμε να συμπληρώσουν το οτιδήποτε χρειάζεται, σίγουρα δεν είχα τις γνώσεις, ούτε τις έχω για επενδυτικά προϊόντα, ήταν ρητές οδηγίες της τράπεζας, της εγκυκλίου, απαγορεύεται εσείς να παίρνετε Αιτήσεις, να δίνουμε συμβουλές. Όσον αφορά το κομμάτι τούτο. Τα επενδυτικά προϊόντα ούτε τις γνώσεις, ούτε ήμασταν εξουσιοδοτημένα άτομα να το πράξουμε". Σε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόντων αν η ίδια εξηγούσε γενικότερα στα πρόσωπα που επιθυμούσαν να αποκτήσουν τις επίδικες αξίες και αν είχε ευθύνη ως υπάλληλος της τράπεζας να πράξει κάτι τέτοιο, απάντησε ότι δεν είχε τις γνώσεις για να δώσει τέτοιες εξηγήσεις, ούτε ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να πράξει τούτο. Ανέφερε, συναφώς, ότι, αν ένας πελάτης παρουσιαζόταν στην τράπεζα και ζητούσε περαιτέρω εξηγήσεις ή συμβουλές σε σχέση με τις επίδικες αξίες, οι υπάλληλοι της τράπεζας τον προέτρεπαν να αποταθεί σε αρμόδιο πρόσωπο, όπως δικηγόρο ή λογιστή, και όχι σε οποιονδήποτε υπάλληλο της τράπεζας. ΜΕ5 Ο ΜΕ5 κλήθηκε από τους Ενάγοντες ως εμπειρογνώμονας, με σκοπό να καταθέσει αναφορικά με τα χαρακτηριστικά και την φύση των Χρεογράφων και των MΑΚ, καθώς επίσης και τις συνθήκες υπό τις όποιες έλαβε χώρα η κάθε σχετική έκδοση. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα, καθώς επίσης και την εμπειρία που απέκτησε καθ' όλο το χρόνο που εργάζονταν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, αλλά και ακολούθως στον ιδιωτικό τομέα. Στη βάση των προνοιών του Νόμου[12], της Κ.Δ.Π. 558/2007, της Κ.Δ.Π. 463/2006, των Εγγράφων Ερωτοαπαντήσεων που εκδόθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς (Committee of European Securities Regulators), της Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας, ημερομηνίας 25.01.2012 και της Γνώμης της Ευρωπαϊκής Αρχής Κεφαλαιαγορών (European Securities and Markets Authority, "ESMA"), ημερομηνίας 07.02.2014, και με αναφορά στα χαρακτηριστικά εκάστης αξίας που, κατά καιρούς, απέκτησαν οι Ενάγοντες, ισχυρίστηκε ότι και οι δύο αποκτηθείσες από αυτούς αξίες αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Με δεδομένη τη σχετική, σύμφωνη, αντίστοιχη, ως θα διαφανεί κατωτέρω, θέση που προέβαλε και η εμπειρογνώμονας της Εναγόμενης (ΜΥ1), δεν καθίσταται αναγκαία η καταγραφή των, εν προκειμένω, θέσεων του ΜΕ5 ως προς τα χαρακτηριστικά εκείνα των αποκτηθεισών, από τους Ενάγοντες, αξιών που τις καθιστούν περίπλοκα και επικίνδυνα χρηματοοικονομικά μέσα, εξ ου και το περίπλοκό τους συγκαταλέχθηκε ήδη στα ανωτέρω αναφερόμενα γεγονότα που αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών. ΜΥ1 Η ΜΥ1 παρουσιάστηκε από την Εναγόμενη ως πρόσωπο που, κατά τους ουσιώδεις, για την παρούσα αγωγή, χρόνους, εργαζόταν στη Cisco, στο Τμήμα Επενδυτικής Τραπεζικής, κατέχοντας την θέση, αρχικώς του συμβούλου επενδύσεων, ακολούθως, του ανώτερου συμβούλου επενδύσεων και μετέπειτα, της διευθύντριας του εν λόγο Τμήματος. Δήλωσε γνώστης των συνθηκών έκδοσης και διάθεσης των επίδικων αξιών, αλλά και των προηγούμενων, καθώς και των επόμενων, καθώς, επίσης, και της ετοιμασίας και σύνταξης των σχετικών με αυτές ενημερωτικών δελτίων[13]. Όσον αφορά στην ουσία της επίδικης διαφοράς, ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγόμενη ήταν η εκδότρια όλων των επίδικων αξιών, τις οποίες διέθεσε προς το ευρύτερο κοινό, δεν παρείχε οποιαδήποτε επενδυτική υπηρεσία και ότι, κατά συνέπεια, δεν τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Νόμου, και ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, εφαρμογής τύγχαναν μόνο οι πρόνοιες του Περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, σε συμμόρφωση με τις οποίες ενήργησε η Εναγόμενη. Ανάφερε, συναφώς, ότι, όλα τα ενημερωτικά δελτία που εκδόθηκαν από την Εναγόμενη σε σχέση με τις επίδικες αξίες, εμπεριείχαν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε, ο όποιος επενδυτής επιθυμούσε να αποκτήσει τούτες να γινόταν γνώστης όλων των κινδύνων που ελλόχευαν από την απόκτηση τους. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, με εξαίρεση κάποιες αξίες οι οποίες αγοράστηκαν και από πρόσωπα που δεν ήταν υφιστάμενοι μέτοχοι της Εναγόμενης, προς τους οποίους δεν απεστάλη το σχετικό ενημερωτικό δελτίο ή έστω ολιγοσέλιδο έγγραφο που περιείχε περίληψη του, σε κάθε άλλη περίπτωση, τόσο σε σχέση με τα Χρεόγραφα όσο και σε σχέση με τα ΜΑΚ, προ της απόκτησης τους, απεστάλησαν από την Εναγόμενη προς τους προτιθέμενους επενδυτές, ολιγοσέλιδα έντυπα, μέσω των οποίων τύγχαναν, εκ των προτέρων, σχετικής ενημέρωσης για την όποια επικινδυνότητά τους, καθώς επίσης και περί της δυνατότητας τους να λάβουν γνώση του περιεχόμενου των σχετικών ενημερωτικών δελτίων για να τύχουν πλήρους και λεπτομερούς σχετικής ενημέρωσης. Αναφορικά με το ρόλο που διαδραμάτισαν τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης στην προώθηση των επιδίκων αξιών, ισχυρίστηκε ότι αυτός περιορίστηκε στην παραλαβή των αιτήσεων, καθώς επίσης και του χρηματικού τέλους που τις αφορούσε, χωρίς να δικαιούνται να προβούν σε συστάσεις, παροτρύνσεις, παροχή επενδυτικών συμβούλων και επίλυση αποριών. Στη βάση όλων των ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη δεν έπρεπε να προβεί στον προνοούμενο από τον Νόμο έλεγχο συμβατότητας ή καταλληλότητας, ούτε και σε κατηγοριοποίηση των προτεινόμενων αγοραστών, καθότι δεν παρείχε οποιανδήποτε επενδυτική υπηρεσία. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, παρέπεμψε στις σχετικές απαντήσεις που δόθηκαν από την European Commission Request for Additional Information in Relation to Review of MiFiD, ημερομηνίας 29.07.
- Ήταν, τέλος, η θέση της ότι, το περιεχόμενο των ενημερωτικών δελτίων επαρκούσε για να ενημερωθεί κάθε προτιθέμενος αγοραστής για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση των επίδικων αξιών. Επίσης, ως, ακροθιγώς σημειώθηκε ανωτέρω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ΜΕ5, και η ΜΥ1 χαρακτήρισε όλες τις αξίες που αποκτήθηκαν από τους Ενάγοντες ως πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Αναφέρθηκε δε, και αυτή, σε εκείνα τα χαρακτηριστικά επικινδυνότητά τους, που τα καθιστούσαν ως τέτοια. Τέλος, στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, αποδέχθηκε ότι δεν ήταν γνώστης των περιστάσεων και γενικότερα των γεγονότων και συνθηκών που οδήγησαν τους Ενάγοντες στην απόφαση να υποβάλουν αίτηση για την απόκτηση των επίδικων αξιών, θέση που επανέλαβε όταν ο συνήγορος των τελευταίων της υπέβαλε ότι «.στη προκειμένη περίπτωση δεν παρασχέθηκε επενδυτική συμβουλή στους Ενάγοντες». Αξιολόγηση ΜΕ1 Αν και γενικότερα ο ΜΕ1 δεν μου έκανε άσχημη εντύπωση ως μάρτυρας, εντούτοις, στη μαρτυρία του, στον βαθμό που αφορά σε φερόμενες δηλώσεις τρίτων προς τον Ενάγοντα - ως αυτές του μεταφέρθηκαν από τον τελευταίο -, αλλά και στο βαθμό που αφορά σε γενικότερες δηλώσεις του αποβιώσαντα Ενάγοντα, δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα, καθότι στη βάση των παραγόντων που προβλέπονται στο άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, στους οποίους θα αναφερθώ, ειδικότερα, κατωτέρω, τούτη (η εν προκειμένω μαρτυρία του του ΜΕ1) αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών σχετικών ευρημάτων ή συμπερασμάτων. Παρεμβάλλω, στο σημείο αυτό, ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι η εξ ακοής αυτή μαρτυρία εισήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, εφαρμογής, ως προς τον τρόπο που πρέπει να αντικριστεί τούτη, τυγχάνουν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Βασιλικής Αγρότου κ.α v. Ιωάννα Αγρότου
(2016)1 Α.Α.Δ., 1325, και όχι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Muskita Aluminium Industries Ltd κ.α v. Alsako Aluminium Ltd κ.α
(2009)1 Α.Α.Δ.
- Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αγρότου (ανωτέρω), εκεί που εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου εξ ακοής μαρτυρία σε σχέση με αναφορές αποβιώσαντος, το Δικαστήριο αδυνατεί, ακολούθως, να αγνοήσει τούτη στη βάση του λόγου της απόφασης Muskita (ανωτέρω) και οφείλει να την αξιολογήσει στη βάση των προνοιών του άρθρου 26 και 27 του Κεφ. 9, με την αδυναμία του διαδίκου να αντεξετάσει τον αποβιώσαντα που προέβη στις φερόμενες δηλώσεις να αποτελεί ένα εκ των παραγόντων που πρέπει το Δικαστήριο να συνυπολογίσει στη δικανική αυτή διεργασία του. Επανερχόμενος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, και για σκοπούς επίρρωσης της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της, με γνώμονα τα όσα προβλέπονται στα άρθρα 26 και 27 του Κεφ. 9, σημειώνω ότι, (α) αρκετές από τις φερόμενες δηλώσεις του αποβιώσαντα Ενάγοντα προς τον ΜΕ1 αναφορικά με φερόμενες δηλώσεις, προς αυτόν, από αντιπροσώπους της Εναγόμενης, δεν μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο, μέσω του ΜΕ1, αυτούσιες, (β) αποτελούν όλες εξ ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού, (γ) έγινε αποσπασματική αναφορά σε αυτές, χωρίς να αποκαλύπτεται το όλο πλαίσιο εντός του οποίου φέρονται να έγιναν, (δ) οι βασικές αρχικές δηλώσεις αποδίδονται σε πρόσωπο που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρας (ΜΕ4) και όχι, απλώς, δεν τις επιβεβαίωσε (δεν ερωτήθηκε, εξάλλου, ειδικώς περί τούτες, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε ως μάρτυρας από τους ίδιους τους Ενάγοντες), αλλά, τουναντίον, προώθησε ισχυρισμούς που έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με αυτές, (ε) δεν έγιναν δεχτές από πλευράς της Υπεράσπισης και (στ) η τελευταία (η Υπεράσπιση), αδυνατεί να αντεξετάσει τον αποβιώσαντα Ενάγοντα που αποτελεί την φερόμενη πηγή γνώσης του ΜΕ
- Η μόλις πιο πάνω κρίση μου, περιλαμβάνει τόσο τις φερόμενες δηλώσεις του Ενάγοντα αναφορικά με τα όσα διαμείφθηκαν στη συνάντηση του με την ΜΕ4, στις 28.07.2008, όσο και σε σχέση με τις δηλώσεις του Ενάγοντα ως προς την όποια συζήτηση είχε με εκπροσώπους και/ή υπαλλήλους της Εναγόμενης κατά τον Δεκέμβριο του 2010, πριν την απόκτηση των ΜΑΚ. Ειδικότερα δε για τα όσα ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι του ανέφερε ο αποβιώσαντας Ενάγοντας σε σχέση με τα όσα, κατ' ισχυρισμό, του ειπώθηκαν κατά τον Δεκέμβριο του 2010 - πριν την απόκτηση των ΜΑΚ - από αντιπροσώπους της Εναγόμενης, η σχετική μαρτυρία του ΜΕ1 δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή και επί το ότι παρέμεινε άγνωστη η ταυτότητα του/των προσώπου/πων που κατ' ισχυρισμό συνομίλησε/σαν με τον Ενάγοντα εκ μέρους της Εναγόμενης, με αποτέλεσμα, και αυτός ο παράγοντας, να υπέχει τη δική του σημασία, αφού, ακόμα και αν δεχθώ ότι του έγιναν (του Ενάγοντα) τέτοιες δηλώσεις, πέραν των υπό στοιχεία (α) - (στ), ανωτέρω, παραγόντων, που σε κάθε περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής, με άγνωστη την ταυτότητα του προσώπου που φέρεται να προέβη στις αρχικές αυτές δηλώσεις στον Ενάγοντα, αδυνατώ να καταλήξω ως προς την όποια σχέση του με την Εναγόμενη, για να μπορώ να καταλήξω αν πρόκειται για αντιπρόσωπό της. Περιλαμβάνει, επίσης, και τις δηλώσεις του Ενάγοντα προς τον ΜΕ1 αναφορικά με τις προθέσεις του πρώτου και την όποια αντίληψή αποκόμισε για τα χαρακτηριστικά και κινδύνους των επίδικων αξιών, αφού και αυτές έγιναν στη βάση των όσων οι αντιπρόσωποι ή οι φερόμενοι αντιπρόσωποι της Εναγόμενης φέρονται να του ανέφεραν. Η λοιπή μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία δεν αφορά σε μεταφορά δηλώσεων του αποβιώσαντα Ενάγοντα σε αυτόν ή θέσεις του μάρτυρα που εδράστηκαν στη βάση των εν λόγω δηλώσεων, γίνεται δεκτή, αφού, εξάλλου, τούτη δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της, επιβεβαιώνεται και από την ενώπιον του Δικαστηρίου κοινώς αποδεκτή μαρτυρία και τεκμήρια. Ενάγουσα Τα όσα ανέφερα ανωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1, ισχύουν και για τη μαρτυρία της Ενάγουσας, στον βαθμό, που, μέσω της, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φερόμενες δηλώσεις που έγιναν προς την ίδια από τον αποβιώσαντα Ενάγοντα σε σχέση με αρχικές δηλώσεις τρίτων προς αυτόν, και κατά συνεπεία παρέλκει η ανάγκη να επαναλάβω τη σχετική συλλογιστική μου. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο δεν αφορά σε μεταφορά δηλώσεων του αποβιώσαντα Ενάγοντα σε αυτή ή θέσεις της μάρτυρος που εδράστηκαν στη βάση των εν λόγω δηλώσεων, ως μη αμφισβητηθέν, το αποδέχομαι, αφού, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη και συμβαδίζει με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και εν πάση περιπτώσει ως τέτοιο φαίνεται να τον αντιμετώπισε και η Εναγόμενη, η οποία και δεν τον αντεξέτασε. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική για την επίλυση των υπό αμφισβήτηση, ειδικώς προσδιορισθέντων ανωτέρω, επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής. ΜΕ4 Η ΜΕ4 μου έκανε, επίσης, πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ούτε αυτής η μαρτυρία αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγόμενης, την οποία, επίσης, δεν αντεξέτασε. Ως σημειώθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας της, ανωτέρω, πρόκειται για το πρόσωπο, που οι Ενάγοντες κατονομάζουν ως την αντιπρόσωπο της Εναγόμενης που προέβη στις διάφορες αρχικές δηλώσεις στον Ενάγοντα τον Ιούλιο του 2008, τις οποίες μετέφεραν στο Δικαστήριο ο ΜΕ1 και, σε μικρότερο βαθμό, η Ενάγουσα. Η δε θέση της ΜΕ4 ότι ουδέποτε συμβούλευσε τους Ενάγοντες για σκοπούς απόκτησης των Χρεογράφων, και ότι η μόνη, τυχόν, ανάμιξη της στην απόκτηση αυτή ήταν η συμπλήρωση, από πλευράς της, εκ μέρους των Εναγόντων, των κενών σημείων της αίτησης για απόκτηση τους, προωθήθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, ως μάρτυρας των Εναγόντων, και ως αναντίλεκτη, γίνεται αποδεκτή. Κατά συνεπεία, τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολο της και στη βάση της προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. ΜΕ5 O ΜΕ5 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Στον βαθμό, που η μαρτυρία του αφορά στη φύση και χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών και το κατά πόσο τούτες είναι πολύπλοκες, πολυσύνθετες ή επικίνδυνες, τούτη ήταν αρκούντος διαφωτιστική και μέσω της δόθηκαν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και εχέγγυα που επιτρέπουν, αφ' ενός τον έλεγχο της ορθότητας της γνώμης του και αφετέρου την επ' αυτής εξαγωγή ανεξάρτητων ασφαλών σχετικών ευρημάτων και συμπερασμάτων από το ίδιο το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει η επί του προκειμένου μαρτυρία του, σε σχέση με τις επίδικες αξίες, συμβαδίζει, εν πολλοίς, με τις ανάλογες θέσεις της ΜΥ1, και δη ότι, τούτες, λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσης και των χαρακτηριστικών τους και ιδιαίτερα της μετατροπής τους σε μετοχές και τη διάρκειά τους, αφορούν σε πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία αποτελούν πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια κεφάλαια για την Εναγόμενη. Η δε σχέση του με εταιρεία, η οποία είχε δικαστική διαμάχη με την Εναγόμενη[14], καθώς επίσης και το γεγονός ότι στο παρελθόν ενήργησε ως σύμβουλος του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων, δεν απολήγει, ως η συνήγορος της Εναγόμενης προβάλλει, στο ότι δεν ήταν αμερόληπτος. Το γεγονός ότι, στο παρελθόν, ο ΜΕ5 συμβούλεψε το ρηθέντα Σύνδεσμο, δεν τον καθιστά μεροληπτικό. Δεν αιτιάται η Εναγόμενη ότι τα όσα ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αναληθή, ώστε να καθίσταται αναγκαία η αναζήτηση του κινήτρου που είχε για να ψευσθεί. Στο βαθμό δε που η μαρτυρία του σχετίζεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και επικινδυνότητα των επίδικων αξιών, ως ήδη, ακροθιγώς, αναφέρθηκε ανωτέρω, και θα σημειωθεί και ακολούθως στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ1, συμβαδίζουν, στην ουσία, με τα όσα σχετικά ανάφερε και η μάρτυρας της Εναγόμενης. Όσο δε αφορά στο γεγονός ότι είναι διευθυντής θυγατρικής εταιρείας, έτερης εταιρείας, η οποία είχε δικαστική διαμάχη με την Εναγόμενη, με πειστικό τρόπο, και χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι η δικαστική αυτή διαμάχη διευθετήθηκε, εξωδίκως, δια σχετικής συμφωνίας των διαδίκων της, κατά το 2017 (πολύ πριν την εν προκειμένω μαρτυρία του ενώπιόν του Δικαστηρίου) και προς τούτο εκδόθηκε και σχετική ανακοίνωση το εν λόγω έτος. Κατά, συνέπεια η μαρτυρία του, γίνεται αποδεκτή. ΜΥ1 Η ΜΥ1 μου έκανε, επίσης, πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο αποτελούσαν το τι πραγματικά πίστευε ως αληθές σε σχέση με τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε. Εν πάση περιπτώσει, ως τέτοια μάρτυρα την αντιμετώπισε και o συνήγορος των Εναγόντων, o οποίος, κατά την αντεξέτασή της, της έθεσε, ως επί το πλείστο, μόνο διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα ερωτήσεις, χωρίς, στην ουσία, να αμφισβητήσει την ορθότητα των επί γεγονότων ισχυρισμών της. Εξάλλου, αποδέχθηκε τη μαρτυρία της επί των χαρακτηριστικών και επικινδυνότητας των επίδικων αξιών. Ωστόσο, ως γίνεται αντιληπτό, ελλείψει σχετικού υπόβαθρου που να επιτρέπει στην ΜΥ1 να εκφράσει νομική γνώμη, αλλά και γιατί αμιγώς νομικά ζητήματα που άπτονται της εφαρμογής ή μη κυπριακής νομοθεσίας αφορούν αποκλειστικά το Δικαστήριο, δεν είναι δυνατό να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις σχετικές τοποθετήσεις της, επί των οποίων και επικεντρώθηκαν οι αντιπαραθετικού χαρακτήρα ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων. Ας μη λησμονείται, πάντα συναφώς, ότι δήλωσε πλήρη άγνοια ως προς τα γεγονότα και γενικότερα τις συνθήκες υπό τις οποίες οι Ενάγοντες αποφάσισαν να αποκτήσουν τις επίδικες αξίες. Από την άλλη, στο βαθμό που η μαρτυρία της αφορά σε γεγονότα που σχετίζονται με τα καθήκοντά της, και τον τρόπο που η Εναγόμενη σκόπευε και επιχείρησε να προωθήσει την διάθεση των αξιών που απέκτησαν οι Ενάγοντες[15], αυτή γίνεται αποδεκτή. Επιπρόσθετα ευρήματα Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, πέραν των αρχικών ευρημάτων μου (στη βάση της κοινώς αποδεκτής μαρτυρίας), προβαίνω και στα εξής, επιπρόσθετα, ευρήματα. Υπό συνθήκες που παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο, στις 28.7.2008 ο Ενάγοντας, εκ μέρους και της Ενάγουσας, ζήτησε από την ΜΕ4 να τον βοηθήσει να συμπληρώσει την αίτηση απόκτησης των Χρεογράφων και ακολούθως υπέβαλε τούτη, και αφού εγκρίθηκε, οι Ενάγοντες απέκτησαν τα Χρεόγραφα αξίας €350.000,
- Υπό συνθήκες και πάλι που παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο, οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν για την έκδοση από την Εναγόμενη των ΜΑΚ και ότι τούτα προσέφεραν κατά πολύ μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που απολάμβαναν ως κάτοχοι των Χρεογράφων. Στη βάση του δεδομένου αυτού, και με σκοπό να απολαμβάνουν μεγαλύτερο επιτόκιο, απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 12.12.2010 (Τεκμήριο 3), υποβάλλοντας, μέσω της, αίτημα απόκτησης των ΜΑΚ, ίσης αξίας με το κεφάλαιο των Χρεογράφων που κατείχαν. Το αίτημα τους έγινε δεχτό, και μέσω σχετικών αιτήσεων (Τεκμήριο 8), απέκτησαν ΜΑΚ αξίας €350.000,00 καταβάλλοντας, για σκοπούς απόκτησης τους, το κεφάλαιο των Χρεογράφων που κατείχαν, έχοντας προηγουμένως, στο μεταξύ, εκ συμφώνου (οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη) τερματίσει την, μέχρι τότε σε ισχύ, σύμβαση των Χρεογράφων. Άγνωστο, στο Δικαστήριο, παρέμεινε και το κατά πόσο ο Ενάγοντας, τόσο προσωπικά, όσο και ως εκπρόσωπος της Ενάγουσας, έτυχε επαρκούς πληροφόρησης των χαρακτηριστικών, φύσης και επικινδυνότητας των Χρεογράφων και των ΜΑΚ (δεδομένης και της αποστολής και παραλαβής από τον ίδιο, από το 2009, του συνοπτικού, σχετικού με τα ΜΑΚ, ενημερωτικού δελτίου, Τεκμήριο 7), πριν αποκτήσουν οι Ενάγοντες τούτα, καθώς επίσης και το κατά πόσο, εν πάση περιπτώσει, επιθυμία των Εναγόντων ήταν να αποκτήσουν τις εν λόγω αξίες αναλαμβάνοντας κάθε ρίσκο που θα προέκυπτε. Νομική πτυχή Για τους λόγους που θα διαφανούν, ευθύς αμέσως, δεν καθίσταται αναγκαία η παράθεση του νομικού πλαισίου που περιβάλλει την παρούσα αγωγή και τούτο λόγω των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου ως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω. Και αυτό γιατί, για κάθε δικογραφημένη αίτια αγωγής, απαραίτητο είναι το Δικαστήριο να έχει καταλήξει στις συνθήκες συνομολόγησης της σύμβασης απόκτησης των ΜΑΚ και γενικότερα τον τρόπο δράσης της Εναγόμενης, μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της, αλλά και επί των προθέσεων των ίδιων των Εναγόντων σε σχέση με την απόκτηση των αξιών αυτών. Παρά την ήδη ανωτέρω εκφρασθείσα κρίση μου αναφορικά με τη σύμβαση απόκτησης των Χρεογράφων και τη συναφή αδυναμία του Δικαστηρίου να αποφανθεί ως προς την όποια τυχόν ακυρωσιμότητα ή παρανομία της, τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με τα Χρεόγραφα, αφού ελλείπει προσδιοριστική των συνθηκών αυτών αποδεκτή μαρτυρία, ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι όλη η ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα, από πλευράς των Εναγόντων, μαρτυρία που αφορά τις συνθήκες απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ, προσδιοριστική της συμπεριφοράς που επέδειξε η Εναγόμενη μέσω των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων της προέρχεται από τον ΜΕ1 και την Ενάγουσα και τούτη εδράζεται αποκλειστικά επί των όσων, τους ανέφερε ο Ενάγοντας για τα όσα, κατ' ισχυρισμό, του ανέφεραν τρίτοι. Επίσης, ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία προσδιοριστική στο πώς οι Ενάγοντες θα έπρατταν αν και εφόσον ενημερώνονταν για τα χαρακτηριστικά και τη φύση των επίδικων αξιών, καθώς επίσης και την επικινδυνότητά τους, πριν οι τελευταίοι αιτηθούν για να τις αποκτήσουν. Ενδεικτικό της έλλειψης αυτής, είναι και το γεγονός ότι, η ίδια η Ενάγουσα που απέκτησε, μαζί με τον Ενάγοντα, τις επίδικες αξίες δεν ανέφερε τίποτα σχετικό. Εξάλλου, δεν αναμενόταν να αναφέρει, αφού ως η ίδια ισχυρίστηκε και έγινε αποδεχτό από το Δικαστήριο, είχε ως μόνη ασχολία τα αμπέλια και τη συζυγική οικία, ενώ για τα ζητήματα διαχείρισης του γραμματίου της και γενικότερα των οικονομικών της οικογένειας, ο Ενάγοντας «είχε τη δικαιοδοσία και αέναη συγκατάθεση» της όπως διαχειρίζεται τούτα. Είναι στη βάση των μόλις ανωτέρω αναφορών μου που κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την αγωγή τους, αφού με την προσκομισθείσα από αυτούς αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και στη βάση των τελικών μου ευρημάτων επί όλης της ενώπιον μου παρουσιασθείσας αποδεκτής μαρτυρίας, δεν κατάφεραν να αποδείξουν, τις αποδιδόμενες στην Εναγόμενη πράξεις και/ή παραλείψεις στη βάση των οποίων εδράζονται όλες οι δικογραφημένες από πλευράς τους αιτίες αγωγής. Επειδή, ωστόσο, η παρούσα αγωγή εδράζεται και επί της νομικής βάσης της παράβασης νομικού καθήκοντος, ειδικότερα επί το ότι η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση του Νόμου[16], κρίνω σημαντικό, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι ούτε επ' αυτής της βάσης θα μπορούσε να επιτύχει η παρούσα αγωγή. Όσον αφορά στην αποδιδόμενη στην Εναγόμενη επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής, τούτη δεν μπορεί να επιτύχει αφού, και αυτή εδράζεται στα όσα αποδίδονται στην Εναγόμενη ως συμπεριφορά της πριν την απόκτηση των Χρεογράφων και των ΜΑΚ, που για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, η σχετική μαρτυρία των Εναγόντων δεν έγινε δεκτή. Στον βαθμό, τώρα, που η παρούσα αγωγή προωθείται επί της εν προκειμένω νομικής βάσης σε σχέση με άλλη επενδυτική υπηρεσία, που κατά τους Ενάγοντες τους παρείχε η Εναγόμενη, το άρθρο 143 του Νόμου, ρητώς, προνοεί ότι, οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού 1287/06 ΕΚ, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από αυτόν ή και τον πιο πάνω Κανονισμό. Με δεδομένη την απόρριψη της σχετικής μαρτυρίας του ΜΕ1, παρέμεινε άγνωστο αν οι Ενάγοντες θα προχωρούσαν, εν πάση περιπτώσει (και δη, ακόμα και στην περίπτωση που η Εναγόμενη ενεργούσε ως της επιβάλλει ο Νόμος), στην υποβολή των αιτήσεων για απόκτηση των επίδικων αξιών, και κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια της όποιας παράβασης της Εναγόμενης με την όποια ζημιά των Εναγόντων (S. Pavlou and Sons Construction Ltd κ.α. v. Ιωσηφίνας Θεοδώρου
(2015)1 Α.Α.Δ. 1502 και Κτηνοτροφική Επιχ. Π & Π Πέτρου Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075). Ως σημειώθηκε συναφώς από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ελευθερίας Ζιπίτη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 749 «Δεν μπορεί επίσης να επιδικάζεται σε ενάγοντα ποσοστό της απώλειάς του επί τη βάσει του συλλογισμού ότι η παράβαση του καθήκοντος της άλλης πλευράς δυνατόν να προκάλεσε τη ζημιά (Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447). Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (Hotson v. East Berkshire Area Health Authority [1987] 2 All E.R. 909). Θέμα πραγματικό είναι και ο λόγος που προκάλεσε το δυστύχημα. Ακόμα και στην περίπτωση που εναγόμενος παραδέχεται αμέλεια, ο ενάγων δεν δικαιούται, άνευ άλλου τινός, αποζημίωσης, εκτός αν μπορεί να συνδέσει τη ζημιά του με την αμέλεια αυτή (Rankine v. Garton Sons & Co. Ltd [1979] 2 All E.R. 1185)». Κρίνω στο σημείο αυτό, σημαντικό να σημειώσω και το ότι, δεδομένου του τρόπου που απέκτησαν οι Ενάγοντες τις επίδικες αξίες, και δη τα Χρεόγραφα, απευθείας από τον εκδότη τους, προτού τούτα εκδοθούν και ενταχθούν στο Χρηματιστήριο, και τα ΜΑΚ, μετά που εντάχθηκαν στο Χρηματιστήριο, πλην όμως με εξωχρηματιστηριακή μεταβίβαση (βλέπε Τεκμήριο 8), οι πρόνοιες του Νόμου, στη βάση πρόσφατης κρίσης του Εφετείου στην Ηλίας Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Πολ. Εφ. 294/2019, απόφαση ημερομηνίας 12 Απριλίου 2024, δεν τυγχάνουν εφαρμογής, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην δύνανται να επικαλούνται τούτες για σκοπούς υποστήριξης της παρούσας αγωγής. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα, σχετικά με την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (η Οδηγία MiFID I, η οποία αποτέλεσε τη βάση θέσπισης του Νόμου), αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-688/15 και C-109/16, Agnieska Anisimoviene κ.ά. v. Bankas "Snoras"AB, en liquidation κ.ά., απόφαση ημερομηνίας 22.03.2018, και το κατά πόσο η ανωτέρω εφετειακή κρίση (Θεοδότου) συμβαδίζει με αυτά, πλην όμως, δεδομένων των τελικών ευρημάτων μου στην υπό εξέταση περίπτωση, η όποια σχετική περαιτέρω ενασχόληση μου με το θέμα, θα επείχε ακαδημαϊκού και μόνο ενδιαφέροντος. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες και κατά συνεπεία η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνεπεία τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Π.Ε Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σε σχέση με τους λοιπούς Εναγόμενους, η αγωγή αποσύρθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. [2] Η έκθεση απαίτησης και τα λοιπά δικόγραφα, τροποποιήθηκαν δυνάμει σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.11.2021 [3] Παρά τη δικογράφηση από πλευράς Εναγόντων περί απόκτησης και Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), που επίσης εξέδωσε η Εναγόμενη, τέτοιες αξίες ουδέποτε αποκτήθηκαν από αυτούς. [4] Μετά το θάνατο του, διαχειριστής της περιουσίας του διορίστηκε ο υιός του Χρήστος Χρήστου, ο οποίος και έλαβε άδεια συνέχισης της παρούσας αγωγής εκ μέρους της περιουσίας του, εξ ου και η αναγκαιότητα τροποποίησης των δικογράφων. [5] Για τον ίδιο σκοπό εξέδωσε και άλλες αξίες, οι οποίες, ωστόσο, δεν κρίνονται σχετικές με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και για αυτό δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές. [6] Ως προς το τι προηγήθηκε της αποστολής της ρηθείσας επιστολής, οι δύο πλευρές διαφωνούν. [7] Τα Χρεόγραφα ήταν δεκαετούς διάρκειας (2008-2018). [8] Υπογράμμιση δική μου. [9] Δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ποιο. [10] Δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν ποιοι. [11] Πρόκειται για αυτούσιες αναφορές από τη μαρτυρία του ΜΕ1, και όχι αυτούσιες φερόμενες δηλώσεις του Ενάγοντα προς αυτόν, καθώς και όσες ακολουθούν. [12] Ορίστηκε ως τέτοιος, ανωτέρω, ο Ν.144(I)/2007. [13] Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της καταπιάνεται και με τα ΜΑΕΚ, τα οποία αποτελούν αξίες που εξέδωσε η Εναγόμενη το 2011, πλην όμως τούτες ουδέποτε αποκτήθηκαν από τους Ενάγοντες και κατά συνέπεια η σχετική μαρτυρία της κρίνεται άσχετη με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. [14] Είναι υπάλληλος (διευθυντής) θυγατρικής της εταιρείας. [15] Ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι λειτουργοί της Εναγόμενης ακολούθησαν τις σχετικές με την κάθε έκδοση οδηγίες της τελευταίας. [16] Ορίστηκε στα αρχικά στάδια της παρούσας ότι πρόκειται για τον (περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος (Νόμος 144
(1)/2017). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο